Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Συντάξεις — Καθορισμός συνταξιοδοτικού δικαιώματος — Καταβολή παροχών — Διάκριση — Ύψος παροχών πού προσαρμόζεται λόγω τής διαφοροποιήσεως τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής — Προσβολή συνταξιοδοτικού δικαιώματος — Έλλειψη
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , παράρτημα VIII , κεφάλαιο 2 καί άρθρα 45 , 46 )
Περίληψη
Οι διατάξεις τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων διακρίνουν σαφώς μεταξύ τού καθορισμού τού «συνταξιοδοτικού δικαιώματος» , θέμα πού υπάγεται στό κεφάλαιο 2 τού παραρτήματος , καί τής «καταβολής τών παροχών» πού διέπεται από τά άρθρα 45 καί 46 τού παραρτήματος . Άν καί επηρεάζουν τήν καταβολή τών παροχών , κατά τήν έννοια τών ανωτέρω άρθρων , οι επελθούσες μεταβολές τών ποσών πού πράγματι καταβάλλονται στόν συνταξιούχο , οι οποίες προκύπτουν από τήν διαφοροποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής , δέν προσβάλλουν , πάντως , τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα , οπως γεννάται τό δικαίωμα αυτό κατ’ εφαρμογή τού κεφαλαίου 2 τού παραρτήματος .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 164/80 ,
LUIGI DE PASCALE , συνταξιούχος υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Ρώμης , 10 , Largo Damiano Chiesa , εκπροσωπούμενος από τόν Marcel Slusny , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο V . Biel , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο Joseph Griesmar , επικουρούμενο από τόν δικηγόρο Βρυξελλών Daniel Jacob , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού αναφέρονται στό δικόγραφο τής προσφυγής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 14 Ιουλίου 1980 , ο προσφεύγων , συνταξιούχος υπάλληλος τής Επιτροπής , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ), προσφυγή ακυρώσεως τής αποφάσεως τής Επιτροπής περί μειώσεως τής μηνιαίας συντάξεώς του από τόν μήνα Οκτώβριο τού 1979 , καθώς καί τής απορρίψεως τής ενστάσεως πού υπέβαλε κατά τής εν λόγω αποφάσεως .
2 Πρός υποστήριξη τής προσφυγής του , ο προσφεύγων επικαλείται τήν έλλειψη νομιμότητος τού κανονισμού 3085/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( JO L 369 , σ . 6 ), ο οποίος ετροποποίησε τίς διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως οσον αφορά τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν , καθώς καί τήν έλλειψη νομιμότητος τού κανονισμού 3086/78 τού Συμβουλίου , τής αυτής ημερομηνίας , περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται επί τών αποδοχών καί τών συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής σχετικής μέ τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν κατά τήν εφαρμογή τού ως άνω κανονισμού τροποποιήσεως τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( JO L 369 , σ . 8 ).
3 Ο προσφεύγων λαμβάνει σύνταξη βάσει τού άρθρου 77 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Δυνάμει τού άρθρου 45 , τρίτο εδάφιο τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ηδύνατο νά επιλέξει νά καταβάλλονται οι συνταξιοδοτικές παροχές είτε στό νόμισμα τής χώρας καταγωγής του είτε στό νόμισμα τής χώρας διαμονής του είτε ακόμη στό νόμισμα τής εδρας τού οργάνου στό οποίο ανήκε , πρίν από τήν συνταξιοδότησή του . Ο προσφεύγων , ο οποίος εγκατεστάθη στήν χώρα καταγωγής του , τήν Ιταλία , επέλεξε νά καταβάλλονται οι παροχές στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ειχε προσωρινώς τήν εδρα της η Επιτροπή , δηλαδή σέ βελγικά φράγκα .
4 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 82 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , επί τών συντάξεων εφαρμόζεται συντελεστής αναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τών άρθρων 64 καί 65 , παράγραφος 2 , γιά τήν χώρα τών Κοινοτήτων , στήν οποία ο δικαιούχος τής συντάξεως δηλώνει οτι έχει κατοικία· οι συντάξεις αυτές καταβάλλονται σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στό άρθρο 63 περί καταβολής τών αποδοχών .
5 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σύμφωνα μέ τό κείμενο πού ίσχυε μέχρι τό τέλος τού έτους 1978 , οριζαν : «Οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού έχουν γίνει δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , αναλόγως μέ τίς συνθήκες διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους διορισμού· ο συντελεστής αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού διορίζονται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι τήν 1η Ιανουαρίου 1962 ίσος πρός 100 % .
6 Από τό 1971 , τά νομίσματα ορισμένων Κρατών μελών , μεταξύ τών οποίων η ιταλική λιρέτα , υπετιμήθησαν προοδευτικώς σέ σημαντικό βαθμό σέ σχέση μέ τήν αξία πού ειχαν τό 1965 . Αρχικώς , μέχρι τό 1978 , τό Συμβούλιο δέν ετροποποίησε τίς τιμές συναλλάγματος πού καθορίζονται στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· εν τούτοις , προκειμένου νά διατηρήσει τήν αγοραστική δύναμη τών συντάξεων πού κατεβάλλοντο σέ υποτιμημένο νόμισμα , ηύξησε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής , πού αναφέρονται στό άρθρο 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , γιά τίς χώρες , τό νόμισμα τών οποίων ειχε υποτιμηθεί .
7 Κατά συνέπεια , στήν περίπτωση τών συνταξιούχων πού διέμεναν στήν Ιταλία καί επέλεξαν νά καταβάλλονται οι παροχές σέ ιταλικές λιρέτες , η μείωση τής αγοραστικής δυνάμεως τών υπολογιζομένων βάσει τών παλαιών ισοτιμιών ποσών αντεσταθμίζετο από τήν αύξηση τού εφαρμοστέου γιά τήν Ιταλία συντελεστού αναπροσαρμογής . Εν τούτοις , στίς συντάξεις πού εχορηγούντο στούς συνταξιούχους , οι οποίοι , οπως ο προσφεύγων , ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ βελγικά φράγκα , τό ποσό τών οποίων ηδύνατο νά μετατρέπεται σέ ιταλικές λιρέτες μέ τήν ημερήσια τιμή συναλλάγματος καί οι οποίοι , συνεπώς , δέν εξετίθεντο σέ παρόμοιο κίνδυνο μειώσεως τής αγοραστικής δυνάμεως , εφηρμόσθη ο ίδιος ηυξημένος συντελεστής αναπροσαρμογής , δεδομένου οτι ο τελευταίος έτυχε γενικής εφαρμογής .
8 Κατ’ αυτόν τόν τρόπο , τά ποσά πού κατεβάλλοντο πράγματι στούς συνταξιούχους πού διέμεναν στήν Ιταλία , αλλά ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ βελγικά φράγκα , ηυξήθησαν προοδευτικώς , μεταξύ τού 1971 καί τού 1978 , εκ μόνου τού λόγου οτι εφηρμόσθη σ’ αυτά ο ηυξημένος συντελεστής αναπροσαρμογής , τελικώς δέ τά ποσά αυτά ηταν πολύ υψηλότερα από εκείνα πού κατεβάλλοντο στούς συνταξιούχους πού διέμεναν στήν Ιταλία καί ειχαν επιλέξει τήν καταβολή σέ ιταλικές λιρέτες .
9 Μέ τόν κανονισμό 3085/78 ετερματίσθη η εφαρμογή τού ανωτέρω συστήματος , δεδομένου οτι οι παλαιές ισοτιμίες αντικατεστάθησαν από τήν εφαρμογή τών αναπροσαρμοζομένων τιμών συναλλάγματος . Συγχρόνως , ο κανονισμός 3086/78 επανέφερε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής στήν αρχική λειτουργία τους , η οποία συνίστατο στήν άμβλυνση τών διαφορών τών συνθηκών διαβιώσεως σέ σχέση μέ εκείνες πού υφίστανται στίς χώρες πού έχουν προσωρινώς τήν εδρα τους οι Κοινότητες . Ως εκ τούτου , ο εφαρμοστέος στήν Ιταλία συντελεστής αναπροσαρμογής εμειώθη αισθητώς .
10 Οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 ειχαν εφαρμογή από τήν 1η Απριλίου 1979 . Πάντως , τό άρθρο 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 ορίζει :
«Εν τούτοις , γιά τίς συντάξεις καί τίς αποζημιώσεις , τά καθαρά ποσά τών οποίων υφίστανται μείωση σέ σχέση μέ τό ποσό πού προκύπτει από τήν εφαρμογή τού τωρινού συστήματος , ο παρών κανονισμός θά εφαρμόζεται μόνον από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 . Μετά τήν ανωτέρω ημερομηνία , η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών , οπως αυτά προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού παρόντος κανονισμού , καί τών ποσών πού εισεπράχθησαν γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο 1979 , θά μειώνεται κατά ενα δέκατο μηνιαίως.»
11 Στίς 19 Οκτωβρίου 1979 , η Επιτροπή εγνώρισε στόν προσφεύγοντα οτι τό νέο σύστημα θά εφηρμόζετο επί τής συντάξεώς του από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 . Τό καθαρό ποσό τής παροχής , ανερχόμενο σέ 72 850 FB τόν Σεπτέμβριο τού 1979 , θά εμειώνετο σέ 34 910 FB· εν τούτοις , κατ’ εφαρμογή τού άρθου 4 εδάφιο 3 τού προαναφερθέντος κανονισμού 3085/78 , η μείωση θά επήρχετο κατά ενα δέκατο μηνιαίως από τόν Οκτώβριο τού 1979 εως τόν Ιούλιο τού 1980 .
12 Δεδομένου οτι δέν εδόθη απάντηση στήν υποβληθείσα στίς 27 Δεκεμβρίου 1979 ένσταση κατά τής εν λόγω αποφάσεως εντός τής προβλεπομένης από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμίας τών τεσσάρων μηνών , ο προσφεύγων ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή .
13 Πρός θεμελίωση τής προσφυγής του ο προσφεύγων προβάλλει τούς ακόλουθους ισχυρισμούς , οι οποίοι στηρίζονται στήν παραβίαση ουσιωδών τύπων :
1 ) Από τό άρθρο 24 τής συνθήκης τής 24ης Απριλίου περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκύπτει οτι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων δέν δύναται νά θεσπισθεί εγκύρως , παρά μόνον αφού προηγηθεί διαβούλευση τών ενδιαφερομένων οργάνων . Η Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή καί τό Ελεγκτικό Συνέδριο ειναι όργανα κατά τήν έννοια τής εν λόγω διατάξεως , ο δέ κανονισμός 3085/78 εξεδόθη χωρίς νά προηγηθεί η απαιτουμένη διαβούλευση .
2)Προηγήθη διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί προτάσεως τής Επιτροπής , η οποία διέφερε αισθητώς τού κειμένου τών κανονισμών , πού εθεσπίσθη από τό Συμβούλιο , ουτως ωστε νά μή έχει προηγηθεί κατ’ ουσίαν διαβούλευση επί τού κειμένου πού υιοθέτησε τό Συμβούλιο .
14 Παρόμοιους ισχυρισμούς , εν αναφορά πρός τούς κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 , εξέτασε τό Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) στό πλαίσιο ορισμένων διαφορών ως πρός τό δικαίωμα τών υπαλλήλων νά προβαίνουν σέ μεταφορές ποσών δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ιδίως στήν απόφαση τής 4ης Φεβρουαρίου 1982 επί τής υποθέσεως Battaglia 1253/79 ( μή δημοσιευθείσα ακόμη στήν Συλλογή ). Γιά τούς λόγους πού έχουν ήδη αναφερθεί στήν ανωτέρω απόφαση , οι ισχυρισμοί τού προσφεύγοντος δέν ειναι βάσιμοι .
15 Όσον αφορά τά αποτελέσματα τών κανονισμών , ο προσφεύγων ισχυρίζεται κατ’ αρχάς οτι οι επίδικοι κανονισμοί , καθώς καί η ληφθείσα σέ εκτέλεσή τους προσβαλλομένη απόφαση , δέν δύνανται νά τόν στερήσουν από ενα καθορισμένου περιεχομένου συνταξιοδοτικό δικαίωμα , τό οποίο εγεννήθη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 77 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Σύμφωνα μέ θεμελιώδη αρχή τού δικαίου , νομοθετικά μέτρα δέν δύνανται νά στερήσουν ενα άτομο από κεκτημένα δικαιώματα . Νομοθετικά μέτρα , τά οποία έχουν αναδρομικό αποτέλεσμα , καί αφαιρούν έτσι ήδη κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα , παραβιάζουν τήν εν λόγω γενική αρχή τού δικαίου καί ειναι αντίθετα πρός τήν πρακτική τών Κρατών μελών , οσον αφορά τό συνταξιοδοτικό σύστημα τών δημοσίων υπαλλήλων .
16 Συναφώς πρός τά ανωτέρω πρέπει νά παρατηρηθεί οτι οι διατάξεις τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διακρίνουν σαφώς μεταξύ τού καθορισμού τού «συνταξιοδοτικού δικαιώματος» , θέμα πού υπάγεται στό κεφάλαιο 2 τού παραρτήματος , καί τής «καταβολής τών παροχών» πού διέπεται από τά άρθρα 45 καί 46 τού παραρτήματος . Τά επιχειρήματα πού προβάλλει ο προσφεύγων εκκινούν από τήν άποψη οτι εμειώθη τό κατά τήν έννοια τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως «συνταξιοδοτικό του δικαίωμα» .
17 Οι επελθούσες ομως μεταβολές τών ποσών πού πράγματι κατεβάλλοντο στόν προσφεύγοντα , προέκυψαν από τήν διαφοροποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής . Οι μεταβολές αυτές , άν καί επηρέασαν τήν καταβολή τών παροχών κατά τήν έννοια τών άρθρων 45 καί 46 τού παραρτήματος VIII , δέν προσέβαλαν , πάντως , τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα τού προσφεύγοντος , οπως εγεννήθη τό δικαίωμα αυτό κατ’ εφαρμογή τού κεφαλαίου 2 τού παραρτήματος VIII καί εξακολουθεί νά χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού τών πράγματι καταβαλλομένων παροχών .
18 Εκ τών ανωτέρω επεται οτι ο εν λόγω ισχυρισμός δέν ειναι ουσιώδης καί οτι , συνεπώς , δέν ειναι αναγκαίο νά εξετασθεί .
19 Περαιτέρω , ο προσφεύγων υποστηρίζει οτι η εφαρμογή τών επικρινομένων διατάξεων ενέχει διακρίσεις . Η Επιτροπή εξέδωσε ορισμένες διοικητικές διατάξεις γιά χρονικό διάστημα πέντε ετών υπέρ ορισμένων δικαιούχων παροχών γιά πρόσωπα εξομοιούμενα πρός συντηρούμενα , όφειλε δέ νά λάβει παρόμοια απόφαση καί γιά τούς συνταξιούχους , οπως ο προσφεύγων .
20 Εν προκειμένω , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι η διάκριση , υπό τήν νομική της έννοια , συνίσταται στήν ομοία μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων ή στήν διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων . Η μεταχείριση τών προσώπων πού εξομοιούνται πρός συντηρούμενα πρόσωπα δέν αφορά ουδόλως τήν κατάσταση τού προσφεύγοντος καί , κατά συνέπεια , τό επιχείρημα αυτό πρέπει νά απορριφθεί .
21 Τέλος , ο προσφεύγων διατείνεται οτι η μείωση τών καταβαλλομένων κατ’ εφαρμογή τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 συνταξιοδοτικών παροχών παραβιάζει ορισμένες γενικές αρχές τού δικαίου , οι οποίες προστατεύονται από τό κοινοτικό δίκαιο . Ισχυρίζεται , σχετικώς , οτι εδικαιούτο νά προσδοκά τήν συνεχή καταβολή τών παροχών πού τού ειχαν χορηγηθεί καί τό υψος τών οποίων ηταν καθοριστικό γιά τήν επιλογή τού τρόπου μέ τόν οποίο θά έζη ως συνταξιούχος .
22 Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει νά ληφθεί υπό τήν έννοια οτι προβάλλεται η παραβίαση τής αρχής τής προστασίας τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης , τήν οποία τό προσωπικό τών Κοινοτήτων δύναται νά έχει ως πρός τήν τήρηση τών υποχρεώσεων πού αναλαμβάνουν τά όργανα .
23 Η Επιτροπή υπεστήριξε τήν νομιμότητα τού καθορισμού τών συντελεστών αναπροσαρμογής στόν κανονισμό 3086/78 , επικαλούμενη δύο επιχειρήματα . Αφ’ ενός , η διατήρηση τού παλαιού συστήματος θά ειχε ως αποτέλεσμα νά διαιωνισθεί αδικαιολογήτως μία ανισότης καθισταμένη προοδευτικώς εμφανέστερη , μεταξύ δύο κατηγοριών συνταξιούχων , αναλόγως τής επιλογής πού θά έκαναν , σύμφωνα μέ τό άρθρο 45 τού παραρτήματος VIII , νά πληρώνονται σέ βελγικά φράγκα ή στό νόμισμα τής χώρας διαμονής του . Αφ’ ετέρου , τό νέο σύστημα , οπως απορρέει ιδίως από τούς κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 , έχει μάλλον ως αποτέλεσμα νά επαναφέρει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής στήν λειτουργία πού εξεπλήρουν βάσει τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , παρά νά τούς χρησιμοποιήσει πρός αντιστάθμιση τών νομισματικών διακυμάνσεων .
24 Πρέπει νά παρατηρηθεί οτι τό νέο σύστημα εισήχθη προκειμένου νά εξομαλυνθεί μία κατάσταση , η οποία ειχε επιδεινωθεί λόγω τών νομισματικών διακυμάνσεων καί τής παρατεινομένης εφαρμογής προσωρινών μέτρων πρός αντιμετώπιση τών διακυμάνσεων αυτών . Ταυτοχρόνως , κατέστη δυνατό νά επανέλθουν οι διάφορες κατηγορίες συνταξιούχων πού διέμεναν σέ χώρες μέ αδύνατο νόμισμα σέ μία κατάσταση , υπό τήν οποία διεσφαλίζετο η ίση μεταχείρηση .
25 Δεδομένου οτι κανένα από τά όργανα τής Κοινότητος δέν ανέλαβε τήν υποχρέωση νά διατηρήσει μία ευνοϊκή γιά συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων κατάσταση , η οποία προέκυπτε από τήν εφαρμογή τών εν λόγω προσωρινών μέτρων , ο ισχυρισμός τού προσφεύγοντος πρέπει νά απορριφθεί , καθ’ οσον αναφέρεται στήν εισαγωγή τού νέου συστήματος αυτού καθαυτού .
26 Όσον αφορά τίς λεπτομέρειες εφαρμογής τής εν λόγω εισαγωγής , πρέπει νά επισημανθεί οτι η προοδευτική αύξηση τών παροχών πού οφείλονται στήν κατηγορία τών συνταξιούχων , στήν οποία εμπίπτει ο προσφεύγων , ηταν αποτέλεσμα τών δισταγμών τού Συμβουλίου νά τροποποιήσει τίς σχετικές μέ τίς τιμές συναλλάγματος διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Παρ’ ολον οτι η ανωτέρω αύξηση επήλθε σέ χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών , τό Συμβούλιο εν τούτοις απεφάσισε , θεσπίζοντας τό άρθρο 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 , νά υποστούν οι συνταξιούχοι τήν απώλεια τής εν λόγω αυξήσεως μετά από σχετικώς βραχεία μεταβατική περίοδο , δεδομένου οτι εφηρμόσθη από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 , δηλαδή εξη μήνες μετά τήν έναρξη τής ισχύος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , ενα σύστημα μηνιαίων μειώσεων , τό οποίο εκλιμακώνετο σέ χρονικό διάστημα δέκα μηνών .
27 Πρέπει νά τονισθεί οτι η επιδείνωση τής καταστάσεως , οπως εξεδηλώθη πρίν από τή έκδοση τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , δέν ηδύνατο μέ κανέναν τρόπο νά αποδοθεί στήν συμπεριφορά τών συνταξιούχων· η εν λόγω παρατεινομένη προοδευτική επιδείνωση οφείλετο στήν απραξία τού Συμβουλίου , τό οποίο δέν αναπροσήρμοσε τίς τιμές συναλλάγματος , οι οποίες δέν ειχαν πλέον καμμία σχέση μέ τήν οικονομική πραγματικότητα .
28 Άν η εν λόγω απραξία τού Συμβουλίου δύναται κατά κάποιον τρόπο νά εξηγηθεί , δέν ειναι δυνατόν νά μή ληφθεί εξ ίσου υπ’ όψη τό γεγονός οτι οι συνταξιούχοι πού ευνοούντο από τήν απραξία αυτή ηδύναντο νά αναμένουν οτι τό Συμβούλιο θά λάβει υπ’ όψη τήν κατάσταση , στήν οποία τούς έφερε η παρατεινομένη εφαρμογή τού προσωρινού συστήματος . Αυτό ειναι αληθές ιδίως οσον αφορά τίς συντάξεις , οι οποίες προορίζονται νά διασφαλίσουν ενα ικανοποιητικό επίπεδο διαβιώσεως στούς υπαλλήλους πού έχουν αποχωρήσει από τήν υπηρεσία τών Κοινοτήτων .
29 Επομένως , τό Συμβούλιο δέν ηδύνατο , χωρίς νά παραβιάσει τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τών συνταξιούχων , νά καθορίσει μετά από χρονικό διάστημα απραξίας περισσοτέρων ετών , μία μεταβατική περίοδο γιά τήν προοδευτική μείωση τών καταβαλλομένων ποσών , η οποία νά καλύπτει μόλις διάστημα δέκα μηνών . Γιά τήν εν λόγω πράξη θά έπρεπε νά προβλεφθεί τουλάχιστον τό διπλό χρονικό διάστημα .
30 Συνεπώς , ο λόγος πού στηρίζεται στήν παραβίαση τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ειναι βάσιμος , καθ’ οσον αναφέρεται στήν διάρκεια τού μεταβατικού συστήματος πού καθόρισε τό άρθρο 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 .
31 Εκ τών ανωτέρω επεται οτι ελλείψει συννόμου μεταβατικού συστήματος , η Επιτροπή δέν ειχε τήν εξουσία νά προβεί σέ εφαρμογή τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 επί τού προσφεύγοντος καί οτι , ως εκ τούτου , συντρέχει λόγος ακυρώσεως τής προσβαλλομένης αποφάσεως .
32 Εναπόκειται στά αρμόδια όργανα νά λάβουν τά αναγκαία μέτρα πρός θεραπεία τής διαπιστωθείσης παρανομίας καί πρός καθορισμό , ιδίως , μέ αναδρομική ισχύ , τού προσήκοντος μεταβατικού συστήματος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
33 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 3 τού κανονισμού διαδικασίας , τό Δικαστήριο δύναται νά συμψηφίσει τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση τής Επιτροπής περί μειώσεως τής συντάξεως τού προσφεύγοντος , η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 4 τού κανονισμού 3085/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( JO L 369 , σ . 6 ) καί εγνωστοποιήθη στόν προσφεύγοντα μέ υπόμνημα τής 19ης Οκτωβρίου 1979 .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy