Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Στάδιο προκαταρκτικής διαδικασίας — Αιτιολογημένη γνώμη — Τό έννομο αποτέλεσμα περιορίζεται στή διαδικασία προσφυγής ενώπιον τού Δικαστηρίου — Απαλλαγή ενός Κράτους μέλους από τήν τήρηση τών υποχρεώσεών του — Απαράδεκτο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 169 )
2 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας πού εισάγει διακρίσεις — Παροχή δημοσιονομικής φύσεως πλεονεκτημάτων πού εξαρτιώνται από προϋποθέσεις πού ειναι σέ θέση νά πληρούν μόνο τά εγχώρια προϊόντα — Απαγόρευση
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
3 . Δημοσιονομικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Κανόνας περί απαγορεύσεως τών διακρίσεων — Άμεσο αποτέλεσμα — Ημερομηνία ενάρξεως τού αποτελέσματος
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
4 . Ενισχύσεις πού χορηγούν τά κράτη — Ενίσχυση υπό τή μορφή τής φορολογικής διακρίσεως — Έγκριση — Απαράδεκτο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 92 , 93 καί 95 )
5 . Κοινοτικό δίκαιο — Άμεσο αποτέλεσμα — Εθνικοί φόροι ασυμβίβαστοι μέ τό κοινοτικό δίκαιο — Επιστροφή — Τρόποι — Εφαρμογή τού εθνικού δικαίου — Εξέταση ενδεχόμενης μετακυλήσεως τού φόρου — Παραδεκτό
Περίληψη
1 . Οι γνώμες , πού διατυπώνει η Επιτροπή δυνάμει τού άρθρου 169 τής συνθήκης ΕΟΚ , έχουν έννομο αποτέλεσμα μόνο σέ σχέση μέ τήν προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου λόγω κρατικής παραβάσεως . Η Επιτροπή δέ δύναται μέ τίς απόψεις καί μέ τίς γνώμες πού διατυπώνει , κατά τό άρθρο 169 , ν’ απαλλάξει ενα Κράτος μέλος από τό σεβασμό τών υποχρεώσεων πού τού επιβάλλονται δυνάμει τής συνθήκης , ούτε νά παρεμποδίσει τούς διοικούμενους νά επικαλούνται ενώπιον τής δικαιοσύνης τά δικαιώματα πού τούς απονέμει η συνθήκη κατά νομοθετικών ή διοικητικών πράξεων ενός Κράτους μέλους πού ειναι ασυμβίβαστες μέ τό κοινοτικό δίκαιο .
2 . Ένα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας πού εξαρτά τή χορήγηση μιάς φορολογικής απαλλαγής ή τήν παροχή τού ευεργετήματος ενός μειωμένου φορολογικού συντελεστή από τή δυνατότητα ενός ελέγχου τής παραγωγής επί τού εθνικού εδάφους , συνιστά διάκριση , εμπίπτουσα στήν απαγόρευση τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ . Παρόμοια απαίτηση , τήν οποία εξ ορισμού δέ δύνανται νά πληρούν τά προερχόμενα από άλλα Κράτη μέλη ομοειδή προϊόντα έχει ως αποτέλεσμα νά αποκλείει εκ τών προτέρων τά προϊόντα αυτά από τή δυνατότητα νά επωφελούνται τού εν λόγω φορολογικού πλεονεκτήματος καί νά επιφυλάσσει τούτο μόνο στήν εθνική παραγωγή .
3 . Δυνάμει τού εδάφιου 3 τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , ο κανόνας τής μή εισαγωγής διακρίσεων πού διατυπώνεται στά δύο πρώτα εδάφια τού ίδιου άρθρου απέκτησε πλήρη ισχύ από τής 1ης Ιανουαρίου 1962 . Δέν επιτρέπεται πλέον σέ ενα Κράτος μέλος νά διατηρεί , μετά τήν ημερομηνία αυτή , στή νομοθεσία του ή τή φορολογική πρακτική του , προϋφισταμένη φορολογική διάκριση στό σύστημα εισαγωγής προϊόντων πού προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη .
4 . Σύμφωνα μέ τό σύστημα τής συνθήκης ΕΟΚ , δέ δύναται νά θεσπισθεί ή νά εγκριθεί μία ενίσχυση υπό μορφή φορολογικών διακρίσεων πού εισάγονται από ενα Κράτος μέλος εις βάρος προϊόντων πού προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη .
5 . Η προστασία τών δικαιωμάτων πού εγγυάται η κοινοτική έννομη τάξη στό θέμα αυτό δέν απαιτεί τήν επιστροφή τών αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων υπό συνθήκες πού θά ειχαν ως συνέπεια εναν αδικαιολόγητο πλουτισμό τών δικαιούχων . Τίποτα δέν εμποδίζει λοιπόν , από πλευράς κοινοτικού δικαίου , τά εθνικά δικαστήρια νά λάβουν υπόψη σύμφωνα μέ τό εθνικό τους δίκαιο τό γεγονός οτι οι αδικαιολόγητα καταβληθέντες φόροι ενσωματώθηκαν στίς τιμές τής υπόχρεης πρός καταβολή τού φόρου επιχειρήσεως καί επιρρίφθηκαν στούς αγοραστές .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 142 καί 143/80
πού έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις τού Εφετείου τού Μιλάνου πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τίς οποίες ζητείται στό πλαίσιο τών εκκρεμών διαφορών ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού μεταξύ
AMMINISTRAZIONE DELLE FINANZE DELLO STATO
καί
ESSEVI SPA , μέ εδρα τό Μιλάνο ( υπόθεση 142/80 )
καί
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΣ CARLO SALENGO , μέ εδρα τή Γένοβα ( υπόθεση 143/80 ),
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , σέ σχέση μέ τήν ιταλική νομοθεσία στόν τομέα τών κρατικών φόρων επί τών εισαγόμενων αποσταγμάτων οινοπνεύματος ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δύο διατάξεις τής 19ης Φεβρουαρίου 1980 , πού περιήλθαν στό Δικαστήριο στίς 12 Ιουνίου τού ίδιου έτους , τό Corte d’appello τού Μιλάνου υπέβαλε στό Δικαστήριο , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 95 καί 169 τής συνθήκης ΕΟΚ προκειμένου νά κρίνει άν συμβιβάζεται μέ τή συνθήκη η διατήρηση σέ ισχύ στήν ιταλική νομοθεσία ενός συστήματος διαφοροποιημένης φορολογήσεως στόν τομέα τής φορολογίας τών αποσταγμάτων οίνου .
2 Όπως προκύπτει από τή δικογραφία , οι δύο εταιρείες , εφεσίβλητες στήν κύρια δίκη , πραγματοποίησαν εισαγωγές , η πρώτη κατά τήν περίοδο από 1ης Μαρτίου 1962 εως 1ης Δεκεμβρίου 1967 καί η δεύτερη από 18 Απριλίου 1960 εως 25 Οκτωβρίου 1971 κονιάκ ( cognac ) γαλλικής προελεύσεως , επί τού οποίου κατέβαλαν τούς φόρους πού καθόριζε ο νόμος γιά τήν αιθυλική αλκοόλη «πρώτης κατηγορίας» , δηλαδή γιά τά οινοπνευματώδη πού δέν πληρούν ορισμένες απαιτήσεις οσον αφορά τήν προέλευση καί τήν παρασκευή ή πού δέ δύνανται νά ελεγχθούν στό στάδιο τής παραγωγής επειδή έχουν παραχθεί εκτός τού εδάφους τού κράτους .
3 Οι εφεσίβλητες στήν κύρια δίκη άσκησαν αγωγή ενώπιον τού Tribunale di Milano μέ αίτημα τήν επιστροφή τών καταβληθέντων φόρων , επικαλούμενες παράβαση τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ κατά τή διάρκεια τών περιόδων πού αναφέρθηκαν παραπάνω , καί πέτυχαν μέ αποφάσεις , πού εκδόθηκαν τήν 26η Ιανουαρίου καί τήν 1η Ιουνίου 1978 αντίστοιχα , τήν καταδίκη τής Amministrazione delle finanze τής Ιταλίας στήν επιστροφή τών αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων .
4 Τήν 31η Αυγούστου 1978 η εν λόγω διοικητική αρχή άσκησε έφεση κατά τών αποφάσεων αυτών καί κατά τή διάρκεια τής διαδικασίας επικαλέσθηκε τή νομολογία τού Corte suprema di cassazione , τό οποίο στίς αποφάσεις του 1317 , 1318 καί 1321 τής 1ης Μαρτίου 1979 αναγνώρισε τή νομιμότητα , σέ σχέση μέ τό κοινοτικό δίκαιο , τού συστήματος τής αμφισβητούμενης φορολογίας . Η διοικητική αρχή υποστήριξε στό στάδιο αυτό οτι η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνώρισε στήν Ιταλική Δημοκρατία μέ γνώμη τής 28ης Φεβρουαρίου 1969 τή δυνατότητα νά επιβάλλει τό φόρο αυτό σάν όργανο τής πολιτικής στόν τομέα τών οινοπνευμάτων καί νά διατηρήσει προσωρινά τό σύστημα τής διαφοροποιημένης φορολογίας πού τελεί υπό αμφισβήτηση . Στήν εν λόγω γνώμη η Επιτροπή ειχε ρητά αναγνωρίσει τό σύστημα αυτό σάν «ενίσχυση» πού συμβιβάζεται μέ τούς κοινοτικούς κανόνες καί συνεπώς ο κρατικός φόρος ειχε νόμιμα επιβληθεί στά οινοπνευματώδη πού ειχαν εισαχθεί από τή Γαλλία .
5 Τό Corte d’appello κρίνει οτι τά στοιχεία πού αναφέρθηκαν παραπάνω δέν επαρκούν γιά τήν επίλυση τού προβλήματος πού ηγέρθη ενώπιόν του . Παρατηρεί οτι άν καί στή γνώμη της τής 28ης Φεβρουαρίου 1969 η Επιτροπή ειχε δεχθεί τό δικαίωμα τής Ιταλίας νά διατηρεί σέ ισχύ καί νά εφαρμόζει τό επίδικο σύστημα φορολογίας σάν όργανο τής γεωργικής της πολιτικής , έκτοτε προέκυψαν πλείστα νέα στοιχεία . Αναφέρει εν προκειμένω τήν απόφαση τού Δικαστηρίου τής 15ης Οκτωβρίου 1969 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας , 16/69 , Racc . σ . 377 ), στήν οποία κρίθηκε οτι τά αποστάγματα , ηδύποτα καί τά άλλα οινοπνευματώδη ποτά δέν αποτελούν γεωργικά προϊόντα κατά τήν έννοια τής συνθήκης· τήν απόφαση τής 10ης Δεκεμβρίου 1974 ( Charmasson , 48/74 Racc . σ . 1383 ), στήν οποία τό Δικαστήριο έκρινε ως ασυμβίβαστα μέ τήν κοινή αγορά , μετά τή λήξη τής μεταβατικής περιόδου , τά εμπόδια στίς συναλλαγές μεταξύ τών Κρατών μελών , έστω καί άν τά εμπόδια αυτά αποτελούν μέρος μιάς εθνικής οργανώσεως αγοράς· τέλος τήν αιτιολογημένη γνώμη πού απεύθυνε η Επιτροπή πρός τήν Ιταλική Δημοκρατία τήν 31η Ιουλίου 1978 , σχετικά μέ τό θέμα τής διαφοροποιημένης φορολογίας οσον αφορά τήν επιβολή τόσο τού κρατικού φόρου , οσο καί τού φόρου παρασκευής .
6 Έχοντας υπόψη τά νέα αυτά στοιχεία καθώς καί τά επιχειρήματα πού ανέπτυξε ενώπιόν του η διοικητική αρχή , τό Corte d’appello ζήτησε από τό Δικαστήριο , μέ προδικαστική του απόφαση :
«— νά προσδιορίσει τό έννομο αποτέλεσμα πού δύναται νά προσδοθεί στίς παραπάνω γνώμες πού εξέδωσε η Επιτροπή σύμφωνα μέ τό άρθρο 169 τής συνθήκης ΕΟΚ· νά κρίνει κατόπιν άν η Ιταλία παραβίασε τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζοντας επί τών αποσταγμάτων πού εισάγονται από άλλα Κράτη μέλη σύστημα φορολογίας πού περιλαμβάνει τόν κρατικό φόρο ανερχόμενο σέ 60 000 λιρέτες ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος ( 90 000 λιρέτες από 1ης Μαρτίου 1976 ), πού δέν προβλέπεται γιά τό ομοειδές εγχώριο προϊόν καί δέν επιβάλλεται επ’ αυτού·
—ν’ αποφανθεί άν , μετά τήν έναρξη τού δεύτερου σταδίου πού προβλέπεται στό άρθρο 95 εδάφιο 3 σάν τελευταία προθεσμία γιά τήν κατάργηση τών εσωτερικών κανόνων πού αντιβαίνουν στήν αρχή τής φορολογικής ισότητας , τήν οποία θεσπίζουν τά εδάφια 1 καί 2 τού ίδιου άρθρου , ηταν δυνατό νά εξουσιοδοτηθεί η Ιταλία νά διατηρεί κατ’ εξαίρεση μία υπάρχουσα διάκριση κατά τήν εισαγωγή αποσταγμάτων οίνου» .
Επί τών πραγματικών περιστατικών τών υποθέσεων
7 Όπως προκύπτει από τά έγγραφα πού κατέθεσε ενώπιον τού Δικαστηρίου η ιταλική κυβέρνηση , τήν 8η Μα ΐου 1968 η Επιτροπή απεύθυνε στόν ιταλό υπουργό εξωτερικών υποθέσεων επιστολή μέ τό ακόλουθο κείμενο :
«Παρακαλώ νά θέσετε υπόψη τής ιταλικής κυβερνήσεως τίς ακόλουθες σκέψεις ως πρός τούς φόρους επί τού οινοπνεύματος .
Η ιταλική φορολογική νομοθεσία στόν τομέα τής φορολογίας τού οινοπνεύματος προβλέπει οτι γιά τά οινοπνεύματα καταβάλλεται κρατικός φόρος 60 000 λιρέτες ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος καί φόρος παρασκευής 60 000 λιρέτες ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος . Προβλέπονται δέ πολυάριθμες μειώσεις υπέρ ορισμένων προϊόντων , μεταξύ τών οποίων τά αποστάγματα οίνου καί στεμφύλων . Τά εν λόγω αποστάγματα απαλλάσσονται από τόν κρατικό φόρο καί επ’ αυτών καταβάλλεται φόρος παρασκευής υψους 53 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο γιά τά αποστάγματα οίνου καί 50 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο γιά τά αποστάγματα στεμφύλων .
Γιά τά εισαγόμενα αποστάγματα οίνου καί στεμφύλων καταβάλλεται ο κρατικός φόρος ανερχόμενος σέ 60 000 λιρέτες ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος καί ο φόρος παρασκευής ανερχόμενος σέ 60 000 λιρέτες ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος .
Τό διαφοροποιημένο αυτό σύστημα εις βάρος τών εισαγόμενων προϊόντων ειναι αντίθετο μέ τό άρθρο 95 τής συνθήκης . . .
Από 4 Νοεμβρίου 1965 μέ τήν επιστολή της η Επιτροπή γνωστοποίησε ήδη στήν ιταλική κυβέρνηση τίς παρατηρήσεις της επί τών προβλημάτων αυτών . Μέ επιστολή τής μόνιμης ιταλικής αντιπροσωπείας από 12 Φεβρουαρίου 1966 , η ιταλική κυβέρνηση γνωστοποίησε στήν Επιτροπή τήν άποψή της . Σύμφωνα μέ τήν ιταλική κυβέρνηση η διαφοροποιημένη φορολογία στόν τομέα τού οινοπνεύματος έχει ως στόχο νά επιτρέψει τή συνύπαρξη τών διάφορων πρώτων υλών γιά τήν παρασκευή οινοπνεύματος καί νά εξασφαλίσει έτσι τή διάθεση στήν αγορά ορισμένων πρώτων υλών πού χρησιμεύουν γιά τήν παραγωγή οινοπνεύματος γιά τή γεωργία . Κατά συνέπεια , η κατάργηση τού διαφοροποιημένου αυτού συστήματος , δέ δύναται νά γίνει παρά μόνον οταν τά ιταλικά γεωργικά συμφέροντα στόν τομέα αυτό θά έχουν ληφθεί υπόψη στό πλαίσιο τής κοινής γεωργικής πολιτικής επί τού οινοπνεύματος . Οι ιταλικές αρχές αναφέρουν εξάλλου οτι τουλάχιστον εξίσου σημαντικές διακρίσεις υπάρχουν καί στά άλλα Κράτη μέλη , οπως αυτές πού προκύπτουν από τήν υπαρξη τών μονοπωλίων στή Γαλλία καί στή Γερμανία .
Η Επιτροπή δέν αρνείται εντελώς τήν υπαρξη τών γεωργικών προβλημάτων πού δημιουργεί στήν Ιταλία τό οινόπνευμα . Γιά τό λόγο αυτό θεωρεί οτι η διαφοροποιημένη φορολογία πού προβλέπεται από τήν ιταλική νομοθεσία καί τήν οποία προκαλεί η επιβολή τού κρατικού φόρου δύναται προσωρινά νά διατηρηθεί σέ ισχύ δεδομένου οτι ο κρατικός φόρος αποτελεί από ορισμένης απόψεως τό όργανο τής ιταλικής γεωργικής πολιτικής στόν τομέα τού οινοπνεύματος , τό οποίο επιτρέπει στά οποιασδήποτε προελεύσεως οινοπνεύματα , νά διατίθενται στήν αγορά οποιοδήποτε καί άν ειναι τό κόστος τής πρώτης υλης .
Ωστόσο οι απαιτήσεις τής γεωργικής πολιτικής δέ δικαιολογούν ολες τίς διαφορές φορολογικής μεταχειρίσεως πού αναφέρθηκαν παραπάνω μεταξύ τών εθνικών προϊόντων καί τών προϊόντων πού εισάγονται . Οι ανάγκες τής γεωργίας εξυπηρετούνται ήδη από τόν κρατικό φόρο ο οποίος καταβάλλεται μόνο γιά τά εισαγόμενα προϊόντα . Εξ αυτού προκύπτει οτι δέ δύναται επίσης νά προβάλλονται λόγοι γεωργικής πολιτικής ως πρός τό φόρο παρασκευής , γιά νά δικαιολογηθεί η διαφοροποιημένη φορολογία σέ βάρος τών εισαγόμενων αποσταγμάτων οίνου καί στεμφύλων καί τών εισαγόμενων προϊόντων τών ομοειδών μέ τό vermouth καί τό marsala .
Γιά τούς λόγους αυτούς η Επιτροπή διαπιστώνει οτι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις πού τής επιβάλλονται από τή συνθήκη καθόσον αφορά τή μείωση τού φόρου παρασκευής πού επιβάλλεται στά αποστάγματα οίνου καί στεμφύλων καί στή μείωση τού φόρου παρασκευής πού επιβάλλεται στό οινόπνευμα πού χρησιμοποιείται γιά τήν παραγωγή τού vermouth καί marsala . Κατόπιν αυτού καλεί τήν κυβέρνηση τής Ιταλικής Δημοκρατίας , δυνάμει τού άρθρου 169 τής συνθήκης , νά διατυπώσει τίς παρατηρήσεις της επί τών ανωτέρω εντός προθεσμίας ενός μήνα από τής λήψεως τής παρούσας . Η Επιτροπή επιφυλάσσεται νά εκδώσει , άν κριθεί αναγκαίο , αφού θά έχει λάβει γνώση τών εν λόγω παρατηρήσεων , τήν αιτιολογημένη γνώμη πού προβλέπεται στό άρ- θρο 169.»
8 Επειδή η ιταλική κυβέρνηση δέν έδωσε συνέχεια στά αιτήματα τής Επιτροπής , η τελευταία διατύπωσε μία αιτιολογημένη γνώμη τήν 28η Φεβρουαρίου 1969 , δυνάμει τού άρθρου 169 τής συνθήκης , αναφερόμενη στούς φόρους καταναλώσεως επί τού οινοπνεύματος καί η οποία έχει ως εξής :
«Στήν Ιταλία τά εγχώρια οινοπνεύματα υπόκεινται σέ κρατικό φόρο 60 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος καί σέ φόρο παρασκευής 60 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος . Ο νόμος προβλέπει πολυάριθμες μειώσεις ιδίως γιά τά αποστάγματα οίνου καί στεμφύλων τά οποία απαλλάσσονται από τόν κρατικό φόρο καί υπόκεινται σέ φόρο παρασκευής 53 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο γιά τά αποστάγματα οίνου καί 50 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο γιά τά αποστάγματα στεμφύλων .
Αντιθέτως τά αποστάγματα οίνου καί στεμφύλων πού εισάγονται στήν Ιταλία υπόκεινται σέ κρατικό φόρο 60 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος καί σέ φόρο παρασκευής 60 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος . . .
Από τό Νοέμβριο τού 1965 η Επιτροπή επέστησε τήν προσοχή τής ιταλικής κυβερνήσεως επί τού χαρακτήρα τού εν λόγω συστήματος , ως εισάγοντος διακρίσεις .
Εν συνεχεία μέ επιστολή τής 8ης Μα ΐου 1968 η Επιτροπή κίνησε τή διαδικασία , η οποία προβλέπεται στό άρθρο 169 τής συνθήκης ΕΟΚ γιά παράβαση τού άρθρου 95 τής συνθήκης . Στήν απάντησή της , μέ επιστολή τής 23ης Ιουλίου 1968 τής μόνιμης αντιπροσωπείας τής Ιταλίας , η ιταλική κυβέρνηση πληροφόρησε τήν Επιτροπή οτι δέν ειχε τήν πρόθεση νά καταργήσει τήν εν λόγω διαφοροποιημένη φορολογία εφόσον δέ θεσπίζονταν τροποποιήσεις τών εθνικών μονοπωλίων πού υπάρχουν στή Γερμανία καί στή Γαλλία καί εφόσον δέν υιοθετείται κοινή γεωργική πολιτική στόν τομέα αυτό . . .
Τά επιχειρήματα πού αναπτύχθηκαν δέν ειναι σέ θέση εκτός από ενα σημείο νά θέσουν υπό συζήτηση τό έρεισμα τής απόψεως πού διατύπωσε η Επιτροπή στήν επιστολή της τής 8ης Μα ΐου 1968 . Επισημαίνεται ιδίως οτι σέ καμία περίπτωση τά Κράτη μέλη δέ δύνανται νά επικαλεσθούν παραβιάσεις παρόμοιας φύσεως πού διαπράττονται από άλλα Κράτη μέλη γιά νά απαλλαγούν από τίς υποχρεώσεις πού τούς επιβάλλουν διατάξεις τής συνθήκης .
Ως πρός τό επιχείρημα σύμφωνα μέ τό οποίο η Ιταλία ασκεί τή γεωργική της πολιτική στόν τομέα τού οινοπνεύματος χρησιμοποιώντας τή φορολογία καί οτι δέ δύναται νά μεταβάλλει τή στάση της παρά μόνο στό πλαίσιο μιάς κοινής γεωργικής πολιτικής στόν τομέα τού οινοπνεύματος η Επιτροπή έχει ήδη δεχθεί στήν επιστολή της τής 8ης Μα ΐου 1968 πού προανεφέρθηκε , οτι η Ιταλία μπορούσε πράγματι νά χρησιμοποιήσει τό φόρο ως όργανο τής γεωργικής της πολιτικής στόν τομέα αυτό καί νά διατηρήσει προσωρινά , σ’ ενα τέτοιο πλαίσιο , τή διαφοροποιημένη φορολογία μέχρις ενός ποσού 60 000 λιρετών ανά εκατόλιτρο καθαρού οινοπνεύματος πού προκύπτει από τήν επιβολή τού κρατικού φόρου . Η χρησιμοποίηση παρόμοιου διαφοροποιημένου συστήματος επιτρέπει νά διατίθενται στήν αγορά τά οινοπνεύματα σέ τιμή λίγο-πολύ ομοιόμορφη οποιοδήποτε καί άν ειναι τό κόστος τους.»
9 Στήν ίδια αιτιολογημένη γνώμη της η Επιτροπή διαπίστωσε τήν υπαρξη μιάς παραλείψεως σέ ο,τι αφορά διάφορες πλευρές τού φορολογικού συστήματος διαφορετικές από τόν κρατικό φόρο . Πρέπει νά σημειωθεί οτι η αιτιολογημένη αυτή γνώμη δέν κατέληξε σέ προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου .
10 Τήν 31η Ιουλίου 1975 η Επιτροπή απεύθυνε πρός τήν ιταλική κυβέρνηση , δυνάμει τού άρθρου 169 εδάφιο 1 , νέα ανακοίνωση στήν οποία διατύπωνε , από τή σκοπιά τού κανόνα τού άρθρου 95 περί απαγορεύσεως τών διακρίσεων , ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά μέ τό σύστημα φορολογίας τού οινοπνεύματος πού ισχύει στήν Ιταλία σέ ο,τι αφορά τό φόρο παρασκευής , τόν κανονικό κρατικό φόρο καί τόν ειδικό κρατικό φόρο καί ζητούσε από τήν ιταλική κυβέρνηση νά εξαλείψει τίς διακρίσεις πού δημιουργούσε τό σύστημα αυτό σέ βάρος τών προϊόντων πού εισάγονται από άλλα Κράτη μέλη .
11 Επειδή οι ιταλικές αρχές δέν έδωσαν συνέχεια στή νέα αυτή παρέμβαση , πού νά ικανοποιεί πλήρως τήν Επιτροπή , η τελευταία διατύπωσε στίς 31 Ιουλίου 1978 αιτιολογημένη γνώμη ως πρός τή διαφοροποιημένη φορολογία καθόσον αφορά τήν επιβολή τού φόρου παρασκευής καί τού κρατικού φόρου επί τών οινοπνευ μάτων . Καί τής αιτιολογημένης αυτής γνώμης επίσης δέν επακολούθησε η άσκηση προσφυγής ενώπιον τού Δικαστηρίου .
12 Ενώπιον τού Δικαστηρίου η ιταλική κυβέρνηση υποστήριξε τήν άποψη οτι τό επίδικο σύστημα φορολογίας δέν ειναι στήν πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά μία ενίσχυση πρός τή γεωργία , χορηγούμενη υπό τή μορφή φορολογικού πλεονεκτήματος πού επιφυλάσσεται στήν εθνική παραγωγή . Θεωρεί οτι η υπαρξη τού συστήματος αυτού εγκρίθηκε μέ τήν αιτιολογημένη γνώμη τής 28ης Φεβρουαρίου 1969 καί οτι , εφόσον δέν υπάρχει αντίθετη πράξη , η έγκριση αυτή ισχύει πάντοτε καί πρέπει νά θεωρείται ως έγκυρη από τά εθνικά δικαστήρια . Ακόμα ομως καί χωρίς έγκριση , εφόσον πρόκειται γιά ενίσχυση προγενέστερη τής ενάρξεως τής ισχύος τής συνθήκης , η ενίσχυση αυτή δύναται νά διατηρηθεί δυνάμει τού άρθρου 93 .
Επί τής σημασίας τών απόψεων καί γνωμών τής Επιτροπής στό πλαίσιο τής διαδικασίας τού άρθρου 169
13 Τά ερωτήματα πού έθεσε τό Corte d’appello αποβλέπουν κατά πρώτο λόγο στό νά διευκρινισθεί ποιά ειναι από νομικής απόψεως , η σημασία καί η δεσμευτικότητα τών γνωμών πού εκδίδει η Επιτροπή στό πλαίσιο τής διαδικασίας τής προσφυγής λόγω παραβάσεως πού ρυθμίζει τό άρθρο 169 τής συνθήκης . Ειδικότερα ζητείται νά προσδιορισθεί ποιό ειναι τό έννομο αποτέλεσμα μιάς διαβεβαιώσεως τού είδους αυτής πού έδωσε η Επιτροπή μέ τήν επιστολή της τής 8ης Μα ΐου 1968 μέ τήν οποία έθεσε προθεσμία γιά τήν υποβολή παρατηρήσεων καί μέ τή γνώμη της από 28ης Φεβρουαρίου 1969 η οποία εκδόθηκε δυνάμει τού άρθρου 169 τής συνθήκης καί παρέσχε στήν Ιταλία τήν έγκριση νά διατηρήσει προσωρινά τό λεγόμενο σύστημα «διαφοροποιημένης φορολογίας» .
14 Τό άρθρο 169 ορίζει οτι άν η Επιτροπή κρίνει οτι ενα Κράτος μέλος παρέβη υποχρέωση πού τού επιβάλλεται δυνάμει τής συνθήκης , «διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη επί τού θέματος , αφού προηγουμένως παράσχει τή δυνατότητα στό κράτος αυτό νά διατυπώσει τίς παρατηρήσεις του» . Προστίθεται δέ οτι η Επιτροπή δύναται νά προσφύγει στό Δικαστήριο , άν τό εν λόγω κράτος δέ συμμορφωθεί μέ τή γνώμη αυτή εντός τής προθεσμίας πού τάσσει η Επιτροπή .
15 Ο σκοπός αυτής τής προκαταρκτικής διαδικασίας , η οποία περιλαμβάνεται στό γενικό πλαίσιο τής αποστολής μέριμνας πού έχει ανατεθεί στήν Επιτροπή από τήν πρώτη περίπτωση τού άρθρου 155 , ειναι κυρίως νά δώσει τήν ευκαιρία στό Κράτος μέλος νά δικαιολογήσει τή στάση του καί νά επιτρέψει ενδεχομένως στήν Επιτροπή νά επιτύχει εκούσια συμμόρφωση τού Κράτους μέλους στίς απαιτήσεις τής συνθήκης . Στήν περίπτωση πού η προσπάθεια αυτή διευθετήσεως τής διαφοράς δέ στεφθεί μέ επιτυχία , η αιτιολογημένη γνώμη εξυπηρετεί τόν προσδιορισμό τού αντικειμένου τής διαφοράς .
16 Αντιθέτως η Επιτροπή δέν έχει τό δικαίωμα , μέ τίς γνώμες πού διατυπώνει δυνάμει τού άρθρου 169 ή μέ τή διατύπωση απόψεων στό πλαίσιο τής διαδικασίας αυτής , νά προσδιορίζει κατά τρόπο οριστικό τά δικαιώματα καί τίς υποχρεώσεις ενός Κράτους μέλους , ή νά τού παράσχει εγγυήσεις ως πρός τό άν συμβιβάζεται ορισμένη συμπεριφορά μέ τή συνθήκη . Σύμφωνα μέ τό σύστημα τών άρθρων 169 εως 171 τής συνθήκης ο καθορισμός τών δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων τών Κρατών μελών καί η κρίση επί τής συμπεριφοράς τους δέ δύναται νά προέλθει παρά μόνο από απόφαση τού Δικαστηρίου .
17 Κατά μείζονα λόγο η Επιτροπή δέ δύναται μέ τίς απόψεις καί μέ τίς γνώμες πού διατυπώνει , κατά τό άρθρο 169 , ν’ απαλλάξει ενα Κράτος μέλος από τό σεβασμό τών υποχρεώσεων πού τού επιβάλλονται δυνάμει τής συνθήκης . Τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις δέ δύνανται ιδίως νά έχουν ως αποτέλεσμα νά παρεμποδίζουν τούς διοικούμενους νά επικαλούνται ενώπιον τής δικαιοσύνης τά δικαιώματα πού τούς απονέμει η συνθήκη κατά νομοθετικών ή διοικητικών πράξεων ενός Κράτους μέλους πού ειναι ασυμβίβαστες μέ τό κοινοτικό δίκαιο .
18 Στό πρώτο τών ερωτημάτων πού τέθηκαν πρέπει λοιπόν νά δοθεί η απάντηση οτι οι γνώμες πού διατυπώνει η Επιτροπή δυνάμει τού άρθρου 169 έχουν έννομο αποτέλεσμα μόνο σέ σχέση μέ τήν προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου λόγω κρατικής παραβάσεως καί οτι η Επιτροπή δέ δύναται μέ τή διατύπωση απόψεων στά πλαίσια τής διαδικασίας αυτής , νά απαλλάσσει ενα Κράτος μέλος από τίς υποχρεώσεις του ή νά θίγει τά δικαιώματα πού οι ιδιώτες αρύονται από τή συνθήκη .
Επί τού συμβιβάσιμου ενός συστήματος διαφοροποιημένης φορολογίας τού οινοπνεύματος μέ τό άρθρο 95
19 Τό δεύτερο τών ερωτημάτων πού τέθηκαν έχει ως σκοπό νά αποσαφηνισθεί άν ενα Κράτος μέλος δύναται νά επιβάλλει στά οινοπνευματώδη πού παράγονται σέ άλλα Κράτη μέλη ενα φόρο από τόν οποίο απαλλάσσονται εν μέρει ή καθ’ ολοκληρία τά ομοειδή εγχώρια προϊόντα .
20 Όπως προκύπτει από τίς διατάξεις περί παραπομπής , η σχέση ομοιότητας κατά τήν έννοια τού άρθρου 95 μεταξύ τού εισαγόμενου προϊόντος ( στήν προκειμένη περίπτωση κονιάκ γαλλικής προελεύσεως ) καί τού ανταγωνιστικού εθνικού προϊόντος ( στήν προκειμένη περίπτωση τό απόσταγμα οίνου ή στεμφύλων ) δέν αμφισβητείται . Σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού προσκόμισε η ιταλική κυβέρνηση , η διαφορά στή φορολογική μεταχείριση μεταξύ τού ενός καί τού άλλου εμπορεύματος προκύπτει από τό γεγονός οτι τό εισαγόμενο οινόπνευμα κατατάσσεται στά «οινοπνεύματα πρώτης κατηγορίας» , καί υπόκειται υπό τήν ιδιότητά του αυτή σέ πλήρη φορολογική επιβάρυνση , ενώ τά αντίστοιχα οινοπνεύματα εθνικής παρασκευής υπάγονται στά «οινοπνεύματα δεύτερης κατηγορίας» , πού απαλλάσσονται από τόν κρατικό φόρο , δεδομένου οτι στήν κατηγορία αυτή δύνανται νά υπαχθούν μόνο τά οινοπνεύματα τών οποίων η παρασκευή δύναται νά ελέγχεται στό στάδιο τής παραγωγής στό έδαφος τού ιταλικού κράτους .
21 Όπως έχει κρίνει τό Δικαστήριο μέ πάγια νομολογία ( πλέον πρόσφατη η απόφαση τής 14ης Ιανουαρίου 1981 , Chemial Farmaceutici , 140/79 ), τό κοινοτικό δίκαιο στό παρόν στάδιο τής εξελίξεώς του δέν περιορίζει τήν ελευθερία κάθε Κράτους μέλους νά θεσπίζει ενα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας γιά ορισμένα προϊόντα , σύμφωνα μέ ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια , οπως η φύση τών πρώτων υλών πού χρησιμοποιούνται ή οι μέθοδοι παραγωγής πού εφαρμόζονται . Τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται μέ τό κοινοτικό δίκαιο άν επιδιώκουν στόχους οικονομικής πολιτικής πού καί αυτοί συμβιβάζονται μέ τίς απαιτήσεις τής συνθήκης καί τού παράγωγου δικαίου καί άν ο τρόπος εφαρμογής τους ειναι τέτοιος ωστε ν’ αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως άμεσης ή έμμεσης σέ σχέση μέ εισαγωγές πού πραγματοποιούνται από άλλα Κράτη μέλη ή προστασίας τής ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής .
22 Τό γεγονός ομως οτι η παροχή μιάς φορολογικής απαλλαγής ή η εφαρμογή ενός μειωμένου φορολογικού συντελεστή εξαρτάται από τή δυνατότητα ενός ελέγχου τής παραγωγής επί τού εθνικού εδάφους συνιστά προϋπόθεση τήν οποία εξ ορισμού δέ δύνανται νά πληρούν τά ομοειδή προϊόντα πού προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη . Παρόμοια απαίτηση έχει ως αποτέλεσμα νά αποκλείει εκ τών προτέρων τά προϊόντα αυτά από τή δυνατότητα νά επωφελούνται τού εν λόγω φορολογικού πλεονεκτήματος καί νά επιφυλάσσει τούτο μόνο στήν εθνική παραγωγή . Ειναι λοιπόν προφανές οτι ενα τέτοιο σύστημα φορολογίας εισάγει διάκριση καί λόγω τής ιδιότητάς του αυτής εμπίπτει στήν απαγόρευση τού άρθρου 95 .
23 Πρέπει λοιπόν νά δοθεί ως απάντηση στό δεύτερο τών τεθέντων ερωτημάτων οτι ενα σύστημα φορολογίας τού οινοπνεύματος πού έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο , ωστε νά επιφυλάσσονται στήν εθνική μόνο παραγωγή απαλλαγές ή μειώσεις τού φορολογικού συντελεστή , αποτελεί διάκριση πού απαγορεύεται από τό άρθρο 95 τής συνθήκης .
Επί τού διαχρονικού αποτελέσματος τού άρθρου 95 καί τής σχέσεώς του μέ τό σύστημα ενισχύσεων
24 Τό τρίτο τών ερωτημάτων αφορά τό ζήτημα άν δύναται νά επιτραπεί σέ ενα Κράτος μέλος , μετά τήν εκπνοή τής προθεσμίας πού καθορίζει τό εδάφιο 3 τού άρθρου 95 , νά διατηρεί , κατά παρέκκλιση , στό φορολογικό σύστημα πού εφαρμόζεται κατά τήν εισαγωγή αποσταγμάτων οίνου μία προϋφιστάμενη φορολογική διάκριση .
25 Όπως προκύπτει από τή δικογραφία καί από τίς απόψεις πού ανέπτυξε η ιταλική κυβέρνηση κατά τή διαδικασία ενώπιον τού Δικαστηρίου , ο εθνικός δικαστής ζητά νά μάθει άν η άποψη πού διατύπωσε η Επιτροπή στήν επιστολή τής 8ης Μα ΐου 1968 καί στήν αιτιολογημένη γνώμη τής 28ης Φεβρουαρίου 1969 ως πρός τό θέμα τής προσωρινής διατηρήσεως τού αποκαλούμενου συστήματος τής «διαφοροποιημένης φορολογίας» στόν κρατικό φόρο δύναται ενδεχομένως νά ισοδυναμεί μέ έγκριση μιάς ενισχύσεως κατά τήν έννοια τών άρθρων 92 καί 93 τής συνθήκης , έστω καί μετά τή λήξη τής προθεσμίας πού καθορίζει τό άρ- θρο 95 εδάφιο 3 .
26 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 95 εδάφιο 3 «τά Κράτη μέλη καταργούν ή τροποποιούν , τό αργότερο στήν αρχή τού δεύτερου σταδίου , τίς υφιστάμενες κατά τήν έναρξη τής ισχύος τής παρούσας συνθήκης διατάξεις πού ειναι αντίθετες πρός τούς παραπάνω κανόνες» .
27 Όπως προκύπτει από τό κείμενο αυτό , η ημερομηνία τής 31ης Δεκεμβρίου 1961 αποτελεί τό ανώτατο οριο εντός τού οποίου τά Κράτη μέλη όφειλαν νά εξαλείψουν από τή νομοθεσία καί τή φορολογική τους πρακτική κάθε μέτρο ασυμβίβαστο μέ τόν κανόνα τής μή διακρίσεως πού διατυπώνεται στά δύο πρώτα εδάφια τού άρθρου 95 . Από τήν ημερομηνία λοιπόν αυτή οι εν λόγω διατάξεις απέκτησαν πλήρη ισχύ καί οι ιδιώτες δύνανται νά τίς επικαλούνται έναντι οποιουδήποτε Κράτους μέλους .
28 Η άποψη πού υποστήριξε τό ιταλικό κράτος , τόσο ενώπιον τού εθνικού δικαστή οσο καί ενώπιον τού Δικαστηρίου , οτι δηλαδή η παρέκκλιση πού δέχθηκε η Επιτροπή στήν επιστολή τής 8ης Μα ΐου 1968 καί στήν αιτιολογημένη γνώμη τής 28ης Φεβρουαρίου 1969 αποτελούν τήν έγκριση μιάς ενισχύσεως κατά τήν έννοια τής συνθήκης , δέ δύναται νά βρεί ούτε νομικό ούτε πραγματικό έρεισμα . Αρκεί νά παρατηρηθεί επί τού σημείου αυτού , οτι σύμφωνα μέ τό σύστημα τής συνθήκης , δέ δύναται νά θεσπισθεί ή νά εγκριθεί μία ενίσχυση υπό μορφή φορολογικών διακρίσεων πού εισάγονται από ενα Κράτος μέλος σέ βάρος προϊόντων πού προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη .
29 Στό τρίτο ερώτημα πρέπει λοιπόν νά δοθεί η απάντηση οτι δυνάμει τού εδαφίου 3 τού άρθρου 95 , ο κανόνας τής μή εισαγωγής διακρίσεων πού διατυπώνεται στά δύο πρώτα εδάφια τού ίδιου άρθρου απέκτησε πλήρη ισχύ από τής 1ης Ιανουαρίου 1962 καί οτι δέν επιτρέπεται πλέον σέ ενα Κράτος μέλος νά διατηρεί , μετά τήν ημερομηνία αυτή , προϋφιστάμενη φορολογική διάκριση στό σύστημα εισαγωγής αποσταγμάτων πού προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη .
Επί τού διαχρονικού αποτελέσματος τής παρούσας αποφάσεως
30 Στίς παρατηρήσεις πού κατέθεσε ενώπιον τού Δικαστηρίου η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε , γιά τήν περίπτωση πού τό Δικαστήριο θά διαπίστωνε οτι δέ συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα η διατύπωση τών απόψεων τής Επιτροπής κατά τήν εφαρμογή στή συγκεκριμένη περίπτωση τής απαγορεύσεως τού άρθρου 95 , νά περιορίσει τήν έκταση εφαρμογής τής αποφάσεώς του στίς περιπτώσεις ενδεχόμενης αχρεωστήτου επιβολής φόρου πού θά μπορούσαν νά διαπιστωθούν στό μέλλον , επικυρώνοντας αντιθέτως , οσον αφορά τό παρελθόν , τόν οριστικό χαρακτήρα τών αποτελεσμάτων τής παρεκκλίσεως πού παρέσχε η Επιτροπή .
31 Πρός τό σκοπό αυτό επικαλείται αφενός μέν τό προηγούμενο τής αποφάσεως τής 8ης Απριλίου 1976 ( Defrenne , 43/75 , Racc . σ . 455 ), στήν οποία τό Δικαστήριο αναγνώρισε , βάσει τής γενικής αρχής τής ασφάλειας δικαίου , οτι ειχε τήν εξουσία νά περιορίσει , κατ’ εξαίρεση , τή δυνατότητα τών ενδιαφερομένων νά επικαλούνται τίς αποφάσεις του . Στίς σκέψεις αυτές προστίθεται στή συγκεκριμένη περίπτωση η ανάγκη προστασίας τής θεμιτής εμπιστοσύνης πού η ιταλική κυβέρνηση μπορούσε νά τρέφει γιά τό κύρος ενός φορολογικού μέτρου , τό οποίο ειχε επιτραπεί ρητά από τό κοινοτικό εκτελεστικό όργανο .
32 Εξάλλου , η ιταλική κυβέρνηση επισύρει τήν προσοχή στό γεγονός οτι οι επίδικοι φόροι ειχαν επιρριφθεί από τούς εισαγωγείς στό εμπόριο , μέ τρόπο ωστε η ενδεχόμενη επιστροφή τους θά ειχε ως συνέπεια μία μεγάλη επιβάρυνση τών ιταλικών δημόσιων οικονομικών χωρίς κανένα αντίστοιχο πλεονέκτημα γιά τούς καταναλωτές , οι οποίοι τελικά ηταν οι μόνοι πού θίχτηκαν από τό εν λόγω φορολογικό μέτρο .
33 Καθόσον αφορά τό πρώτο επιχείρημα , πρέπει νά σημειωθεί οτι η σχετική διάταξη τής συνθήκης , δηλαδή τό άρθρο 95 , καί τό ζήτημα τής απευθείας εφαρμογής του έχουν αποτελέσει αντικείμενο από μακρού υφιστάμενης πλούσιας καί ποικίλης νομολογίας , η οποία δέν αφήνει αμφιβολίες ως πρός τήν έκταση τής διατάξεως αυτής . Αρκεί νά υπομνησθεί ως πρός τό θέμα αυτό οτι ήδη μέ τήν απόφασή του τής 14ης Δεκεμβρίου 1962 ( Επιτροπή κατά Μεγάλου Δουκάτου τού Λουξεμβούργου καί Βασιλείου τού Βελγίου , 2 καί 3/62 Racc . σ . 815 ), πού εκδόθηκε κατά τήν εποχή κατά τήν οποία επιβάλλονταν οι επίδικοι φόροι , τό Δικαστήριο ειχε υπογραμμίσει τίς αυστηρές απαιτήσεις πού ειναι συμφυείς μέ τήν εν λόγω διάταξη τής συνθήκης .
34 Ως πρός τά φορολογικά μέτρα πού αποτελούν τό αντικείμενο τής διαφοράς , πρέπει νά σημειωθεί οτι έστω καί άν η διατύπωση απόψεων από τήν Επιτροπή ως πρός τό θέμα αυτό από τίς 4 Νοεμβρίου 1965 δημιούργησε στίς ιταλικές αρχές μία εντύπωση νομιμότητας , οι αβεβαιότητες πού προέκυψαν τόσο σέ κοινοτικό , οσο καί σέ εθνικό επίπεδο μετά τήν ημερομηνία αυτή ως πρός τό συμβιβάσιμο τών μέτρων αυτών μέ τό κοινοτικό δίκαιο στερούν από τήν ιταλική κυβέρνηση τή δυνατότητα νά επικαλείται στήν προκειμένη περίπτωση τίς απαιτήσεις τής ασφάλειας δικαίου ή τήν υπαρξη μιάς καταστάσεως θεμιτής εμπιστοσύνης κατά τρόπο πού δικαιολογεί τό διαχρονικό περιορισμό τών αποτελεσμάτων τής παρούσας αποφάσεως .
35 Ως πρός τό επιχείρημα , πού στηρίζεται στό γεγονός οτι οι φόροι , τών οποίων η επιστροφή αποτελεί αντικείμενο τής διαφοράς στήν κύρια δίκη , έχουν επιρριφθεί στούς καταναλωτές , πρέπει νά διευκρινισθεί οτι η προστασία τών δικαιωμάτων πού εγγυάται η κοινοτική έννομη τάξη στό θέμα αυτό δέν απαιτεί τήν επιστροφή τών αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων υπό συνθήκες πού θά ειχαν ως συνέπεια εναν αδικαιολόγητο πλουτισμό τών δικαιούχων . Τίποτα δέν εμποδίζει λοιπόν , από πλευράς κοινοτικού δικαίου , τά εθνικά δικαστήρια νά λάβουν υπόψη σύμφωνα μέ τό εθνικό τους δίκαιο τό γεγονός οτι οι αδικαιολογήτως καταβληθέντες φόροι ενσωματώθηκαν στίς τιμές τής υπόχρεης πρός καταβολή τού φόρου επιχειρήσεως καί επιρρίφθηκαν στούς αγοραστές ( απόφαση τής 27 . 3 . 1980 , Amministrazione delle Finanze κατά Denkavit italiana 61/79 , Racc ., σ . 1205 ).
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
36 Τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τής Ιταλικής Δημοκρατίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται ν’ αποφασίσει γιά τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε τό Corte d’appello τού Μιλάνου , μέ διάταξη τής 19ης Φεβρουαρίου 1980 , αποφαίνεται :
1 ) Οι γνώμες πού διατυπώνει η Επιτροπή δυνάμει τού άρθρου 169 έχουν έννομο αποτέλεσμα μόνο σέ σχέση μέ τήν προσφυγή ενώπιον τού Δικαστηρίου λόγω κρατικής παραβάσεως . Η Επιτροπή δέ δύναται , μέ τή διατύπωση απόψεων στά πλαίσια τής διαδικασίας αυτής , νά απαλλάσσει ενα Κράτος μέλος από τίς υποχρεώσεις του ή νά θίγει τά δικαιώματα πού οι ιδιώτες αρύονται από τή συνθήκη .
2)Σύστημα φορολογίας τού οινοπνεύματος πού έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ωστε νά επιφυλάσσονται στήν εθνική μόνο παραγωγή απαλλαγές ή μειώσεις τού φορολογικού συντελεστή , αποτελεί διάκριση πού απαγορεύεται από τό άρθρο 95 τής συνθήκης .
3)Δυνάμει τού εδαφίου 3 τού άρθρου 95 , ο κανόνας τής μή εισαγωγής διακρίσεων πού διατυπώνεται στά δύο πρώτα εδάφια τού ίδιου άρθρου απέκτησε πλήρη ισχύ από τής 1ης Ιανουαρίου 1962 . Δέν επιτρέπεται πλέον σέ ενα Κράτος μέλος νά διατηρεί , μετά τήν ημερομηνία αυτή , προϋφισταμένη φορολογική διάκριση στό σύστημα εισαγωγής αποσταγμάτων πού προέρχονται από άλλα Κράτη μέλη .
Full & Egal Universal Law Academy