Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Κοινοτική διαμετακόμιση — Εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση — Παραστατικό Τ 1 — Εκκαθάριση στό τελωνείο αναχωρήσεως — Αποτελέσματα — Απαλλάσσεται ο εγγυητής — Έννοια τής εκφράσεως «εκείνος πού παρέσχε τήν εγγύηση»
( Κανονισμός 542/79 τού Συμβουλίου , οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 1079/71 άρθρο 27 παράγραφος 3 καί 35 παράγραφος 1 )
Περίληψη
Τό άρθρο 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού 542/69 τού Συμβουλίου , υπό τήν διατύπωση η οποία ίσχυε στίς 29 Οκτωβρίου 1976 , πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι στήν έκφραση «degene die zekerheid heeft gesteld» τού ολλανδικού κειμένου δέν περιλαμβάνετει ο κυρίως υπόχρεος , αλλά προσδιορίζεται μόνο τό πρόσωπο τό οποίο στήν περίπτωση τής εις ολόκληρον εγγυήσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 27 παράγραφος 3 τού ανωτέρω κανονισμού ηγγυήθη συμφώνως πρός τήν διάταξη αυτή .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 136/80 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού College van beroep voor het Bedrijfsleven τής Χάγης πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
HUDIG EN PIETERS BV , μέ εδρα τό Rotterdam ,
καί
MINISTER VAN LANDBOUW EN VISSERIJ ( Υπουργού Γεωργίας καί Αλιείας ), Χάγη ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού 542/69 τού Συμβουλίου , τής 18ης Μαρτίου 1969 , περί κοινοτικής διαμετακομίσεως ( JO , 1969 , L 77/71 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 3ης Ιουνίου 1980 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 6 Ιουνίου 1980 , τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven τής Χάγης υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού 542/69 , τού Συμβουλίου , τής 18ης Μαρτίου 1969 περί κοινοτικής διαμετακομίσεως ( PB 1969 , L 77 , σ . 1 ), οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 1079/71 , τού Συμβουλίου τής 25ης Μα ΐου 1971 ( PB L 116 , σ . 7 ).
2 Ο κανονισμός 542/69 τού Συμβουλίου , οπως ετροποποιήθη , προβλέπει , μέ σκοπό νά διευκολύνει τήν μεταφορά τών εμπορευμάτων στό εσωτερικό τής Κοινότητος καί ιδίως νά απλοποιήσει τίς διατυπώσεις πού πρέπει νά τηρηθούν κατά τήν στιγμή τής διελεύσεως εντός τών συνόρων τής χώρας ενα σύστημα κοινοτικής διαμετακομίσεως τό οποίο , γιά τά εισερχόμενα εμπορεύματα στό τελωνειακό έδαφος τής Κοινότητος πού προέρχονται από τρίτες χώρες , ειναι τό από τά άρθρα 12 εως καί 38 τού κανονισμού ρυθμιζόμενο σύστημα τής εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως .
3 Κατά τό άρθρο 12 παράγραφοι 1 καί 3 τού ανωτέρω κανονισμού , γιά κάθε εμπόρευμα , προκειμένου νά κυκλοφορήσει βάσει τής διαδικασίας εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως πρέπει νά υποβληθεί διασάφηση , η οποία γίνεται επί ενός παραστατικού T 1 συμφώνως πρός τό παράρτημα Α τού κανονισμού καί υπογράφεται από τό πρόσωπο , τό οποίο ζητεί τήν διενέργεια τής διαμετακομίσεως , δηλαδή από τόν «κυρίως υπόχρεο» , ο οποίος κατά τόν ορισμό πού δίδει περί αυτού τό άρθρο 11 στοιχείο α , τού ιδίου κανονισμού , «καθίσταται υπεύθυνος έναντι τών αρμοδίων αρχών γιά τήν κανονική εκτέλεση τής πράξεως αυτής» .
4 Η διαδικασία τής εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως , αρχίζει , κατά τό άρθρο 17 τού κανονισμού , μέ τήν πρωτοκόλληση τής διασαφήσεως Τ 1 στό τελωνείο αναχωρήσεως καί λήγει , κατά τό άρθρο 26 , μέ τήν αποστολή από τό τελωνείο προορισμού στό τελωνείο αναχωρήσεως ενός αντιτύπου τής ανωτέρω διασαφήσεως .
5 Τό άρθρο 27 παράγραφος 1 τού κανονισμού , ορίζει εξ άλλου οτι «μέ σκοπό νά εξασφαλισθεί η είσπραξη τών δικαιωμάτων καί άλλων βαρών πού ενα από τά Κράτη μέλη θά εδικαιούτο νά απαιτήσει γιά τά εμπορεύματα πού θά χρησιμοποιήσουν τό έδαφός του επ’ ευκαιρία τής κοινοτικής διαμετακομίσεως , ο κύριος υπόχρεος οφείλει νά παράσχει εγγύηση , εκτός αντιθέτων διατάξεων τού παρόντος κανονισμού» . Η παράγραφος 2 αυτού τού ιδίου άρθρου διευκρινίζει οτι «η εγγύηση δύναται νά παρασχεθεί συνολικώς γιά περισσότερες πράξεις κοινοτικής διαμετακομίσεως ή μεμονωμένως γιά μία μόνο πράξη κοινοτικής διαμετακομίσεως» . Η παράγραφος 3 προβλέπει εξ άλλου οτι «υπό τήν επιφύλαξη τών διατάξεων τού άρθρου 33 παράγραφος 2 , η εγγύηση συνίσταται στήν εις ολόκληρο εγγύηση τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου εγκατεστημένου στό Κράτος μέλος πού παρέχεται η εγγύηση καί τό οποίο αναγνωρίζεται ως εγγυητής από αυτό τό Κράτος μέλος .
6 Κατά τό ολλανδικό κείμενο τού άρθρου 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού , εκείνος πού παρέσχε τήν εγγύηση ( ‛degene die zekerheid heeft gesteld’ ) «απαλλάσσεται τών υποχρεώσεών του έναντι τών Κρατών μελών , τών οποίων τό έδαφος χρησιμοποιείται επ’ ευκαιρία τής κοινοτικής διαμετακομίσεως , οταν τό παραστατικό Τ 1 εξοφλείται στό τελωνείο αναχωρήσεως» .
7 Όπως προκύπτει από τήν απόφαση περί παραπομπής , η προσφεύγουσα στήν κυρία δίκη υπέβαλε στίς 29 Οκτωβρίου 1976 , στό τελωνείο τού Ρόττερνταμ , διασάφηση κατά τήν έννοια τού άρθρου 12 παράγραφος 3 τού κανονισμού 542/69 περί εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως , ορισμένης ποσότητος γάλακτος σέ σκόνη προελεύσεως Αυστραλίας καί προορισμένης νά διατεθεί σέ ελεύθερη κυκλοφορία στήν Ιταλία . Πρός διενέργεια τής διαμετακομίσεως παρεσχέθη συνολική εγγύηση δυνάμει τού άρθρου 27 τού κανονισμού υπό τόν τύπο τής εις ολόκληρον εγγυήσεως τρίτου προσώπου , συμφώνως πρός τίς διατάξεις τού άρθρου 37 παράγραφος 3 τού ανωτέρω κανονισμού .
8 Τό τελωνείο , ως τελωνείο από τό οποίο άρχισε η διενέργεια τής κοινοτικής διαμετακομίσεως , εκάλεσε κατ’ αρχάς τήν προσφεύγουσα στήν κυρία δίκη νά προσκομίσει τήν απόδειξη οτι τό περιγραφόμενο στό παραστατικό εμπόρευμα έφυγε από τίς Κάτω Χώρες καί έφθασε στό τελωνείο προορισμού στήν Ιταλία . Εν όψει τής προσκομισθείσης από τήν προσφεύγουσα αποδείξεως , τήν επληροφόρησε οτι τό παραστατικό Τ 1 έπρεπε νά θεωρηθεί ως εξοφληθέν .
9 Αλλά , οταν τού επεστράφη αργότερα τό τρίτο αντύτυπο παραστατικού Τ 1 καί διεπίστωσε οτι τό αντίτυπο αυτό περιείχε ψευδείς θεωρήσεις καί δηλώσεις , τό τελωνείο τού Ρόττερνταμ προσεκάλεσε τήν προσφεύγουσα νά προσκομίσει εκ νέου τήν απόδειξη οτι τό εν λόγω εμπόρευμα έφθασε στόν προορισμό του ή οτι απωλέσθη .
10 Επειδή η προσφεύγουσα δέν ηταν σέ θέση νά προσκομίσει τήν απόδειξη πού τής εζητήθη , ειδοποιήθη από τό ανωτέρω τελωνείο στίς 7 Ιουλίου 1977 νά καταβάλει τήν γεωργική εισφορά πού οφείλεται επ’ ευκαιρία τής εισαγωγής στήν Κοινότητα γάλακτος καί σκόνη , προελεύσεως τρίτων χωρών .
11 Η ενδιαφερομένη αμφισβήτησε τήν νομιμότητα αυτής τής εισπράξεως . Στηριζομένη κυρίως επί τού άρθρου 35 παράγραφος 1 τού ανωτέρω κανονισμού , ισχυρίσθη οτι κατόπιν τής εξοφλήσεως τού παραστατικού Τ 1 ειχε απαλλαγεί , ακριβώς οπως καί ο εγγυητής , τών υποχρεώσεών της έναντι τών Κρατών μελών , κυρίως δέ τών Κάτω Χωρών , τών οποίων τό έδαφος ειχε χρησιμοποιηθεί επ’ ευκαιρία τής εν λόγω κοινοτικής διαμετακομίσεως .
12 Οι ολλανδικές αρχές αντέταξαν οτι , κατά τό κείμενο τής ανωτέρω διατάξεως , η εξόφληση τού παραστατικού Τ 1 στό γραφείο αναχωρήσεως δέν επέφερε απαλλακτικό αποτέλεσμα παρά μόνο έναντι τού «εγγυητού» , επειδή ο ορος αυτός δέν ανεφέρετο γιά τήν περίπτωση ιδίως τής συνολικής εγγυήσεως , παρά μόνο σέ πρόσωπο διάφορο από τό κυρίως υπόχρεο .
13 Γιά τήν επίλυση αυτού τού προβλήματος τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
«Ι . Η πρώτη παράγραφος τού άρθρου 35 τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) 542/69 τού Συμβουλίου οπως ηταν διατυπωμένη καί ίσχυε κατά τήν ημερομηνία τής εν λόγω δηλώσως ( ήτοι στίς 29 Οκτωβρίου 1976 ), έχει τήν έννοια οτι οι λέξεις ‛degene die zekerheid heeft gesteld’ συμπεριλαμβάνουν καί τόν κυρίως υπόχρεο πού παρέσχε συνολική εγγύηση υπό τήν έννοια τού άρθρου 27 τού ανωτέρω κανονισμού ;
ΙΙ.Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό ερώτημα Ι , η πρώτη παράγραφος τού ανωτέρω άρθρου 35 πρέπει μήπως , λαμβανομένης υπ’ όψη τής ασφαλείας τού δικαίου τήν οποία σκοπεί , νά ερμηνευθεί κατά τήν έννοια οτι τό απαλλακτικό γιά τόν κυρίως υπόχρεο αποτέλεσμα τής ειδοποιήσεως τού τελωνείου αναχωρήσεως κατά τήν οποία τό παραστατικό Τ 1 θεωρείται εξοφληθέν , δέν δύναται πλέον νά αναιρεθεί από μεταγενέστερη ειδοποίηση τού τελωνείου πρός τόν κυρίως υπόχρεο , κατά τήν οποία τό ανωτέρω παραστατικό πρέπει νά θεωρείται ακόμη ως μή εξοφληθέν;»
Επί τού πρώτου ερωτήματος
14 Δεδομένων τών ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τής προκειμένης από τό εθνικό δικαστήριο παραπεμφθείσης υποθέσεως , τό πρώτο ερώτημα αναφέρεται κυρίως στό άν κατά τήν περίπτωση κατά τήν οποία η προβλεπομένη στό άρθρο 27 τού κανονισμού 542/69 τού Συμβουλίου εγγύηση περί κοινοτικής διαμετακομίσεως παρεσχέθη συνολικώς υπό μορφή εις ολόκληρο εγγυήσεως ενός τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου , τό άρθρο 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού αυτού , οπως ίσχυε κατά τήν εν λόγω ημερομηνία , συμπεριλαμβάνει μέ τήν έκφραση ‛degene die zekerheid heeft gesteld’ , ( αυτός πού παρέσχε τήν εγγύηση ), η οποία υπάρχει στήν ολλανδική απόδοση τού κειμένου , εκτός από τόν εγγυητή , τόν ίδιο τόν κυρίως υπόχρεο .
15 Ειναι βέβαιο οτι η ολλανδική απόδοση τού ανωτέρω άρθρου 35 παράγραφος 1 , χρησιμοποιώντας , κατά τήν εν λόγω ημερομηνία , τήν διατύπωση ‛degene die zekerheid heeft gesteld’ , ειναι επί τού θέματος αυτού διφορουμένη , ενώ οι περισσότερες από τίς άλλες γλωσσικές αποδόσεις αυτής τής διατάξεως χρησιμοποιούσαν κατά τήν ιδία ημερομηνία γιά νά δηλώσουν τό ίδιο πρόσωπο τόν ορο «εγγυητής» . Ο κανονισμός 222/77 τού Συμβουλίου , τής 13ης Δεκεμβρίου 1976 , ( ΕΕ ειδ . έκδ . L 38/1 , τόμ . 02/003 , σ . 3 ), ο οποίος ετέθη εν ισχύι μετά τήν επάλευση τών γεγονότων τής παρούσης υποθέσεως , αντικατέστησε στήν ολλανδική απόδοση τήν ανωτέρω έκφραση μέ εναν ορο πού δηλώνει μόνον τόν εγγυητή ( ‛borg’ ).
16 Πάντως , ειναι επίσης βέβαιο οτι ο κανονισμός 542/69 σέ ολες τίς γλωσσικές του αποδόσεις προβλέπει στό άρθρο 27 παράγραφος 1 επ’ ευκαιρία τής εγγυήσεως οτι «ο κύριος υπόχρεος οφείλει νά παράσχει εγγύηση» .
17 Δεδομένου τού δισημάντου , υπ’ αυτές τίς προϋποθέσεις , τής εκφράσεως «αυτός πού παρέσχε τήν εγγύηση» πού περιέχεται στήν ολλανδική απόδοση τού άρθρου 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού , τό άρθρο 7 πρέπει νά ερμηνευθεί σέ σχέση τόσο πρός τόν σκοπό , οσο καί πρός τήν ολη οικονομία τού συνόλου τών διατάξεων στίς οποίες εντάσσεται .
18 Η εξέταση αυτών τών διατάξεων αποκαλύπτει τήν υπαρξη διαφοράς μεταξύ τού κυρίως υποχρέου καί τού εγγυητού κατά τήν διενέργεια τής εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως , κυρίως ως πρός τήν έκταση τών υποχρεώσεων πού ο ενας ή ο άλλος αναλαμβάνουν έναντι τών αρμοδίων εθνικών αρχών καί τίς προϋποθέσεις υπό τίς οποίες απαλλάσσονται .
19 Όπως προκύπτει από τά άρθρα 11 περίπτωση α καί 13 περίπτωση β τού εν λόγω κανονισμού , ο κυρίως υπόχρεος , δηλαδή τό πρόσωπο πού ζητεί τήν διενέργεια εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως καί πρός τόν σκοπό αυτό συμπληρώνει καί υπογράφει τό παραστατικό διαμετακομίσεως Τ 1 στό τελωνείο αναχωρήσεως , υποχρεούται νά εξασφαλίσει «τήν κανονική εκτέλεση τής πράξεως αυτής» καί «νά σεβασθεί τίς διατάξεις περί τού συστήματος κοινοτικής διαμετακομίσεως καί τής διαμετακομίσεως εντός ενός εκάστου τών Κρατών μελών , τών οποίων τό έδαφος χρησιμοποιείται κατά τήν μεταφορά» .
20 Γιά τήν περίπτωση πού διαπιστώνεται οτι οι παραβάσεις ή οι παρατυπίες πού ετελέσθησαν κατά τήν διάρκεια ή επ’ ευκαιρία τής διενεργείας τής διαμετακομίσεως ο κανονισμός 542/69 ορίζει στό άρθρο 36 παράγραφος 1 οτι τό ή τά ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη προβαίνουν εις βάρος τού κυρίως υποχρέου στήν «είσπραξη τών δασμών καί άλλων βαρών» πού αναφέρονται στά εν λόγω εμπορεύματα , επιφυλασσομένης τής ασκήσεως ποινικής διώξεως» .
21 Αντιθέτως , οσον αφορά τόν εγγυητή , οπως προκύπτει από τούς ίδιους τούς σκοπούς πού σύμφωνα μέ τό άρθρο του 27 παράγραφος 1 τού κανονισμού 542/69 εξυπηρετούνται από τήν σύσταση τής εγγυήσεως , οι υποχρεώσεις πού αναλαμβάνει ο εγγυητής υπό τήν ιδιότητά του έναντι τών αρμοδίων εθνικών αρχών δέν ειναι οι ίδιες μέ εκείνες τού κυρίως υποχρέου , αλλά συνίστανται στήν εξασφάλιση τής εισπράξεως από τίς αρμόδιες εθνικές αρχές τών δασμών καί ενδεχομένων βαρών πού τό ενα από τά Κράτη μέλη δικαιούται νά απαιτήσει γιά τά εμπορεύματα πού χρησιμοποιούν τό έδαφός του κατά τήν μεταφορά .
22 Εξ άλλου , στήν περίπτωση κατά τήν οποία πρόκειται γιά εγγύηση πού παρεσχέθη υπό τίς προϋποθέσεις πού καθορίζει τό άρθρο 27 παράγραφος 3 τού ανωτέρω κανονισμού , η διαφορά μεταξύ τών υποχρεώσεων τού κυρίως υποχρέου καί τών υποχρεώσεων τού εγγυητού προστίθεται στήν διαφορά μεταξύ τού ενός καί τού άλλου προσώπου .
23 Άν η παράγραφος 1 τού άρθρου 27 τού κανονισμού προβλέπει οτι «ο κυρίως υπόχρεος υποχρεούται νά παράσχει εγγύηση» , η παράγραφος 3 διευκρινίζει πράγματι οτι «υπό τήν επιφύλαξη τών διατάξεων τού άρθρου 33 παράγραφος 2 , η εγγύηση συνίσταται στήν εις ολόκληρον εγγύηση τρίτου φυσίκου ή νομικού προσώπου εγκατεστημένου στό Κράτος μέλος πού παρέχεται η εγγύηση καί τό οποίο αναγνωρίζεται ως εγγυητής από αυτό τό Κράτος μέλος» .
24 Οι διατάξεις τού άρθρου 33 παράγραφος 2 τού κανονισμού προβλέπουν οτι η εγγύηση δύναται νά συνίσταται στήν κατάθεση μετρητών καί δέν αποκλείουν κατά συνέπεια τήν περίπτωση νά ειναι ο κυρίως υπόχρεος ταυτοχρόνως καί εγγυητής . Πάντως , από τό γεγονός οτι τέτοια δυνατότης περιορίζεται , οπως προκύπτει από τήν παράγραφο 1 στήν περίπτωση κατά τήν οποία η εγγύηση παρε σχέθη μεμονομένως γιά μία κοινοτική διαμετακομιστική ενέργεια , συνάγεται οτι , οταν η εγγύηση παρεσχέθη συνολικώς γιά περισσότερες κοινοτικές διαμετακομίσεις καί εξ αυτού τού λόγου συνεστήθη υπό μορφή ολόκληρο εγγυήσεως , η σύσταση τής εγγυήσεως συνεπάγεται τήν παρεμβολή εντός «τρίτου» προσώπου , φυσικού ή νομικού .
25 Αυτή η διαφορά στήν περίπτωση κυρίως τής συνολικής εγγυήσεως , η οποία συνίσταται στήν εις ολόκληρο εγγύηση τρίτου προσώπου , μεταξύ τού προσώπου τού κυρίως υποχρέου καί τού προσώπου τού εγγυητού , προκύπτει εξ άλλου από τήν διατύπωση τού ιδίου τού κειμένου τής πράξεως εγγυήσεως , οπως αναφέρεται στό παράρτημα F τού κανονισμού , οπου προβλέπεται οτι ο υπογράφων «καθίσταται εγγυητής» τών οφειλομένων ποσών από τόν κυρίως υπόχρεο λόγω τών παραβάσεων ή τών ενδεχομένων παρατυπιών πού διαπράττονται από τόν τελευταίο κατά τήν εκτέλεση τών πράξεων κοινοτικής διαμετακομίσεως .
26 Αυτή η διαφορά τέλος επιβεβαιώνεται από τό άρθρο 28 παράγραφος 1 τού ιδίου κανονισμού , τό οποίο , παραβλέποντας οτι «τό πρόσωπο τό οποίο καθίσταται εγγυητής . . . υποχρεούται νά ορίσει εντός εκάστου τών Κρατών μελών , τών οποίων τό έδαφος θά χρησιμοποιηθεί επ’ ευκαιρία τής κοινοτικής διαμετακομίσεως , ενα τρίτο πρόσωπο φυσικό ή νομικό τό οποίο καθίσταται επίσης εγγυητής υπέρ τού κυρίως υποχρέου» , προϋποθέτει στήν περίπτωση μιάς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως , οπου χρησιμοποιείται τό έδαφος πλειόνων Κρατών μελών , μία πλειονότητα εγγυητών γιά εναν καί μόνο κυρίως υπόχρεο .
27 Εν όψει αυτού τού κανονιστικού πλαισίου , έρχεται σέ αντίθεση πρός τούς σκοπούς καί τήν οικονομία τών διατάξεων περί εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως η ερμηνεία τού άρθρου 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού 524/69 , στήν περίπτωση ιδίως κατά τήν οποία η εγγύηση συνίσταται στήν εις ολόκληρο εγγύηση ενός τρίτου προσώπου , οτι τήν έκφραση «αυτός πού παρέσχε τήν εγγύηση» τής ολλανδικής αποδόσεως αυτού τού κειμένου ή μέ τόν ορο «ο εγγυητής» τών άλλων αποδόσεων , νοείται καί ο κυρίως υπόχρεος καί ο εγγυητής .
28 Υπ’ αυτές τίς προϋποθέσεις η απάντηση στό πρώτο ερώτημα ειναι οτι τό άρθρο 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού 542/69 τού Συμβουλίου , τής 18ης Μαρτίου 1969 , υπό τήν διατύπωση η οποία ίσχυε στίς 29 Οκτωβρίου 1976 , πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι στήν έκφραση ‛degene die zekerheid heeft gesteld’ δέν περιλαμβάνεται ο κυρίως υπόχρεος , αλλά προσδιορίζεται μόνο τό πρόσωπο , τό οποίο στήν περίπτωση τής εις ολόκληρον εγγυήσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 27 παράγραφος 3 τού ανωτέρω κανονισμού ηγγυήθη συμφώνως πρός τήν διάταξη αυτή .
Επί τού δευτέρου ερωτήματος
29 Τό εθνικό δικαστήριο δέν υπέβαλε τό δεύτερο ερώτημα παρά μόνο γιά τήν περίπτωση κατά τήν οποία θά εδίδετο καταφατική απάντηση στό πρώτο . Λαμβανομένης υπ’ όψη τής απαντήσεως πού εδόθη σ’ αυτό , η εξέταση τού δευτέρου ερωτήματος καθίσταται άνευ αντικειμένου .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν , η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται· δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τούς υπέβαλε τό College van Beroep voor het Bedrijfsleven τής Χάγης μέ απόφαση τής 3ης Ιουνίου 1980 , αποφαίνεται :
Τό άρθρο 35 παράγραφος 1 τού κανονισμού 542/69 τού Συμβουλίου , τής 18ης Μαρτίου 1969 , υπό τήν διατύπωση η οποία ίσχυε στίς 29 Οκτωβρίου 1976 , πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι στήν έκφραση ‛degene die zekerheid heeft gesteld’ δέν περιλαμβάνεται ο κυρίως υπόχρεος , αλλά προσδιορίζεται μόνο τό πρόσωπο τό οποίο στήν περίπτωση τής εις ολόκληρον εγγυήσεως πού προβλέπεται στό άρθρο 27 παράγραφος 3 τού ανωτέρω κανονισμού ηγγυήθη συμφώνως πρός τήν διάταξη αυτή .
Full & Egal Universal Law Academy