Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Πράξη πού προέρχεται από τήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων άρθρο 91 )
Περίληψη
Η προσφυγή , πού αναφέρεται στό άρθρο 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , δέν δύναται νά στραφεί παρά μόνο κατά βλαπτικής πράξεως πού προέρχεται από τήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 167/80
DUNSTAN CURTIS , τέως γενικού γραμματέως τής συντηρητικής ομάδος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , κατοίκου Penbryn Hall , Montgomery , Powys , Ουαλλία , εκπροσωπουμένου από τόν Francis Jacobs τού Middle Temple , Barrister , μέ αντίκλητο τόν G . W . Clarke , 3 , rue Dante , Λουξεμβούργο ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο Anthony McClellan , επικουρούμενο από τόν Daniel Jacob , δικηγόρο Βρυξελλών , 93 , avenue Brillat-Savarin , 1050 Βρυξέλλες , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν νομικό της σύμβουλο Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καί
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ , εκπροσωπουμένου από τόν Francesco Pasetti-Bombardella , γενικό διευθυντή τής διοικήσεως , τού προσωπικού καί τών οικονομικών , επικουρούμενο από τόν Sir Derek Walker-Smith , barrister , μέ τόπο επιδόσεων τήν γραμματεία τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , Ταχ . Θυρίς 1601 , Λουξεμβούργο ,
καθ’ ων ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τών αποφάσεων περί απορρίψεως τών ενστάσεων πού υπέβαλε ο προσφεύγων βάσει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί περί εφαρμογής ως πρός αυτόν τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 , οι οποίοι ετροποποίησαν τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων οσον αφορά τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν , καθώς καί τούς διορθωτικούς συντελεστές πού εφαρμόζονται στίς αμοιβές καί στίς συντάξεις τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( OJ 1978 , L 369 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 18 Ιουλίου 1980 , ο προσφεύγων , πρώην έκτακτος υπάλληλος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , προσφυγή κατά τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καί τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , μέ τήν οποία ζητεί από τό Δικαστήριο :
1 ) νά κρίνει οτι οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 , δέν έχουν εφαρμογή ως πρός αυτόν·
2 ) επικουρικώς , νά ακυρώσει τήν ανακοίνωση τής 22ας Οκτωβρίου 1979 τής Επιτροπής περί καθορισμού τού τρόπου , μέ τόν οποίο η σύνταξη τού προσφεύγοντος έπρεπε νά μειωθεί από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 καί τίς σιωπηρές αποφάσεις τών καθ’ ων περί απορρίψεως τών ενστάσεων τού προσφεύγοντος τής 8ης Νοεμβρίου 1980 , οι οποίες υπεβλήθησαν δυνάμει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων·
3 ) νά υποχρεώσει τούς καθ’ ων νά καταβάλουν στόν προσφεύγοντα τά ποσά , τά οποία θά ειχαν καταβληθεί σ’ αυτόν , άν η σύνταξή του δέν ειχε μειωθεί λόγω τών προαναφερθέντων κανονισμών , εντόκως μέ επιτόκιο υψηλότερο κατά 1 % τού επισήμου προεξοφλητικού επιτοκίου τού Ηνωμένου Βασιλείου ή μέ οποιοδήποτε άλλο επιτόκιο καθορίσει τό Δικαστήριο·
4 ) νά καταδικάσει τούς καθ’ ων στά δικαστικά έξοδα .
2 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , σύμφωνα μέ τήν διατύπωση πού ίσχυε μέχρι τό τέλος τού έτους 1978 , ωριζαν οτι : «οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού έχουν γίνει δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός διορθωτικού συντελεστού ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , αναλόγως μέ τίς συνθήκες διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους διορισμού· ο διορθωτικός συντελεστής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού διορίζονται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι , τήν 1η Ιανουαρίου 1962 , ίσος πρός 100 %» .
3 Τό άρθρο 82 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει οτι «οι συντάξεις ( τών πρώην υπαλλήλων ) καθορίζονται βάσει τών μισθολογικών κλιμάκων πού ισχύουν κατά τήν πρώτη ημέρα [τού μήνα πού γεννάται τό δικαίωμα συντάξεως]· επ’ αυτών εφαρμόζεται συντελεστής αναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τών άρθρων 64 καί 65 παράγραφος 2 , γιά τήν χώρα τών Κοινοτήτων , οπου ο δικαιούχος τής συντάξεως δηλώνει οτι έχει κατοικία . . . » .
4 Τό άρθρο 45 παράγραφος 3 τού παραρτήματος VIII ( συνταξιοδοτικό καθεστώς ) προβλέπει οτι «οι παροχές δύνανται νά καταβληθούν κατ’ επιλογήν τών ενδιαφερομένων είτε στό νόμισμα τής χώρας καταγωγής , είτε στό νόμισμα τής χώρας διαμονής τους είτε στό νόμισμα τής εδρας τού οργάνου στό οποίο ανήκει ο υπάλληλος , οπου η εκλογή ισχύει γιά δύο τουλάχιστον έτη» .
5 Τό Συμβούλιο , στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , εξέδωσε τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3085/78 ( OJ L 369 , σ . 6 ), στό άρθρο 1 τού οποίου ορίζεται οτι τό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αντικαθίσταται από τό ακόλουθο :
«Οι αποδοχές τών υπαλλήλων εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του .
Οι αποδοχές , πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου , υπολογίζονται βάσει τής τιμής συναλλάγματος πού χρησιμοποιείται γιά τήν εκτέλεση τού γενικού προϋπολογισμού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τήν 1η Ιουλίου 1978 .
Η ημερομηνία αυτή τροποποιείται , κατά τήν ετήσια εξέταση τού επιπέδου τών αποδοχών πού προβλέπει τό άρθρο 65 , από τό Συμβούλιο , τό οποίο αποφασίζει , κατόπιν προτάσεως τής Επιτροπής , μέ τήν ειδική πλειοψηφία πού προβλέπεται στό άρθρο 148 παράγραφος 2 εδάφιο 2 πρώτη περίπτωση τής συνθήκης ΕΟΚ καί τό άρθρο 118 τής συνθήκης Ευρατόμ .
Υπό τήν επιφύλαξη τής εφαρμογής τών άρθρων 54 καί 65 , οι διορθωτικοί συντελεστές , πού καθορίζονται δυνάμει τών εν λόγω άρθρων , προσαρμόζονται σέ περίπτωση τροποποιήσεως τής ανωτέρω ημερομηνίας , από τό Συμβούλιο , τό οποίο , αποφασίζοντας κατά τήν διαδικασία πού αναφέρεται στό τρίτο εδάφιο , διορθώνει τίς συνέπειες τής διακυμάνσεως τού βελγικού φράγκου σέ σχέση μέ τίς τιμές πού αναφέρονται στό δεύτερο εδάφιο.»
6 Τό άρθρο 4 τού κανονισμού ορίζει οτι ο κανονισμός θά τεθεί σέ ισχύ τήν 1η Ιανουαρίου 1979 καί θά εφαρμόζεται από τήν 1η Απριλίου 1979· εν τούτοις , ο κανονισμός θά εφαρμόζεται μόνον από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 , οσον αφορά τίς συντάξεις καί αποζημιώσεις , τό καθαρό ποσό τών οποίων υφίσταται μείωση σέ σχέση μέ τό ποσό πού προκύπτει από τήν εφαρμογή τού τωρινού συστήματος . Μετά τήν ανωτέρω ημερομηνία , η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών , οπως αυτά προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού εν λόγω κανονισμού , καί τών ποσών πού εισεπράχθησαν γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο 1979 , θά μειώνεται κατά ενα δέκατο μηνιαίως .
7 Στίς 21 Δεκεμβρίου 1978 , τό Συμβούλιο εξέδωσε επίσης τόν κανονισμό ( Ευρατόμ , ΕΚΑΧ , ΕΟΚ ) 3086/78 περί προσαρμογής τών διορθωτικών συντελεστών πού εφαρμόζονται επί τών αποδοχών καί τών συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής τροποποιήσεως τών διατάξεων τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού αφορούν τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν κατά τήν εφαρμογή τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Τό άρθρο 1 παράγραφος 2 τού κανονισμού καθορίζει , μεταξύ άλλων , τόν διορθωτικό συντελεστή πού έχει εφαρμογή στίς συντάξεις , σύμφωνα μέ τό άρθρο 82 παράγραφος 1 εδάφιο 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , σέ 62,5 γιά τό Ηνωμένο Βασίλειο .
8 Μέ ανακοίνωση τής 28ης Οκτωβρίου 1979 , η Επιτροπή , η οποία έχει ορισθεί από τίς αρμόδιες γιά τόν προϋπολογισμό αρχές τών Κοινοτήτων , γιά τήν καταβολή τών συντάξεων , εγνωστοποίησε στόν προσφεύγοντα οτι κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 4 τού κανονισμού 3086/78 , τό ποσό τής συντάξεώς του θά εμειώνετο από 18 256 Flux ( φράγκα Λουξεμβούργου ) πού έλαβε τόν Οκτώβριο τού 1979 σέ 8 398 Flux πού θά λαμβάνει από τόν Ιούλιο τού 1980 καί οτι τό τελευταίο ποσό θά υφίστατο προοδευτική μείωση .
9 Κατ’ εφαρμογή τών διατάξεων τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , ο προσφεύγων , μέ τίς από 8 Ιανουαρίου 1980 επιστολές , υπέβαλε στό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καί στήν Επιτροπή ενστάσεις , μέ τίς οποίες εστρέφετο κατά τής εν λόγω ανακοινώσεως . Δεδομένου οτι δέν έλαβε καμμία απάντηση στίς ανωτέρω ενστάσεις , ο προσφεύγων ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή .
Επί τής ενστάσεως περί απαραδέκτου πού προέβαλε η Επιτροπή
10 Μέ δικόγραφο τής 30ής Σεπτεμβρίου 1980 , η Επιτροπή προέβαλε ένσταση περί απαραδέκτου , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού διαδικασίας . Κατ’ αυτήν , η προσφυγή ειναι απαράδεκτη διότι 1 ) η Επιτροπή δέν ειναι η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή ( ΑΔΑ ) καί 2 ) η προσφυγή δέν εστρέφετο κατά πράξεως βλαπτικής . Η ασκηθείσα , δυνάμει τού άρθρου 91 , προσφυγή έπρεπε νά στραφεί κατά τής ΑΔΑ . Από τό άρθρο 40 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει οτι η εκκαθάριση τών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ανήκει στό όργανο , στό οποίο ανήκει ο υπάλληλος κατά τόν χρόνο αποχωρήσεώς του από τήν υπηρεσία , στήν προκειμένη περίπτωση στό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο . Η Επιτροπή , υπολογίζοντας τίς συντάξεις πού θά ελάμβαναν στό εξής οι πρώην μόνιμοι καί λοιποί υπάλληλοι τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , τούς οποίους αφορούσε η νέα ρύθμιση , ενεργούσε απλώς καί μόνον διά λογαριασμό τού Κοινοβουλίου , δυνάμει τού άρθρου 45 τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η ανακοίνωση τής 22ας Οκτωβρίου 1979 δέν συνιστά πράξη βλαπτική κατά τήν έννοια τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· τό σημείωμα αποδοχών τού Οκτωβρίου 1979 συνιστά πράξη βλαπτική , κατά τής οποίας ο προσφεύγων ώφειλε νά στραφεί μέ τήν προσφυγή του .
11 Μέ υπόμνημα τής 11ης Νοεμβρίου 1980 , ο προσφεύγων ζητεί τήν απόρριψη τής ενστάσεως καί , επικουρικώς , νά επιφυλαχθεί τό Δικαστήριο ως πρός τήν έκδοση αποφάσεως επί τού παραδεκτού , μέχρις οτου αποφανθεί επί τής ουσίας . Σύμφωνα μέ τήν άποψή του , η προσφυγή στρέφεται κατά τής αποφάσεως περί μειώσεως τής συντάξεώς του , τήν οποία τού εκοινοποίησε η Επιτροπή . Επί πλέον , η ανακοίνωση τής Επιτροπής συνιστά ή περιέχει τήν πράξη , μέ τήν οποία εφαρμόζονται στόν προσφεύγοντα οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί . Συνεπώς , δύναται νά προσβάλει τήν εν λόγω πράξη καί , ενεργώντας κατ’ αυτόν τόν τρόπο , νά στηριχθεί επί τού παρανόμου τών κανονισμών .
12 Ο πρώτος ισχυρισμός πού προέβαλε η Επιτροπή ειναι βάσιμος . Από τίς διατάξεις τών άρθρων 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει οτι η προσφυγή , πού αναφέρεται στό άρθρο 91 , δέν δύναται νά στραφεί παρά μόνο κατά τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής , στήν προκειμένη δέ περίπτωση κατά τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου . Κατά συνέπεια , η προσφυγή πού στρέφεται κατά τής Επιτροπής ειναι απαράδεκτη . Επομένως , παρέλκει η έρευνα τού δευτέρου λόγου .
Ένσταση απαραδέκτοθ , προβληθείσα από τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
13 Μέ υπόμνημα τής 30ής Οκτωβρίου 1980 , τό Κοινοβούλιο προέβαλε ένσταση περί απαραδέκτου , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού διαδικασίας . Ο προσφεύγων καί ενδεκα υπάλληλοι τού Κοινοβουλίου ήσκησαν προσφυγή ( υπόθεση 154/79 ) πρίν από τήν εκπνοή τής προθεσμίας τών τεσσάρων μηνών , εντός τής οποίας η ΑΔΑ υποχρεούται νά απαντήσει , σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , επί ενστάσεως υποβαλλομένης από εναν προσφεύγοντα . Ο προσφεύγων υπέβαλε δεύτερη ένσταση στίς 16 Ιανουαρίου 1980 καί , ακολούθως , στίς 18 Ιουλίου 1980 , ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή . Ο εν λόγω τρόπος ενεργείας ειναι , κατά πρώτον , αντίθετος πρός τό σύστημα τών μέσων παροχής εννόμου προστασίας , οπως καθορίζεται στά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καθ’ οσον θά επέτρεπε τήν ενώπιον τού Δικαστηρίου άσκηση δύο διαδοχικών προσφυγών μέ ενα καί τό αυτό αντικείμενο . Αφ’ ετέρου , δέν ειναι σύμφωνος πρός τό πνεύμα τού άρθρου 42 τού κανονισμού διαδικασίας κατά τό οποίο , κατ’ αρχήν , απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τήν διάρκεια τής δίκης .
14 Επί πλέον , η ένσταση πού υπεβλήθη στό Κοινοβούλιο στίς 16 Ιανουαρίου 1980 ειναι εκπρόθεσμη . Έπρεπε νά υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών , η οποία άρχισε νά τρέχει από τό χρονικό σημείο πού ο προσφεύγων παρέλαβε τήν επιστολή τής 4ης Σεπτεμβρίου 1979 τής Επιτροπής , μέ τήν οποία εβεβαιούτο οτι οι προαναφερθέντες κανονισμοί τού Συμβουλίου ειχαν εφαρμογή στόν προσφεύγοντα από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 .
15 Μέ τό υπόμνημα απαντήσεώς του , ο προσφεύγων αμφισβητεί τό βάσιμο τών ισχυρισμών πού προέβαλε τό Κοινοβούλιο . Η παρούσα προσφυγή δέν αντιβαίνει πρός τό προβλεπόμενο στά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως σύστημα μέσων παροχής εννόμου προστασίας . Στήν υπόθεση 154/79 , τό Κοινοβούλιο επεκαλέσθη τό απαράδεκτο τής προσφυγής , διότι , αφ’ ενός , οι προσφεύγοντες δέν ενομιμοποιούντο νά προσβάλουν κανονισμούς , αλλά μόνον ατομικές πράξεις , καί , αφ’ ετέρου , δέν ηδύναντο νά παρακάμψουν τήν έλλειψη νομιμοποιήσεως μέ τήν υποβολή ενστάσεως πού στρέφεται κατά κανονισμού . Συνεπώς , ορθώς ο προσφεύγων ήσκησε προληπτικώς δευτέρα προσφυγή κατά τής ατομικής πράξεως πού τόν αφορούσε . Τό άρθρο 42 τού κανονισμού διαδικασίας δέν έχει εφαρμογή στήν προκειμένη περίπτωση , εφ’ οσον πρόκειται γιά νέα δίκη .
16 Ο δεύτερος ισχυρισμός στερείται επίσης ερείσματος . Η επιστολή τής 4ης Σεπτεμβρίου 1979 δέν εξέθετε ουδόλως τόν τρόπο μέ τόν οποίο οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί έπρεπε νά εφαρμοσθούν στόν προσφεύγοντα , αλλά περιωρίζετο στό νά δικαιολογήσει τήν θέσπιση τών εν λόγω κανονισμών . Αποφασιστικής σημασίας ηταν η επιστολή τής 22ας Οκτωβρίου 1979 , μέ τήν οποία απεφασίσθη η εφαρμογή τών εν λόγω κανονισμών στόν υπολογισμό τής συντάξεως τού προσφεύγοντος .
17 Η ένσταση τού Κοινοβουλίου πρέπει νά απορριφθεί . Πρώτον , δέν υπάρχει κανένα στοιχείο στό καθοριζόμενο μέ τά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως σύστημα μέσων παροχής εννόμου προστασίας πού νά κωλύει τήν άσκηση δευτέρας προσφυγής κατά πράξεως βλαπτικής , κατά τήν διάρκεια δίκης , η οποία αφορά πράξη διαφορετική από εκείνη τής δευτέρας προσφυγής· τούτο δέ ισχύει a fortiori στήν περίπτωση πού ενδέχεται η πρώτη προσφυγή νά κριθεί απαράδεκτη , ως προώρως υποβληθείσα . Όσον αφορά τόν προβαλλόμενο ισχυρισμό περί εκπροθέσμου τής ενστάσεως , πρέπει νά γίνει δεκτή η άποψη τού προσφεύγοντος , κατά τήν οποία η επιστολή τής 4ης Σεπτεμβρίου δέν συνιστά απόφαση . Η πρώτη απόφαση περί εφαρμογής τών κανονισμών ως πρός τόν προσφεύγοντα ηταν εκείνη πού περιείχε η επιστολή τής 22ας Οκτωβρίου 1979 . Συνεπώς , η προσφυγή κατά τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ειναι παραδεκτή .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
18 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Επειδή ο προσφεύγων ηττήθη κατά τό μέρος πού εστρέφετο κατά τής Επιτροπής , καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα , ομως , μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων , τά όργανα φέρουν τά εξοδα , στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει ως απαράδεκτη τήν προσφυγή τού προσφεύγοντος , κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
2 ) Η προσφυγή τού προσφεύγοντος , κατά τό μέρος πού στρέφεται κατά τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , ειναι παραδεκτή· η έγγραφος διαδικασία θά επαναληφθεί επί τής ουσίας .
3 ) Ο προσφεύγων φέρει τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθη στήν δίκη μέ τήν Επιτροπή .
4 ) Η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρει τά δικά της δικαστικά έξοδα .
5 ) Τό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως πρός τά έξοδα τής δίκης μεταξύ τού προσφεύγοντος καί τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου .
Full & Egal Universal Law Academy