Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Υπάλληλοι — Συντάξεις — Καθορισμός συνταξιοδοτικού δικαιώματος — Καταβολή παροχών — Διάκριση — Ύψος παροχών πού προσαρμόζεται λόγω τής διαφοροποιήσεως τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής — Προσβολή συνταξιοδοτικού δικαιώματος — Έλλειψη
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , παράρτημα VIII , κεφάλαιο 2 καί άρθρα 45 , 46 )
Περίληψη
Οι διατάξεις τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων διακρίνουν σαφώς μεταξύ τού καθορισμού τού «συνταξιοδοτικού δικαιώματος» , θέμα πού υπάγεται στό κεφάλαιο 2 τού παραρτήματος , καί τής «καταβολής τών παροχών» πού διέπεται από τά άρθρα 45 καί 46 τού παραρτήματος . Άν καί επηρεάζουν τήν καταβολή τών παροχών , κατά τήν έννοια τών ανωτέρω άρθρων , οι επελθούσες μεταβολές τών ποσών πού πράγματι καταβάλλονται στόν συνταξιούχο , οι οποίες προκύπτουν από τήν διαφοροποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής , δέν προσβάλλουν , πάντως , τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα , οπως γεννάται τό δικαίωμα αυτό κατ’ εφαρμογή τού κεφαλαίου 2 τού παραρτήματος .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 167/80 ,
DUNSTAN CURTIS , πρώην γενικός γραμματεύς τής συντηρητικής ομάδος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , κάτοικος Penbryn Hall , Montgomery , Powys , Ουαλλία , εκπροσωπούμενος από τόν barrister Francis Jacobs τού Middle Temple , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν G . W . Clarke , 3 , rue Dante ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ , εκπροσωπουμένου από τόν Francesco Pasetti-Bombardella , γενικό διευθυντή διοικήσεως , προσωπικού καί οικονομικών , επικουρούμενο από τόν barrister Sir Derek Walker-Smith , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τήν γραμματεία τού Κοινοβουλίου , plateau de Kirchberg ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τά αιτήματα πού αναφέρονται στό δικόγραφο τής προσφυγής ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 18 Ιουλίου 1980 , ο προσφεύγων , συνταξιούχος υπάλληλος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ( εφ’ εξής : κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως ), προσφυγή ακυρώσεως τής αποφάσεως τής Επιτροπής περί μειώσεως τής μηνιαίας συντάξεώς του από τόν Οκτώβριο τού 1979 , καθώς καί τής απορρίψεως τής ενστάσεως πού υπέβαλε κατά τής εν λόγω αποφάσεως .
2 Πρός υποστήριξη τής προσφυγής του , ο προσφεύγων επικαλείται τήν έλλειψη νομιμότητος τού κανονισμού 3085/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( OJL 369 , σ . 6 ), ο οποίος ετροποποίησε τίς διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως οσον αφορά τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν , καθώς καί τήν έλλειψη νομιμότητος τού κανονισμού 3086/78 τού Συμβουλίου , τής αυτής ημερομηνίας , περί προσαρμογής τών συντελεστών αναπροσαρμογής πού εφαρμόζονται επί τών αποδοχών καί τών συντάξεων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κατόπιν τής σχετικής μέ τίς νομισματικές ισοτιμίες πού πρέπει νά χρησιμοποιηθούν κατά τήν εφαρμογή τού ως άνω κανονισμού τροποποιήσεως τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( OJ L 369 , σ . 8 ).
3 Ο προσφεύγων λαμβάνει σύνταξη βάσει τού άρθρου 77 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Δυνάμει τού άρθρου 45 τρίτο εδάφιο τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ηδύνατο νά επιλέξει νά καταβάλλεται η σύνταξή του είτε στό νόμισμα τής χώρας καταγωγής του , είτε στό νόμισμα τής χώρας διαμονής του είτε ακόμη στό νόμισμα τής εδρας τού οργάνου στό οποίο ανήκε , πρίν από τήν συνταξιοδότησή του . Ο προσφεύγων , ο οποίος εγκατεστάθη στήν χώρα καταγωγής του , τό Ηνωμένο Βασίλειο , επέλεξε νά καταβάλλονται οι παροχές στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ειχε προσωρινώς τήν εδρα του τό Κοινοβούλιο , δηλαδή σέ φράγκα Λουξεμβούργου .
4 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 82 παράγραφος 1 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , επί τών συντάξεων εφαρμόζεται συντελεστής αναπροσαρμογής πού καθορίζεται βάσει τών άρθρων 64 καί 65 , παράγραφος 2 , γιά τήν χώρα τών Κοινοτήτων , στήν οποία ο δικαιούχος δηλώνει οτι έχει κατοικία· οι συντάξεις αυτές καταβάλλονται σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στό άρθρο 63 περί καταβολής τών αποδοχών .
5 Τά άρθρα 63 καί 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , οπως ίσχυαν μέχρι τό τέλος τού έτους 1978 , ωριζαν : «Οι αποδοχές τού υπαλλήλου εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα· καταβάλλονται στό νόμισμα τής χώρας , στήν οποία ο υπάλληλος ασκεί τά καθήκοντά του· οι αποδοχές πού καταβάλλονται σέ νόμισμα διάφορο τού βελγικού φράγκου υπολογίζονται βάσει τών ισοτιμιών πού έχουν γίνει δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τήν 1η Ιανουαρίου 1965· οι αποδοχές τού υπαλλήλου πού εκφράζονται σέ βελγικά φράγκα . . . προσαρμόζονται βάσει ενός συντελεστού αναπροσαρμογής , ανωτέρου , κατωτέρου ή ίσου πρός τό 100 % , αναλόγως μέ τίς συνθήκες διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους διορισμού· ο συντελεστής αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στίς αποδοχές τών υπαλλήλων πού διορίζονται στίς προσωρινές εδρες τών Κοινοτήτων ειναι τήν 1η Ιανουαρίου 1962 , ίσος πρός 100 %» .
6 Από τό 1971 , τά νομίσματα ορισμένων Κρατών μελών , μεταξύ τών οποίων η λίρα στερλίνα , υπετιμήθησαν προοδευτικώς σέ σημαντικό βαθμό σέ σχέση πρός τήν αξία πού ειχαν τό 1965 . Αρχικώς , μέχρι τό 1978 , τό Συμβούλιο δέν ετροποποίησε τίς τιμές συναλλάγματος πού καθορίζοντο στό άρθρο 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· εν τούτοις , προκειμένου νά διατηρήσει τήν αγοραστική δύναμη τών συντάξεων πού κατεβάλλοντο σέ υποτιμημένο νόμισμα , ηύξησε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής , πού αναφέρονται στό άρθρο 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , γιά τίς χώρες , τό νόμισμα τών οποίων ειχε υποτιμηθεί .
7 Κατά συνέπεια , στήν περίπτωση τών συνταξιούχων πού διέμεναν στό Ηνωμένο Βασίλειο καί ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ λίρες στερλίνες , η μείωση τής αγοραστικής δυνάμεως τών υπολογιζομένων βάσει τών παλαιών ισοτιμιών αντεσταθμίζετο από τήν αύξηση τού εφαρμοστέου στό Ηνωμένο Βασίλειο συντελεστού αναπροσαρμογής . Εν τούτοις , στίς συντάξεις πού εχορη γούντο στούς συνταξιούχους οι οποίοι , οπως ο προσφεύγων , ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ φράγκα Λουξεμβούργου , τό ποσό τών οποίων ηδύνατο νά μετατρέπεται σέ λίρες στερλίνες μέ τήν ημερησία τιμή συναλλάγματος , καί οι οποίοι , συνεπώς , δέν εξετίθεντο σέ παρόμοιο κίνδυνο μειώσεως τής αγοραστικής δυνάμεως , εφηρμόσθη ο ίδιος ηυξημένος συντελεστής αναπροσαρμογής , δεδομένου οτι ο τελευταίος έτυχε γενικής εφαρμογής .
8 Κατ’ αυτόν τόν τρόπο , τά ποσά πού κατεβάλλοντο πράγματι στούς συνταξιούχους πού διέμεναν στό Ηνωμένο Βασίλειο , αλλά ειχαν επιλέξει νά καταβάλλονται οι παροχές σέ φράγκα Λουξεμβούργου , ηυξήθησαν προοδευτικώς , μεταξύ τού 1973 , έτος προσχωρήσεως τού Ηνωμένου Βασιλείου στίς Κοινότητες , καί τού 1978 , εκ μόνου τού λόγου οτι εφηρμόσθη σ’ αυτά ο ηυξημένος συντελεστής αναπροσαρμογής , τελικώς δέ τά ποσά αυτά ηταν πολύ υψηλότερα από εκείνα πού κατεβάλλοντο στούς συνταξιούχους πού διέμεναν στό Ηνωμένο Βασίλειο καί ειχαν επιλέξει τήν καταβολή σέ λίρες στερλίνες .
9 Μέ τόν κανονισμό 3085/78 ετερματίσθη η εφαρμογή τού ανωτέρω συστήματος , δεδομένου οτι οι παλαιές ισοτιμίες αντικατεστάθησαν από τήν εφαρμογή τών αναπροσαρμοζομένων τιμών συναλλάγματος . Συγχρόνως , ο κανονισμός 3086/78 επανέφερε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής στήν αρχική λειτουργία τους , η οποία συνίστατο στήν άμβλυνση τών διαφορών τών συνθηκών διαβιώσεως σέ σχέση μέ εκείνες πού υφίστανται στίς χώρες , πού έχουν προσωρινώς τήν εδρα τους οι Κοινότητες . Ως εκ τούτου , ο εφαρμοστέος στό Ηνωμένο Βασίλειο συντελεστής αναπροσαρμογής εμειώθη αισθητώς .
10 Οι κανονισμοί 3085/78 καί 3086/78 ειχαν εφαρμογή από τήν 1η Απριλίου 1979 . Πάντως , τό άρθρο 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 ορίζει :
«Εν τούτοις , γιά τίς συντάξεις καί τίς αποζημιώσεις , τά καθαρά ποσά τών οποίων υφίστανται μείωση σέ σχέση μέ τό ποσό πού προκύπτει από τήν εφαρμογή τού τωρινού συστήματος , ο παρών κανονισμός θά εφαρμόζεται μόνον από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 . Μετά τήν ανωτέρω ημερομηνία , η διαφορά μεταξύ τών καθαρών ποσών , οπως αυτά προκύπτουν από τήν εφαρμογή τού παρόντος κανονισμού , καί τών ποσών πού εισεπράχθησαν γιά τόν μήνα Σεπτέμβριο 1979 , θά μειώνεται κατά ενα δέκατο μηνιαίως.»
11 Στίς 22 Οκτωβρίου 1979 , η Επιτροπή εγνώρισε στόν προσφεύγοντα οτι τό νέο σύστημα θά εφηρμόζετο επί τής συντάξεώς του από τήν 1η Οκτωβρίου 1979 . Τό καθαρό ποσό τής παροχής , ανερχόμενο σέ 19 351 LFR τόν Σεπτέμβριο τού 1979 , θά εμειώνετο σέ 18 398 LFR εν τούτοις , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 4 εδάφιο 3 τού προαναφερθέντος κανονισμού 3085/78 , η μείωση θά επήρχετο κατά ενα δέκατο μηνιαίως , από τόν Οκτώβριο τού 1979 εως τόν Ιούλιο τού 1980 .
12 Δεδομένου οτι δέν εδόθη απάντηση στήν υποβληθείσα στίς 8 Ιανουαρίου 1980 ένσταση κατά τής εν λόγω αποφάσεως εντός τής προβλεπομένης από τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμίας τών τεσσάρων μηνών , ο προσφεύγων ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή .
13 Πρός θεμελίωση τής προσφυγής του ο προσφεύγων προβάλλει τούς ακολούθους ισχυρισμούς , οι οποίοι στηρίζονται στήν παραβίαση ουσιωδών τύπων :
1 ) Από τό άρθρο 24 τής συνθήκης τής 24ης Απριλίου περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκύπτει οτι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων δέν δύναται νά θεσπισθεί εγκύρως , παρά μόνον αφού προηγηθεί διαβούλευση τών ενδιαφερομένων οργάνων . Εν προκειμένω προηγήθη διαβούλευση μέ τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καί τό Δικαστήριο , επί προτάσεως τής Επιτροπής , η οποία διέφερε αισθητώς από τό κείμενο τών κανονισμών πού εθέσπισε τό Συμβούλιο , ουτως ωστε νά μή έχει προηγηθεί κατ’ ουσίαν διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο επί τού κειμένου πού υιοθέτησε τό Συμβούλιο .
2)Οι εν λόγω κανονισμοί παραβαίνουν τό άρθρο 190 τής συνθήκης , καθ’ οσον δέν ειναι αιτιολογημένοι .
14 Παρόμοιοι ισχυρισμοί , πού αφορούν τούς κανονισμούς 3085/78 καί 3086/78 , εξητάσθησαν από τό Δικαστήριο ( πρώτο τμήμα ) στό πλαίσιο ορισμένων διαφορών σχετικών μέ τό δικαίωμα τών υπαλλήλων νά προβαίνουν σέ μεταφορές ποσών δυνάμει τού άρθρου 17 τού παραρτήματος VII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ιδίως στίς αποφάσεις τής 4ης Φεβρουαρίου 1982 επί τών υποθέσεων Adam 828/79 καί Battaglia 1253/79 ( μή δημοσιευθείσες ακόμη στήν Συλλογή ). Γιά τούς λόγους πού έχουν ήδη αναφερθεί στίς ανωτέρω αποφάσεις , οι ισχυρισμοί τού προσφεύγοντος δέν ειναι βάσιμοι .
15 Όσον αφορά τά αποτελέσματα τών κανονισμών , ο προσφεύγων ισχυρίζεται , κατ’ αρχάς , οτι οι επίδικοι κανονισμοί , καθώς καί η ληφθείσα σέ εκτέλεσή τους προσβαλλομένη απόφαση , δέν δύνανται νά τόν στερήσουν από ενα καθορισμένου περιεχομένου συνταξιοδοτικό δικαίωμα , τό οποίο εγεννήθη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 77 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Σύμφωνα μέ θεμελιώδη αρχή τού δικαίου , νομοθετικά μέτρα δέν δύνανται νά στερήσουν εναν ιδιώτη από κεκτημένα δικαιώματα . Νομοθετικά μέτρα , τά οποία στερούν αναδρομικώς ήδη κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα , παραβιάζουν τήν εν λόγω γενική αρχή τού δικαίου καί ειναι αντίθετα πρός τήν πρακτική τών Κρατών μελών , οσον αφορά τό συνταξιοδοτικό σύστημα τών δημοσίων υπαλλήλων .
16 Συναφώς πρός τά ανωτέρω , πρέπει νά παρατηρηθεί οτι οι διατάξεις τού παραρτήματος VIII τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διακρίνουν σαφώς μεταξύ τού καθορισμού τού «συνταξιοδοτικού δικαιώματος» , θέμα πού υπάγεται στό κεφάλαιο 2 τού παραρτήματος , καί τής «καταβολής τών παροχών» πού διέπεται από τά άρθρα 45 καί 46 τού παραρτήματος . Τά επιχειρήματα πού προβάλλει ο προσφεύγων εκκινούν από τήν άποψη οτι εθίγη τό κατά τήν έννοια τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως «συνταξιοδοτικό του δικαίωμα» .
17 Οι επελθούσες , ομως , μεταβολές τών ποσών πού πράγματι κατεβάλλοντο στόν προσφεύγοντα , προέκυψαν από τήν διαφοροποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί τών συντελεστών αναπροσαρμογής . Οι μεταβολές αυτές , άν καί επηρέασαν τήν καταβολή τών παροχών κατά τήν έννοια τών άρθρων 45 καί 46 τού παραρτήματος VIII , δέν προσέβαλαν πάντως τό συνταξιοδοτικό δικαίωμα τού προσφεύγοντος , οπως εγεννήθη τό δικαίωμα αυτό κατ’ εφαρμογή τού κεφαλαίου 2 τού παραρτήματος VIII καί εξακολουθεί νά χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού τών πράγματι καταβαλλομένων παροχών .
18 Εκ τών ανωτέρω επεται οτι ο εν λόγω ισχυρισμός δέν ειναι ουσιώδης καί οτι , συνεπώς , δέν ειναι αναγκαίο νά εξετασθεί .
19 Ο προσφεύγων υποστηρίζει περαιτέρω οτι ο κανονισμός 3086/78 δέν ειναι νόμιμος , καθ’ οσον ετροποποίησε τούς συντελεστές αναπροσαρμογής γιά άλλους λόγους από εκείνους πού θά ηδύναντο νά δικαιολογήσουν μία τέτοια ενέργεια σύμφωνα μέ τούς ορους τών άρθρων 64 καί 65 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , ουτως ωστε ο κανονισμός νά φέρει τό στίγμα τής καταχρήσεως εξουσίας .
20 Τό Κοινοβούλιο υπεστήριξε οτι ο καθορισμός τών συντελεστών αναπροσαρμογής μέ τόν κανονισμό 3086/78 ειναι νόμιμος . Πρόθεση καί στόχος τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ειναι νά εξασφαλισθεί η ίση μεταχείριση ολων τών υπαλλήλων καί τού λοιπού προσωπικού τών Κοινοτήτων , υπό τήν έννοια οτι , αναλόγως τού βαθμού των , θά πρέπει νά έχουν ίση αγοραστική δύναμη , ανεξαρτήτως ιθαγενείας . Όσον αφορά τούς συνταξιούχους , ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται μέ τό άρθρο 82 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό οποίο καθορίζει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής βάσει τών άρθρων 64 καί 65 . Οι σημαντικές καί απρόβλεπτες διαφορές μεταξύ τών πραγματικών τιμών συναλλάγματος καί τών τιμών τού ΔΝΤ αντιστοίχως κατά τήν 1η Ιανουαρίου 1965 , οδήγησαν στήν εισαγωγή ενός νέου στοιχείου , τό οποίο προσετέθη στόν συντελεστή αναπροσαρμογής καί τό οποίο , αρχικώς , ειχε ως στόχο νά αντισταθμίζει τίς διαφορές τού κόστους διαβιώσεως μεταξύ Κρατών μελών , δηλαδή νά εξουδετερώνει τίς μεταγενέστερες τού 1965 νομισματικές διακυμάνσεις . Κατά συνέπεια , τό σύστημα , σκοπός τού οποίου ηταν νά παρέχει σέ ολους τούς συνταξιούχους ίση αγοραστική δύναμη , ανεξαρτήτως τής χώρας διαμονής τους , επέφερε συχνά τελείως αντίθετο αποτέλεσμα . Έτσι , ενας συνταξιούχος πού κατοικούσε σέ Κράτος μέλος μέ αδύνατο νόμισμα , ηδύνατο νά επιλέξει νά λαμβάνει τήν σύνταξή του στό νόμισμα τής χώρας , οπου ειχε τήν εδρα του τό όργανο , στό οποίο ανήκε . Εν τούτοις , στήν σύνταξή του θά εφηρμόζετο ο συντελεστής αναπροσαρμογής πού καθωρίζετο γιά τήν χώρα , στήν οποία κατοικούσε . Ο εν λόγω συνταξιούχος δέν υφίστατο τήν απώλεια πού προέκυπτε από τήν εφαρμογή τής τιμής συναλλάγματος τού ΔΝΤ τού 1965 , εφ’ οσον ηδύνατο νά μετατρέψει τήν σύνταξή του σέ λίρες μέ τίς πραγματικές τιμές συναλλάγματος . Πράγματι , ορισμένοι συνταξιούχοι απελάμβαναν προνομιακής μεταχειρίσεως πού συνιστούσε διάκριση έναντι άλλων συνταξιούχων , αποτέλεσμα στό οποίο δέν απέβλεπε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως κατά τόν χρόνο τής καταρτίσεώς του . Η επεξεργασία μιάς σειράς τροποποιήσεων , μέ τίς οποίες επιδιώκεται η αποκατάσταση καί η υλοποίηση τής προθέσεως καί τού στόχου τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , καθώς καί η θεραπεία μιάς ανωμαλίας , η οποία απορρέει από συνθήκες πού οι κοινοτικές αρχές δέν ηδύναντο νά ελέγξουν καί νά προβλέψουν , δέν ειναι δυνατόν νά συνιστά κατάχρηση εξουσίας .
21 Πρέπει νά σημειωθεί οτι τό άρθρο 64 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει τόν καθορισμό τών συντελεστών αναπροσαρμογής «ανάλογα μέ τούς ορους διαβιώσεως στούς διαφόρους τόπους τοποθετήσεως»· τό άρθρο 65 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ορίζει οτι σέ περίπτωση «ουσιώδους μεταβολής τού κόστους ζωής» , τό Συμβούλιο δύναται νά προσαρμόσει τούς συντελεστές αναπροσαρμογής .
22 Η προοδευτική αύξηση τού εφαρμοστέου στό Ηνωμένο Βασίλειο συντελεστού αναπροσαρμογής , οπως επραγματοποιήθη κατά τό χρονικό διάστημα μεταξύ τής εντάξεως καί τού έτους 1979 , απέβλεπε στήν διατήρηση τών παροχών ισοτιμιών πού ειχαν γίνει δεκτές από τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τό 1965 , χωρίς νά θιγεί η αγοραστική δύναμη τών παροχών πού κατεβάλλοντο στό πρώην προσωπικό τών Κοινοτήτων πού διέμενε στό Ηνωμένο Βασίλειο , η σύνταξη τού οποίου έπρεπε νά μετατρέπεται σέ λίρες στερλίνες κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 63 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Ναί μέν η επιδίωξη νά μή έχει επιπτώσεις η διατήρηση τών σταθερών τιμών συναλλάγματος , σέ χρόνο νομισματικών διαταραχών , στούς συνταξιούχους πού διαμένουν σέ χώρες μέ αδύνατο νόμισμα , ειναι απόλυτα σύμφωνη μέ τό πνεύμα τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , εξ αυτού δέν προκύπτει ομως αναγκαίως οτι οι διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπουν τήν χρησιμοποίηση τών συντελεστών αναπροσαρμογής γιά νομισματικούς σκοπούς .
23 Τό Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει , αποφαινόμενο επί άλλων πραγματικών περιστατικών , στήν απόφαση τής 24ης Οκτωβρίου 1973 ( Schlueter , 9/73 , ECR 1973 , σ . 1135 ), οτι τό Συμβούλιο δύναται νά προσφύγει στήν λήψη προσωρινού μέτρου ενώπιον μιάς καταστάσεως πού χαρακτηρίζεται από τήν μή δυνατότητα πραγματοποιήσεως ορθής προβλέψεως , η οποία νά επιτρέπει τήν άμεση αντιμετώπιση αιφνιδίων γεγονότων πού ειναι ικανά νά δημιουργήσουν σοβαρές καταστάσεις , ιδίως οταν τά μέτρα πού πρέπει νά ληφθούν αφορούν τομέα στενά συνδεδεμένο μέ τήν νομισματική πολιτική τών Κρατών μελών , τά αποτελέσματα τής οποίας πρέπει τά εν λόγω μέτρα νά διορθώσουν μερικώς . Τό Δικαστήριο , πάντως , προσέθεσε οτι μία τέτοια κατάσταση δέν δύναται παρά νά ειναι προσωρινή , δεδομένου οτι η νομική βάση τών ανωτέρω μέτρων πρέπει τελικώς νά ανευρεθεί στίς προσήκουσες διατάξεις τού κοινοτικού δικαίου .
24 Εν προκειμένω , η τροποποίηση τών τιμών συναλλάγματος καί η αντίστοιχη προσαρμογή τών συντελεστών αναπροσαρμογής επραγματοποιήθησαν μόλις κατά τό τέλος τού έτους 1979 . Έτσι , τά προσωρινά μέτρα ερρύθμιζαν τήν κατάσταση τών εγκατεστημένων σέ χώρες μέ αδύνατο νόμισμα συνταξιούχων επί χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών .
25 Εν τούτοις , πρέπει νά γίνει δεκτό οτι τό εν λόγω χρονικό διάστημα εχαρακτηρίζετο από τήν αβεβαιότητα οσον αφορά τίς μεταγενέστερες νομισματικές εξελίξεις . Υπό τίς συνθήκες αυτές , τό γεγονός οτι τό Συμβούλιο εδίσταζε νά προσαρμόσει τίς κοινοτικές διατάξεις στήν νέα νομισματική κατάσταση δύναται νά εξηγηθεί από τίς δυσχέρειες ανευρέσεως , όχι μόνον στόν τομέα τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , αλλά καί σέ άλλους τομείς , τών κριτηρίων εκείνων , πού θά επέτρεπαν τόν καθορισμό σταθερών τιμών μετατροπής .
26 Εξ ολων τών προηγηθεισών σκέψεων προκύπτει οτι ο ισχυρισμός πού στηρίζεται στό παράνομο τού καθορισμού τού συντελεστού αναπροσαρμογής πού εφαρμόζεται στό Ηνωμένο Βασίλειο δέν ειναι βάσιμος .
27 Τέλος , ο προσφεύγων διατείνεται οτι η μείωση τών καταβαλλομένων κατ’ εφαρμογή τών κανονισμών 3085/78 συνταξιοδοτικών παροχών , παραβιάζει ορισμένες αρχές τού δικαίου , οι οποίες προστατεύονται από τό κοινοτικό δίκαιο . Ισχυρίζεται σχετικώς οτι εδικαιούτο νά προσδοκά τήν συνεχή καταβολή τών παροχών πού τού ειχαν χορηγηθεί καί τό υψος τών οποίων ηταν καθοριστικό γιά τήν επιλογή τού τρόπου , μέ τόν οποίο θά έζη ως συνταξιούχος .
28 Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει νά ληφθεί υπό τήν έννοια οτι προβάλλεται η παραβίαση τής αρχής τής προστασίας τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης , τήν οποία τό προσωπικό τών Κοινοτήτων δύναται νά έχει ως πρός τήν τήρηση τών υποχρεώσεων πού αναλαμβάνουν τά όργανα .
29 Όπως ανεφέρθη ανωτέρω , τό νέο σύστημα εισήχθη προκειμένου νά εξομαλυνθεί μία κατάσταση , η οποία ειχε επιδεινωθεί λόγω τών νομισματικών διακυμάνσεων καί τής παρατεινομένης εφαρμογής προσωρινών μέτρων πρός αντιμετώπιση τών διακυμάνσεων αυτών . Ταυτοχρόνως , κατέστη δυνατό νά επανέλθουν οι διάφορες κατηγορίες συνταξιούχων πού διέμεναν σέ χώρες μέ αδύνατο νόμισμα σέ μία κατάσταση , κατά τήν οποία διεσφαλίζετο η ίση μεταχείριση .
30 Δεδομένου οτι κανένα από τά όργανα τής Κοινότητος δέν ανέλαβε τήν υποχρέωση νά διατηρήσει μία ευνοϊκή γιά συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων κατάσταση , η οποία προέκυπτε από τήν εφαρμογή τών εν λόγω προσωρινών μέτρων , ο ισχυρισμός τού προσφεύγοντος πρέπει νά απορριφθεί , καθ’ οσον αναφέρεται στήν εισαγωγή τού νέου συστήματος αυτού καθαυτού .
31 Όσον αφορά τίς λεπτομέρειες εφαρμογής τής εν λόγω εισαγωγής , πρέπει νά σημειωθεί οτι η προοδευτική αύξηση τών παροχών πού οφείλοντο στήν κατηγορία τών συνταξιούχων , στήν οποία εμπίπτει ο προσφεύγων , ηταν αποτέλεσμα τών δισταγμών τού Συμβουλίου νά τροποποιήσει τίς σχετικές μέ τίς τιμές συναλλάγματος διατάξεις τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Παρ’ ολον οτι η ανωτέρω αύξηση επήλθε σέ χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών , τό Συμβούλιο , εν τούτοις , απεφάσισε , μέ τήν θέσπιση τού άρθρου 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 , νά υποστούν οι συνταξιούχοι τήν απώλεια τής εν λόγω αυξήσεως μετά από σχετικώς βραχεία μεταβατική περίοδο , δεδομένου οτι εφηρμόσθη από τήν 4η Οκτωβρίου 1979 , δηλαδή εξι μήνες μετά τήν έναρξη τής ισχύος τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , ενα σύστημα μηνιαίων μειώσεων , τό οποίο εκλιμακώνετο σέ χρονικό διάστημα δέκα μηνών .
32 Πρέπει νά τονισθεί οτι η επιδείνωση τής καταστάσεως , οπως εξεδηλώθη πρίν από τήν έκδοση τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 , δέν ηδύνατο μέ κανέναν τρόπο νά αποδοθεί στήν συμπεριφορά τών συνταξιούχων· η παρατεινομένη εξέλιξη τής εν λόγω επιδεινώσεως οφείλετο στήν απραξία τού Συμβουλίου , τό οποίο δέν αναπροσήρμοσε τίς τιμές συναλλάγματος , οι οποίες δέν ειχαν πλέον καμμία σχέση μέ τήν οικονομική πραγματικότητα .
33 Άν η εν λόγω απραξία τού Συμβουλίου δύναται κατά κάποιον τρόπο νά εξηγηθεί , δέν ειναι δυνατό νά μή ληφθεί εξ ίσου υπ’ όψη τό γεγονός οτι οι συνταξιούχοι πού ευνοούντο από τήν απραξία αυτή ηδύναντο νά προσδοκούν οτι τό Συμβούλιο θά λάβει υπ’ όψη τήν κατάσταση , στήν οποία τούς έφερε η παρατεινομένη εφαρμογή τού προσωρινού συστήματος . Αυτό ειναι αληθές ιδίως οσον αφορά τίς συντάξεις , οι οποίες προορίζονται νά διασφαλίσουν ενα ικανοποιητικό επίπεδο διαβιώσεως στούς υπαλλήλους πού έχουν αποχωρήσει από τήν υπηρεσία τών Κοινοτήτων .
34 Επομένως , τό Συμβούλιο δέν ηδύνατο , χωρίς νά παραβιάσει τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τών συνταξιούχων , νά καθορίσει μετά από χρονικό διάστημα απραξίας περισσοτέρων ετών , μία μεταβατική περίοδο γιά τήν προοδευτική μείωση τών καταβαλλομένων ποσών , η οποία νά καλύπτει μόλις διάστημα δέκα μηνών . Γιά τήν εν λόγω πράξη θά έπρεπε νά προβλεφθεί τουλάχιστον τό διπλό χρονικό διάστημα .
35 Συνεπώς , ο λόγος πού στηρίζεται στήν παραβίαση τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ειναι βάσιμος , καθ’ οσον αναφέρεται στήν διάρκεια τού μεταβατικού συστήματος πού καθόρισε τό άρθρο 4 εδάφιο 3 τού κανονισμού 3085/78 .
36 Εκ τών ανωτέρω επεται οτι ελλείψει συννόμου μεταβατικού συστήματος , η Επιτροπή δέν ειχε τήν εξουσία νά προβεί σέ εφαρμογή τών κανονισμών 3085/78 καί 3086/78 επί τού προσφεύγοντος καί οτι , ως εκ τούτου , συντρέχει λόγος ακυρώσεως τής προσβαλλομένης αποφάσεως .
37 Εναπόκειται στά αρμόδια όργανα νά λάβουν τά αναγκαία μέτρα πρός θεραπεία τής διαπιστωθείσης παρανομίας καί πρός καθορισμό ιδίως , μέ αναδρομική ισχύ , τού προσήκοντος μεταβατικού συστήματος .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
38 Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 3 τού κανονισμού διαδικασίας , τό Δικαστήριο δύναται νά συμφηφίσει τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση τής Επιτροπής περί μειώσεως τής συντάξεως τού προσφεύγοντος , η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 4 τού κανονισμού 3085/78 τού Συμβουλίου , τής 21ης Δεκεμβρίου 1978 ( OJ L 369 , σ . 6 ) καί εγνωστοποιήθη στόν προσφεύγοντα μέ υπόμνημα τής 19ης Οκτωβρίου 1979 .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy