Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλος — Προσφυγή — Ρητή απόφαση επιβεβαιωτική σιωπηρής αποφάσεως περί απορρίψεως ενστάσεως — Προσφυγή ασκηθείσα εντός τής προθεσμίας πού άρχισε από τής εκδόσεως τής σιωπηρής αποφάσεως — Ένσταση απαράδεκτου ερειδομένη επί τού επιβεβαιωτικού χαρακτήρα τής προσβαλλόμενης πράξεως — Ανεπίτρεπτο
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως άρθρο 90 παράγραφοι 2 καί 91 παράγρα- φος 3 )
2 . Υπάλληλος — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά ατυχήματος καί επαγγελματικής νόσου — Αναπηρία — Βαθμός αναπηρίας — Καθορισμός δι’ αποφάσεως υγιειονομικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Έκταση καί ορια
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως άρθρο 73 )
3 . Υπάλληλος — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά ατυχήματος καί επαγγελματικής νόσου — Αναπηρία — Αποζημίωση — Κατ’ αποκοπή χαρακτήρας — Τόκοι — Προϋποθέσεις απαιτητού — Αδικαιολόγητα καθυστερημένη καταβολή αποζημιώσεως εκ μέρους τής διοικήσεως
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρο 73 )
Περίληψη
1 . Όταν μία ρητή απορριπτική απόφαση έχει τό αυτό περιεχόμενο μέ τήν προγενέστερη σιωπηρή απορριπτική απόφαση , δέν έχει καμία σημασία τό άν η προσφυγή στρέφεται τυπικώς κατά τής μιάς ή τής άλλης αποφάσεως , δεδομένου οτι τόσο η επιβεβαιωτική πράξη , οσο καί η κατάθεση τής προσφυγής έγιναν εντός τής προθεσμίας πρός άσκηση προσφυγής πού άρχισε τρέχουσα από τή σιωπηρή απορριπτική απόφαση . Μία ένσταση απαράδεκτου πού στηρίζεται αποκλει στικώς στό γεγονός οτι η προσφυγή στρέφεται μάλλον κατά τής ρητής αποφάσεως η οποία λήφθηκε κατόπιν τής σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως , πρέπει νά απορριφθεί διότι ειναι αντίθετη πρός τήν καλή πίστη , η οποία πρέπει νά διέπει τίς σχέσεις μεταξύ τής Επιτροπής καί τών υπαλλήλων της , περιλαμβανομένης καί τής μεταξύ τών διαδίκων αντιδικίας . Τό εν λόγω όργανο δέ δύναται νά επικαλεσθεί εις όφελός του τό γεγονός οτι παρέλειψε νά απαντήσει σέ μιά ένσταση εντός τής προθεσμίας πού ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως .
2 . Τά ένδικα μέσα πού προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δέ δύνανται κατ’ αρχήν νά ασκηθούν , κατά τής αποφάσεως μιάς υγιειονομικής επιτροπής περί καθορισμού τού ποσοστού μόνιμης μερικής αναπηρίας κατ’ εφαρμογή τών κανόνων περί καλύψεως τών κινδύνων ατυχήματος καί επαγγελματικής νόσου , παρά μόνο γιά νά επιτευχθεί περιορισμένος έλεγχος τού Δικαστηρίου επί τών ζητημάτων πού αναφέρονται στή συγκρότηση καί τήν κανονική λειτουργία τής εν λόγω επιτροπής . Η έρευνα τού Δικαστηρίου δέ δύναται νά επεκταθεί στίς καθαυτό ιατρικές κρίσεις , οι οποίες πρέπει νά θεωρούνται οριστικές οταν έχουν γίνει υπό τίς προσήκουσες προϋποθέσεις .
3 . Δυνάμει τής ασφαλίσεως πού προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσε- ως , η αποζημίωση πού οφείλεται σέ περίπτωση ατυχήματος έχει τό χαρακτήρα μιάς κατ’ αποκοπή παροχής , πού υπολογίζεται ανάλογα μέ τίς μόνιμες συνέπειες ενός ατυχήματος . Επομένως δέ δύνανται νά απαιτηθούν τόκοι παρά μόνο στήν περίπτωση πού ο δικαιούχος ειναι σέ θέση νά αποδείξει οτι η καταβολή τής αποζημιώσεως αυτής από τή διοίκηση καθυστέρησε αδικαιολόγητα .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 156/80
GIORGIO MORBELLI , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Λουξεμβούργου , εκπροσωπούμενος από τό δικηγόρο Edmond Wirion , τού δικηγορικού συλλόγου Λουξεμβούργου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο Wirion , 1 , place du Theatre ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τό νομικό της σύμβουλο , Joseph Griesmar , επικουρούμενο από τό δικηγόρο Daniel Jacob , τού δικηγορικού συλλόγου Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό νομικό της σύμβουλο , Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τόν καθορισμό , κατ’ εφαρμογήν τών κανόνων περί καλύψεως τών κινδύνων ατυχήματος πού διατρέχουν οι υπάλληλοι τών Κοινοτήτων , τού βαθμού τής διαρκούς μερικής αναπηρίας τού προσφεύγοντος συνεπεία ατυχήματος καί τής αποζημιώσεως τήν οποία δικαιούνται εξ αυτής τής αιτίας ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στή γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 2 Ιουλίου 1981 ο Morbelli , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , διορισμένος στήν Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων τών Κοινοτήτων στό Λουξεμβούργο , άσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητά νά αναθεωρηθεί ο βαθμός μόνιμης μερικής αναπηρίας πού καθορίσθηκε κατ’ εφαρμογή τών «κανόνων περί καλύψεως τών κινδύνων ατυχήματος τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων» , θεσπισθέντων δυνάμει τού άρθρου 73 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( στό εξής : κανόνες ).
2 Στίς 21 Φεβρουαρίου 1976 ο προσφεύγων υπέστη ατύχημα στό ταχυδρομικό γραφείο Luxembourg-Gare , πού προκλήθηκε από ελαττωματική αυτόματη θύρα καί τό οποίο τού προκάλεσε τραύματα στήν κεφαλή . Στίς 27 Φεβρουαρίου 1976 , προέβη κατά τό άρθρο 16 παράγραφος 1 τής ρυθμίσεως σέ δήλωση τού ατυχήματος σύμφωνα μέ τή σύμβαση ασφαλίσεως πού ειχε συνάψει η Κοινότητα δυνάμει τού άρθρου 73 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
3 Στίς 12 Μα ΐου 1978 , σέ εποχή πού φαινόταν οτι η κατάσταση τών τραυμάτων του εμφανίσθηκε νά έχει σταθεροποιηθεί , ο προσφεύγων εξετάσθηκε από τόν ιατρό-σύμβουλο πού ορίσθηκε από κοινού μέ συμφωνία μεταξύ τής Επιτροπής καί τού ασφαλιστή . Ο ιατρός αυτός κατέληξε στό πόρισμα οτι τό θύμα έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία εκτιμωμένη σέ 3 % . Κατά συνέπεια ο ασφαλιστής ορισε τήν αποζημίωση σύμφωνα μέ τούς ορους τού ασφαλιστηρίου στό ποσό τών 95 064 BFR . Η πρόταση αυτή κοινοποιήθηκε από τίς υπηρεσίες τής Επιτροπής στόν ενδιαφερόμενο στίς 6 Ιουλίου 1978 .
4 Μετά τήν απόρριψη τής προτάσεως αυτής από τόν προσφεύγοντα , η Επιτροπή τόν παρέπεμψε στόν προϊστάμενο τής ιατρικής της υπηρεσίας , ο οποίος μετά από νέα εξέταση κατέληξε στό πόρισμα οτι ορθώς ειχε καθοριστεί ο βαθμός αναπηρίας από τόν ανωτέρω ιατρό-σύμβουλο . Γιά τό λόγο αυτό , η διοίκηση , μέ ανακοίνωση τής 16ης Νοεμβρίου 1978 , επικύρωσε τήν αρχική της πρόταση καί πρότεινε εκ νέου τήν καταβολή τού ποσού τών 95 064 BFR .
5 Ο προσφεύγων αρνήθηκε καί πάλι νά συμφωνήσει μέ τήν πρόταση αυτή καί ζήτησε νά παραπεμφθεί η περίπτωσή του στήν υγειονομική επιτροπή πού προβλέπει τό άρθρο 23 τής ρυθμίσεως . Σύμφωνα μέ τή διάταξη αυτή ορισε ενα από τά μέλη τής εν λόγω επιτροπής , επιλέγοντας εναν ιατρό ο οποίος γνώριζε ήδη τήν περίπτωσή του από μιά αγωγή αποζημιώσεως πού ειχε εγείρει κατά τού κράτους τού Λουξεμβούργου .
6 Αφού καί η Επιτροπή επίσης ορισε ενα μέλος τής υγειονομικής επιτροπής , οι δύο ιατροί , μέ κοινή συμφωνία , ορισαν τό τρίτο μέλος σύμφωνα μέ τό άρθρο 23 τών κανόνων .
7 Η κατ’ αυτόν τόν τρόπο συγκροτηθείσα επιτροπή , κατόπιν μελέτης τού φακέλου τών εξετάσεων τού προσφεύγοντος διατύπωσε στίς 27 Ιουνίου 1979 τή γνωμοδότησή της ως ακολούθως :
Οι υπογράφοντες . . . αφού εξετάσαμε καί ακούσαμε τόν Morbelli Giorgio θύμα ατυχήματος στίς 21 . 2 . 1976 , υπάλληλο τής ΕΟΚ , αριθμός ταυτότητας 3744 , σύμφωνα μέ τήν εντολή πού μάς δόθηκε , θεωρούμε οτι η κατάστασή του έχει σταθεροποιηθεί .
Γιά τό λόγο αυτό πρέπει νά αναγνωρισθεί στό θύμα Morbelli Giorgio μόνιμη μερική αναπηρία ( MMA ) υψους 3 % ( τρία ) από τής 25 . 2 . 1978 .
Λάβαμε υπόψη τήν ολη κατάσταση τής υγείας τού Morbelli Giorgio .
Ορκιζόμαστε οτι εκπληρώσαμε τήν αποστολή μας έντιμα καί ευσυνείδητα μέ ακρίβεια καί αντικειμενικότητα .
Βρυξέλλες , 27 . 6 . 1979 .
( Ακολουθούν τά ονόματα καί οι υπογραφές τών ιατρών .)
8 Στίς 11 Σεπτεμβρίου 1979 η διοίκηση κοινοποίησε στόν προσφεύγοντα τήν απόφαση τής υγειονομικής επιτροπής προτείνοντάς του γιά μία ακόμη φορά τήν καταβολή τής αποζημιώσεως πού ειχε προηγουμένως υπολογισθεί . Στίς 11 Δεκεμβρίου 1979 ο προσφεύγων υπέβαλε δυνάμει τού άρθρου 90 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , ένσταση μέ τήν οποία αμφισβητούσε τά πορίσματα τής υγειονομικής επιτροπής , ζητούσε τή συγκρότηση νέας επιτροπής πραγματογνωμόνων καί απαιτούσε από τήν υπηρεσία εκτός από τήν αποζημίωση πού θά καθορισθεί , τήν καταβολή τόκων από τήν ημέρα τού ατυχήματος καί αποκατάσταση τής εν τώ μεταξύ επελθούσης μειώσεως τής αξίας της λόγω υποτιμήσεως τού νομίσματος . Στήν ένσταση επισύναψε διάφορα έγγραφα καί ιατρικές εκθέσεις . Ο φάκελος συμπληρώθηκε αργότερα μέ τήν κατάθεση μιάς ιατρικής γνωματεύσεως πού εξέδωσε κατόπιν αιτήσεως τού προσφεύγοντος ο καθηγητής Zanalda , ιατρός στό Τορίνο .
9 Η Επιτροπή δέν έδωσε συνέχεια στήν ένσταση αυτή εντός τής προθεσμίας πού ορίζει τό άρθρο 90 παράγραφος 2 εδάφιο 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Πάντως μέ επιστολή τής 30ής Μα ΐου 1980 τήν απέρριψε ρητά εξηγώντας τούς λόγους τής στάσεώς της . Κατά τής τελευταίας αυτής ανακοινώσεως στρέφεται η προσφυγή πού ασκήθηκε στής 2 Ιουλίου 1980 .
10 Η παραβολή τής διατυπώσεως τής διοικητικής ενστάσεως καί τής προσφυγής επιτρέπει τόν καθορισμό τού αντικείμενου τού αιτήματος ως εξής :
— Ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής , πού περιέχεται στήν επιστολή τής 30ής Μα ΐου 1980·
— Νέος καθορισμός τού βαθμού αναπηρίας , εκτιμώμενου είτε απευθείας από τό Δικαστήριο , σέ 15 % , σύμφωνα μέ τήν ιατροδικαστική γνωμάτευση τού καθηγητή Zanalda , είτε μετά από νέα πραγματογνωμοσύνη πού θά διατάξει τό Δικαστήριο , είτε τέλος μετά από παραπομπή ενώπιον επιτροπής εξ ιατρών εμπειρογνωμόνων υπό νέα σύνθεση·
— Καταβολή τόκων από τήν ημέρα τού ατυχήματος , καθώς καί αναπροσαρμογή τής αποζημιώσεως πρός τήν υποτίμηση τού νομίσματος πού επήλθε κατά τή διάρκεια τής διαδικασίας .
Ως πρός τό παραδεκτό
11 Η Επιτροπή αμφισβητεί τό παραδεκτό τής προσφυγής δεδομένου οτι στρέφεται κατά αποφάσεως , η οποία απλώς επιβεβαιώνει προηγουμένη απόφαση , η οποία δέν ειχε προσβληθεί . Η Επιτροπή αρύεται επιχείρημα από τό γεγονός οτι η προσφυγή στρέφεται κατά αποφάσεώς της , η οποία απορρίπτει ένσταση πού υποβλήθηκε μετά τήν πάροδο τής προθεσμίας τών 4 μηνών πού ορίζει τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί όχι κατά τής σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως πού λογίζεται οτι εκδόθηκε κατά τήν εκπνοή τής προθεσμίας αυτής .
12 Στήν προκειμένη περίπτωση η βλαπτική γιά τόν προσφεύγοντα πράξη ειναι η ανακοίνωση τής 11ης Σεπτεμβρίου 1979 μέ τήν οποία η Επιτροπή επικύρωσε τή γνωμάτευση τής υγειονομικής επιτροπής καί κοινοποίησε στόν προσφεύγοντα τήν απόφασή της . Ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση , η οποία κατατέθηκε στή γενική γραμματεία τής Επιτροπής στίς 12 Δεκεμβρίου 1979 . Μέ τήν κατάθεση τής ενστάσεως αυτής άρχισε νά τρέχει γιά τήν Επιτροπή εξάμηνη προθεσμία πρός απάντηση , η οποία κατ’ αρχήν έληξε στίς 12 Απριλίου 1980 . Κατά τήν ημερομηνία λοιπόν αυτή λογίζεται οτι λήφθηκε μιά σιωπηρή απορριπτική απόφαση , η οποία κίνησε επίσης τήν τρίμηνη προθεσμία υποβολής προσφυγής από τόν προσφεύγοντα , σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 παράγραφος 3 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
13 Όπως προκύπτει από τά ανωτέρω , ο προσφεύγων άσκησε τήν προσφυγή του εντός τής προθεσμίας πού άρχισε τρέχουσα από τήν έκδοση τής σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως . Η ένσταση απαράδεκτου τής Επιτροπής , στηρίζεται λοιπόν αποκλειστικώς στό γεγονός οτι η προσφυγή στρέφεται μάλλον κατά τής ρητής αποφάσεως , η οποία λήφθηκε κατόπιν τής σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως .
14 Η επιχειρηματολογία αυτή τής Επιτροπής πρέπει νά απορριφθεί διότι ειναι αντίθετη πρός τήν καλή πίστη , η οποία πρέπει νά διέπει τίς σχέσεις μεταξύ τής Επιτροπής καί τών υπαλλήλων της περιλαμβανόμενης καί τής μεταξύ τών διαδίκων αντιδικίας . Η Επιτροπή δέ δύναται νά επικαλεσθεί σέ όφελός της τό γεγονός οτι παρέλειψε νά απαντήσει σέ μιά ένσταση εντός τής προθεσμίας πού ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως . Εφόσον η απόφαση τής 30ής Μα ΐου 1980 δέν έχει περιεχόμενο διαφορετικό από τήν προγενέστερη σιωπηρή απορριπτική απόφαση , δέν έχει καμία σημασία τό άν η προσφυγή στρέφεται τυπικώς κατά τής μιάς ή τής άλλης αποφάσεως , δεδομένου οτι τόσο η επιβεβαιωτική πράξη , οσο καί η κατάθεση τής προσφυγής έγιναν εντός τής προθεσμίας πρός άσκηση προσφυγής πού άρχισε τρέχουσα από τή σιωπηρή απορριπτική απόφαση .
Επί τής συσίας
15 Πρίν κριθούν τά αιτήματα πού διατύπωσε ο προσφεύγων πρέπει νά διευκρινισθεί προκαταρκτικά η έκταση τού ελέγχου από τό δικαστήριο μιάς αποφάσεως , οπως αυτή πού αποτελεί τό αντικείμενο τής διαφοράς . Η έκταση καί τά ορια αυτού τού ελέγχου πρέπει νά συναχθούν από τίς σχετικές διατάξεις τής συνθήκης , τού κανονισμού περί υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων καί από τίς ειδικές κανονιστικές ρυθμίσεις επί τού θέματος αυτού .
16 Σύμφωνα μέ τό κείμενο τού άρθρου 179 τής συνθήκης ΕΟΚ , τό Δικαστήριο ειναι αρμόδιο επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ τής Κοινότητας καί τών υπαλλήλων της «εντός τών ορίων καί σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού ορίζει ο κανονισμός περί τής υπηρεσιακής τους καταστάσεως .
17 Οι κανόνες πού θεσπίστηκαν δυνάμει τού άρθρου 73 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθορίζουν τόν τρόπο επιλύσεως τών διαφορών πού δύνανται νά ανακύψουν στά πλαίσια τής εφαρμογής τού συστήματος ασφαλίσεως περί καλύψεως τών κινδύνων ατυχήματος καί επαγγελματικής νόσου ως εξής :
Άρθρο 19
«Οι αποφάσεις περί τού οτι ενα συμβάν οφείλεται σέ ατύχημα καί περί τού οτι αποδίδεται σέ κινδύνους υπηρεσιακούς ή μή , οι αποφάσεις περί αναγνωρίσεως μιάς ασθένειας ως επαγγελματικής , καθώς καί οι αποφάσεις περί προσδιορισμού τού βαθμού διαρκούς αναπηρίας , λαμβάνονται από τήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή , σύμφωνα μέ τή διαδικασία τού άρθρου 21 ,
— βάσει τών πορισμάτων τού ή τών υποδειχθέντων από τά όργανα ιατρών ,
— καί εφόσον τό ζητήσει ο υπάλληλος κατόπιν γνωματεύσεως τής υγειονομικής επιτροπής πού προβλέπεται στό άρθρο 23.»
Άρθρο 23
«1 . Η υγειονομική επιτροπή απαρτίζεται από τρείς ιατρούς πού ορίζονται :
— ο πρώτος , από τήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή·
— ο δεύτερος , από τόν υπάλληλο ή τούς ελκοντας εξ αυτού δικαίωμα·
— ο τρίτος , μέ κοινή συμφωνία τών ιατρών πού ορίσθηκαν μέ τόν παραπάνω τρόπο .
Ελλείψει συμφωνίας επί τού ορισμού τού τρίτου ιατρού εντός προθεσμίας δύο μηνών από τού ορισμού τού δεύτερου ιατρού , ο τρίτος ιατρός διορίζεται αυτεπαγγέλτως από τόν πρόεδρο τού Δικαστηρίου τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατόπιν πρωτοβουλίας ενός τών διαδίκων .
Μετά τό πέρας τών εργασιών της , η υγειονομική επιτροπή συντάσσει γνωμάτευση πού απευθύνεται στήν αρμόδια γιά τούς διορισμούς αρχή καί στόν υπάλληλο ή τούς ελκοντας εξ αυτού δικαίωμα» .
18 Οι διατάξεις αυτές σκοπεύουν νά αναθέσουν σέ ιατρούς εμπειρογνώμονες τήν κρίση ολων τών ιατρικών ζητημάτων πού αναφέρονται στή λειτουργία τού συστήματος ασφαλίσεως πού θεσπίζεται από τούς κανόνες . Εξασφαλίζουν σέ κάθε υπάλληλο μία διπλή εξέταση , πρώτα από τόν ή τούς ιατρούς τής εμπιστο σύνης τού οργάνου , κατόπιν δέ , σέ περίπτωση διαφωνίας , από μιά υγειονομική επιτροπή πού νά συντίθεται έτσι ωστε καί τά δύο μέρη νά έχουν τό δικαίωμα νά ορίσουν εναν ιατρό τής εμπιστοσύνης τους , ενώ η αμεροληψία τού τρίτου ιατρού διασφαλίζεται από τήν απαίτηση τής συμφωνίας τών δύο πού ορίσθηκαν πρώτοι , ή ελλείψει συμφωνίας , από τό διορισμό του από τόν πρόεδρο τού Δικαστηρίου .
19 Η διαμόρφωση αυτής τής διαδικασίας ενστάσεως καί η μέριμνα πού λαμβάνουν οι παραπάνω διατάξεις γιά νά εξασφαλίσουν τήν ισορροπία καί τήν αντικειμενικότητα τών υγειονομικών επιτροπών εκφράζουν τήν πρόθεση νά καταλήξει η διαδικασία αυτή , σέ περίπτωση διαφοράς , σέ οριστική διευθέτηση σ’ αυτό τό στάδιο ολων τών ζητημάτων ιατρικής φύσεως .
20 Υπό τίς προϋποθέσεις αυτές τά ένδικα μέσα πού προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δέ δύνανται κατ’ αρχήν νά ασκηθούν παρά μόνο γιά νά επιτευχθεί περιορισμένος έλεγχος τού Δικαστηρίου επί τών ζητημάτων πού αναφέρονται στή συγκρότηση καί τήν κανονική λειτουργία τών επιτροπών πού προβλέπουν τά άρθρα 19 καί 23 τών κανόνων . Αντιθέτως , η έρευνα τού Δικαστηρίου δέ δύναται νά επεκταθεί στίς καθαυτό ιατρικές κρίσεις , οι οποίες πρέπει νά θεωρούνται οριστικές οταν έχουν γίνει υπό τίς προσήκουσες προϋποθέσεις .
21 Υπό τό φώς αυτών τών σκέψεων πρέπει νά εξετασθούν οι αιτιάσεις πού διατυπώνει ο προσφεύγων .
22 Ο προσφεύγων αμφισβητεί κατά πρώτον τή συγκρότηση τής υγειονομικής επιτροπής , τά προσόντα τών μελών της καί τό άν υπήρξε πράγματι συμφωνία μεταξύ τους . Τό τρίτο μέλος τής επιτροπής δέν ειχε επιλεγεί κανονικά , εφόσον ο διορισμός του ειχε υποδειχθεί από τόν ιατρό τής εμπιστοσύνης τής Επιτροπής στόν ιατρό πού ειχε ορίσει ο προσφεύγων , ο τελευταίος δέ , ούτε δέχθηκε ούτε ενέκρινε αυτή τήν εκλογή . Ο προσφεύγων αμφισβητεί ακόμη τά προσόντα τού ιατρού τής εμπιστοσύνης τής Επιτροπής , οσο καί τού τρίτου ιατρού συγκρίνοντάς τα μέ τήν ευρεία κατάρτιση τών διάφορων ειδικών πού επισκέφθηκε μέ δική του πρωτοβουλία καί τούς οποίους χαρακτηρίζει ως «κορυφές στόν τομέα τών εγκεφαλικών βλαβών» . Τέλος ισχυρίζεται οτι έγινε εκμετάλλευση τής καλής πίστεως τού ιατρού πού ειχε ορίσει ο ίδιος καί οτι ο ιατρός αυτός υπέγραψε τήν έκθεση «παρά τήν ενδόμυχη πεποίθησή του» .
23 Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει νά απορριφθούν ως στερούμενοι τόσο πραγματικής , οσο καί νομικής βάσεως .
24 Δέν αμφισβητείται οτι ο προσφεύγων διόρισε κανονικά τόν ιατρό πού ειχε δικαίωμα νά διορίσει δυνάμει τού άρθρου 23 τής κανονιστικής ρυθμίσεως . Δέν ειχε δικαίωμα νά παρέμβει στήν επιλογή τού ιατρού τής εμπιστοσύνης τής Επιτροπής καί επομένως πρέπει νά απορριφθούν ως στερούμενες βάσεως ολες οι επικρίσεις πού διατυπώνει ως πρός τήν κατάρτιση τού εν λόγω ιατρού . Ως πρός τό διορισμό τού τρίτου ιατρού , αρκεί η παραπομπή στό άρθρο 23 τών κανόνων , σύμφωνα μέ τό οποίο ο τρίτος ιατρός διορίζεται «μέ κοινή συμφωνία μεταξύ τών δύο ιατρών πού ορίσθηκαν κατά τά ανωτέρω» . Όπως λοιπόν προκύπτει από τά παραπάνω εκτεθέντα , ο ιατρός τής εμπιστοσύνης τού προσφεύγοντος δέν ειχε ανάγκη ούτε οδηγιών ούτε εγκρίσεων εκ μέρους τού προσφεύγοντος . Τό γεγονός οτι τό όνομα τού τρίτου αυτού ιατρού προτάθηκε από τόν ιατρό τής εμπιστοσύνης τής Επιτροπής αποτελεί συνήθη πρακτική στό θέμα αυτό , δεδομένου οτι καθένας από τούς ιατρούς πού διορίσθηκαν πρώτοι ειναι ελεύθερος νά κάνει προτάσεις ως πρός τήν εκλογή τού τρίτου καί αφού ο μόνος ορος πού θέτουν οι κανόνες ειναι νά γίνει ο διορισμός τού τρίτου αυτού ιατρού «μέ κοινή συμφωνία» τών δύο πού διορίσθηκαν πρώτοι , πράγμα πού αναμφισβήτητα έγινε καί στήν προκειμένη περίπτωση .
25 Ο ισχυρισμός οτι ο ιατρός πού διορίσθηκε από τόν προσφεύγοντα υπέγραψε τήν έκθεση παρά τήν ενδόμυχη πεποίθησή του , φαίνεται νά πηγάζει από τή σκέψη οτι σέ προηγούμενη πραγματογνωμοσύνη , πού έγινε πρός τό σκοπό τής αγωγής αποζημιώσεως κατά τού κράτους τού Λουξεμβούργου , ο ιατρός αυτός ειχε διαπιστώσει μεγαλύτερο βαθμό αναπηρίας . Η άποψη αυτή πού διατυπώθηκε σέ άλλη εποχή καί υπό διαφορετικές συνθήκες δέ δύναται νά έχει ως συνέπεια τή μέ οποιοδήποτε τρόπο δέσμευση τού εν λόγω ιατρού , ο οποίος , σύμφωνα μέ τίς δηλώσεις πού έγιναν κατά τή διάρκεια τής αποδεικτικής διαδικασίας επί τής υποθέσεως , συμφώνησε τελικά μέ τή γνώμη τών δύο άλλων μελών τής υγειονομικής επιτροπής . Όποιοι κι άν ηταν ενδεχομένως οι ενδοιασμοί του , η υιοθέτηση τής γνωματεύσεως τής επιτροπής , ανεξαρτήτως άν χώρησε ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία , συνιστά τήν τελική της άποψη , η οποία δέ δύναται νά τεθεί πλέον υπό αμφισβήτηση .
26 Δεύτερον , ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι η διαδικασία εξετάσεως πού ακολουθήθηκε από τήν υγειονομική επιτροπή δέν ηταν η κατάλληλη . Ο ίδιος υποβλήθηκε σέ «σύντομη εξέταση» διάρκειας 30 λεπτών πού δέ δύναται νά παραβληθεί μέ τίς επισταμένες εξετάσεις στίς οποίες υποβλήθηκε ιδιωτικώς . Ορι σμένες δέ από τίς προκαταρκτικές εξετάσεις διενεργήθηκαν από τό βοηθητικό ιατρικό προσωπικό . Τέλος , διατυπώνει αμφιβολίες γιά τό κατά πόσο τά μέλη τής επιτροπής ηταν σέ θέση νά κατανοήσουν ολες τίς λεπτομέρειες τών ιατρικών εκθέσεων πού επισυνάφθηκαν στό φάκελο καί ηταν συντεταγμένες στήν ιταλική γλώσσα .
27 Οι διαπιστώσεις αυτές δέν ειναι ικανές νά προκαλέσουν οποιαδήποτε αμφιβολία ως πρός τήν κανονικότητα τών εργασιών τής υγειονομικής επιτροπής . Κατά συνήθη ιατρική πρακτική , ορισμένες από τίς προκαταρκτικές εξετάσεις γίνονται από τό βοηθητικό ιατρικό προσωπικό . Δέν αμφισβητείται εξάλλου οτι η επιτροπή ειχε στή διάθεσή της τό σύνολο τών στοιχείων τού ιατρικού φακέλου , ο οποίος περιλάμβανε μεταξύ άλλων τό πόρισμα επιστάμενων εξετάσεων στίς οποίες ειχαν προβεί , σέ προηγούμενο στάδιο , οι ιατροί-σύμβουλοι τής Επιτροπής . Κατά τά λοιπά η επιτροπή κρίνει κυριαρχικά γιά τή φύση καί τή διάρκεια τής προσωπικής εξετάσεως τού προσφεύγοντος , Σ’ αυτήν επίσης απόκειται νά εκτιμήσει κατά πόσο απαιτείται νά ληφθούν υπόψη οι ιατρικές εκθέσεις πού ο ίδιος ο προσφεύγων προσκόμισε καί νά επιλύσει τά μεταφραστικά προβλήματα πού θά μπορούσαν ενδεχόμενα νά ανακύψουν γιά κάποιο από τά μέλη της .
28 Ο προσφεύγων επικαλείται τέλος οτι η υγειονομική επιτροπή δέν έλαβε υπόψη της παρά μόνο τά «αντικειμενικά» στοιχεία τής αναπηρίας , αδιαφορώντας πλήρως γιά τίς «υποκειμενικές» επιπτώσεις τού ατυχήματος . Τό ποσοστό 3 % ειναι προφανώς ανεπαρκές γιά νά ληφθεί υπόψη «η οξεία επιδείνωση τής ψυχικής καταστάσεως» τού προσφεύγοντος καί μία «υποχονδρία πού βρίσκεται σέ αιτιώδη σχέση μέ τό ατύχημα» . Τό ποσοστό 15 % στό οποίο κατέληξε ο καθηγητής Zanalda , λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη τόν υποκειμενικό παράγοντα , αποτελεί τήν πλέον προσήκουσα αποζημίωση .
29 Ως πρός τό θέμα αυτό αρκεί νά παρατηρηθεί οτι , καθορίζοντας τό βαθμό αναπηρίας σέ 3 % , η υγειονομική επιτροπή λέει ρητώς οτι «έλαβε υπόψη τήν ολη κατάσταση τής υγείας» τού προσφεύγοντος . Ειναι λοιπόν προφανές οτι η επιτροπή έλαβε υπόψη ολες τίς πλευρές τής συγκεκριμένης περιπτώσεως αναπηρίας καί έκρινε οτι οι φυσικές καί ψυχικές συνέπειες τού ατυχήματος δέ δικαιολογούν αναγνώριση βαθμού αναπηρίας μεγαλύτερου από 3 % . Ενόψει τών παραπάνω σκέψεων η κρίση αυτή πρέπει νά θεωρηθεί ως τελική καί οριστική .
30 Οι προτάσεις περί διεξαγωγής νέας πραγματογνωμοσύνης κατόπιν διατάξεως τού Δικαστηρίου , πρέπει νά απορριφθούν , διότι υπερβαίνουν τά ορια τού δικαστικού ελέγχου τόν οποίο δικαιούται νά ασκήσει τό Δικαστήριο στήν προκειμένη περίπτωση .
31 Από τά παραπάνω συνάγεται οτι τό σύνολο τών προτάσεων καί επιχειρημάτων πού αναφέρονται στίς εργασίες τής υγειονομικής επιτροπής πρέπει νά απορριφθούν .
Ως πρός τήν αίτηση περί αναπροσαρμογής τής χορηγηθείσας αποζημιώσεως
32 Ο προσφεύγων ζητά τέλος νά αυξηθεί η χορηγηθείσα από τήν Επιτροπή αποζημίωση κατά τούς τόκους από τήν ημέρα τού ατυχήματος , καί νά αναπροσαρμοσθεί μέ τή μία ή μέ τήν άλλη μέθοδο γιά νά ληφθεί υπόψη η υποτίμηση τού νομίσματος .
33 Όπως ορθά υποστηρίζει η Επιτροπή , τό αίτημα αυτό στηρίζεται σέ μιά σύγχυση μεταξύ επανορθώσεως τής ζημίας στό πλαίσιο μιάς αγωγής αποζημιώσεως καί τών αρχών πού εφαρμόζονται στό πλαίσιο τής ασφαλίσεως κατά κινδύνων ατυχήματος .
34 Δυνάμει τής ασφαλίσεως πού προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως , η αποζημίωση πού οφείλεται σέ περίπτωση ατυχήματος έχει τό χαρακτήρα μιάς κατ’ αποκοπή παροχής , πού υπολογίζεται ανάλογα μέ τίς μόνιμες συνέπειες ενός ατυχήματος . Επομένως δέ δύνανται νά απαιτηθούν τόκοι παρά μόνο στήν περίπτωση πού ο δικαιούχος ειναι σέ θέση νά αποδείξει οτι η καταβολή τής αποζημιώσεως αυτής από τή διοίκηση καθυστέρησε αδικαιολόγητα .
35 Στήν προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή πρότεινε στόν προσφεύγοντα τήν αποζημίωση πού προκύπτει από τίς ρήτρες τού ασφαλιστηρίου , αμέσως μόλις η περίπτωσή του ητο δυνατό νά θεωρηθεί ως σταθεροποιηθείσα καί αφού ολοκληρώθηκαν οι αναγκαίες εξετάσεις . Προσβάλλοντας τήν απόφαση αυτή , ο προσφεύγων ανέλαβε ο ίδιος τόν κίνδυνο παρόδου τών προθεσμιών , οι οποίες αναπόφευκτα συνδέονται μέ τήν επίλυση μιάς τέτοιας διαφοράς . Δέ δύναται νά αιτιάται γι’ αυτό τήν Επιτροπή .
36 Πρέπει συνεπώς νά απορριφθεί τόσο τό αίτημα περί τόκων , οσο καί τό αίτημα περί αναπροσαρμογής τής αποζημιώσεως πού πρόσφερε η Επιτροπή .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
37 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy