Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Προσφυγή — Πράξη πού προξενεί βλάβη — Κριτήρια — Αιτιολογία τής πράξεως
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρα 90 καί 91 )
Περίληψη
Στό πλαίσιο συνεχιζομένης συζητήσεως , ο υπάλληλος δύναται βασίμως νά μή θεωρήσει μιά ανταλλαγή απόψεων ως οριστική λήψη θέσεως εκ μέρους τής διοικήσεως παρά μόνο κατά τήν λήψη τής πρώτης επιστολής της , μέ τήν οποία αιτιολογείται η εν λόγω λήψη θέσεως . Μόνο κατά τό χρονικό αυτό σημείο υποχρεούται νά υποβάλει ένσταση εντός τών προβλεπομένων από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμιών .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 145/80
MARIA MASCETTI , υπάλληλος τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπουμένη καί επικουρουμένη από τόν C . Ribolzi , δικηγόρο Μιλάνου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο V . Biel , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενο από τόν P . De Caterini , δικηγόρο Ρώμης , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν νομικό της σύμβουλο M . Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο , στό παρόν στάδιο τής διαδικασίας , τό παραδεκτό τής προσφυγής , πού ήσκησε η προσφεύγουσα δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 13 Ιουνίου 1980 , η Maria Mascetti , έκτακτη υπάλληλος στό Κοινό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών ( ΚΚΠΕ ) τού Ispra , ήσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί , αφ’ ενός , νά ακυρωθεί η απόφαση τής Επιτροπής , πού ηρνήθη νά θεωρήσει ως περίοδο υπηρεσίας , από κάθε άποψη , τήν περίοδο απουσίας τής προσφευγούσης μεταξύ Δεκεμβρίου 1974 καί Νοεμβρίου 1978 καί , αφ’ ετέρου , νά αναγνωρισθεί οτι η Επιτροπή υποχρεούται νά ανασυστήσει τήν σταδιοδρομία της καί , επομένως , νά τήν αποκαταστήσει στά περιουσιακά της δικαιώματα , ήτοι νά τής χορηγήσει τό ευεργέτημα ολων τών κλιμακίων διετίας , τών αποδοχών καί τών εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως πού κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τήν διάρκεια τής απουσίας της , καθώς καί τήν διαφορά επί τού επιδόματος αποχωρήσεως , υπό τήν ιδιότητα τής υπαλλήλου εγκαταστάσεων καί , τέλος , νά μήν προβεί σέ καμμία μείωση τών συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων λόγω τής απουσίας της .
2 Κατόπιν υποβολής από τήν Επιτροπή ενστάσεως απαραδέκτου , τό Δικαστήριο απεφάσισε νά κρίνει επί τού παραδεκτού τών αιτημάτων αυτών χωρίς νά εισέλθει στήν ουσία τής υποθέσεως .
3 Η απουσία τής προσφευγούσης , η οποία τότε ηταν υπάλληλος εγκαταστάσεων στό ΚΚΠΕ τού Ispra ωφείλετο στό γεγονός οτι η ενδιαφερομένη εγκατέλειψε τήν Ιταλία γιά νά αποφύγει ένταλμα συλλήψεως , πού ειχε εκδοθεί εναντίον της μέσα στό πλαίσιο ποινικής διώξεως γιά πολιτικό αδίκημα . Τόν Ιανουάριο 1975 η Επιτροπή , επειδή εθεώρησε αδικαιολόγητη τήν απουσία τής προσφευγούσης , ανέστειλε τήν καταβολή τών αποδοχών της , επικαλουμένη τό άρθρο 60 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού εφαρμόζεται κατ’ αναλογία επί τών υπαλλήλων εγκαταστάσεων . Εν τούτοις , τόν Μάρτιο 1977 , εν συνεχεία μιάς τροποποιήσεως τού εφαρμοζομένου επί τού λοιπού προσωπικού καθεστώτος , η οποία κατήργησε τήν ιδιότητα τού υπαλλήλου εγκαταστάσεων , προετάθη στήν προσφεύγουσα η σύναψη συμβάσεως προσλήψεως υπό τήν ιδιότητα εκτάκτου υπαλλήλου , μέ ένταξη στήν κατηγορία C , βαθμό 1 , κλιμάκιο 7 από τής 30ής Οκτωβρίου 1976 . Η προσφεύγουσα απεδέχθη τήν πρόταση αυτή , αλλά η κατάρτιση τής συμβάσεως συνήντησε δυσχέρειες , πού απετέλεσαν τό αντικείμενο ανταλλαγής αλληλογραφίας κατά τά έτη 1977 καί 1978 . Η προσφεύγουσα εδήλωσε οτι δέν ηταν σέ θέση νά εμφανισθεί στό Ispra γιά τήν υπογραφή τής συμβάσεως· εζήτησε ταυτοχρόνως τήν καταβολή τών ποσών , πού τής ωφείλοντο λόγω καταγγελίας τής συμβάσεως υπαλλήλου εγκαταστάσεων , καθώς καί τήν καταβολή τών καθυστερουμένων αποδοχών καί τών εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως , οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες από τής αναστολής τής καταβολής τών αποδοχών της . Η διοίκηση επεσήμανε στήν προσφεύγουσα οτι η σύμβαση θά ηδύνατο νά καταρτισθεί μόλις θά ηταν σέ θέση νά παρουσιασθεί στήν υπηρεσία της καί οτι θά διετηρείτο η αναστολή καταβολής τών ποσών πού εζήτει .
4 Μετά τήν αθώωσή της από τό Κακουργιοδικείο Ρώμης , μέ απόφαση τής 14ης Ιουλίου 1978 , η προσφεύγουσα ανέλαβε εκ νέου υπηρεσία στίς 6 Νοεμβρίου 1978 . Υπέγραψε , στίς 30 τού ιδίου μηνός , μιά πρώτη σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου , πού προέβλεπε τήν ένταξή της στήν κατηγορία C , βαθμό 1 , κλιμάκιο 6 μέ αναδρομή τής αρχαιότητος , ως πρός τόν βαθμό στήν 1η Δεκεμβρίου 1978 καί ως πρός τό κλιμάκιο στήν 1η Σεπτεμβρίου 1977 . Λόγω διαμαρτυριών της κατά τών ορων αυτών η διοίκηση συνέταξε νέα σύμβαση . Η σύμβαση αυτή , η οποία υπεγράφη από τήν προσφεύγουσα τόν Απρίλιο 1979 , ωρισε ως ημερομηνία αναδρομής τής αρχαιότητος ως πρός τόν βαθμό τήν 30ή Οκτωβρίου 1976 καί προέβλεψε τήν ένταξή της στό κλιμάκιο 7 , αλλά μόνον από τής 1ης Νοεμβρίου 1977 . Στίς 26 Μα ΐου 1979 η προσφεύγουσα διεμαρτυρήθη εγγράφως κατά τού τελευταίου αυτού σημείου . Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τού τμήματος διοικήσεως καί προσωπικού , υπό ημερομηνία 11 Ιουλίου 1979 , η προσφεύγουσα επληροφορήθη οτι οι αρμόδιες αρχές τής εδρας τής Επιτροπής επελήφθησαν τής υποθέσεως γιά γνωμοδότηση . Τέλος , μέ επιστολή τής 10ης Αυγούστου 1979 , η διοίκηση επεβεβαίωσε τήν αρχαιότητα στό κλιμάκιο 7 από τής 1ης Νοεμβρίου 1977 , αναφερομένη στήν γνωμοδότηση τής νομικής υπηρεσίας , κατά τήν οποία η αρχαιότης κλιμακίου πού ειχε αποκτηθεί στίς 30 Νοεμβρίου 1976 δέν ηδύνατο νά αρχίσει νά υπολογίζεται εκ νέου παρά από τής πραγματικής αναλήψεως τών καθηκόντων της . Αντίγραφο τής γνωμοδοτήσεως αυτής εστάλη πρός τήν προσφεύγουσα μέ επιστολή τής 2ας Οκτωβρίου 1979 .
5 Στίς 7 Νοεμβρίου 1979 , η προσφεύγουσα απηυθύνθη εκ νέου πρός τήν διοίκηση , μέ επιστολή πού περιείχε ολες τίς αξιώσεις , οι οποίες αποτελούν τό αντικείμενο τής διαφοράς . Δεδομένου οτι τό υπηρεσιακό αυτό σημείωμα παρέμεινε αναπάντητο , η προσφεύγουσα ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή .
6 Όπως προκύπτει από τά ανωτέρω πρέπει , γιά τήν εξέταση τού παραδεκτού , νά γίνει διάκριση μεταξύ τού σχετικού πρός τήν αρχαιότητα στό κλιμάκιο αιτήματος , τό οποίο απετέλεσε τό αντικείμενο τής επιστολής τής 26ης Μα ΐου 1979 καί τών άλλων αξιώσεων , οι οποίες μέσα στό πλαίσιο τής παρούσης διαφοράς ηγέρθησαν γιά πρώτη φορά μέ τήν επιστολή τής 7ης Νοεμβρίου 1979 .
7 Όσον αφορά τό πρώτο αίτημα , η Επιτροπή υποστηρίζει , πρώτον , οτι η προσφεύγουσα , υπογράφοντας τήν δευτέρα σύμβαση προσλήψεως , χωρίς νά προβάλει αντιρρήσεις καί χωρίς νά διατυπώσει επιφυλάξεις , συνήνεσε σέ ολους τούς ορους τής συμβάσεως καί , επομένως , δέν δύναται νά προβάλει οιαδήποτε περαιτέρω αμφισβήτηση .
8 Η άποψη αυτή δέν δύναται νά γίνει δεκτή στήν προκειμένη περίπτωση , λαμβανομένου υπ’ όψη τού ιστορικού τής διαφοράς καί τής ολως ειδικής καταστάσεως τής προσφευγούσης έναντι τής διοικήσεως . Κατά τήν υπογραφή τής πρώτης συμβάσεως , η προσφεύγουσα , πού ειχε αναλάβει εκ νέου υπηρεσία χωρίς νά καλύ πτεται από οιαδήποτε σύμβαση , ειχε κάθε συμφέρον νά τακτοποιήσει τήν κατάστασή της , ακόμα καί άν οι οροι τής προσφερθείσης συμβάσεως δέν τήν ικανοποιούσαν πλήρως . Ομοίως , δέν δύναται νά τής αντιταχθεί τό γεγονός οτι υπέγραψε τήν δευτέρα σύμβαση , η οποία , ακριβώς επί τού επιδίκου σημείου , αντεπροσώπευε σημαντική βελτίωση εν σχέσει μέ τήν πρώτη .
9 Κατά δεύτερο λόγο , η Επιτροπή ισχυρίζεται οτι η παρουσίαση τής δευτέρας συμβάσεως πρός τήν προσφεύγουσα γιά υπογραφή απετέλει τήν επίδοση οριστικής αποφάσεως τής διοικήσεως , η οποία ειχε λάβει υπ’ όψη τίς διαμαρτυρίες της κατά τής πρώτης συμβάσεως . Πρέπει , συνεπώς , νά υπολογισθεί από τής ημερομηνίας αυτής η έναρξη τής προθεσμίας γιά τήν υποβολή διοικητικής ενστάσεως . Κατά συνέπεια , ακόμα καί άν η επιστολή τής 26ης Μα ΐου 1979 χαρακτηρισθεί ως διοικητική ένσταση , η προσφυγή , πού ησκήθη ενώπιον τού Δικαστηρίου στίς 13 Ιουνίου 1980 , ειναι εκπρόθεσμη . Η επιστολή τής 10ης Αυγούστου 1979 αποτελεί είτε απάντηση επί τής διοικητικής αυτής ενστάσεως είτε απλώς βεβαιωτική πράξη πού δέν συνεπάγεται τήν έναρξη νέας προθεσμίας .
10 Ούτε η επιχειρηματολογία αυτή δύναται νά γίνει δεκτή στήν προκειμένη περίπτωση . Οι οροι τών δύο συμβάσεων , οι σχετικοί μέ τήν αρχαιότητα τής προσφευγούσης , περιλαμβάνονται στό πλαίσιο συνεχούς συζητήσεως , η οποία ήρχισε ήδη μέ τήν πρώτη πρόταση γιά σύναψη συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου τόν Μάρτιο 1977 καί εσυνεχίσθη μέ τήν επιστολή τής προσφευγούσης τής 26ης Μα ΐου 1979 , καθώς καί μέ τό υπηρεσιακό σημείωμα τής διοικήσεως τής 11ης Ιουλίου 1979 , πού επληροφόρει τήν προσφεύγουσα οτι οι αρμόδιες αρχές ειχαν επιληφθεί τής υποθέσεως γιά γνωμοδότηση . Ούτε τό υπηρεσιακό αυτό σημείωμα ούτε η επομένη επιστολή τής 10ης Αυγούστου 1979 ανέφεραν , κατά οιονδήποτε τρόπο , οτι η διοίκηση ειχε χαρακτηρίσει τήν επιστολή τής προσφευγούσης τής 26ης Μα ΐου 1979 ως διοικητική ένσταση . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , βασίμως η προσφεύγουσα εθεώρησε τήν επιστολή τής 10ης Αυγούστου 1979 , η οποία ηταν η πρώτη πού περιείχε μιά οιαδήποτε αιτιολογία , ως τήν λήψη οριστικής θέσεως εκ μέρους τής διοικήσεως , κατά τής οποίας έπρεπε νά υποβληθεί διοικητική ένσταση . Επί τού σημείου αυτού η επιστολή τής 7ης Νοεμβρίου 1979 έχει τόν χαρακτήρα διοικητικής ενστάσεως . Δεδομένου οτι η ένσταση αυτή καί η προσφυγή τής 13ης Ιουνίου 1980 ησκήθησαν εμπροθέσμως , η προσφυγή ειναι παραδεκτή οσον αφορά τό αίτημα γιά τήν αρχαιότητα στό κλιμάκιο .
11 Όσον αφορά τά λοιπά αιτήματα τής προσφυγής , τά οποία αφορούν τήν καταβολή τών αποδοχών , τά συνταξιοδοτικά δικαιώματα , τίς εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως καί τήν αποζημίωση λόγω καταγγελίας τής συμβάσεως εργασίας ως υπαλλήλου εγκαταστάσεων , η Επιτροπή τονίζει οτι ολα αυτά τά αιτήματα απετέλεσαν αντικείμενο αποφάσεων τής διοικήσεως κατά τήν απουσία τής προσφευγούσης , χωρίς η προσφεύγουσα νά υποβάλει κατά τών αποφάσεων αυτών διοικητική ένσταση ή νά ασκήσει προσφυγή εντός τών τασσομένων προθεσμιών . Η προσφεύγουσα απαντά οτι δέν ηδυνήθη νά δώσει συνέχεια στά αιτήματά της κατά τήν διάρκεια τής απουσίας της από τήν Ιταλία καί οτι η μεταγενεστέρα αθώωσή της πρέπει νά θεωρηθεί ως νέο γεγονός , πού μετέβαλε ριζικώς τήν κατάστασή της .
12 Ως πρός τό ζήτημα αυτό , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , ακόμα καί άν η αθώωση απετέλει νέο γεγονός , συνεπαγόμενο τήν έναρξη νέων προθεσμιών , καθώς καί άν η προσφεύγουσα ειχε έτσι τό δικαίωμα νά ζητήσει από τήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή νά επανεξετάσει τήν κατάστασή της υπό τό φώς τού νέου αυτού γεγονότος , ώφειλε , πάντως , νά υποβάλει ενα τέτοιο αίτημα μόλις αυτό ηταν δυνατό καί εν πάση περιπτώσει εντός τριών μηνών από τής εκ νέου αναλήψεως τής υπηρεσίας της . Δεδομένου οτι η προσφεύγουσα αφήκε νά παρέλθει ενα έτος , πρίν διατυπώσει τίς αξιώσεις , πού περιέχονται στήν επιστολή της τής 7ης Νοεμβρίου 1979 , οι αξιώσεις αυτές , διετυπώθησαν εκπροθέσμως , ωστε η προσφυγή , νά ειναι , ως πρός αυτές , απορριπτέα ως απαράδεκτη .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
αναβάλλει τήν οριστική του απόφαση , καί
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Όσον αφορά τό σχετικό μέ τόν υπολογισμό τής αρχαιότητος τής προσφευγούσης αίτημα , απορρίπτει τήν ένσταση απαραδέκτου καί διατάσσει τήν συνέχιση τής διαδικασίας επί τής ουσίας .
2)Κατά τά λοιπά απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
3)Επιφυλάσσεται ως πρός τά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy