Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Πράξη πού προξενεί βλάβη — Πράξη πού μπορεί αντικειμενικά νά θεωρηθεί ως οριστική απόφαση
( Κανονισμός περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρα 90 καί 91 )
2 . Υπάλληλοι — Μετάθεση — Επανατοποθέτηση — Κριτήριο διακρίσεως — Κοινές προϋποθέσεις
( Κανονισμός περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρα 4 , 7 παράγραφος 1 καί 29 )
3 . Υπάλληλοι — Τοποθέτηση — Υποχρέωση τών ενδιαφερομένων ν’ αποδέχονται , εντός τού συνόλου τής Κοινότητας , κάθε τοποθέτηση πού ανταποκρίνεται στό βαθμό τους
( Κανονισμός περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρο 7 παράγραφος 1 )
4 . Υπάλληλοι — Οργάνωση τών υπηρεσιών — Δικαίωμα εκτιμήσεως τής διοικήσεως — Όρια — Σεβασμός τών εγγυήσεων πού παρέχει ο κανονισμός — Δέν απαιτείται γιά τήν επανατοποθέτηση η συναίνεση τών ενδιαφερομένων
5 . Υπάλληλοι — Θέση — Σταθερότητα τού τόπου εργασίας — Περιορίζεται στούς τοπικούς υπαλλήλους — Δέν ειναι εφαρμόσιμη στούς υπαλλήλους γιά τούς οποίους ισχύει τό καθεστώς τού κανονισμού ή σέ ορισμένες κατηγορίες από αυτούς
( Κανονισμός περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρο 7 παράγραφος 1· σύστημα εφαρμόσιμο στούς άλλους υπαλλήλους , άρθρο 4 )
6 . Υπάλληλοι — Απόφαση πού προξενεί βλάβη — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Έκταση
( Κανονισμός περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρο 25 εδάφιο 2 )
Περίληψη
1 . Δέν , ειναι δυνατό ν’ αμφισβητηθεί τό παραδεκτό προσφυγής κατ’ ανακοινώσεως τής διοικήσεως γιά τό λόγο οτι η τελευταία δέ συνιστά παρά προπαρα σκευαστική πράξη μεταγενέστερης αποφάσεως , αρμοδιότητας τής αρμόδιας γιά τούς διορισμούς αρχής , εφ’ οσον εξαιτίας τής διατυπώσεώς της καί τής ιδιότητας τού υπογράφοντος τήν ανακοίνωση , μπορούσε αντικειμενικά νά θεωρηθεί οτι συνιστά οριστική απόφαση τής αρμόδιας διοικητικής αρχής .
2 . Όπως προκύπτει από τό σύστημα τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων δέν υπάρχει μετάθεση , στήν κυριολεξία , παρά σέ περίπτωση μετακινήσεως υπαλλήλου σέ κενή θέση . Απορρέει από αυτό οτι κάθε μετάθεση , κατά κυριολεξία , υπόκειται στίς διατυπώσεις πού προβλέπονται από τά άρθρα 4 καί 29 τού κανονισμού . Αντιθέτως , οι διατυπώσεις αυτές δέν ειναι εφαρμόσιμες σέ περίπτωση επανατοποθετήσεως τού υπαλλήλου μαζί μέ τή θέση του , εξαιτίας τού γεγονότος οτι παρόμοια μετακίνηση δέ δημιουργεί κενή θέση . Πάντως , οι αποφάσεις επανατοποθετήσεως υπόκεινται , οπως καί οι μεταθέσεις , ως πρός τήν προάσπιση τών δικαιωμάτων καί τών νόμιμων συμφερόντων τών υπαλλήλων πού αφορούν , στούς κανόνες τού άρθρου 7 παράγραφος 1 τού κανονισμού κατά τήν έννοια ιδίως οτι η επανατοποθέτηση τών υπαλλήλων δέν μπορεί νά γίνει παρά πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας καί μέ σεβασμό τής ισοτιμίας τών θέσεων .
3 . Η λειτουργία τής κοινοτικής διοικήσεως συνεπάγεται γιά κάθε κοινοτικό υπάλληλο τήν υποχρέωση νά δέχεται κάθε τοποθέτηση πού ανταποκρίνεται στήν κατηγορία καί στό βαθμό τής θέσεώς του , σύμφωνα μέ τίς απαιτήσεις τής υπηρεσίας , εντός τού συνόλου τής Κοινότητας , σέ κάθε τόπο εργασίας τού οργάνου στό οποίο έχει αναλάβει υπηρεσία . Οι δυσχέρειες , προσωπικού καί οικονομικού χαρακτήρα πού μπορεί νά προκύψουν από τήν εκτέλεση τής υπηρεσίας υπό αυτές τίς συνθήκες αντισταθμίζονται μέ τά πλεονεκτήματα καί προνόμια πού περιλαμβάνει ο κανονισμός τής ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας .
4 . Τά όργανα τής Κοινότητας ειναι ελεύθερα νά οργανώνουν τίς υπηρεσίες τους σέ συνάρτηση μέ τήν αποστολή πού τούς έχει ανατεθεί καί νά τοποθετούν , εν όψει αυτής τής αποστολής , τό προσωπικό πού ειναι στή διάθεσή τους υπό τόν ορο νά σέβονται τίς εγγυήσεις τού κανονισμού καί ιδίως τόν κανόνα τού άρθρου 7 , ο οποίος παρέχει σέ κάθε υπάλληλο τή διαβεβαίωση οτι θά βρεί σέ κάθε περίπτωση θέση πού θ’ αντιστοιχεί στήν κατηγορία καί τό βαθμό του . Δέ βρίσκει κανένα έρεισμα στό σύστημα τού κανονισμού η άποψη κατά τήν οποία η επανατοποθέτηση δέν μπορεί κανονικά νά γίνει χωρίς τή συναίνεση τών υπαλλήλων πού αφορά· τέτοια αντίληψη θά ειχε ως αποτέλεσμα νά περιορίσει κατά τρόπο μή ανεκτό τήν ελευθερία τών οργάνων γιά λήψη μέτρων κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών τους καί κατά τήν προσαρμογή τής οργανώσεως αυτής στήν εξέλιξη τών αναγκών .
5 . Η καθιέρωση διαφορών μεταξύ τών κατηγοριών , οσον αφορά τήν τοποθέτηση τών υπαλλήλων από γεωγραφική άποψη , δέ θά ηταν σύμφωνα μέ τίς αντιλήψεις τού κανονισμού , ο οποίος ειναι ο ίδιος γιά ολα τά πρόσωπα πού εξαρτώνται από αυτόν . Μόνο οι τοπικοί υπάλληλοι , πού προσλαμβάνονται επί συμβάσει σέ ορισμένο τόπο έχουν τό δικαίωμα ν’ αντιταχθούν σέ μεταβολή τού τόπου εργασίας τους , δεδομένου οτι , στήν περίπτωσή τους , η σταθερότητα τού τόπου εργασίας αποτελεί μέρος τών ίδιων τών ορων τής συμβάσεως εργασίας καί έχει , άλλωστε , τό αντιστάθμισμά της στό γεγονός οτι οι εν λόγω υπάλληλοι δέν απολαύουν τών πλεονεκτημάτων τά οποία παρέχονται στούς υπαλλήλους τών οποίων η κατάσταση διέπεται από τόν κανονισμό .
6 . Απόφαση η οποία προξενεί βλάβη καί λήφθηκε έναντι υπαλλήλου , δέ χρειάζεται ειδική αιτιολογία οταν , λαμβά νοντας υπόψη τίς συνθήκες υπό τίς οποίες λήφθηκε καί οι οποίες ηταν απόλυτα γνωστές στόν ενδιαφερόμενο , ο τελευταίος γνώριζε τόσο τούς λόγους λήψεως τού μέτρου οσο καί τή δυνατότητα νά προβάλει τίς ενδεχόμενες αντιρρήσεις του .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 161 καί 162/80
MARIA GRAZIA CARBOGNANI καί MARISA CODA ZABETTA , υπάλληλοι τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικοι Ρώμης , εκπροσωπούμενες από τούς Blanche Moutrier , δικηγόρο Λουξεμβούργου καί Guido Napoletano , δικηγόρο Ρώμης , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό δικηγόρο Moutrier , 11 A , avenue de la Porte-Neuve ,
προσφεύγουσες ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπούμενης από τόν Joern Pipkorn , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , επικουρούμενο από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τό νομικό της σύμβουλο , Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις ακυρώσεως τών αποφάσεων , πού επιδόθηκαν στίς 17 Δεκεμβρίου 1979 καί μέ τίς οποίες η Επιτροπή κήρυξε κενές τίς θέσεις τών Carbognani καί Coda Zabetta στό γραφείο τύπου καί πληροφοριών Ρώμης καί διέταξε τή μετάθεσή τους στίς Βρυξέλλες ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφα πού κατατέθηκαν στή γραμματεία τού Δικαστηρίου τήν 11η Ιουλίου 1980 , οι Carbognani καί Coda Zabetta , υπάλληλοι κατηγορίας C 2 , τοποθετημένες , ως γραμματείς , στό γραφείο τύπου καί πληροφοριών τής Επιτροπής στή Ρώμη , άσκησαν προσφυγές ζητώντας τήν ακύρωση τών αποφάσεων , μέ τίς οποίες η Επιτροπή διέταξε τή μετάθεσή τους από τό γραφείο τής Ρώμης στήν εδρα τών Βρυξελλών .
2 Η Carbognani ειχε αρχικά προσληφθεί στήν υπηρεσία τής Ανώτατης Αρχής τής ΕΚΑΧ τό 1962 . Άσκησε τά καθήκοντά της στό Λουξεμβούργο μέχρι τίς 5 Ιουλίου 1968 , ημερομηνία κατά τήν οποία μετατάχθηκε στή DG Χ ( 10η Γενική Διεύθυνση ) τής Επιτροπής καί τοποθετήθηκε στό γραφείο τύπου καί πληροφοριών στή Ρώμη .
3 Η Coda Zabetta ειχε προσληφθεί στήν υπηρεσία τής Επιτροπής τής ΕΟΚ τό 1965 . Άσκησε τά καθήκοντά της στίς Βρυξέλλες μέχρι τίς 5 Ιουλίου 1968 , ημερομηνία κατά τήν οποία μετατέθηκε , οπως καί η συνάδελφός της , στή DG Χ καί τοποθετήθηκε στό γραφείο τύπου καί πληροφοριών στή Ρώμη .
4 Η Επιτροπή μέ απόφαση τής 24ης Νοεμβρίου 1976 , καθιέρωσε ενα «σύστημα κυκλικής μετακινήσεως γιά τά γραφεία τύπου καί πληροφοριών» . Σύμφωνα μέ τήν εν λόγω απόφαση , η κανονική διάρκεια τής τοποθετήσεως τών υπαλλήλων σέ εξωτερικές θέσεις ειναι στό εξής τριετής· η περίοδος αυτή μπορεί νά παραταθεί από χρόνο σέ χρόνο εως , συνολικά , εξι χρόνια . Τό ανωτέρω σύστημα εφαρμόζεται στό σύνολο τού προσωπικού τών κατηγοριών Α Β καί C , μέ τή διαφορά πάντως οτι , γιά τούς υπαλλήλους τών κατηγοριών Β καί C μπορούν νά ληφθούν υπόψη ειδικά προβλήματα , υπηρεσιακής ή προσωπικής φύσεως . Δυνάμει τής αποφάσεως αυτής , τό σχέδιο τών κυκλικών μετακινήσεων καταρτίζεται κάθε χρόνο από μία επιτροπή ad hoc καί εγκρίνεται από τήν Επιτροπή .
5 Στίς 2 Οκτωβρίου 1979 , η επιτροπή ad hoc αποφάσισε τήν εγγραφή τών ονομάτων τών προσφευγουσών στόν πίνακα τών μετακινήσεων πού προτάθηκαν γιά τό 1980· ο πίνακας εγκρίθηκε από τήν Επιτροπή στίς 28 Νοεμβρίου 1979 .
6 Στίς 17 Δεκεμβρίου 1979 , ο γενικός διευθυντής τού προσωπικού απεύθυνε σέ κάθε μιά από τίς προσφεύγουσες επιστολή , στήν οποία , αφού υπενθύμιζε τήν απόφαση γιά τήν καθιέρωση τού συστήματος κυκλικής μετακινήσεως , τίς πληροφορούσε οτι τό όνομά τους ειχε περιληφθεί στόν πίνακα τών μετακινήσεων πού έπρεπε νά πραγματοποιηθούν τό 1980 καί τίς προσκαλούσε νά προετοιμαστούν γιά τήν επάνοδό τους στήν εδρα τών Βρυξελλών κατά τό μήνα Σεπτέμβριο τού ίδιου χρόνου .
7 Οι προσφεύγουσες , αφού απηύθυναν στή διοίκηση τίς παρατηρήσεις τους , υπέβαλαν στίς 12 Μαρτίου 1980 ενστάσεις μέ παρόμοιο περιεχόμενο , βάσει τού άρθρου 90 τού κανονισμού περί τής υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων . Οι προσφεύγουσες , ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους τής Επιτροπής εντός τής προθεσμίας πού προβλέπεται από αυτή τή διάταξη , άσκησαν , στίς 11 Ιουλίου 1980 , προσφυγές μέ τίς οποίες ζητούν τήν ακύρωση τών αποφάσεων μεταθέσεως . Τήν ίδια στιγμή υπέβαλαν , σύμφωνα μέ τό άρθρο 83 τού κανονισμού διαδικασίας , αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων μέ τίς οποίες ζητούσαν τήν αναστολή τών προσβαλλόμενων αποφάσεων .
8 Μέ διάταξη τής 31ης Ιουλίου 1980 , ο αναπληρωτής τού προέδρου τού Δικαστηρίου δικαστής λαμβάνοντας υπόψη τό οτι η Επιτροπή δέ θεωρούσε τίς προαναφερθείσες επιστολές τού γενικού διευθυντή τού προσωπικού ως τυπικές αποφάσεις , αλλά ως απλές προειδοποιήσεις , έκρινε οτι δέ συνέτρεχε λόγος νά αποφανθεί επί τών αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων .
9 Τήν ιδια μέρα , ο προϊστάμενος τής ειδικής υπηρεσίας «διοίκηση καί οργάνωση , δυναμικό» , ενεργώντας υπό τήν ιδιότητα τής αρμόδιας γιά τούς διορισμούς αρχής , υπέγραψε τυπικές αποφάσεις μεταθέσεως τών προσφευγουσών στίς Βρυξέλλες μέ ημερομηνία ισχύος τήν 1η Ιανουαρίου 1981 .
10 Η Επιτροπή , κατόπιν νέων αιτήσεων λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πού υποβλήθηκαν από τίς προσφεύγουσες στίς 5 Δεκεμβρίου 1980 καί μέ τίς οποίες ζητούσαν τήν αναστολή τών αποφάσεων μεταθέσεως , αποφάσισε ν’ αναστείλει τήν εκτέλεσή τους μέχρι τήν 1η Απριλίου 1981 ωστε νά δώσει στό Δικαστήριο τήν ευκαιρία ν’ αποφανθεί επί τών προσφυγών . Κατά συνέπεια , οι προσφεύγουσες απέσυραν , τίς αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων .
11 Μέ διάταξη τής 18ης Δεκεμβρίου 1980 αποφασίστηκε η συνεκδίκαση τών δύο υποθέσεων πρός διευκόλυνση τής προφορικής διαδικασίας καί πρός έκδοση κοινής αποφάσεως .
Επί τού παραδεκτού
12 Η Επιτροπή αμφισβητεί τό παραδεκτό τών προσφυγών επειδή η επιστολή τού γενικού διευθυντή τού προσωπικού τής 17ης Δεκεμβρίου 1979 , πού αποτελεί τό αντικείμενο τών προσφυγών , δέν ειναι παρά προπαρασκευαστική πράξη μεταγενέστερης αποφάσεως , η λήψη τής οποίας έχει επιφυλαχθεί υπέρ τής αρμόδιας γιά τούς διορισμούς αρχής . Συνεπώς , κατά τή στιγμή τής ασκήσεως τής προσφυγής , καμιά ρητή καί οριστική απόφαση δέν ειχε ληφθεί από τήν αρμόδια αρχή . Πράγματι , η αρχή αυτή , εκπροσωπούμενη από τόν προϊστάμενο τής υπηρεσίας «Διοίκηση καί οργάνωση , δυναμικό» έλαβε τήν ανωτέρω απόφαση στίς 31 Ιουλίου 1980 .
13 Η ένσταση αυτή δέν μπορεί νά γίνει δεκτή .
14 Πράγματι , λαμβάνοντας υπόψη , ταυτόχρονα , τή διατύπωση τής επιστολής τής 17ης Δεκεμβρίου 1979 καί τήν ιδιότητα τού υπογράφοντος αυτή , δέν μπορεί νά προσαφθεί μομφή κατά τών προσφευγουσών επειδή θεώρησαν αυτή τήν ανακοίνωση ως απόφαση τής αρμόδιας διοικητικής αρχής . Οι προσφεύγουσες παραλείποντας νά τήν προσβάλουν , σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 τού κανονισμού , θά διέτρεχαν τόν κίνδυνο νά τούς αντιταχθεί αργότερα ένσταση απαράδεκτου , γιά τό λόγο οτι δέν πρόσβαλαν εμπρόθεσμα πράξη , η οποία , πληροφορώντας τες οτι η επαναφορά τους στήν εδρα έπρεπε νά πραγματοποιηθεί «τό αργότερο τό μήνα Σεπτέμβριο τού 1980» μπορούσε νά θεωρηθεί , αντικειμενικά , οτι αποτελούσε οριστική απόφαση .
15 Δεδομένου οτι η απόφαση τής αρμόδιας γιά τούς διορισμούς αρχής έχει , εκτός από τήν ημερομηνία εκτελέσεως , ίδιο αντικείμενο μέ εκείνο τής προπαρασκευαστικής αποφάσεως τής 17ης Δεκεμβρίου 1979 , οι δύο πράξεις μπορούν νά θεωρηθούν ως ενιαία απόφαση οσον αφορά τά ένδικα μέσα .
Επί τής ουσίας
16 Οι προσφεύγουσες , πρός υποστήριξη τών προσφυγών τους , επικαλούνται δύο λόγους , πού αναφέρονται στήν παράβαση διαφόρων κανόνων τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί σέ ανεπαρκή αιτιολογία . Στήν απάντησή τους καί κατά τήν προφορική διαδικασία ανέπτυξαν πρόσθετο λόγο περί καταχρήσεως εξουσίας , στηριζόμενο στό γεγονός οτι , κατά τή διαδικασία ειχε προκύψει οτι η μετάθεση τών προσφευγουσών δέν ειχε ως αιτιολογία τό συμφέρον από τήν κυκλική μετακίνηση τού προσωπικού αλλά , στήν πραγματικότητα , τήν επιθυμία νά περιοριστεί ο αριθμός τών υπαλλήλων τού γραφείου Ρώμης .
17 Ο σχετικός μέ τήν παράβαση τού κανονισμού λόγος περιλαμβάνει πολλές αιτιάσεις , οι οποίες αφορούν τό εφαρμόσιμο τής αποφάσεως κυκλικής μετακινήσεως στίς προσφεύγουσες , τούς τρόπους εφαρμογής αυτής τής αποφάσεως κατά τό οτι επιτρέπει τή μετάθεση τών υπαλλήλων χωρίς τή συγκατάθεσή τους καί τήν εκτίμηση τής προσωπικής καταστάσεως τών προσφευγουσών .
18 Όπως προκύπτει από τήν εξέταση τών λόγων αυτών καί τών επιχειρημάτων τής υπερασπίσεως , οι διάδικοι διαφωνούν ως πρός τό χαρακτηρισμό τών ενδίκων πράξεων . Οι προσφεύγουσες έχουν τή γνώμη οτι αποτελούν αντικείμενο μεταθέσεως , κατά τήν έννοια τού άρθρου 7 τού κανονισμού ενώ , κατά τήν Επιτροπή , η πράξη θά έπρεπε νά χαρακτηριστεί , σύμφωνα μέ τήν κοινή διοικητική πρακτική , ως μεταβολή τής τοποθετήσεως τών υπαλλήλων γιά τούς οποίους πρόκειται μαζί μέ τή θέση πού κατέχουν . Οι προσφεύγουσες επισύρουν σχετικά τήν προσοχή επί τού γεγονότος οτι η Επιτροπή , στήν απόφασή της τής 24ης Νοεμβρίου 1976 , ορίζει η ίδια τό σύστημα ως συνιστάμενο στήν «οργάνωση μέσα στό πλαίσιο τής κινητικότητας τής μεταθέσεως τών υπαλλήλων μεταξύ τών γραφείων καί τής εδρας» .
Ως πρός τήν έκταση τών εννοιών τής επανατοποθετήσεως καί τής μεταθέσεως κατά τόν κανονισμό
19 Όπως προκύπτει από τό σύστημα τού κανονισμού , δέν υπάρχει μετάθεση , κατά τήν κύρια έννοια τού ορου , παρά σέ περίπτωση μετακινήσεως υπαλλήλου σέ κενή θέση . Από αυτό επεται οτι κάθε μετάθεση , κατά κυριολεξία , υπόκειται στίς διατυπώσεις τών άρθρων 4 καί 29 τού κανονισμού . Αντιθέτως , οι διατυπώσεις αυτές δέν εφαρμόζονται σέ περίπτωση επανατοποθετήσεως τού υπαλλήλου μαζί μέ τή θέση του , εξαιτίας τού γεγονότος οτι παρόμοια μετακίνηση δέ δημιουργεί κενή θέση .
20 Η ανάλυση τών πράξεων πού αποτελούν τό αντικείμενο τής προσφυγής καταδεικνύει οτι οι αποφάσεις πού έχουν ληφθεί γιά τίς προσφεύγουσες , εξαιτίας τού οτι οι κάτοχοι τών θέσεων αυτών μετατίθενται μαζί τους , δέ δημιουργούν κενή θέση καί , συνεπώς , δέν αποτελούν μεταθέσεις κατά τήν έννοια τού κανονισμού . Γι’ αυτό τό λόγο η ορολογία πού χρησιμοποιείται από τίς προσφεύγουσες καί , περιστασιακά , από τήν ίδια τήν Επιτροπή , ειναι αδόκιμη .
21 Πάντως , ο εσφαλμένος αυτός χαρακτηρισμός δέν προκαλεί ζημία στήν αξία τής επιχειρηματολογίας πού ανέπτυξαν οι προσφεύγουσες . Πράγματι , οπως καί η ίδια η Επιτροπή τό αναγνωρίζει μέ πάγια τακτική , πού αντανακλάται στίς ένδικες πράξεις , οι αποφάσεις επανατοποθετήσεως υπόκεινται , οπως καί οι μεταθέσεις , ως πρός τήν προάσπιση τών δικαιωμάτων καί τών νόμιμων συμφερόντων τών υπαλλήλων πού αφορούν , στούς κανόνες τού άρθρου 7 παράγραφος 1 τού κανονισμού , υπό τήν έννοια ιδίως οτι η επανατοποθέτηση τών υπαλλήλων δέν μπορεί νά γίνει παρά πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας καί μέ σεβασμό τής ισοτιμίας τών θέσεων . Οιοσδήποτε λοιπόν καί άν ειναι ο χαρακτηρισμός τών ενδίκων πράξεων , οι λόγοι πού έχουν προβληθεί από τίς προσφεύγουσες πρέπει νά εξετασθούν υπό τό φώς τών αρχών τού άρθρου 7 παράγραφος 1 .
Ως πρός τόν πρώτο λόγο
— Δυνατότητα εφαρμογής τής «αποφάσεως κυκλικής μετακινήσεως» στίς προσφεύγουσες
22 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν , πρίν από ολα οτι , εφ’ οσον ειχαν τοποθετηθεί στή θέση τους στό γραφείο Ρώμης από τό 1968 , δέν τίς αφορά η απόφαση κυκλικής μετακινήσεως , η οποία χρονολογείται μόλις από τίς 24 Νοεμβρίου 1976 . Θά έπρεπε τουλάχιστον , νά προστατευτεί η θεμιτή εμπιστοσύνη πού ειχαν στή μονιμότητα τής τοποθετήσεώς τους εν συνεχεία τής προηγούμενης πρακτικής τής Επιτροπής .
23 Η ανωτέρω επιχειρηματολογία τών προσφευγουσών παραγνωρίζει τίς αρχές τού κανονισμού σέ θέματα τοποθετήσεως τών υπαλλήλων καί τή σπουδαιότητα , ως πρός αυτό , τής αποφάσεως κυκλικής μετακινήσεως . Πράγματι , η λειτουργία τής κοινοτικής διοικήσεως συνεπάγεται γιά κάθε κοινοτικό υπάλληλο τήν υποχρέωση νά δέχεται κάθε τοποθέτηση πού ανταποκρίνεται στήν κατηγορία καί τό βαθμό τής θέσεώς του , σύμφωνα μέ τίς απαιτήσεις τής υπηρεσίας , εντός τού συνόλου τής Κοινότητας , σέ κάθε τόπο εργασίας τού οργάνου , στό οποίο έχει αναλάβει υπηρεσία . Οι δυσχέρειες , προσωπικού καί οικογενειακού χαρακτήρα πού μπορεί νά προκύψουν από τήν εκτέλεση τής υπηρεσίας υπό αυτές τίς συνθήκες , αντισταθμίζονται μέ τά πλεονεκτήματα καί προνόμια πού περιλαμβάνει ο κανονισμός τής ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας .
24 Όπως προκύπτει από τά ανωτέρω , ακόμη καί πρίν από τή θέση σέ ισχύ τής αποφάσεως κυκλικής μετακινήσεως , κάθε υπάλληλος πού ειχε τοποθετηθεί σέ θέση σ’ ενα γραφείο τής Επιτροπής , εγκατεστημένο εκτός τής κεντρικής εδρας , μπορούσε , ανά πάσα στιγμή , ν’ ανακληθεί στό κέντρο , σύμφωνα μέ τίς απαιτή σεις πού επιβάλλει η οργάνωση τών υπηρεσιών . Ακόμη καί άν , τήν εποχή εκείνη , η Επιτροπή δέν επέφερε μεταβολή , κατά τή διάρκεια μεγάλης χρονικής περιόδου , στήν τοποθέτηση τών προσφευγουσών , οπως άλλωστε καί στήν τοποθέτηση άλλων υπαλλήλων , οι οποίοι βρίσκονταν σέ παρόμοια κατάσταση , τό γεγονός αυτό δέ δημιούργησε , ως πρός τίς ενδιαφερόμενες , κανένα δικαίωμα παρατάσεως τής καταστάσεως αυτής επ’ αόριστο .
25 Υπό αυτές τίς συνθήκες , η απόφαση τής 24ης Νοεμβρίου 1976 δέν μπορεί νά θεωρηθεί οτι εισήγαγε νέους βασικούς κανόνες πού αφορούν τήν τοποθέτηση τών υπαλλήλων στά εξωτερικά γραφεία· η έκτασή της συνίσταται στήν αντικατάσταση ενός καθεστώτος αποφάσεων κατά περίπτωση , από ενα σύστημα ρυθμιζόμενων μεταθέσεων , τό οποίο ανταποκρίνεται καλύτερα στίς απαιτήσεις προβλεπτικότητας καί δικαιοσύνης έναντι τών υπαλλήλων τούς οποίους αφορά . Υπό αυτές τίς συνθήκες , δέν ηταν παρά φυσικό νά εφαρμοστεί τό σύστημα αυτό στήν αρχή σέ εκείνους τούς υπαλλήλους , οι οποίοι υπηρετούσαν από πολύ χρόνο στά εξωτερικά γραφεία , χωρίς νά ειναι δυνατό νά γίνεται λόγος περί «αναδρομικότητας» αφού , βάσει τών γενικών αρχών τού κανονισμού , μπορούσε , ως πρός αυτές , νά ειχε ήδη εκδοθεί προηγουμένως απόφαση ανακλήσεώς τους στό κέντρο .
26 Πρέπει , συνεπώς , ν’ απορριφθεί η αιτίαση αυτή .
— Επικρίσεις σχετικές μέ τόν τρόπο εφαρμογής τής «αποφάσεως κυκλικής μετακινήσεως»
27 Οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν οτι δέν έχουν πρόθεση νά αμφισβητήσουν τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως καθαυτό· κατά τή γνώμη τους , τό εν λόγω σύστημα ειναι νόμιμο κατά τό κοινοτικό δίκαιο «στήν κανονική του εφαρμογή» . Επικρίνουν εν τούτοις τήν εφαρμογή του καθ’ οσον καταλήγει σέ επανατοποθετήσεις πού αποφασίζονται ακόμα καί παρά τή θέληση τών υπαλλήλων . Εκθέτουν , ως πρός αυτό τό θέμα , οτι κατ’ αρχήν οι «μεταθέσεις» τών υπαλλήλων δέν μπορούν παρά νά ειναι συναινετικές· αυτεπάγγελτες μεταθέσεις δέν μπορούν νά γίνουν παρά σέ ειδικές περιπτώσεις .
28 Η θεωρία πού αναπτύχθηκε πάνω σέ αυτό τό θέμα από τίς προσφεύγουσες δέ βρίσκει κανένα έρεισμα στό σύστημα τού κανονισμού . Έχει αναγνωριστεί μέ πάγια νομολογία οτι τά όργανα τής Κοινότητας ειναι ελεύθερα νά οργανώνουν τίς υπηρεσίες τους , σέ συνάρτηση μέ τήν αποστολή πού τούς έχει ανατεθεί καί νά τοποθετουν , εν όψει αυτής τής αποστολής , τό προσωπικό πού ειναι στή διάθεσή τους ( βλ . τίς αποφάσεις τών 11ης Ιουλίου 1968 , Labeyrie , 16/67 , Rec . σ . 432 , 16ης Ιουνίου 1971 , Vistosi 61/70 Rec . σ . 535 , 14ης Ιουλίου 1977 , Geist , 61/76 , Rec . σ . 1428 ). Η άποψη τών προσφευγουσών , κατά τήν οποία η επανατοποθέτηση δέν μπορεί κανονικά νά γίνει χωρίς τή συναίνεση τών υπαλλήλων πού αφορά , θά ειχε ως αποτέλεσμα νά περιορίσει κατά τρόπο μή ανεκτό τήν ελευθερία τών οργάνων γιά λήψη μέτρων κατά τήν οργάνωση τών υπηρεσιών τους καί κατά τήν προσαρμογή τής οργανώσεως αυτής στήν εξέλιξη τών αναγκών .
29 Τά όργανα οφείλουν κατά τήν άσκηση τής δραστηριότητάς τους αυτής , νά σέβονται τίς εγγυήσεις τού κανονισμού καί , ιδίως , μεταξύ αυτών , τόν κανόνα τού άρθρου 7 τού κανονισμού , ο οποίος παρέχει σέ κάθε υπάλληλο τήν εξασφάλιση οτι θά βρεί σέ κάθε περίπτωση θέση πού θά αντιστοιχεί στήν κατηγορία καί τό βαθμό του .
30 Οι αρχές λοιπόν τής αποφάσεως κυκλικής μετακινήσεως δέν μπορούν νά επικριθούν εν όψει αυτών τών απαιτήσεων . Όπως ήδη σημειώθηκε στήν προαναφερθείσα διάταξη τής 31ης Ιουλίου 1980 , τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως επιδιώκει ενα σύνολο σκοπών , οπως τήν κινητικότητα τών υπηρεσιών , τή διαφοροποίηση καί τήν κατά τό δυνατόν καλύτερη χρησιμοποίηση τής πείρας τών υπαλλήλων , τή συνοχή μεταξύ κεντρικής διοικήσεως καί τών εξωτερικών υπηρεσιών , οπως καί τήν ισορροπία τών σταδιοδρομιών τών υπαλλήλων πού αφορά . Όπως προκύπτει από τά ανωτέρω , η Επιτροπή δέν έχει υπερβεί τό πλαίσιο τής εξουσίας τής οργανώσεως καί διοικήσεως οταν αποφάσισε τή μετάθεση τών προσφευγουσών δυνάμει τού συστήματος τό οποίο καθιερώθηκε μέ τήν απόφαση κυκλικής μετακινήσεως .
31 Πρέπει , συνεπώς , νά απορριφθούν οι αιτιάσεις πού διατυπώθηκαν από τίς προσφεύγουσες κατά τής ίδιας τής αρχής τής αποφάσεως τής 24ης Νοεμβρίου 1976 , κατά τό οτι συστηματοποιεί τίς αλλαγές τοποθετήσεως , ακόμα καί παρά τή θέληση τών ενδιαφερομένων , μεταξύ τής κεντρικής διοικήσεως καί τών διαφόρων εξωτερικών γραφείων .
— Εκτίμηση τής προσωπικής καταστάσεως τών προσφευγουσών
32 Οι προσφεύγουσες επικαλούνται , ως πρός αυτό τό θέμα , πρώτα από ολα , οτι , ακόμα καί άν γίνει δεκτό οτι τό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως δικαιολογείται γιά υπαλλήλους υψηλού βαθμού , δέν ειναι εφαρμοστέο σέ υπαλλήλους τής κατηγορίας τους πού ειναι επιφορτισμένοι μέ καθήκοντα καθαρώς εκτελεστικά . Επιπλέον , θεωρούν οτι η Επιτροπή δέν έλαβε υπόψη , οπως έπρεπε νά τό έχει κάνει , τήν προσωπική κατάσταση καί τά σοβαρά μειονεκτήματα πού συνεπάγεται γι’ αυτές η μετακίνησή τους από τή Ρώμη στίς Βρυξέλλες .
33 Κατ’ αρχάς , ως πρός τήν εφαρμογή τής αποφάσεως τής 24ης Νοεμβρίου 1976 στό προσωπικό γραμματείας , δέν μπορεί νά επικριθεί η Επιτροπή διότι συμπεριέλαβε , κατ’ αρχήν , τούς υπαλλήλους αυτής τής κατηγορίας στίς κυκλικές μετακινήσεις . Πράγματι , τό προσωπικό αυτό συμμετέχει , στό επίπεδό του , στά έργα πληροφοριών , επαφών καί εκπροσωπήσεως πού έχει ανατεθεί στά γραφεία τύπου καί πληροφοριών , τά οποία έχουν εγκατασταθεί εντός τών διαφόρων Κρατών μελών . Υπό αυτές τίς συνθήκες , δέν μπορεί νά επικριθεί τό γεγονός οτι τό εν λόγω προσωπικό έχει περιληφθεί στίς ανταλλαγές μεταξύ τής κεντρικής εδρας καί τών διαφόρων αποκεντρωμένων γραφείων , πρός τό συμφέρον μιάς στενής αμοιβαίας διεισδύσεως μεταξύ τής διοικήσεως τής Επιτροπής καί τών εξωτερικών της υπηρεσιών .
34 Άλλωστε , η καθιέρωση διαφορών μεταξύ κατηγοριών , οσον αφορά τήν τοποθέτηση τών υπαλλήλων από γεωγραφική άποψη , δέν θά ηταν σύμφωνη μέ τίς αντιλήψεις τού κανονισμού , ο οποίος ειναι ο ίδιος γιά ολα τά πρόσωπα πού εξαρτώνται από αυτόν . Μόνο οι τοπικοί υπάλληλοι , πού προσλαμβάνονται επί συμβάσει σέ ορισμένο τόπο έχουν τό δικαίωμα νά αντιταχθούν σέ μεταβολή τού τόπου εργασίας τους , δεδομένου οτι , στήν περίπτωσή τους , η σταθερότητα τού τόπου εργασίας αποτελεί μέρος τών ίδιων τών ορων τής συμβάσεως εργασίας . Άλλωστε η σταθερότητα αυτή έχει τό αντιστάθμισμά της στό γεγονός οτι οι εν λόγω υπάλληλοι δέν απολαύουν τών πλεονεκτημάτων τά οποία παρέχονται στούς υπαλλήλους , οι οποίοι διέπονται από τόν κανονισμό .
35 Πρέπει νά παρατηρηθεί οτι η απόφαση τής 24ης Νοεμβρίου 1976 , περιλαμβάνοντας έτσι , γιά ζήτημα αρχής , τούς υπαλλήλους τών κατηγοριών Β καί C στό σύστημα κυκλικής μετακινήσεως , προβλέπει , πρός όφελός τους , ελαστικότερους τρόπους εφαρμογής , οι οποίοι επιτρέπουν , άν παρουσιαστεί η περίπτωση , νά ληφθούν υπόψη «τά προβλήματα τής υπηρεσίας καί τά προσωπικά ζητήματα πού μπορεί νά ανακύψουν» . Δέν αμφισβητείται οτι λαμβάνοντας υπόψη τήν ανωτέρω διάταξη , δόθηκε στίς προσφεύγουσες η ευκαιρία νά εκθέσουν τίς δυσχέρειές τους στή διοίκηση καί οτι οι περιπτώσεις τους εξετάστηκαν μαζί μέ τίς περιπτώσεις ολων τών άλλων υπαλλήλων , οι οποίοι ειχαν νά προβάλουν αντιρρήσεις εναντίον τής μεταθέσεώς τους . Πάντως η διοίκηση δέ θεώρησε αρκετά σοβαρές τίς δυσχέρειες πού ειχαν εκθέσει οι προσφεύγουσες ωστε νά επικρατήσουν τών αναγκών τής υπηρεσίας .
36 Πρέπει , ως πρός αυτό τό θέμα , νά γίνει η υπόμνηση οτι τόσο η μία οσο καί η άλλη προσφεύγουσα ειχαν αρχικά προσληφθεί στήν κεντρική εδρα τών οργάνων , η πρώτη στήν υπηρεσία τής Ανώτατης Αρχής στό Λουξεμβούργο , η δεύτερη στήν υπηρεσία τής Επιτροπής τής ΕΟΚ στίς Βρυξέλλες καί οτι τοποθετήθηκαν στήν αρχή σέ θέσεις γραμματείας στήν κεντρική διοίκηση τών δύο αυτών οργάνων . Μετατάχθηκαν στή γενική διεύθυνση τύπου καί πληροφοριών καί τοποθετήθηκαν στό γραφείο Ρώμης από τό 1968 , μέσα στό πλαίσιο τής διοικητικής αναδιαρθρώσεως πού ακολούθησε τή συγχώνευση τών ευρωπαϊκών εκτελεστικών οργάνων . Παρέμειναν στή θέση τους στή Ρώμη γιά πολύ μεγάλη χρονική περίοδο , πού υπερβαίνει κατά πολύ εκείνη τήν οποία η απόφαση κυκλικής μετακινήσεως θεωρεί ως κανονική περίοδο εν όψει τών αναγκών τής υπηρεσίας .
37 Οι δύο προσφεύγουσες έχουν προτάξει , εναντίον τής μεταθέσεώς τους , λόγους προσωπικού καί οικογενειακού χαρακτήρα , στούς οποίους προστίθεται , γιά τή δεύτερη , σχολικό πρόβλημα πού αφορά τό παιδί της . Η φύση τών λόγων αυτών ειναι τέτοια ωστε δέν ειναι δυνατό , ακόμα καί χωρίς νά ληφθεί υπόψη οιοδήποτε ζήτημα αρχής , νά επικριθεί η διοίκηση διότι τούς έθεσε σέ υποδεέστερη μοίρα από τά συμφέροντα τής υπηρεσίας . Ειδικότερα , οταν αφορά τά σχολικά προβλήματα , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , χάρη στά μέτρα πού έχουν ληφθεί από τά όργανα καί τίς κυβερνήσεις τών Κρατών μελών , η λύση τους δέν πρέπει νά παρουσιάζει προβλήματα πού δέν μπορεί νά υπερπηδηθούν από τίς οικογένειες τών ευρωπαίων υπαλλήλων .
38 Πρέπει , συνεπώς , ν’ απορριφθούν επίσης οι αιτιάσεις πού έχουν αντληθεί από τίς προσφεύγουσες από τό γεγονός οτι ανήκουν στήν κατηγορία C καί από τήν υπαρξη τών προσωπικών τους προβλημάτων .
Ως πρός τό δεύτερο λόγο περί ανεπαρκούς αιτιολογίας .
39 Οι προσφεύγουσες , επικαλούμενες τό άρθρο 25 εδάφιο 2 τού κανονισμού , ισχυρίζονται επίσης οτι οι αποφάσεις μεταθέσεως , οι οποίες τίς αφορούν ειναι αναιτιολόγητες .
40 Πρέπει νά παρατηρηθεί , ως πρός αυτό , οτι η διοίκηση , στίς επιστολές πού έστειλε , στίς 17 Δεκεμβρίου 1979 , στίς προσφεύγουσες παραπέμπει ρητά στήν απόφαση κυκλικής μετακινήσεως . Κατά συνέπεια , οι προσφεύγουσες ειχαν ενημερωθεί ταυτόχρονα επί τών προαναφερθέντων λόγων τού μέτρου αυτού καί περί τής δυνατότητας πού ειχαν νά προβάλουν τίς ενδεχόμενες αντιρρήσεις τους . Λαμβάνοντας υπόψη τό σύνολο τών συνθηκών , οι οποίες ηταν απόλυτα γνωστές στίς προσφεύγουσες καί υπό τίς οποίες λήφθηκαν οι ένδικες αποφάσεις , οι τελευταίες , δέ χρειάζονταν ειδική αιτιολογία .
41 Πρέπει , κατά συνέπεια , νά απορριφθεί ο λόγος αυτός .
Ως πρός τόν τρίτο λόγο περί καταχρήσεως εξουσίας
42 Οι προσφεύγουσες , στήν απάντησή τους καί , μέ περισσότερη σαφήνεια , κατά τήν προφορική διαδικασία , επέκριναν τήν Επιτροπή γιά κατάχρηση εξουσίας , εξαιτίας τού γεγονότος οτι , οπως φάνηκε κατά τή διαδικασία , η μετάθεσή τους , ενώ στήν αρχή παρουσιάστηκε ως ανταλλαγή υπαλλήλων μεταξύ τής κεντρικής διοικήσεως καί τού γραφείου Ρώμης , ειχε , στήν πραγματικότητα , ως σκοπό τή μείωση τού αριθμού τών υπαλλήλων τού ανωτέρω γραφείου . Πράγματι , κατέστη , εν τώ μεταξύ , σαφές οτι δέν επρόκειτο ν’ αντικατασταθούν στό ανωτέρω γραφείο .
43 Η Επιτροπή δέν αμφισβήτησε οτι , τελικά , αυτός ειναι ο στόχος τής πράξεώς της· πράγματι , οι αριθμοί πού ανέφερε κατά τή διαδικασία καταδεικνύουν οτι τό γραφείο Ρώμης , συγκρινόμενο μέ παρόμοια γραφεία πού έχουν εγκατασταθεί σέ άλλα Κράτη μέλη , περιλαμβάνει , στό επίπεδο τής γραμματείας , πληθωρικό προσωπικό πού πρέπει νά μειωθεί σέ πιό σωστές αναλογίες .
44 Πρέπει νά αναγνωριστεί , ως πρός αυτό τό θέμα , οτι η εφαρμογή τού συστή- ματος κυκλικής μετακινήσεως πού έχει οργανωθεί από τήν απόφαση τής 24ης Νοεμβρίου 1976 δέν αποκλείει καθόλου , επ’ ευκαιρία τών κινήσεων τού προσωπικού , τίς αναπροσαρμογές από τήν Επιτροπή , οσον αφορά τό δυναμικό , μεταξύ τής κεντρικής διοικήσεως καί τών διαφόρων εξωτερικών γραφείων . Οι προσφεύγουσες , εφ’ οσον μετατέθηκαν μαζί μέ τή θέση τους στήν κεντρική διοίκηση , δέν έχουν κανένα συμφέρον νά επικρίνουν τά ληφθέντα , επ’ ευκαιρία τής αναχωρήσεώς τους μέτρα , οσον αφορά τό γραφείο στό οποίο ειχαν προηγουμένως τοποθετηθεί .
45 Όπως προκύπτει από τό σύνολο τών ανωτέρω σκέψεων , πρέπει νά απορριφθούν οι προσφυγές .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
46 Σύμφωνα μέ τούς ορους τού άρθρου 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα .
47 Σύμφωνα ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υποβλήθηκαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τίς προσφυγές .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy