Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως — Νομική φύση — Κανονισμός — Απ’ ευθείας εφαρμογή — Υποχρεώσεις τών Κρατών μελών — Λήψη τών αναγκαίων εκτελεστικών μέτρων
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρα 5 καί 189· κανονισμός τού Συμβουλίου αριθ . 259/68 )
2 . Υπάλληλοι — Συντάξεις — Δικαιώματα επί συντάξεως , πού έχουν αποκτηθεί πρό τής εισόδου στήν υπηρεσία τών Κοινοτήτων — Μεταφορά στό κοινοτικό καθεστώς — Υποχρεώσεις τών Κρατών μελών — Λήψη μέτρων γιά νά επιτραπεί η μεταφορά
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , παράρτημα VIII , άρθρο 11 παράγραφος 2 )
3 . Υπάλληλοι — Συντάξεις — Δικαιώματα επί συντάξεως , πού έχουν αποκτηθεί πρό τής εισόδου στήν υπηρεσία τών Κοινοτήτων — Μεταφορά στό κοινοτικό καθεστώς — Πρώην εργοδότης υποκείμενος στό κοινοτικό δίκαιο — Ανάγκη συμφωνίας μεταξύ τών Κοινοτήτων καί τού παλαιού συνταξιοδοτικού οργανισμού — Έλλειψη
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , παράρτημα VIII , άρθρο 11 παράγραφος 2 )
Περίληψη
1 . Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , θεσπισθείς από τόν κανονισμό 259/68 τού Συμβουλίου , ο οποίος συγκεντρώνει ολα τά χαρακτηριστικά πού ορίζει τό άρθρο 189 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΟΚ , ειναι δεσμευτικός ως πρός ολα τά μέρη του καί ισχύει άμεσα σέ κάθε Κράτος μέλος . Από αυτό προκύπτει οτι , εκτός τών αποτελεσμάτων πού αναπτύσσει στήν εσωτερική τάξη τής κοινοτικής διοικήσεως , συνεπάγεται επίσης υποχρεώσεις γιά τά Κράτη μέλη σέ ολη τήν έκταση πού η σύμπραξή τους ειναι αναγκαία γιά τήν εφαρμογή του . Στήν περίπτωση κατά τήν οποία διάταξη τού κανονισμού υπηρε σιακής καταστάσεως έχει ανάγκη λήψεως εκτελεστικών μέτρων επί τού εθνικού πεδίου , τά Κράτη μέλη οφείλουν , επομένως , νά λαμβάνουν κάθε κατάλληλο γενικό ή ειδικό μέτρο , δυνάμει τού άρθρου 5 τής συνθήκης ΕΟΚ .
2 . Η ευχέρεια , πού παρέχεται στόν υπάλληλο από τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , νά μεταφέρει στό κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς , κατά τήν μονιμοποίησή του , τό στατιστικό ισοδύναμο ή τό κατ’ αποκοπή ποσόν τής εξαγοράς τών δικαιω μάτων επί συντάξεως πού έχει αποκτήσει κατά τήν προηγουμένη άσκηση καθηκόντων σέ διοίκηση , σέ εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σέ επιχείρηση , έχει ως σκοπό νά τού παράσχει δικαίωμα , τού οποίου η άσκηση δέν εξαρτάται παρά από τήν ίδια τήν επιλογή του . Επιβάλλεται , επομένως , σέ κάθε Κράτος μέλος η υποχρέωση νά λάβει τά αναγκαία μέτρα γιά τήν εφαρμογή τής διατάξεως αυτής , θεσπίζοντας σύστημα μεταφοράς πού νά επιτρέπει στόν υπάλληλο τών Κοινοτήτων νά ασκήσει τήν παρεχομένη σέ αυτόν από τόν κανονισμό επιλογή .
3 . Άν η σύναψη συμφωνίας μεταξύ τής Κοινότητος καί τού συνταξιοδοτικού οργανισμού στόν οποίο ανήκε ο υπάλληλος πρό τής εισόδου του στήν υπηρεσία τής Κοινότητος , ως συμβατικό έρεισμα ικανό νά επιτρέψει τήν μεταφορά τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στό κοινοτικό καθεστώς , δύναται νά αντιμετωπισθεί στήν περίπτωση κατά τήν οποία η υπηρεσία προελεύσεως τού υπαλλήλου ανήκει σέ πρόσωπο τρίτο εν σχέσει μέ τήν Κοινότητα , οπως ειναι η περίπτωση τών διεθνών οργανισμών πού δέν υπάγονται στό κοινοτικό δίκαιο , αυτό δέν ειναι αναγκαίο ούτε δικαιολογείται στήν περίπτωση κατά τήν οποία πρώην εργοδότης τού υπαλλήλου ειναι Κράτος μέλος υπαγόμενο στούς κανόνες , οι οποίοι έχουν θεσπισθεί από τά κοινοτικά όργανα , μέσα στό πλαίσιο τής αρμοδιότητός τους . Τό ίδιο συμβαίνει προκειμένου περί δημοσίου ή ιδιωτικού οργανισμού , τού οποίου τό συνταξιοδοτικό καθεστώς υπάγεται στήν νομοθεσία ή τήν κανονιστική ρύθμιση πού έχει θεσπισθεί από τήν δημόσια εξουσία τού κράτους αυτού .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 137/80 ,
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένη από τόν κύριο νομικό της σύμβουλο , Raymond Baeyens , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , νομικό σύμβουλο τής Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ , εκπροσωπουμένου από τόν Υπουργό Εξωτερικών , Υπουργείο Εξωτερικών , 2 , rue Quatre-Bras , 1000 Βρυξέλλες , μέ αντιπρόσωπο τόν Robert Hoebaer , διευθυντή εξωτερικού εμπορίου καί συνεργασίας στόν τομέα τής αναπτύξεως παρά τώ Υπουργείω εξωτερικών καί τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τήν πρεσβεία τού Βελγίου , 4 , rue des Girondins , Residence Champagne ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο νά αναγνωρισθεί , βάσει τού άρθρου 169 εδάφιο 2 τής συνθήκης ΕΟΚ , οτι τό Βασίλειο τού Βελγίου παρέβη τίς υποχρεώσεις πού απορ ρέουν από τίς διατάξεις τού άρθρου 11 εδάφιο 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , καθ’ οσον τό Βέλγιο αρνείται κατ’ αρχήν νά καθορίσει τόν τρόπο μεταφοράς τού στατιστικού ισοδυνάμου ή τού κατ’ αποκοπήν ποσού εξαγοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων , πού έχουν αποκτηθεί υπό τό βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα , στό συνταξιοδοτικό σύστημα τής Κοινότητος ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 9 Ιουνίου 1980 η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 169 τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή μέ τήν οποία ζητείται νά αναγνωρισθεί οτι τό Βασίλειο τού Βελγίου , παραλείποντας νά θεσπίσει τόν τρόπο μεταφοράς τού στατιστικού ισοδυνάμου ή τού κατ’ αποκοπήν ποσού εξαγοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων , τά οποία απεκτήθησαν υπό τό βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα , στό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα , πού προβλέπεται από τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( κανονισμός ΕΟΚ , ΕΚΑΕ , ΕΚΑΧ 259/68 τού Συμβουλίου , τής 29ης Φεβρουαρίου 1968 , ΕΕ , ειδ . έκδ . 01/001 σ . 19 επ .) τήν εκ τής συνθήκης υποχρέωσή του .
2 Σύμφωνα μέ τήν διάταξη αυτή :
«Ο υπάλληλος πού εισέρχεται στήν υπηρεσία μιάς από τίς Κοινότητες , μετά τήν λήξη τών καθηκόντων του σέ διοίκηση , σέ εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή σέ επιχείρηση , έχει τήν ευχέρεια , κατά τόν χρόνο τής μονιμοποιήσεώς του , νά καταβάλει στήν Κοινότητα στήν οποία υπάγεται :
— είτε τό στατιστικό ισοδύναμο τών δικαιωμάτων επί τής συντάξεως αρχαιότητας πού ειχε αποκτήσει στήν διοίκηση , τόν εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή τήν επιχείρηση , οπου υπαγόταν ,
—είτε τό κατ’ αποκοπή εισόδημα τής εξαγοράς πού τού οφείλεται από τό ταμείο συντάξεως αυτής τής διοικήσεως , τού οργανισμού ή τής επιχειρήσεως κατά τόν χρόνο τής αποχωρήσεώς του .
Σέ παρόμοια περίπτωση , τό όργανο , στό οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος , καθορίζει , λαμβάνοντας υπόψη τόν βαθμό μονιμοποιήσεως , τόν αριθμό τών συνταξίμων ετών πού συνυπολογίζει σύμφωνα μέ τό καθεστώς πού τόν διέπει , δυνάμει τού χρόνου προϋπηρεσίας βάσει τού ποσού τού στατιστικού ισοδυνάμου ή τού κατ’ αποκοπή ποσού τής εξαγοράς.»
3 Κατά τήν Επιτροπή , τό άρθρο 11 παράγραφος 2 αποτελεί αναγκαστική διάταξη πού προορίζεται νά διασφαλίσει στούς υπαλλήλους συνταξιοδοτικό σύστημα , τό οποίο νά λαμβάνει υπ’ όψη τό σύνολο τού χρόνου υπηρεσίας κατά τήν διάρκεια τής επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους εντός τού εθνικού , διεθνούς ή κοινοτικού πλαισίου καί , επομένως , πρέπει νά ερμηνεύεται καί νά εφαρμόζεται στό σύνολο τής Κοινότητος ανεξαρτήτως τής ποικιλίας τών εθνικών δεδομένων ή τών διαφορών μεταξύ τών συστημάτων πού ισχύουν μέσα στό ίδιο εθνικό πλαίσιο . Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι η εν λόγω διάταξη δημιουργεί γιά κάθε Κράτος μέλος τήν υποχρέωση νά καταστήσει εφικτή τήν μεταφορά καί νά προβαίνει σέ αυτή μόλις τήν ζητήσει ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος .
4 Η άποψη αυτή αμφισβητείται από τήν βελγική Κυβέρνηση , η οποία προβάλλει μία σειρά επιχειρημάτων πού αντλεί , αφ’ ενός , από τά γενικά χαρακτηριστικά τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί , αφ’ ετέρου , από τήν διατύπωση , τό αντικείμενο καί τήν οικονομία τής επιδίκου διατάξεως .
5 Κατά τήν βελγική Κυβέρνηση , ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων δέν συνεπάγεται τήν επιβολή υποχρεώσεων στά Κράτη μέλη υπό τήν ιδιότητά τους ως πρώην εργοδοτών ορισμένων υπαλλήλων . Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως , οπως κάθε κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως εθνικού ή διεθνούς οργανισμού , συνιστά κανόνα , ο οποίος , μέσα στό πλαίσιο ενός οργάνου , δέν ρυθμίζει παρά μόνο τήν νομική κατάσταση τού εργοδότου καί τών υπαλλήλων του , εν προκειμένω τών Κοινοτήτων καί τών υπαλλήλων τους . Λόγω τής εν λόγω φύσεώς του δέν δύναται νά συνεπάγεται νομικές υποχρεώσεις εις βάρος τρίτων , ξένων πρός τίς σχέσεις αυτές .
6 Η αποδοχή τής αντιθέτου εκδοχής θά ωδήγει επί πλέον , κατά τήν κυβέρνηση αυτή , στό νά προσδοθεί στήν επίδικη διάταξη «μία έκταση αποκλίνουσα τού κοινού δικαίου» , υπό τήν έννοια οτι θά ερρύθμιζε αναδρομικώς μία έννομη σχέση , προγενέστερη καί ξένη πρός τίς δημιουργηθείσες από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως έννομες σχέσεις .
7 Όπως υπεγράμμισε η Επιτροπή , ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως εθεσπίσθη από τόν κανονισμό 259/68 τού Συμβουλίου τής 29ης Φεβρουαρίου 1968 , ο οποίος συγκεντρώνει ολα τά χαρακτηριστικά πού ορίζει τό άρθρο 189 τής συνθήκης ΕΟΚ , παράγραφος 2 , σύμφωνα μέ τό οποίο ο κανονισμός «έχει γενική ισχύ . Ειναι δεσμευτικός ως πρός ολα τά μέρη του καί ισχύει άμεσα σέ κάθε Κράτος μέλος» .
8 Όπως προκύπτει από τά ανωτέρω , ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως , εκτός τών αποτελεσμάτων πού αναπτύσσει στήν εσωτερική τάξη τής κοινοτικής διοικήσεως , συνεπάγεται επίσης υποχρεώσεις γιά τά Κράτη μέλη σέ ολη τήν έκταση πού η σύμπραξή τους ειναι αναγκαία γιά τήν εφαρμογή του .
9 Από αυτό επεται οτι στίς περιπτώσεις , οπου μία διάταξη τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει ανάγκη λήψεως εκτελεστικών μέτρων επί τού εθνικού πεδίου , τά Κράτη μέλη οφείλουν νά λαμβάνουν κάθε κατάλληλο γενικό ή ειδικό μέτρο , δυνάμει τού άρθρου 5 τής συνθήκης ΕΟΚ .
10 Επί πλέον , η βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται οτι η διδομένη από αυτήν ερμηνεία στόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ενισχύεται από τό ίδιο τό κείμενο τού άρθρου 11 παράγραφος 2 . Τό γεγονός οτι , κατά τήν διατύπωσή του , η μεταφορά αποτελεί ευχέρεια τού υπαλλήλου , σημαίνει οτι η ευχέρεια αυτή δέν δύναται νά αντιστοιχεί σέ άλλη υποχρέωση παρά στήν υποχρέωση πού υπέχουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες νά δεχθούν τήν καταβολή αυτή , υπό τήν ιδιότητά τους ως εργοδότου τού ενδιαφερομένου , στήν περίπτωση πού παρομοία καταβολή προβλέπεται από τήν νομοθεσία τού κράτους γιά τό οποίο πρόκειται .
11 Στήν επιχειρηματολογία αυτή πρέπει νά δοθεί η απάντηση οτι τό άρθρο 11 παράγραφος 2 , θεσπίζοντας υπέρ τών υπαλλήλων ενα σύστημα μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων , αποβλέπει στό νά διευκολύνει τήν κίνηση από εθνικές θέσεις , δημόσιες ή ιδιωτικές , στήν κοινοτική διοίκηση καί στό νά διασφαλίσει , μέ τόν τρόπο αυτό , στίς Κοινότητες τίς καλύτερες δυνατότητες επιλογής ειδικευμένου προσωπικού , προικισμένου ήδη μέ κατάλληλη επαγγελματική πείρα .
12 Η παράγραφος 2 τού άρθρου 11 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , προοριζομένη νά επιτρέψει τόν συντονισμό μεταξύ κοινοτικού καί εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων , αποβλέπει , εξ άλλου , στό νά επιτύχει ωστε τά κεκτημένα από τούς κοινοτικούς υπαλλήλους στά ίδια τά κράτη τους δικαιώματα , παρά τόν ενδεχομένως περιορισμένο ή ακόμα υπό αιρεση ή μελλοντικό χαρακτήρα τους ή τήν ανεπάρκειά τους γιά νά επιτρέψουν τήν άμεση απονομή συντάξεως , νά δυνηθούν νά διαφυλαχθούν πρός όφελος τού υπαλλήλου καί νά ληφθούν υπ’ όψη από τό συνταξιοδοτικό σύστημα , στό οποίο θά υπάγεται ο ενδιαφερόμενος κατά τό πέρας τής επαγγελματικής του σταδιοδρομίας , εν προκειμένω , τό κοινοτικό σύστημα .
13 Οι σκέψεις αυτές καθιστούν εμφανές οτι η «ευχέρεια» , πού αναφέρεται στό άρθρο 11 παράγραφος 2 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , έχει ως σκοπό τήν παροχή υπέρ τών υπαλλήλων ενός δικαιώματος , τού οποίου η άσκηση δέν εξαρτάται παρά από τήν ίδια τήν επιλογή του . Η άσκηση τού δικαιώματος αυτού θά διεκυβεύετο άν , οπως ισχυρίζεται η βελγική Κυβέρνηση , τά Κράτη μέλη διετήρουν τήν ευχέρεια νά απέχουν από τού νά λάβουν τά αναγκαία μέτρα γιά τήν εφαρμογή τής διατάξεως αυτής . Πράγματι , η άρνηση Κράτους μέλους νά θεσπίσει σύστημα μεταφοράς θά κατέληγε νά στερήσει τόν υπάλληλο τών Κοινοτήτων από τήν ίδια τήν ευχέρεια νά ασκήσει τήν επιλογή , πού τού παρέχεται από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως .
14 Η επιχειρηματολογία , τήν οποία η βελγική Κυβέρνηση αντλεί από τήν σύγκριση μεταξύ πρώτης καί δευτέρας παραγράφου τού άρθρου 11 πρέπει επίσης νά αποκρουσθεί . Η διαφορετική διατύπωση τών δύο αυτών κειμένων αποτελεί ήδη μία πρώτη ένδειξη τής διαφορετικής εκτάσεώς τους . Άλλωστε , ο μή υποχρεωτικός χαρακτήρας τής μεταφοράς στήν μία περίπτωση καί ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του στήν άλλη δικαιολογείται από τό γεγονός οτι , μέσα στό πλαίσιο τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου 11 , εκείνο πού έχει σημασία ειναι νά διασφαλισθεί η έγκυρη μεταφορά τών κεκτημένων εντός τών Κοινοτήτων δικαιωμάτων πρός τό σύστημα ενός άλλου οργανισμού , επιτυγχάνοντας τήν συναίνεση τού οργανισμού αυτού πρός τόν οποίο απευθύνονται τά ποσά , τά οποία αντιστοιχούν στά δικαιώματα τής συντάξεως πού έχουν αποκτηθεί εντός τών Κοινοτήτων . Αντιστρόφως , μέσα στό πλαίσιο τής παραγράφου 2 τού άρθρου 11 , τά αποτελέσματα τής πραγματοποιήσεως τής μεταφοράς πρός τό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα δέν καθορίζονται παρά από μόνες τίς Κοινότητες , πρός τό συμφέρον τών υπαλλήλων τους , καθώς καί πρός τό δικό τους συμφέρον .
15 Η σύναψη συμφωνίας , ως συμβατικό έρεισμα ικανό νά επιτρέψει τήν μεταφορά στό κοινοτικό καθεστώς , δέν δύναται νά αντιμετωπισθεί παρά μόνο στήν περίπτωση οπου η υπηρεσία προελεύσεως τού υπαλλήλου ανήκει σέ πρόσωπο τρίτο εν σχέσει μέ τήν Κοινότητα , οπως ειναι η περίπτωση τών διεθνών οργανισμών πού δέν υπάγονται στό κοινοτικό δίκαιο . Αυτό δέν ειναι αναγκαίο ούτε δικαιολογείται στήν περίπτωση πού ο πρώην εργοδότης τού υπαλλήλου ειναι Κράτος μέλος υπαγόμενο στούς κανόνες , οι οποίοι έχουν θεσπισθεί από τά κοινοτικά όργανα , μέσα στό πλαίσιο τής αρμοδιότητός τους . Κατά γενικότερο τρόπο , τό ίδιο συμβαίνει προκειμένου περί δημοσίου ή ιδιωτικού οργανισμού , τού οποίου τό συνταξιοδοτικό σύστημα υπάγεται στήν νομοθεσία ή τήν κανονιστική ρύθμιση πού έχει θεσπισθεί από τήν δημοσία εξουσία τού κράτους αυτού .
16 Τέλος , η βελγική Κυβέρνηση επικαλείται δυσχέρειες τεχνικής φύσεως , πού θά καθίστων τόν υπολογισμό τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων , τά οποία έχουν αποκτηθεί υπό τό εθνικό σύστημα , πρακτικώς ανέφικτο πρίν από τό χρονικό σημείο τής οριστικής συνταξιοδοτήσεως τού ενδιαφερομένου .
17 Ως πρός τό θέμα αυτό , οι δυσχέρειες , τίς οποίες θά αντιμετώπιζε ενα Κράτος μέλος γιά νά λάβει τά αναγκαία μέτρα πού θά επιτρέψουν τήν εφαρμογή τής παραγράφου 2 τού άρθρου 11 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί κυρίως τά μέτρα τεχνικής φύσεως , οπως η προβαλλομένη αδυναμία προσδιορισμού τής αξίας τού κεκτημένου από τόν υπάλληλο εντός τών εθνικών υπηρεσιών δικαιώματος πρό τής οριστικής αποχωρήσεως ή τό γεγονός οτι τό υψος τού συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπόκειται σέ αυξήσεις καί μειώσεις , πού αποφασίζονται από τόν νομοθέτη , δέν ειναι ικανές νά εξαλείψουν τήν προσαπτομένη παράβαση . Σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τού Δικαστηρίου , ενα Κράτος μέλος δέν δύναται νά επικαλεσθεί διατάξεις , πρακτική ή ισχύουσες καταστάσεις τής εσωτερικής εννόμου τάξεώς του γιά νά δικαιολογήσει τήν μή τήρηση τών απορρεουσών από κοινοτικό κανονισμό υποχρεώσεων .
18 Εν προκειμένω , επιβάλλεται στό βελγικό κράτος νά επιλέξει καί νά εφαρμόσει τά συγκεκριμένα μέτρα , πού θά επιτρέψουν τήν άσκηση τής παρεχομένης στούς υπαλλήλους ευχερείας νά μεταφέρουν τά κεκτημένα εντός τού εθνικού πλαισίου δικαιώματα στό συνταξιοδοτικό σύστημα τών Κοινοτήτων . Σημειωτέον , επιπροσθέτως , οτι η ισχύουσα σήμερα βελγική νομοθεσία δέν εμποδίζει τήν μεταφορά τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατά τήν μετακίνηση δημοσίου υπαλλήλου σέ θέση ιδιωτικού τομέως καί , γενικότερα , τίς μεταφορές από ενα συνταξιοδοτικό σύστημα σέ άλλο εντός τού βελγικού εθνικού πλαισίου .
19 Η άρνηση τής βελγικής Κυβερνήσεως νά επιτρέψει τήν μεταφορά τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στό κοινοτικό σύστημα , ενώ άλλα Κράτη μέλη τό έχουν ήδη πράξει , επιφέρει ρήγμα στήν ισότητα μεταξύ τών κοινοτικών υπαλλήλων πού κατάγονται από άλλα Κράτη μέλη καί τών καταγομένων από τό Βέλγιο υπαλλήλων , εισάγοντας διάκριση εις βάρος τών δευτέρων . Η άρνηση αυτή θά ηδύνατο επίσης νά καταστήσει δυσχερέστερη τήν πρόσληψη από τήν Κοινότητα υπαλλήλων βελγικής ιθαγενείας πού έχουν ορισμένη προϋπηρεσία , δεδομένου οτι μιά τέτοια μετακίνηση από τήν εθνική στήν κοινοτική υπηρεσία θά ειχε ως αποτέλεσμα νά τούς στερήσει συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων , τά οποία θά ειχαν άν δέν εδέχοντο νά εισέλθουν στήν υπηρεσία τής Κοινότητος .
20 Όπως προκύπτει από τά ανωτέρω , τό Βασίλειο τού Βελγίου παρέβη τίς υποχρεώσεις του εκ τής συνθήκης ΕΟΚ , αρνούμενο νά λάβει τά αναγκαία μέτρα γιά τήν μεταφορά τού στατιστικού ισοδυνάμου ή τού κατ’ αποκοπήν ποσού εξαγοράς τών αποκτηθέντων υπό τό βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιωμάτων αρχαιότητος [γήρατος] , στό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα πού προβλέ πεται από τήν παράγραφο 2 τού άρθρου 11 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα· δεδομένου οτι τό Βασίλειο τού Βελγίου ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Τό Βασίλειο τού Βελγίου , αρνούμενο νά λάβει τά αναγκαία μέτρα γιά τήν μεταφορά τού στατιστικού ισοδυνάμου ή τού κατ’ αποκοπήν ποσού εξαγοράς τών αποκτηθέντων υπό τό βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιωμάτων συντάξεως αρχαιότητος [γήρατος] στό κοιντοικό συνταξιοδοτικό σύστημα , πού προβλέπεται από τήν παράγραφο 2 τού άρθρου 11 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , παρέβη τίς υποχρεώσεις του εκ τής συνθήκης ΕΟΚ .
2)Καταδικάζει τό Βασίλειο τού Βελγίου στά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy