Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Σύμβαση περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως τών αποφάσεων — Αναγνώριση καί εκτέλεση τών αποφάσεων — Λόγοι αρνήσεως — Έλλειψη προσηκούσης καί εμπροθέσμου επιδόσεως ή κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου στόν ερημοδικήσαντα εναγόμενο — Εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο — Έννοια
( Σύμβαση τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 άρθρο 27 περίπτωση 2 )
2 . Σύμβαση περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως τών αποφάσεων — Αναγνώριση καί εκτέλεση τών αποφάσεων — Λόγοι αρνήσεως — Έλλειψη προσηκούσης καί εμπροθέσμου επιδόσεως ή κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου στόν ερημοδικήσαντα εναγόμενο — Εμπρόθεσμη επίδοση ή κοινοποίηση — Εκτίμηση από τόν δικαστή τού κράτους τής εκτελέσεως — Προθεσμία πού πρέπει νά ληφθεί υπ’ όψη
( Σύμβαση τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 άρθρο 27 περίπτωση 2 )
3 . Σύμβαση περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως τών αποφάσεων — Αναγνώριση καί εκτέλεση τών αποφάσεων — Λόγοι αρνήσεως — Έλλειψη προσηκούσης καί εμπροθέσμου επιδόσεως ή κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου στόν ερημοδικήσαντα εναγόμενο — Συνέπεια σέ περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά τής ερήμην αποφάσεως , τό οποίο απερρίφθη ως απαράδεκτο από δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως
( Σύμβαση τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 άρθρο 27 περίπτωση 2 )
4 . Σύμβαση περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως τών αποφάσεων — Αναγνώριση καί εκτέλεση τών αποφάσεων — Λόγοι αρνήσεως — Έλλειψη προσηκούσης καί εμπροθέσμου επιδόσεως ή κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου στόν ερημοδικήσαντα εναγόμενο — Απόφαση δικαστηρίου τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως μέ τήν οποία αναγνωρίζεται τό νομότυπο τής επιδόσεως ή κοινοποιήσεως — Υποχρέωση τού δικαστού τού κράτους τής εκτελέσεως νά εξετάσει κατά πόσον η επίδοση ή κοινοποίηση έγινε εμπροθέσμως
( Σύμβαση τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 άρθρο 27 περίπτωση 2 )
5 . Σύμβαση περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως τών αποφάσεων — Αναγνώριση καί εκτέλεση τών αποφάσεων — Λόγοι αρνήσεως — Έλλειψη προσηκούσης καί εμπροθέσμου επιδόσεως ή κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου στόν ερημοδικήσαντα εναγόμενο — Εμπρόθεσμη επίδοση ή κοινοποίηση — Εκτίμηση από τόν δικαστή τού κράτους τής εκτελέσεως — Χρονικό σημείο από τό οποίο αρχίζει νά μετρά η τασσομένη στόν εναγόμενο προθεσμία
( Σύμβαση τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 άρθρο 27 περίπτωση 2 )
Περίληψη
1 . Ο ορος «εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο» , πού αναφέρει τό άρθρο 27 περίπτωση 2 τής συμβάσεως τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως τών αποφάσεων επί αστικών καί εμπορικών υποθέσεων , περιλαμβάνει πράξεις , οπως η διαταγή πληρωμής ( Zahlungsbefehl ) τού γερμανικού δικαίου , η κοινοποίηση τής οποίας επιτρέπει στόν αιτούντα , σύμφωνα μέ τό δίκαιο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως , νά προκαλέσει , άν αδρανήσει ο καθ’ ου , τήν έκδοση αποφάσεως πού δύναται νά αναγνωρισθεί καί εκτελεσθεί κατά τίς διατάξεις τής συμβάσεως .
Δικαστική απόφαση , οπως η διάταξη περί προσωρινής εκτελέσεως ( Vollstreckungsbefehl ) τού γερμανικού δικαίου , πού εξεδόθη μετά τήν κοινοποίηση τής διαταγής πληρωμής καί πού ειναι κατά τήν σύμβαση εκτελεστή , δέν εμπίπτει στόν ορο «εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο» .
2 . Ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως , γιά νά κρίνει άν εδόθη στόν καθ’ ου η δυνατότης υπερασπίσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 27 περίπτωση 2 , πρέπει νά λάβει υπ’ όψη του μόνο τήν προθεσμία , πού διαθέτει ο καθ’ ου , γιά νά αποφύγει τήν έκδοση ερήμην αποφάσεως , εκτελεστής κατά τήν σύμβαση , οπως πχ . συμβαίνει μέ τήν προθεσμία προβολής αντιρρήσεων ( Widerspruch ) κατά τό γερμανικό δίκαιο .
3 . Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 τής συμβάσεως , πού αναφέρεται στόν δικαστή πού επελήφθη τής διαδικασίας αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως εντός άλλου συμβαλλόμενου κράτους , εξακολουθεί νά εφαρμόζεται καί στήν περίπτωση πού ο καθ’ ου ήσκησε ανακοπή κατά τής ερήμην αποφάσεως καί δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως απέρριψε ως απαράδεκτη τήν ανακοπή , επειδή ειχε παρέλθει η σχετική προθεσμία .
4 . Ακόμα καί άν δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως , υστερα από ιδιαίτερη κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία , απεφάνθη οτι η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν προσηκόντως , τό άρθρο 27 περίπτωση 2 τής συμβάσεως απαιτεί από τόν δικαστή τού κράτους τής εκτελέσεως νά εξετάσει τουλάχιστον κατά πόσον η ανωτέρω επίδοση ή κοινοποίηση έγιναν εμπροθέσμως , κατά τρόπο πού νά παρεσχέθη στόν εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως .
5 . Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 τής συμβάσεως δέν απαιτεί απόδειξη περί τού οτι ο εναγόμενος έλαβε πράγματι γνώση τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου . Κατά κανόνα , ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως δύναται νά περιορισθεί στήν εξέταση τού άν η προθεσμία πού αρχίζει νά μετρά από τήν ημέρα πού έγινε προσηκόντως επίδοση ή κοινοποίηση ήρκει γιά νά παράσχει στόν εναγόμενο τήν δυνατότητα νά αμυνθεί εμπροθέσμως . Πάντως , στόν εν λόγω δικαστή εναπόκειται καί η εκτίμηση τού γεγονότος άν στήν συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται εξαιρετικές συνθήκες , τέτοιες πού η επίδοση ή η κοινοποίηση , άν καί προσήκουσες , δέν αρκούν πάντως γιά νά αρχίσει νά μετρά η σχετική προθεσμία .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 166/80 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Hoge Raad τών Κάτω Χωρών πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογήν τού πρωτοκόλλου τής 3ης Ιουνίου 1971 περί ερμηνείας υπό τού Δικαστηρίου τής συμβάσεως τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως αποφάσεων επί αστικών καί εμπορικών υποθέσεων , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής εκκρεμούσης ενώπιον τού παραπέμποντος δικαστηρίου αναιρέσεως ,
PETER KLOMPS
κατά
KARL MICHEL ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 27 καί 52 τής συμβάσεως ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ απόφαση τής 8ης Ιουλίου 1980 , η οποία περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 15 Ιουλίου 1980 , τό Hoge Raad τών Κάτω Χωρών , δυνάμει τού πρωτοκόλλου τής 3ης Ιουνίου 1971 περί ερμηνείας υπό τού Δικαστηρίου τής συμβάσεως τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως αποφάσεων επί αστικών καί εμπορικών υποθέσεων , υπέβαλε πέντε προδικαστικά ερωτήματα , από τά οποία τά τέσσερα πρώτα αφορούν τήν ερμηνεία τού άρθρου 27 περίπτωση 2 τής εν λόγω συμβάσεως , ενώ τό πέμπτο αναφέρεται στό άρθρο 52 τής ιδίας συμβάσεως .
2 Τά ανωτέρω ερωτήματα υπεβλήθησαν στό Δικαστήριο στό πλαίσιο μιάς κατ’ αναίρεση δίκης εναντίον αποφάσεως τού Arrondissementsrechtbank τού Roermond , τής 20ής Σεπτεμβρίου 1979 , μέ τήν οποία απερρίφθη η ανακοπή πού ησκήθη κατά τής διατάξεως τής 27ης Ιουνίου 1978 , μέ τήν οποία ο πρόεδρος αυτού τού δικαστηρίου εκήρυξε εκτελεστή , στίς Κάτω Χώρες , δυνάμει τών διατάξεων τής συμβάσεως , μιά διαταγή πληρωμής καί τήν αντίστοιχη διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεώς της , πού εξεδόθησαν από γερμανικά δικαστήρια στό πλαίσιο τής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής ( Mahnverfahren ).
3 Η διαταγή πληρωμής ( Zahlungsbefehl ) δέν εκοινοποιήθη προσωπικώς στόν καθ’ ου , αλλά επειδή ηταν απών κατετέθη στό ταχυδρομείο καί τού απεστάλη ειδο ποίηση στήν διεύθυνση πού υπέδειξε ο αιτών στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , γεγονός τό οποίο , βάσει τής γερμανικής νομοθεσίας , ισοδυναμούσε μέ κοινοποίηση σ’ αυτήν τήν διεύθυνση . Σύμφωνα μέ τήν νομοθεσία πού ίσχυε τότε , ο καθ’ ου διέθετε , γιά νά ασκήσει αντιρρήσεις ( Widerspruch ) προθεσμία όχι μικρότερη τών τριών ημερών , πού ομως παρετείνετο μέχρι τό χρονικό σημείο , πού τό δικαστήριο θά εξέδιδε τήν διαταγή του περί προσωρινής εκτελέσεως ( Vollstreckungsbefehl ). Στήν προκειμένη περίπτωση αυτή η προθεσμία ηταν εξι ημερών . Μετά τήν κοινοποίηση τής διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως , η οποία έγινε μέ τόν ίδιο τρόπο , ο καθ’ ου διέθετε μία δεύτερη προθεσμία μιάς εβδομάδος γιά νά ασκήσει ανακοπή ( Einspruch ).
Εν τούτοις , άφησε νά περάσουν τέσσερις μήνες πρίν ασκήσει ανακοπή καί ισχυρίσθη οτι κατά τόν χρόνο τής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής κατοικούσε στίς Κάτω Χώρες . Η ανακοπή απερρίφθη ως εκπρόθεσμη , μετά από κατ’ αντιδικία διαδικασία , κατά τή διάρκεια τής οποίας τό γερμανικό δικαστήριο εξήτασε τό ζήτημα τής κατοικίας γιά νά εξακριβώσει τό νομότυπο τής κοινοποιήσεως καί κατέληξε στό συμπέρασμα οτι ο ενδιαφερόμενος ειχε , κατά τό γερμανικό δίκαιο , τήν κατοικία του στήν διεύθυνση , πού έγιναν οι κοινοποιήσεις .
4 Από τήν δικογραφία συνάγεται επίσης οτι κατά τήν γερμανική νομοθεσία , οι αντιρρήσεις ηταν δυνατόν νά υποβληθούν τελείως ατύπως , χωρίς προβολή λόγων , ακόμη καί δι’ αντιπροσώπου , καί χωρίς νά χρειάζεται ο αντιπρόσωπος νά αποδείξει οτι τού εδόθη προσηκόντως η εντολή . Τόσο η νομότυπη άσκηση ανακοπής κατά διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως , οσο καί οι αντιρρήσεις κατά τής διαταγής πληρωμής , ειχαν ως αποτέλεσμα τήν μεταβολή τής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής σέ κατ’ αντιδικία διαδικασία , αλλά η διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως παρέμενε προσωρινώς εκτελεστή , παρά τήν ασκηθείσα ανακοπή , καί ισοδυναμούσε συνεπώς μέ ερήμην απόφαση .
5 Κατά τήν διάρκεια τών διαδικασιών ενώπιον τών ολλανδικών δικαστηρίων ο καθ’ ου καί ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται οτι η αναγνώριση καί κατά συνέπεια η εκτέλεση στίς Κάτω Χώρες τών αποφάσεων , πού εξεδόθησαν εναντίον του από τά γερμανικά δικαστήρια , αντέβαιναν πρός τό άρθρο 27 περίπτωση τής 2 συμβάσεως , τό οποίο ορίζει οτι :
«Δέν αναγνωρίζονται οι αποφάσεις :
. . .
2 . άν τό εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο δέν επεδόθη ή εκοινοποιήθη στόν ερημοδικήσαντα εναγόμενο προσηκόντως καί εμπροθέσμως , ωστε νά τού παρασχεθεί η δυνατότης υπερασπίσεως·
. . .
6 Υπό αυτές τίς συνθήκες , τό Hoge Raad απεφάσισε νά αναβάλει τήν δίκη καί νά ζητήσει από τό Δικαστήριο νά απαντήσει στά ακόλουθα ερωτήματα :
«1 . Η διαταγή πληρωμής καί αντιστοίχως η διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως πού εξεδόθησαν σύμφωνα μέ τήν γερμανική νομοθεσία πού ίσχυε τό 1976 θεωρούνται ως «εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο» κατά τήν έννοια τού άρθρου 27 περίπτωση 2 τής συμβάσεως ;
2.Άν , σέ περίπτωση , οπως η υπό κρίση , γίνει δεκτό οτι η διαταγή πληρωμής ( «Zahlungsbefehl» ) αποτελεί τό εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο κατά τήν έννοια τού άρθρου 27 περίπτωση 2 , πρέπει , γιά νά δοθεί απάντηση στό ερώτημα , άν τό εν λόγω έγγραφο εκοινοποιήθη στόν καθ’ ου εμπροθέσμως , ωστε νά τού παρασχεθεί η δυνατότης υπερασπίσεως , νά ληφθεί υπ’ όψη μόνον η προθεσμία γιά τήν προβολή αντιρρήσεων ( «Widerspruch» ) κατά τής διαταγής πληρωμής ή πρέπει νά ληφθεί υπ’ όψη επίσης τό γεγονός οτι μετά τήν πάροδο τής προθεσμίας αυτής ο καθ’ ου δικαιούται νά ασκήσει ανακοπή ( «Einspruch» ) κατά τής διαταγής περί προσωρινής εκτελέσεως ( «Vollstreckungsbefehl» ) εντός νέας προθεσμίας ;
3.Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 εφαρμόζεται οταν ο καθ’ ου ήσκησε ανακοπή κατά τής ερήμην αποφάσεως εντός τού κράτους , οπου ο δικαστής εξέδωσε τήν απόφαση , τής οποίας ζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση ( ο πρώτος δικαστής ) καί άν η ανακοπή ειχε απορριφθεί ως απαράδεκτη από τόν πρώτο δικαστή , επειδή εξέπνευσε η προθεσμία πού ειχε ταχθεί γιά τήν άσκησή της ;
4.Άν ο πρώτος δικαστής εδέχθη οτι κατά τήν ημέρα τής κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου ο καθ’ ου κατοικούσε στό κράτος πού εδρεύει ο δικαστής αυτός , έτσι ωστε από τήν άποψη αυτή η κοινοποίηση νά έγινε νομοτύπως , τό άρθρο 27 περίπτωση 2 επιβάλλει νά εξετασθεί τό ζήτημα κατά πόσον η εν λόγω κοινοποίηση έγινε εμπροθέσμως ωστε νά παρασχεθεί στόν εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως ; Επί καταφατικής απαντήσεως , η εξέταση αυτή πρέπει νά περιορισθεί στό άν τό σχετικό δικόγραφο επεδόθη στήν κατοικία τού καθ’ ου εμπροθέσμως ή πρέπει νά ερευνηθεί , παραδείγματος χάρη , καί κατά πόσο τό γεγονός τής επιδόσεώς του στήν εν λόγω κατοικία παρέχει αρκετά εχέγγυα οτι τό δικόγραφο περιήλθε εμπροθέσμως στόν καθ’ ου προσωπικώς ;
5.Ως πρός τό άρθρο 52 , έχει σημασία γιά τίς απαντήσεις πού πρέπει νά δοθούν στά ερωτήματα πού τίθενται υπό τόν ανωτέρω αριθμό 4 τό οτι ο δικαστής τού κράτους , στό οποίο ζητείται η αναγνώριση ή η εκτέλεση κρίνει οτι , σύμφωνα μέ τό δίκαιο τού κράτους αυτού , ο καθ’ ου ειχε τήν κατοικία του σ’ αυτό κατά τήν ημέρα τής κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου;»
7 Πρίν δοθεί απάντηση σ’ αυτά τά ερωτήματα , πρέπει νά τονισθεί οτι η σύμβαση τών Βρυξελλών περιέχει , στόν τίτλο ΙΙ , διατάξεις , οι οποίες ρυθμίζουν , ευθέως καί λεπτομερώς , τήν αρμοδιότητα τών δικαστηρίων τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως , οπως καί διατάξεις περί τού ελέγχου αυτής τής αρμοδιότητος καί περί τού παραδεκτού . Οι διατάξεις αυτές , οι οποίες δεσμεύουν τόν δικαστή τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως , αποβλέπουν στήν εξασφάλιση τών συμφερόντων τών εναγομένων . Τό γεγονός αυτό επέτρεψε , ωστε στό στάδιο τής αναγνωρίσεως καί τής εκτελέσεως πού ρυθμίζεται στόν τίτλο ΙΙΙ τής συμβάσεως , νά διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία τών αποφάσεων εντός τής Κοινότητος , μέ απλοποίηση τής διαδικασίας περιαφής τού εκτελεστηρίου τύπου καί μείωση τού αριθμού τών λόγων , πού δύνανται νά αντιταχθούν στήν αναγνώριση καί εκτέλεση τών αποφάσεων . Στούς ανωτέρω λόγους περιλαμβάνεται αυτός πού βασίζεται στό άρθρο 27 περίπτωση 2 , τό οποίο , μέ μόνο σκοπό τήν προστασία τών δικαιωμάτων τής υπερασπίσεως , προβλέπει τήν άρνηση τής αναγνωρίσεως καί , βάσει τού άρθρου 34 , τήν άρνηση τής εκτελέσεως , στήν εξαιρετική περίπτωση οπου οι εγγυήσεις πού προβλέπονται από τήν νομοθεσία τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως καί από τήν ίδια τήν σύμβαση δέν επαρκούν γιά νά εξασφαλίσουν στόν εναγόμενο τήν δυνατότητα νά αμυνθεί ενώπιον τού δικαστού τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως . Η διάταξη πού επεκαλέσθη ο αναιρεσείων στήν κυρία δίκη πρέπει νά εξετασθεί υπό τό φώς αυτών τών σκέψεων .
Επί τών δύο πρώτων ερωτημάτων
8 Μέ τό πρώτο ερώτημα τό Hoge Raad ερωτά άν , σέ ενα σύστημα οπως αυτό πού ίσχυε στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας τό 1976 , σύμφωνα μέ τό οποίο η κοινοποίηση μιάς διαταγής πληρωμής στόν καθ’ ου επιτρέπει στόν αιτούντα , στήν περίπτωση πού ο καθ’ ου δέν προβάλλει εμπροθέσμως αντιρρήσεις , νά προκαλέσει τήν έκδοση αποφάσεως η οποία παραμένει προσωρινώς εκτελεστή , ακόμη καί μετά τήν άσκηση ανακοπής , αλλά σύμφωνα μέ τό οποίο , τόσο η ανακοπή , οσο καί οι αντιρρήσεις μεταβάλλουν τήν διαδικασία σέ κατ’ αντιδικία διαδικασία , η έννοια τού «εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου» , καλύπτει τήν διαταγή πληρωμής ( Zahlungsbefehl ) ή τήν διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως ( Vollstreckungsbefehl ).
9 Όπως ανεφέρθη ανωτέρω , τό άρθρο 27 περίπτωση 2 αποσκοπεί στό νά εξασφαλισθεί οτι μία απόφαση δέν αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται βάσει τής συμβάσεως , άν δέν έχει παρασχεθεί στόν εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως ενώπιον τού δικαστού τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως . Κατά συνέπεια , μία πράξη οπως η διαταγή πληρωμής ( Zahlungsbefehl ) τού γερμανικού δικαίου , τής οποίας η κοινοποίηση στόν καθ’ ου επιτρέπει στόν αιτούντα , στήν περίπτωση πού δέν προεβλήθησαν αντιρρήσεις , νά επιτύχει τήν έκδοση εκτελεστής αποφάσεως βάσει τής συμβάσεως , πρέπει νά κοινοποιηθεί προσηκόντως καί εμπροθέσμως , ωστε νά παρασχεθεί στόν εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως καί , κατά συνέπεια , μιά τέτοια είδους πράξη πρέπει νά θεωρηθεί οτι υπάγεται στήν έννοια τού «εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου» τού άρθρου 27 περίπτωση 2 . Αντιθέτως , μία απόφαση , οπως η διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως ( Vollstreckungsbefehl ) τού γερμανικού δικαίου , η οποία εκδίδεται μετά τήν κοινοποίηση τής διαταγής πληρωμής καί η οποία ειναι καθ’ εαυτή εκτελεστή κατά τήν σύμβαση , δέν υπάγεται στήν ανωτέρω έννοια , ακόμη καί άν η ανακοπή πού ησκήθη κατά μιάς τέτοιας αποφάσεως μεταβάλλει τήν διαδικασία , οπως ακριβώς καί οι αντιρρήσεις κατά τής διαταγής πληρωμής , σέ διαδικασία κατ’ αντιδικία .
10 Όσον αφορά τό δεύτερο ερώτημα , από τίς ίδιες τίς σκέψεις συνάγεται οτι ο δικαστής τού κράτους εκτελέσεως , γιά νά εκτιμήσει άν παρεσχέθη στόν καθ’ ου η δυνατότης υπερασπίσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 27 περίπτωση 2 , οφείλει νά λάβει υπ’ όψη μόνον τήν προθεσμία , τήν οποία διαθέτει ο καθ’ ου γιά νά αποφύγει τήν έκδοση ερήμην αποφάσεως , εκτελεστής κατά τήν σύμβαση , οπως παραδείγματος χάρη , συμβαίνει μέ τήν προθεσμία προβολής αντιρρήσεων ( Widerspruch ) κατά τό γερμανικό δίκαιο .
11 Η απάντηση συνεπώς σ’ αυτά τά δύο ερωτήματα ειναι οτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 πρέπει νά ερμηνευθεί ως εξής :
— Ο ορος «εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο» περιλαμβάνει πράξεις οπως η διαταγή πληρωμής ( «Zahlungsbefehl» ) τού γερμανικού δικαίου , η κοινοποίηση τής οποίας επιτρέπει στόν αιτούντα , σύμφωνα μέ τό δίκαιο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως , νά προκαλέσει , άν αδρανήσει ο καθ’ ου , έκδοση αποφάσεως πού δύναται νά αναγνωρισθεί καί εκτελεσθεί κατά τίς διατάξεις τής συμβάσεως .
— Μία δικαστική απόφαση , οπως η διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως ( «Vollstreckungsbefehl» ) τού γερμανικού δικαίου , πού εξεδόθη μετά τήν κοινοποίηση τής διαταγής πληρωμής καί πού ειναι κατά τήν σύμβαση εκτελεστή , δέν εμπίπτει στόν ορο «εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο» .
— Ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως , γιά νά κρίνει άν εδόθη στόν καθ’ ου η δυνατότης υπερασπίσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 27 περίπτωση 2 , πρέπει νά λάβει υπ’ όψη του μόνον τήν προθεσμία , πού διαθέτει ο καθ’ ου γιά νά αποφύγει τήν έκδοση ερήμην αποφάσεως , εκτελεστής κατά τήν σύμβαση , οπως , παραδείγματος χάρη , συμβαίνει μέ τήν προθεσμία προβολής αντιρρήσεων ( Widerspruch ) κατά τό γερμανικό δίκαιο .
Επί τού τρίτου ερωτήματος
12 Αυτό τό ερώτημα αφορά κυρίως τίς αντίστοιχες αρμοδιότητες τών δικαστηρίων τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως καί τού δικαστηρίου ενός άλλου συμβαλλομένου κράτους , τό οποίο επελήφθη διαφοράς , σχετικής μέ τήν αναγνώριση ή τήν εκτέλεση αποφάσεως , η οποία εξεδόθη στό πρώτο κράτος . Επ’ αυτού πρέπει νά τονισθεί οτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 δέν απευθύνεται στά δικαστήρια τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως , αλλά μόνον στόν δικαστή ενός άλλου συμβαλλομένου κράτους πού επελήφθη διαφοράς περί αναγνωρίσεως ή περί εκτελέσεως . Στήν περίπτωση , στήν οποία αναφέρεται τό ερώτημα , ο καθ’ ου δέν προέβαλε ισχυρισμούς επί τής ουσίας ενώπιον τού δικαστού τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως . Η απόρριψη τής ανακοπής ως απαράδεκτης σημαίνει οτι η ερήμην εκδοθείσα απόφαση παραμένει ισχυρή . Γιά τόν λόγο αυτό , σύμφωνα μέ τόν σκοπό τού άρθρου 27 περίπτωση 2 , απαιτείται , στήν περίπτωση στήν οποία αναφέρεται τό παρόν ερώτημα , νά προβεί ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως στόν έλεγχο πού προβλέπεται από τήν ανωτέρω διάταξη .
13 Επομένως , στό τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση οτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 εξακολουθεί νά εφαρμόζεται καί στήν περίπτωση πού ο καθ’ ου ήσκησε ανακοπή κατά τής ερήμην αποφάσεως καί τό δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως απέρριψε ως απαράδεκτη τήν ανακοπή , επειδή ειχε παρέλθει η σχετική προθεσμία .
Επί τού τετάρτου ερωτήματος
14 Μέ αυτό τό ερώτημα τό Hoge Raad ερωτά , πρώτον , άν , στήν περίπτωση πού ενα δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως έχει ήδη διαπιστώσει τό νομότυπο τής κοινοποιήσεως , ο αρμόδιος δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως οφείλει νά εξετάσει εκ νέου κατά πόσον η εν λόγω κοινοποίηση έγινε εμπροθέσμως , ωστε νά παρεσχέθη στόν εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως .
15 Γιά νά δοθεί απάντηση στό πρώτο σκέλος αυτού τού ερωτήματος πρέπει νά τονισθεί κατ’ αρχήν οτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 θέτει δύο προϋποθέσεις , από τίς οποίες η μία , πού αφορά τό νομότυπο τής κοινοποιήσεως , απαιτεί απόφαση πού εξεδόθη βάσει τής νομοθεσίας τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως καί τών συμβάσεων περί επιδόσεως καί κοινοποιήσεως πού τό δεσμεύουν , ενώ η άλλη , πού αφορά τόν χρόνο πού ειναι αναγκαίος γιά νά δοθεί στόν εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως , συνεπάγεται εκτίμηση πραγματικών περιστατικών . Μία κρίση πού αφορά τήν πρώτη απ’ αυτές τίς προϋποθέσεις καί περιλαμβάνεται στήν απόφαση τού πρώτου δικαστού δέν ειναι δυνατόν , συνεπώς , νά απαλλάξει τόν δικαστή τού κράτους τής εκτελέσεως από τήν υποχρέωση νά προβεί στήν εξέταση τής δευτέρας προϋποθέσεως ακόμη καί άν η εν λόγω απόφαση εξεδόθη σέ ειδική κατ’ αντιδικία διαδικασία .
16 Η απάντηση λοιπόν σ’ αυτό τό σκέλος τού ερωτήματος ειναι οτι ακόμη κι άν δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως έχει αποφανθεί , κατόπιν ειδικής κατ’ αντιδικία διαδικασίας , οτι η επίδοση ή η κοινοποίηση έγινε νομοτύπως , τό άρθρο 27 περίπτωση 2 απαιτεί από τόν δικαστή τού κράτους τής εκτελέσεως νά εξετάσει κατά πόσον η ανωτέρω επίδοση ή κοινοποίηση έγιναν εμπροθέσμως , ωστε ο εναγόμενος νά ηταν σέ θέση νά αμυνθεί .
17 Σέ περίπτωση θετικής απαντήσεως στό πρώτο σκέλος τού τετάρτου ερωτήματος , τό Hoge Raad , ερωτά , περαιτέρω , άν η εν λόγω εξέταση πρέπει νά περιορισθεί στήν διαπίστωση οτι τό έγγραφο περιήλθε στήν κατοικία τού εναγομένου εμπροθέσμως , ή άν πρέπει ακόμη , παραδείγματος χάρη , η εν λόγω κοινοποίηση νά προσφέρει επαρκή εχέγγυα οτι τό έγγραφο περιήλθε εμπροθέσμως στόν εναγόμενο προσωπικώς .
18 Η δεύτερη προϋπόθεση τού άρθρου 27 περίπτωση 2 έχει ως σκοπό νά εξασφαλίσει στόν εναγόμενο επαρκή προθεσμία γιά νά προετοιμάσει τήν υπεράσπισή του ή γιά νά προβεί στίς αναγκαίες ενέργειες πρός αποφυγή εκδόσεως ερήμην αποφάσεως . Τό ερώτημα πού υπεβλήθη δέν αφορά τήν διάρκεια αυτής τής προθεσμίας , αλλά μάλλον τό σημείο ενάρξεώς της . Τό Hoge Raad ερωτά δηλαδή άν ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως πρέπει νά εκκινήσει από τήν σκέψη οτι ο εναγόμενος δύναται νά προετοιμάσει τήν υπεράσπισή του , από τότε πού τό εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο περιήλθε στήν κατοικία του .
19 Επ’ αυτού τού σημείου πρέπει κατ’ αρχάς νά τονισθεί οτι τό άρθρο 27 περίπτωση 2 , δέν απαιτεί απόδειξη περί τού οτι ο εναγόμενος έλαβε πράγματι γνώση τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου . Δεδομένου τού εξαιρετικού χαρακτήρος τών λόγων αρνήσεως καί τού γεγονότος οτι οι νομοθεσίες τών συμβαλλομένων κρατών περί επιδόσεως καί κοινοποιήσεως διαδικαστικών εγγράφων , οπως καί οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις , έχουν επίσης ως σκοπό τήν διασφάλιση τών συμφερόντων τού εναγομένου , ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως ευλόγως θεωρεί συνήθως οτι μετά από προσήκουσα επίδοση ή κοινοποίηση ο εναγόμενος δύναται νά αρχίσει τίς ενέργειες πρός υπεράσπιση τών συμφερόντων του από τήν στιγμή πού επεδόθη ή εκοινοποιήθη έγγραφο είτε στήν κατοικία του είτε αλλού . Κατά κανόνα , ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως δύναται συνεπώς νά περιορισθεί στήν εξέταση τού κατά πόσον η προθεσμία , πού υπολογίζεται από τήν ημερομηνία πού έγινε προσηκόντως επίδοση ή κοινοποίηση , ηταν επαρκής γιά νά παρασχεθεί στόν εναγόμενο η δυνατότης υπερασπίσεως . Πάντως οφείλει νά εξετάσει , άν στήν συγκεκριμένη περίπτωση υφίστανται εξαιρετικές συνθήκες , οι οποίες οδηγούν στό συμπέρασμα οτι η επίδοση ή η κοινο ποίηση , άν καί προσήκουσα , δέν ήρκεσε γιά νά δοθεί στόν εναγόμενο η δυνατότης νά αρχίσει νά προβαίνει σέ ενέργειες πρός υπεράσπισή του , ούτε , κατά συνέπεια , γιά νά αρχίσει νά υπολογίζεται η προθεσμία , τήν οποία απαιτεί τό άρθρο 27 περίπτωση 2 .
20 Γιά νά εκτιμήσει άν συντρέχει αυτή η περίπτωση ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως δύναται νά λάβει υπ’ όψη του ολα τά στοιχεία τής συγκεκριμένης περιπτώσεως , συμπεριλαμβανομένου καί τού τρόπου επιδόσεως ή κοινοποιήσεως , τών σχέσεων μεταξύ ενάγοντος καί εναγομένου , ή τού χαρακτήρος τών μέτρων πού έπρεπε νά λάβει γιά νά αποφευχθεί η έκδοση ερήμην αποφάσεως . Άν , παραδείγματος χάρη , η διαφορά αφορά εμπορικές σχέσεις καί άν τό εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο επεδόθη ή εκοινοποιήθη σέ μία διεύθυνση , οπου ο εναγόμενος ασκεί τήν εμπορική του δραστηριότητα , μόνη η απουσία τού εναγομένου κατά τήν στιγμή τής κοινοποιήσεως δέν θά έπρεπε κανονικά νά τόν θέσει σέ αδυναμία νά αμυνθεί , άν οι αναγκαίες ενέργειες γιά νά αποφύγει τήν έκδοση μιάς ερήμην αποφάσεως ειναι δυνατόν νά γίνουν ατύπως , ακόμη καί δι’ αντιπροσώπου .
21 Η απάντηση άρα σ’ αυτό τό σκέλος τού τετάρτου ερωτήματος ειναι οτι , κατά κανόνα , ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως δύναται νά περιορισθεί στήν εξέταση τού ζητήματος άν η προθεσμία , πού αρχίζει από τό χρονικό σημείο πού έγινε νομοτύπως η επίδοση ή κοινοποίηση , παρέχει στόν καθ’ ου τήν δυνατότητα νά αμυνθεί . Πάντως , στόν εν λόγω δικαστή εναπόκειται καί η εκτίμηση τού άν στήν συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις , ωστε η επίδοση ή η κοινοποίηση , άν καί νομότυπες , δέν ήρκεσαν εν τούτοις γιά νά κινήσουν τήν σχετική προθεσμία .
Επί τού πέμπτου ερωτήματος
22 Αυτό τό ερώτημα αφορά τό άρθρο 52 τής συμβάσεως , τού οποίου οι σχετικές παράγραφοι ορίζουν οτι :
«Γιά νά κριθεί άν ο διάδικος κατοικεί εντός τού συμβαλλομένου κράτους , τού οποίου τά δικαστήρια επελήφθησαν τής υποθέσεως , εφαρμόζεται τό δίκαιο τού δικάζοντος δικαστού .
Όταν ο διάδικος δέν κατοικεί στό κράτος , τού οποίου τά δικαστήρια επελήφθησαν τής υποθέσεως , ο δικαστής , γιά νά κρίνει άν ο διάδικος κατοικεί σέ άλλο συμβαλλόμενο κράτος , εφαρμόζει τό δίκαιο τού κράτους αυτού . . . »
23 Τό ανωτέρω άρθρο καθορίζει τό εφαρμοστέο δίκαιο στήν περίπτωση πού βάσει άλλων διατάξεων τής συμβάσεως , ιδίως εκείνων πού ειναι σχετικές μέ τήν αρμοδιότητα , πρέπει νά προσδιορισθεί η κατοικία ( ή μία από τίς κατοικίες ) ενός διαδίκου . Στό πλαίσιο τού άρθρου 27 περίπτωση 2 , η κατοικία τού εναγομένου ειναι δυνατόν νά ειναι αποφασιστική γιά τήν εκτίμηση τού νομοτύπου τής επιδόσεως ή τής κοινοποιήσεως , αλλά τό ζήτημα αυτό πρέπει , εν πάση περιπτώσει , νά επιλυθεί κατ’ εφαρμογήν τού εσωτερικού δικαίου τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως καί τών σχετικών συμβάσεων . Τό ζήτημα περί τού άν η κοινοποίηση έγινε εμπροθέσμως προϋποθέτει , οπως ελέχθη ανωτέρω , εκτίμηση πραγματικών περιστατικών , γιά τήν οποία η έννοια τής κατοικίας δέν λαμβάνεται υπ’ όψη .
24 Συνεπώς στό πέμπτο ερώτημα προσήκει η απάντηση , οτι τό άρθρο 52 τής συμβάσεως , καί τό γεγονός , οτι ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως καταλήγει στό συμπέρασμα οτι , κατά τό δίκαιο τού κράτους αυτού , ο εναγόμενος ειχε τήν κατοικία του στό έδαφός του κατά τό χρονικό σημείο τής επιδόσεως ή κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου , δέν επηρεάζουν τίς απαντήσεις πού εδόθησαν ανωτέρω .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών εξόδων
25 Τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού υπέβαλαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε τό Hoge Raad τών Κάτω Χωρών , μέ απόφαση τής 8ης Ιουλίου 1980 , αποφαίνεται :
Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 τής συμβάσεως τών Βρυξελλών τής 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί αρμοδιότητος τών δικαστηρίων καί εκτελέσεως αποφάσεων επί αστικών καί εμπορικών υποθέσεων πρέπει νά ερμηνευθεί ως εξής :
1 . Ο ορος «εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο» περιλαμβάνει πράξεις , οπως η διαταγή πληρωμής ( Zahlungsbefehl ) τού γερμανικού δικαίου , η κοινοποίηση τής οποίας επιτρέπει στόν αιτούντα , σύμφωνα μέ τό δίκαιο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως , νά προκαλέσει , άν αδρανήσει ο καθ’ ου , τήν έκδοση αποφάσεως πού δύναται νά αναγνωρισθεί καί εκτελεσθεί κατά τίς διατάξεις τής συμβάσεως .
2 . Μία δικαστική απόφαση , οπως η διαταγή περί προσωρινής εκτελέσεως ( Vollstreckungsbefehl ) τού γερμανικού δικαίου , πού εξεδόθη μετά τήν κοινοποίηση τής διαταγής πληρωμής καί πού ειναι κατά τήν σύμβαση εκτελεστή , δέν εμπίπτει στόν ορο «εισαγωγικό τής δίκης έγγραφο» .
3 . Ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως , γιά νά κρίνει άν εδόθη στόν καθ’ ου η δυνατότης υπερασπίσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 27 περίπτωση 2 , πρέπει νά λάβει υπ’ όψη του μόνο τήν προθεσμία πού διαθέτει ο καθ’ ου , γιά νά αποφύγει τήν έκδοση ερήμην αποφάσεως , εκτελεστής κατά τήν σύμβαση , οπως , παραδείγματος χάρη , συμβαίνει μέ τήν προθεσμία προβολής αντιρρήσεων ( Widerspruch ) κατά τό γερμανικό δίκαιο .
4 . Τό άρθρο 27 περίπτωση 2 εξακολουθεί νά εφαρμόζεται καί στήν περίπτωση πού ο καθ’ ου ήσκησε ανακοπή κατά τής ερήμην αποφάσεως καί τό δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως απέρριψε ως απαράδεκτη τήν ανακοπή , επειδή ειχε παρέλθει η σχετική προθεσμία .
5 . Ακόμη καί άν δικαστήριο τού κράτους εκδόσεως τής αποφάσεως έχει αποφανθεί , κατόπιν ειδικής κατ’ αντιδικία διαδικασίας , οτι η επίδοση ή κοινοποίηση έγιναν νομοτύπως , τό άρθρο 27 περίπτωση 2 απαιτεί από τόν δικαστή τού κράτους τής εκτελέσεως νά εξετάσει κατά πόσον η ανωτέρω επίδοση ή κοινοποίηση έγιναν εμπροθέσμως , ωστε ο εναγόμενος νά ηταν σέ θέση νά αμυνθεί .
6 . Κατά κανόνα , ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως δύναται νά περιορισθεί στήν εξέταση τού ζητήματος άν η προθεσμία , πού αρχίζει από τό χρονικό σημείο πού έγινε νομοτύπως η επίδοση ή η κοινοποίηση , παρέχει στόν καθ’ ου τή δυνατότητα νά αμυνθεί . Πάντως , στόν εν λόγω δικαστή εναπόκειται καί η εκτίμηση τού άν στήν συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις , ωστε η επίδοση ή η κοινοποίηση , άν καί νομότυπες , δέν ήρκεσαν εν τούτοις γιά νά κινήσουν τήν σχετική προθεσμία .
7 . Τό άρθρο 52 τής συμβάσεως καί τό γεγονός οτι ο δικαστής τού κράτους τής εκτελέσεως καταλήγει στό συμπέρασμα οτι κατά τό δίκαιο τού κράτους αυτού ο εναγόμενος ειχε τήν κατοικία του στό έδαφός του κατά τό χρονικό σημείο τής επιδόσεως ή κοινοποιήσεως τού εισαγωγικού τής δίκης εγγράφου δέν επηρεάζουν τίς απαντήσεις πού εδόθησαν ανωτέρω .
Full & Egal Universal Law Academy