Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Φορολογικές διατάξεις — Εσωτερικοί φόροι — Παροχή φορολογικών πλεονεκτημάτων σέ εθνικά προϊόντα — Επέκταση σέ προϊόντα πού εισάγονται από άλλα Κράτη μέλη — Κριτήρια — Πλεονεκτήματα πού περιορίζονται σέ μικροπαραγωγούς αποσταγμάτων — Φορολογικός συντελεστής , μειούμενος σέ συνάρτηση μέ τίς παραγόμενες ποσότητες — Εφαρμογή στά προϊόντα πού εισάγονται μέ προέλευση επιχειρήσεις πού έχουν τήν αυτή παραγωγική ικανότητα
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 95 )
Περίληψη
Τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνεύεται υπό τήν έννοια οτι τά φορολογικά πλεονεκτήματα πού χορηγούνται , δυνάμει τής νομοθεσίας Κράτους μέλους , σέ ορισμένα οινοπνευματώδη προϊόντα πρέπει νά επεκτείνονται στά προϊόντα καταγωγής άλλων Κρατών μελών τά οποία πληρούν ταυτοχρόνως τό κριτήριο τής ομοιότητας πού αποτελεί τή βάση τού άρθρου 95 καί τίς προϋποθέσεις από τίς οποίες η εθνική νομοθεσία εξαρτά τήν παροχή τού εν λόγω φορολογικού πλεονεκτήματος .
Όταν τό φορολογικό πλεονέκτημα πού εξασφαλίζεται γιά τά εθνικά προϊόντα βρίσκεται σέ συνάρτηση μέ τίς παραγό μενες σέ κάθε επιχείρηση παραγωγής ποσότητες ( οινοπνευματωδών ), τό ίδιο πλεονέκτημα πρέπει νά παρέχεται στά προϊόντα προελεύσεως παραγωγικών μονάδων , οι οποίες βρίσκονται σέ άλλα Κράτη μέλη , καί ανταποκρίνονται στά ίδια ποσοτικά κριτήρια . Άν πληρούται η προϋπόθεση αυτή , τό Κράτος μέλος δέν μπορεί νά αρνηθεί τό εν λόγω φορολογικό πλεονέκτημα , βάσει συμπληρωματικών προϋποθέσεων , πού προκύπτουν από τή νομοθεσία του , τίς οποίες , η παραγωγική μονάδα πού βρίσκεται σέ άλλο Κράτος μέλος δέν ειναι σέ θέση νά πληρώσει , λόγω τής γεωγραφικής της θέσεως ή τής νομοθεσίας περί παραγωγής οινοπνεύματος , πού ισχύει στό κράτος αυτό .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 153/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Finanzgericht ( φορολογικό δικαστήριο ) τού Αμβούργου , πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής δίκης πού εκκρεμεί ενώπιον τού ανωτέρω δικαστηρίου , μεταξύ
RUMHAUS HANSEN GMBH & CO ., μέ εδρα τό Flensburg ,
καί
HAUPTZOLLAMT ( κεντρικό τελωνείο ) FLENSBURG ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως , ως πρός τήν ερμηνεία τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , σχετικά μέ τήν εφαρμογή τού γερμανικού νόμου τής 8ης Απριλίου 1922 περί μονοπωλίου οινοπνεύματος ( Branntweinmonopol )
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 12ης Ιουνίου 1980 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 27 Ιουνίου , τό Finanzgericht τού Αμβούργου έθεσε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα περί τής ερμηνείας τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , γιά νά μπορέσει νά προσδιορίσει τίς προϋποθέσεις υπό τίς οποίες οι διατάξεις τού γερμανικού νόμου περί μονοπωλίου οινοπνεύματος , πού προβλέπουν τήν εφαρμογή μειωμένων φορολογικών συντελεστών σέ ορισμένες κατηγορίες προϊόντων , πρέπει νά επεκταθούν καί σέ ορισμένα οινοπνευματώδη καταγωγής άλλων Κρατών μελών .
2 Από τήν παραπεμπτική διάταξη προκύπτει οτι η προσφεύγουσα στήν κύρια δίκη εισήγαγε καί διέθεσε στήν κατανάλωση , τό 1973 , διάφορες ποσότητες ελαφρού ρουμιού , καταγωγής Γουαδελούπης , καί οτι κατέβαλε τόν εξισωτικό φόρο μονοπωλίου ( Monopolausgleich ) μέ τόν κανονικό φορολογικό συντελεστή πού ίσχυε τήν εποχή εκείνη δηλαδή 1 500 DM ( γερμανικά μάρκα ) ανά εκατόλιτρο αποστάγματος οίνου . Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά τής αποφάσεως τής τελωνειακής αρχής καί πρόβαλε οτι τό εισαγόμενο οινόπνευμα αποτέλεσε αντικείμενο διακρίσεως , αντίθετου πρός τό άρθρο 95 τής συνθήκης , επειδή ορισμένες κατηγορίες εγχώριου οινοπνεύματος υπόκεινται σέ ευνοϊκότερο φορολογικό συντελεστή .
3 Όπως προκύπτει από τή δικογραφία καί τίς διευκρινίσεις τής προσφεύγουσας κατά τή διάρκεια τής διαδικασίας , δέν αμφισβητείται οτι ο φορολογικός συντελεστής πού εφαρμόσθηκε στήν προκειμένη περίπτωση από τήν τελωνειακή αρχή αντιστοιχεί πράγματι στό γενικό φορολογικό συντελεστή πού εφαρμόζεται στό εγχώριο οινόπνευμα . Η επιχειρηματολογία τής προσφεύγουσας στήν κύρια δίκη στηρίζεται στό γεγονός οτι η εθνική νομοθεσία προβλέπει εξαιρέσεις στόν εν λόγω γενικό φορολογικό συντελεστή υπέρ διαφόρων κατηγοριών οινοπνεύματος πού παρασκευάζονται από μικροπαραγωγούς καί οι οποίες υπόκεινται σέ μειωμένο φορολογικό συντελεστή . Η προσφεύγουσα διεκδικεί , γιά τά προϊόντα πού εισήγαγε , τόν ευνοϊκότερο φορολογικό συντελεστή , στόν οποίο υπόκεινται τά εγχώρια αποστάγματα φρούτων καί αναφέρεται ειδικότερα στό φορολογικό καθεστώς πού προβλεπόταν τήν εποχή εκείνη από τό νόμο γιά οινοπνεύματα πού προέρχονται από αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών ( Obstgemeinschaftsbrennereien ). Θεωρεί οτι χάρη στή συγκέντρωση τών ατομικών δικαιωμάτων αποστάξεως στά αποστακτήρια αυτά , πρόκειται πράγματι γιά βιομηχανικές επιχειρήσεις , πού δύνανται νά συγκριθούν μέ τούς παραγωγούς ρουμιού .
4 Στήν παραπεμπτική του διάταξη τό Finanzgericht επισημαίνει μία αβεβαιότητα πού οφείλεται σέ πρόσφατη νομολογία τού Bundesfinanzhof , τό οποίο έκρινε μέ προδικαστική απόφαση τής 6ης Νοεμβρίου 1979 , πού εκδόθηκε επί άλλης υποθέσεως στήν οποία διάδικος ηταν η ίδια προσφεύγουσα , οτι η απαγόρευση τής φορολογικής διακρίσεως , σύμφωνα μέ τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ , εφαρμόζεται μόνο στά αλλοδαπά προϊόντα , τά οποία πληρούν τίς ίδιες συνθήκες παραγωγής μέ τά ευνοούμενα εγχώρια προϊόντα . Πρέπει νά σημειωθεί οτι η εν λόγω προδικαστική απόφαση επικυρώθηκε στίς 16 Ιουλίου 1980 μέ απόφαση τού Bundesfinanzhof , οπως προκύπτει από έγγραφο πού κατέθεσε η προσφεύγουσα κατά τή διαδικασία .
5 Τό Finanzgericht εκφράζει περαιτέρω αμφιβολίες επί τού άν η εφαρμογή κριτηρίου πού στηρίζεται στό ομοειδές τών συνθηκών παραγωγής , συμβιβάζεται μέ τό σύστημα τού άρθρου 95 , τό οποίο αναφέρεται στό ομοειδές τών εμπορευμάτων καί όχι στίς συνθήκες υπό τίς οποίες παράχθηκαν . Οι συνθήκες αυτές περιλαμβάνουν , πράγματι , μεγάλη ποικιλία φυσικών , οικονομικών καί κοινωνικών παραγόντων , πού άν ληφθούν υπόψη θά μπορούσαν νά καταστήσουν ανενεργό σέ μεγάλο βαθμό τόν κανόνα τού άρθρου 95 περί μή εισαγωγής διακρίσεων . Τό μόνο κριτήριο διαφοροποιήσεως πού έχει γίνει δεκτό μέχρι σήμερα από τή νομολογία τού Δικαστηρίου ειναι τό κριτήριο τών παραχθεισών ποσοτήτων ( απόφαση τής 22ας Ιουνίου 1976 , Bobie , 127/77 , Slg . 1976 , σ . 1079 ) μέ τέτοιο τρόπο ωστε η εφαρμογή φορολογικών ελαφρύνσεων νά μή δύναται νά εξαρτηθεί παρά μόνον από τήν ποσότητα πού παράγει κάθε επιχείρηση καί όχι από άλλες προϋποθέσεις .
6 Ενόψει αυτής τής αβεβαιότητας τό Finanzgericht διατύπωσετόακόλουθοερώτημα :
«Τά εδάφια 1 καί 2 τού άρθρου 95 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθούν υπό τήν έννοια οτι εφαρμόζονται μόνον οταν οι συνθήκες παραγωγής εθνικών προϊόντων ομοειδών ( εδάφιο 1 ) ή κατ’ άλλο τρόπο ανταγωνιστικών ( εδάφιο 2 ) ειναι παρόμοιες μέ εκείνες τών εισαγόμενων προϊόντων ή μόνο ο ομοειδής χαρακτήρας τού προϊόντος ή η κατάσταση τού ανταγωνισμού ειναι καθοριστική , ή η επέκταση καί στά εισαγόμενα προϊόντα τών φορολογικών πλεονεκτημάτων πού ισχύουν γιά τά εθνικά προϊόντα δύναται νά συναρτάται από τίς ποσότητες πού παράγονται από κάθε παραγωγική εγκατάσταση , νοουμένη ως νομική ή οικονομική μονάδα;»
7 Τά προβλήματα πού έθεσε κατ’ αυτό τόν τρόπο τό εθνικό δικαστήριο έχουν λυθεί , κατά μεγάλο μέρος , σέ υπόθεση , η οποία ηταν εκκρεμής ενώπιον τού Δικαστηρίου οταν τό Finanzgericht υπέβαλε τήν αίτησή του περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως , στήν οποία εξάλλου αναφέρθηκε καί επί τής οποίας εκδόθηκε η απόφαση τής 30ής Οκτωβρίου 1980 ( Schneider-Import κατά Hauptzollamt Mainz , 26/80 ).
8 Κατά τήν πάγια νομολογία τού Δικαστηρίου πού μνημονεύεται στήν ανωτέρω απόφαση στήν παρούσα κατάσταση τού κοινοτικού δικαίου δέν απαγορεύεται στά Κράτη μέλη νά χορηγούν φορολογικά πλεονεκτήματα , υπό μορφή απαλλαγών ή μειώσεων τών φόρων επί ορισμένων ειδών οινοπνευμάτων ή κατηγοριών παραγωγών . Κατά τό άρθρο , ομως , 95 τέτοια πλεονεκτήματα πρέπει νά επεκτείνονται χωρίς διάκριση καί στά εισαγόμενα προϊόντα πού ανταποκρίνονται στίς ίδιες συνθήκες παραγωγής , οπως καί τά ευνοούμενα εθνικά προϊόντα .
9 Δέν πρέπει πάντως νά λησμονείται οτι η εφαρμογή τών κριτηρίων τού άρθρου 95 εγείρει εν προκειμένω ιδιαίτερες δυσκολίες λόγω , αφενός τού γεγονότος οτι η χορήγηση ορισμένων φορολογικών απαλλαγών ειναι δυνατό νά συνδέεται μέ τίς εκάστοτε τεχνικές διατυπώσεις πού προσδιορίζονται από τίς διάφορες εθνικές νομοθεσίες οσον αφορά τήν παρασκευή καί φορολογία τού οινοπνεύματος καί αφετέρου λόγω τών φυσικών δεδομένων τής παραγωγής , πού θέτουν ιδιαίτερα προβλήματα , οταν πρόκειται , οπως στή συγκεκριμένη περίπτωση , γιά προϊόν πού προέρχεται εκτός τής ευρωπαϊκής κλιματολογικής ζώνης .
10 Επί τού σημείου αυτού εκτίθεται στήν απόφαση τής 30ής Οκτωβρίου 1980 οτι σχετικά μέ τό άρθρο 95 , αποφασιστική σημασία έχει τά εισαγόμενα προϊόντα νά δύνανται πράγματι νά απολαύουν τών ίδιων πλεονεκτημάτων μέ τά δεκτικά συγκρίσεως εθνικά προϊόντα , ακόμα καί άν δέν πληρούνται οι τεχνικές ή νομικές προϋποθέσεις στίς οποίες υπόκεινται εκείνα τά εθνικά προϊόντα πού απολαύουν συγκεκριμένου φορολογικού πλεονεκτήματος . Όπως δίκαια παρατήρησε τό εθνικό δικαστήριο , θά ηταν αντίθετο πρός τήν επιταγή τής πραγματικής ίσης μεταχειρίσεως τών προϊόντων , εθνικών καί εισαγόμενων , νά τίθενται , γιά τά εισαγόμενα προϊόντα πού ανταποκρίνονται στό προβλεπόμενο από τήν εθνική νομοθεσία ποσοτικό κριτήριο , περαιτέρω προϋποθέσεις σχετικά μέ τίς συνθήκες παραγωγής , τίς οποίες δέν ειναι δυνατό , λόγω τών φυσικών ή νομοθετικών προϋποθέσεων , νά πληροί τό προϊόν πού προέρχεται από άλλο Κράτος μέλος .
11 Η εκτίμηση τών πραγματικών ζητημάτων πού ειναι δυνατό νά εγείρει η εφαρμογή επί τών εισαγόμενων προϊόντων τών κριτηρίων , τά οποία διέπουν τή χορήγηση φορολογικών πλεονεκτημάτων σέ ορισμένα προϊόντα ή ορισμένες εθνικές παραγωγές , καθώς καί η επιλογή τών κατάλληλων κριτηρίων συγκρίσεως απόκειται στόν εθνικό δικαστή .
12 Πρέπει πάντως νά παρατηρηθεί στό σημείο αυτό , σχετικά μέ τίς απόψεις πού ανέπτυξε η προσφεύγουσα , οτι ναί μέν τό άρθρο 95 απαιτεί νά απολαύει τό εισαγόμενο προϊόν πράγματι τής ίδιας φορολογικής μεταχειρίσεως , οπως ενα ομοειδές εθνικό προϊόν , πλήν ομως τό κοινοτικό δίκαιο δέν υποχρεώνει τά Κράτη μέλη νά αντιμετωπίζουν τά εισαγόμενα προϊόντα κατά τρόπο ευνοϊκότερο από τήν ίδια τήν εθνική τους παραγωγή . Ιδίως , η συνθήκη δέν υποχρεώνει τά Κράτη μέλη νά χορηγούν φορολογικά πλεονεκτήματα σέ εισαγόμενα αποστάγματα , πού προέρχονται από παραγωγικές μονάδες , οι οποίες δέν πληρούν τά ειδικά ποσοτικά κριτήρια γιά τήν παροχή φορολογικής απαλλαγής ή μειωμένου φορολογικού συντελεστή στά ομοειδή εθνικά προϊόντα .
13 Στό εθνικό δικαστήριο απόκειται νά εξετάσει , υπό τό φώς τών ανωτέρω σκέψεων , τήν επιχειρηματολογία πού ανέπτυξε η προσφεύγουσα σχετικά μέ τά αποστακτήρια φρουτοπαραγωγικών συνεταιρισμών καί ειδικότερα τά ποσοτικά ορια από τά οποία εξαρτιόνταν οι ευνοϊκοί φορολογικοί συντελεστές , πού ίσχυαν κατά τήν κρίσιμη εποχή γιά τό οινόπνευμα πού παραγόταν σέ τέτοιες επιχειρήσεις , σέ σύγκριση μέ τήν παραγωγική ικανότητα τών επιχειρήσεων από τίς οποίες προέρχεται τό ρούμι πού εισήγαγε η προσφεύγουσα .
14 Επομένως στό ερώτημα πού τέθηκε αρμόζει η απάντηση οτι τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνεύεται υπό τήν έννοια οτι τά φορολογικά πλεονεκτήματα πού χορηγούνται , δυνάμει τής νομοθεσίας ενός Κράτους μέλους , σέ ορισμένα οινοπνευματώδη προϊόντα επεκτείνονται καί στά προϊόντα άλλων Κρατών μελών , τά οποία πληρούν τόσο τό κριτήριο τού ομοειδούς πού αποτελεί τή βάση τού άρθρου 95 , οσο καί τίς προϋποθέσεις από τίς οποίες η εθνική νομοθεσία εξαρτά τήν παροχή τού εν λόγω φορολογικού πλεονεκτήματος .
15 Όταν τό φορολογικό πλεονέκτημα πού παρέχεται στά εθνικά προϊόντα εξαρτάται από τίς παραγόμενες σέ κάθε παραγωγική επιχείρηση ποσότητες , τό ίδιο πλεονέκτημα πρέπει νά παρέχεται καί στά προϊόντα πού προέρχονται από παραγωγικές μονάδες , οι οποίες βρίσκονται σέ άλλα Κράτη μέλη καί ανταποκρίνονται στά ίδια ποσοτικά κριτήρια . Εφόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή , ενα Κράτος μέλος δέ δύναται νά αρνηθεί τό εν λόγω φορολογικό πλεονέκτημα , επικαλούμενο πρόσθετες προϋποθέσεις πού πηγάζουν από τή νομοθεσία του καί τίς οποίες δέν ειναι σέ θέση νά εκπληρώσει η παραγωγική μονάδα πού βρίσκεται σέ ενα άλλο Κράτος μέλος , λόγω τής γεωγραφικής της θέσεως ή τής νομοθεσίας περί παραγωγής οινοπνεύματος πού ισχύει στό κράτος αυτό .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
16 Τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κύριας δίκης τό χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε , μέ διάταξη τής 12ης Ιουνίου 1980 , τό Finanzgericht τού Αμβούργου , αποφαίνεται οτι :
1 ) Τό άρθρο 95 τής συνθήκης ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνεύεται υπό τήν έννοια οτι τά φορολογικά πλεονεκτήματα πού χορηγούνται , δυνάμει τής νομοθεσίας ενός Κράτους μέλους , σέ ορισμένα οινοπνευματώδη προϊόντα επεκτείνονται καί στά προϊόντα άλλων Κρατών μελών τά οποία πληρούν τόσο τό κριτήριο τού ομοειδούς πού αποτελεί τή βάση τού άρθρου 95 οσο καί τίς προϋποθέσεις από τίς οποίες η εθνική νομοθεσία εξαρτά τήν παροχή τού εν λόγω φορολογικού πλεονεκτήματος .
2)Όταν τό φορολογικό πλεονέκτημα πού παρέχεται στά εθνικά προϊόντα εξαρτάται από τίς παραγόμενες σέ κάθε παραγωγική επιχείρηση ποσότητες , τό ίδιο πλεονέκτημα πρέπει νά παρέχεται καί στά προϊόντα πού προέρχονται από παραγωγικές μονάδες , οι οποίες βρίσκονται σέ άλλα Κράτη μέλη , καί ανταποκρίνονται στά ίδια ποσοτικά κριτήρια . Εφόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή , ενα Κράτος μέλος δέ δύναται νά αρνηθεί τό εν λόγω φορολογικό πλεονέκτημα , επικαλούμενο πρόσθετες προϋποθέσεις πού πηγάζουν από τή νομοθεσία του , καί τίς οποίες , δέν ειναι σέ θέση νά εκπληρώσει η παραγωγική μονάδα πού βρίσκεται σέ άλλο Κράτος μέλος λόγω τής γεωγραφικής της θέσεως ή τής νομοθεσίας περί παραγωγής οινοπνεύματος πού ισχύει στό κράτος αυτό .
Full & Egal Universal Law Academy