Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ανταγωνισμός — Επιχειρήσεις επιφορτισμένες μέ τήν διαχείρηση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος — Έννοια — Τραπεζικά ιδρύματα εκτελούντα μεταφορές κεφαλαίων από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 90 παράγραφος 2 )
2 . Ισοζύγιο πληρωμών — Διατάξεις τής συνθήκης — Αντικείμενο — Συντονισμός τών εθνικών οικονομικών πολιτικών — Εξαίρεση τών τραπεζών από τούς κανόνες περί ανταγωνισμού — Ανεπίτρεπτο
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρα 104 εως 109 )
3 . Ανταγωνισμός — Συμφωνίες — Εναρμονισμένη πρακτική — Έννοια
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 85 παράγραφος 1 )
4 . Ανταγωνισμός — Συμφωνίες — Εναρμονισμένη πρακτική — Παράλληλη συμπεριφορά κατά τήν είσπραξη από τίς τράπεζες ενιαίας τραπεζικής προμηθείας επί διεθνών χρηματικών μεταφορών — Απαγόρευση — Προϋποθέσεις
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 85 παράγραφος 1 )
Περίληψη
1 . Οι μεταφορές χρημάτων τών πελατών τους , πού εκτελούν συνήθως τά τραπεζικά ιδρύματα , από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο , άν καί αποτελούν πράξεις πού ανή κουν σ’ αυτή τήν αποστολή τών τραπεζών , ιδίως οσον αφορά τίς διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων , δέν αποτελούν επαρκή λόγο , γιά νά προσδώσουν στά ιδρύματα αυτά τόν χαρακτήρα επιχειρήσεων υπό τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τής συνθήκης , εκτός άν αποδεικνύεται οτι μέ τήν εκτέλεση τών μεταφορών αυτών , τά εν λόγω ιδρύματα διαχειρίζονται υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος , η οποία τούς έχει ανατεθεί μέ πράξη τής δημοσίας αρχής .
2 . Τά άρθρα 104 καί επόμενα τής συνθήκης ΕΟΚ δέν σκοπούν μέ κανέναν τρόπο τήν εξαίρεση τών τραπεζών από τούς κανόνες ανταγωνισμού τής συνθήκης . Περιλαμβάνονται στόν τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 2 τής συνθήκης , περί «ισοζυγίου πληρωμών» , περιορίζονται δέ στό νά επισημαίνουν τήν επιτακτική ανάγκη συντονισμού μεταξύ τών Κρατών μελών στόν τομέα τής οικονομικής πολιτικής καί προβλέπουν , πρός τόν σκοπό αυτό , τήν συνεργασία μεταξύ τών αρμοδίων υπηρεσιών τών εθνικών διοικήσεων καί μεταξύ τών κεντρικών τραπεζών τών Κρατών μελών , η οποία επιτρέπει τήν επίτευξη τών σκοπών τής συνθήκης .
3 . Η εναρμονισμένη πρακτική , κατά τήν έννοια τού άρθρου 85 παράγραφος 1 τής συνθήκης , αποτελεί μία μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων , ο οποίος , χωρίς νά έχει προχωρήσει μέχρι τής συνάψεως συμβάσεως κατά κυριολεξία , υποκαθιστά συνειδητώς τούς κινδύνους τού ανταγωνισμού μέ μία πρακτική συνεργασία μεταξύ τους .
Τά κριτήρια συντονισμού καί συνεργασίας πού συνθέτουν μία εναρμονισμένη πρακτική , χωρίς νά απαιτούν τήν κατάρτιση πραγματικού «σχεδίου» , πρέπει νά νοούνται υπό τό φώς τής συνυφασμένης μέ τίς σχετικές πρός τόν ανταγωνισμό διατάξεις τής συνθήκης αντιλήψεως , κατά τήν οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει νά καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τήν πολιτική πού προτίθεται νά ακολουθήσει στήν κοινή αγορά καί τούς ορους πού προτίθεται νά επιφυλάξει στήν πελατεία του .
Ειναι μέν ακριβές οτι αυτή η απαίτηση αυτονομίας δέν αποκλείει τό δικαίωμα τών επιχειρηματιών νά προσαρμόζονται επιτηδείως στήν διαπιστουμένη ή αναμενομένη συμπεριφορά τών ανταγωνιστών τους , πλήν ομως αντιτίθεται αυστηρώς σέ κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ τών επιχειρηματιών αυτών , η οποία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τήν δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού , πού δέν αντιστοιχούν πρός τίς κανονικές συνθήκες τής εν λόγω αγοράς , λαμβανομένων υπ’ όψη τής φύσεως τών προϊόντων ή τών παρεχομένων υπηρεσιών , τής σπουδαιότητος τού αριθμού τών επιχειρήσεων καί τού όγκου τής αγοράς αυτής .
4 . Η παράλληλη συμπεριφορά κατά τήν είσπραξη ενιαίας τραπεζικής προμηθείας γιά μεταφορές ποσών από ενα Κράτος μέλος πρός άλλο , πού διενεργούν οι τράπεζες από τούς πιστωτικούς λογαριασμούς τών πελατών τους , αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική , η οποία απαγορεύεται από τό άρθρο 85 παράγραφος 1 τής συνθήκης , εφ’ οσον αποδεικνύεται οτι η παράλληλη αυτή συμπεριφορά συγκεντρώνει τά χαρακτηριστικά μιάς τέτοιας πρακτικής , στοιχεία συντονισμού καί συνεργασίας καί οτι η πρακτική αυτή ειναι ικανή νά επηρεάσει αισθητώς τούς ορους τού ανταγωνισμού στήν αγορά τών υπηρεσιών , πού έχουν σχέση μέ τίς ανωτέρω μεταφορές .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 172/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Amtsgericht τού Rosenheim πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
GERHARD ZUECHNER , Rosenheim ,
καί
BAYERISCHE VEREINSBANK AG , Μόναχο ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 85 καί 86 τής συνθήκης ΕΟΚ ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 14ης Ιουλίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 29 Ιουλίου 1980 , τό Amtsgericht τού Rosenheim υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 85 καί 86 τής συνθήκης , γιά τόν προσδιορισμό τής εκτάσεως τών διατάξεων αυτών ως πρός τήν είσπραξη από τραπεζικό ιδρυμα , εγκατεστημένο στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , προμηθείας γιά τήν μεταφορά χρηματικού ποσού μέ επιταγή από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο .
2 Όπως προκύπτει από τήν δικογραφία πού διεβίβασε τό εθνικό δικαστήριο , ενας κάτοχος τραπεζικού λογαριασμού στήν Bayerische Vereinsbank στό Rosenheim , τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , εξέδωσε επί τής τραπέζης αυτής , στίς 17 Ιουλίου 1979 , επιταγή ποσού 10 000 μάρκων , εις διαταγήν παραλήπτου πού διέμενε στήν Ιταλία . Γιά τήν πράξη μεταφοράς , η ανωτέρω τράπεζα εχρέωσε τόν λογαριασμό του μέ κράτηση , ως τραπεζική προμήθεια ( Bearbeitungsgebuehr ), 15 μάρκων πού αντιστοιχούσε στό 0,15 % τού μεταφερθέντος ποσού .
3 Ο κάτοχος τού τραπεζικού λογαριασμού , θεωρώντας οτι η είσπραξη τής ανωτέρω προμηθείας ηταν αντίθετη πρός τίς διατάξεις τής συνθήκης ΕΟΚ , ήγειρε ενώπιον τού Amtsgericht τού Rosenheim αγωγή περί αποδόσεώς της κατά τού τραπεζικού οργανισμού .
4 Υπεστήριξε , μεταξύ άλλων , οτι , η είσπραξη τής επιδίκου προμηθείας ηταν αντίθετη πρός τά άρθρα 85 καί 86 τής συνθήκης , διότι απετέλει εναρμονισμένη πρακτική , ακολουθουμένη από ολα ή τά περισσότερα τραπεζικά ιδρύματα , τόσο εντός τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας οσο καί εντός τών άλλων Κρατών μελών τής Κοινότητος , αντίθετη πρός τούς κανόνες ανταγωνισμού καί ικανή νά επηρεάσει τό εμπόριο μεταξύ τών Κρατών μελών .
5 Προκειμένου νά διασαφηνίσει ιδίως τό τελευταίο αυτό σημείο , τό εθνικό δικαστήριο απεφάσισε νά υποβάλει στό Δικαστήριο , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης , τό ακόλουθο ερώτημα :
«Η είσπραξη , στίς ενδοκοινοτικές πράξεις , πληρωμών καί κινήσεως κεφαλαίων μεταξύ τραπεζών , ενιαίας τραπεζικής προμηθείας 0,15 % επί τού πρός μεταφορά ποσού , συνιστά παράβαση τών άρθρων 85 καί 86 τής συνθήκης ΕΟΚ , ως εναρμονισμένη πρακτική , ικανή νά επηρεάσει τίς εμπορικές συναλλαγές;»
6 Η εναγομένη στήν κυρία δίκη αντέταξε πρώτον , κατά τήν προφορική διαδικασία , οτι τό περί ερμηνείας ερώτημα πού έθεσε τό εθνικό δικαστήριο στερείται αντικειμένου , δεδομένου οτι οι διατάξεις τής συνθήκης περί τών κανόνων τού ανταγωνισμού δέν εφαρμόζονται , τουλάχιστον κατά μεγάλο μέρος , στά τραπε ζικά ιδρύματα . Υπεστήριξε οτι , λόγω τής ιδιαζούσης φύσεως τών υπηρεσιών πού παρέχουν οι εταιρίες αυτές καί τού σημαντικού ρόλου πού διαδραματίζουν στίς πράξεις μεταφοράς κεφαλαίων , πρέπει νά θεωρούνται ως επιχειρήσεις «επιφορτισμένες μέ τήν διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος» , κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τής συνθήκης καί δέν υπάγονται επομένως , δυνάμει τής διατάξεως αυτής , στούς κανόνες ανταγωνισμού τών άρθρων 85 καί 86 τής συνθήκης . Επί πλέον , πρός στήριξη τής απόψεώς της , επεκαλέσθη τίς διατάξεις τών άρθρων 104 επ . τής συνθήκης πού αναφέρονται στήν «οικονομική πολιτική» .
7 Οι μεταφορές χρημάτων τών πελατών τους , πού εκτελούν συνήθως τά τραπεζικά ιδρύματα , από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο , άν καί αποτελούν πράξεις πού ανήκουν σ’ αυτήν τήν αποστολή τών τραπεζών , ιδίως οσον αφορά τίς διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων , δέν αποτελούν επαρκή λόγο , γιά νά προσδώσουν στά ιδρύματα αυτά τόν χαρακτήρα επιχειρήσεων υπό τήν έννοια τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τής συνθήκης , εκτός άν αποδεικνύεται οτι μέ τήν εκτέλεση τών μεταφορών αυτών , τά εν λόγω ιδρύματα διαχειρίζονται υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος , η οποία τούς έχει ανατεθεί μέ πράξη τής δημοσίας αρχής .
8 Ως πρός τά άρθρα 104 καί επόμενα τής συνθήκης , οι διατάξεις αυτές δέν σκοπούν μέ κανένα τρόπο τήν εξαίρεση τών τραπεζών από τούς κανόνες ανταγωνισμού τής συνθήκης . Περιλαμβάνονται στόν τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 2 τής συνθήκης περί «ισοζυγίου πληρωμών» , περιορίζονται δέ στό νά επισημαίνουν τήν επιτακτική ανάγκη συντονισμού μεταξύ τών Κρατών μελών , στόν τομέα τής οικονομικής πολιτικής καί προβλέπουν , πρός τόν σκοπό αυτό , τήν συνεργασία μεταξύ τών αρμοδίων υπηρεσιών τών εθνικών διοικήσεων καί μεταξύ τών κεντρικών τραπεζών τών Κρατών μελών , η οποία επιτρέπει τήν επίτευξη τών σκοπών τής συνθήκης .
9 Εν όψει ολων αυτών τών στοιχείων , η αντίρρηση πού ήγειρε η εναγομένη στήν κυρία δίκη πρέπει , νά απορριφθεί .
10 Τό εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τό περί ερμηνείας ερώτημα , αναφερόμενο στήν είσπραξη ενιαίας τραπεζικής προμηθείας 0,15 % επί τών συναλλαγών στίς οποίες αναφέρεται . Τό ερώτημα αυτό υπεβλήθη σχετικώς τόσο πρός τό άρθρο 85 , οσο καί πρός τό άρθρο 86 τής συνθήκης . Λαμβάνοντας υπ’ όψη οτι η διάταξη παραπομπής αντιμετωπίζει , ως πιθανή παράβαση τών κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού , αποκλειστικώς τήν περίπτωση υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής , καί τό γεγονός οτι τό άρθρο 86 αναφέρεται στήν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως καί δέν καλύπτει τήν περίπτωση εναρμονισμένης πρακτικής , επί τής οποίας μόνο οι διατάξεις τού άρθρου 85 έχουν εφαρμογή , η εξέταση τού ερωτήματος πού υπεβλήθη πρέπει εν προκειμένω νά περιορισθεί στό τελευταίο αυτό άρθρο .
11 Κατά τό άρθρο 85 παράγραφος 1 τής συνθήκης , «ειναι ασυμβίβαστες μέ τήν κοινή αγορά καί απαγορεύονται ολες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων , ολες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων καί κάθε εναρμονισμένη πρακτική , πού δύνανται νά επηρεάσουν τό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών καί πού έχουν ως αντικείμενο τήν παρεμπόδιση , τόν περιορισμό ή τήν νόθευση τού ανταγωνισμού εντός τής κοινής αγοράς» .
12 Όπως ετόνισε τό Δικαστήριο , ιδίως μέ τήν απόφασή του τής 14ης Ιουλίου 1972 ( ICI κατά Επιτροπής , 48/69 , Slg . σ . 619 ), η εναρμονισμένη πρακτική κατά τήν έννοια τού άρθρου 85 παράγραφος 1 τής συνθήκης , αποτελεί μία μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων , ο οποίος , χωρίς νά έχει προχωρήσει μέχρι τής συνάψεως συμβάσεως κατά κυριολεξία , υποκαθιστά συνειδητώς τούς κινδύνους τού ανταγωνισμού μέ μία πρακτική συνεργασία μεταξύ τους .
13 Τό Δικαστήριο επεσήμανε επίσης μέ τήν απόφασή του τής 16ης Δεκεμβρίου 1975 ( Suiker Unie κατά Επιτροπής , 40-48 , 50 , 54-56 , 111 , 113 , 114/73 , Slg . σ . 1663 ) οτι τά κριτήρια συντονισμού καί συνεργασίας πού συνθέτουν μία εναρμονισμένη πρακτική , χωρίς νά απαιτούν τήν κατάρτιση πραγματικού «σχεδίου» , πρέπει νά νοούνται υπό τό φώς τής συνυφασμένης μέ τίς σχετικές πρός τόν ανταγωνισμό διατάξεις τής συνθήκης αντιλήψεως , κατά τήν οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει νά καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο τήν πολιτική πού προτίθεται νά ακολουθήσει στήν κοινή αγορά καί τούς ορους πού προτίθεται νά επιφυλάξει στήν πελατεία του .
14 Ειναι μέν ακριβές οτι αυτή η απαίτηση αυτονομίας δέν αποκλείει τό δικαίωμα τών επιχειρηματιών νά προσαρμόζονται επιτηδείως στήν διαπιστουμένη ή αναμενομένη συμπεριφορά τών ανταγωνιστών τους , πλήν ομως αντιτίθεται αυστηρώς σέ κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ τών επιχειρηματιών αυτών , η οποία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τήν δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού πού δέν αντιστοιχούν πρός τίς κανονικές συνθήκες τής εν λόγω αγοράς , λαμβανομένων υπ’ όψη τής φύσεως τών προϊόντων ή τών παρεχομένων υπηρεσιών , τής σπουδαιότητος καί τού αριθμού τών επιχειρήσεων καί τού όγκου τής αγοράς αυτής .
15 Κατά τόν ενάγοντα στήν κυρία δίκη , υφίσταται εν προκειμένω εναρμονισμένη πρακτική , λόγω τού γεγονότος οτι ολες ή οι περισσότερες τράπεζες στό εσωτερικό τής κοινής αγοράς ή τουλάχιστον στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , εφαρμόζουν ενιαία προμήθεια γιά μεταφορές πρός άλλα Κράτη μέλη ποσών ιδίου υψους .
16 Η εναγομένη στήν κυρία δίκη δέν απέκλεισε τήν είσπραξη προμηθείας ιδίου υψους από άλλες τράπεζες , τόσο στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας οσο καί σέ άλλα Κράτη μέλη , γιά πράξεις μεταφοράς τού είδους αυτού . Διηυκρίνισε πάντως οτι αυτή η παράλληλη συμπεριφορά δέν ειναι αποτέλεσμα συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ τών τραπεζών αυτών , πού έχει ως αντικείμενο ή ως συνέπεια , αποτέλεσμα απαγορευόμενο από τό άρθρο 85 τής συνθήκης . Εξήγησε , οτι η είσπραξη τής προμηθείας αυτής δικαιολογείται από τά έξοδα πού ειναι συνυφασμένα μέ τίς μεταφορές αυτού τού είδους , λόγω , ιδίως , τού περιπλόκου χαρακτήρος τών συναλλαγματικών πράξεων πού συνεπάγονται , καί παρετήρησε , εξ άλλου , οτι η προμήθεια , πού εισπράττεται κατά τρόπο ενιαίο γιά κάθε μεταφορά ορισμένου υψους , αντιπροσωπεύει μερική μόνο συνεισφορά στό συνολικό κόστος τών πράξεων μεταφοράς πού διενεργούνται συνήθως .
17 Τό γεγονός οτι ο λόγος υπάρξεως τής εν λόγω προμηθείας έγκειται στά έξοδα πού ειναι συνυφασμένα μέ τό σύνολο τών πράξεων μεταφοράς πρός τό εξωτερικό , οι οποίες διενεργούνται συνήθως από τίς τράπεζες υπέρ τών πελατών τους καί οτι η προμήθεια αυτή αποτελεί , έτσι , μερική απόδοση τών εξόδων αυτών , τά οποία εισπράττονται κατά τρόπο ενιαίο από ολους τούς χρησιμοποιούντες τήν υπηρεσία αυτή , δέν αποκλείει τήν δυνατότητα η παράλληλη συμπεριφορά στόν τομέα αυτό , οποια κι άν ειναι η αιτιολογία της , νά καταλήξει σέ συντονισμό μεταξύ τών τραπεζών , πού συνιστά εναρμονισμένη πρακτική κατά τήν έννοια τού άρθρου 85 τής συνθήκης .
18 Μία τέτοια πρακτική , λόγω τού οτι ακριβώς τό περιεχόμενό της αφορά διεθνείς συναλλαγές , ειναι ικανή νά επηρεάσει «τό εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών» , υπό τήν έννοια τού ανωτέρω άρθρου , η δέ έννοια τού «εμπορίου» πού αναφέρεται στό άρθρο αυτό έχει ευρεία έκταση , η οποία καλύπτει επίσης καί τίς νομισματικές συναλλαγές .
19 Επί πλέον , θά ενέπιπτε στήν απαγόρευση τού άρθρου 85 παράγραφος 1 τής συνθήκης , άν απεδεικνύετο οτι έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα νά επηρεάσει αισθητώς τόν ανταγωνισμό στήν αγορά τών νομισματικών μεταφορών πού διενεργούν οι τράπεζες από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο .
20 Αυτό θά συνέβαινε , ιδίως , στήν περίπτωση πού η εναρμονισμένη πρακτική θά επέτρεπε στίς τράπεζες , οι οποίες τήν ακολουθούν νά αποκρυσταλλώσουν δημιουργημένες καταστάσεις καί νά στερήσουν έτσι τούς πελάτες τους από τήν πραγματική δυνατότητα νά επωφεληθούν ευνοϊκοτέρων υπηρεσιών , πού θά τούς προσεφέροντο υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού .
21 Αυτό αποτελεί θέμα πραγματικό , τό οποίο μόνο τό δικαστήριο πού επελήφθη τής ουσίας τής διαφοράς ειναι αρμόδιο νά εκτιμήσει . Πρός τόν σκοπό αυτό , πρέπει νά εξετασθεί άν , μεταξύ τών τραπεζών πού εμφανίζουν παράλληλη συμπεριφορά , υφίστανται επαφές ή , τουλάχιστον , ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά , μεταξύ άλλων , μέ τό ποσοστό τών προμηθειών πού πράγματι εισπράττονται γιά ομοιες πράξεις μεταφοράς , οι οποίες έχουν διενεργηθεί ή αντιμετωπίζονται στό μέλλον καί άν , λαμβανομένων υπ’ όψη τών συνθηκών τής εν λόγω αγοράς , τό ποσοστό τής προμηθείας πού εφαρμόζεται κατά τρόπο ενιαίο δέν ειναι διαφορετικό από εκείνο πού θά προέκυπτε από τήν ελεύθερη λειτουργία τού ανταγωνισμού . Πρέπει επίσης νά ληφθεί υπ’ όψη ο αριθμός καί η σπουδαιότης , στό πλαίσιο τής αγοράς τών νομισματικών συναλλαγών μεταξύ Κρατών μελών , τών τραπεζών πού συμμετέχουν σέ τέτοια πρακτική , καθώς καί ο όγκος τών εμβασμάτων γιά τά οποία εισπράττεται η επίδικη προμήθεια , σέ σχέση μέ τόν συνολικό όγκο τών μεταφορών πού διενεργούν οι τράπεζες από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο .
22 Γιά ολους αυτούς τούς λόγους προσήκει νά δοθεί στό υποβληθέν ερώτημα η απάντηση οτι η παράλληλη συμπεριφορά κατά τήν είσπραξη ενιαίας τραπεζικής προμηθείας γιά μεταφορές ποσών από ενα Κράτος μέλος πρός άλλο , πού διενεργούν οι τράπεζες από τούς πιστωτικούς λογαριασμούς τών πελατών τους , αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική , η οποία απαγορεύεται από τό άρθρο 85 παράγραφος 1 τής συνθήκης , άν δεχθεί τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο οτι η παράλληλη αυτή συμπεριφορά συγκεντρώνει τά χαρακτηριστικά μιάς τέτοιας πρακτικής , στοιχεία συντονισμού καί συνεργασίας καί οτι η πρακτική αυτή ειναι ικανή νά επηρεάσει αισθητώς τούς ορους τού ανταγωνισμού στήν αγορά τών υπηρεσιών , πού έχουν σχέση μέ τίς ανωτέρω μεταφορές .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθη η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η διαδικασία έχει , ως πρός τούς διαδίκους στήν κυρία δίκη , τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος ζητήματος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σέ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε , μέ διάταξη τής 14ης Ιουλίου 1980 , τό Amtsgericht τού Rosenheim , αποφαίνεται :
Η παράλληλη συμπεριφορά κατά τήν είσπραξη ενιαίας τραπεζικής προμηθείας γιά μεταφορές ποσών από ενα Κράτος μέλος πρός άλλο , πού διενεργούν οι τράπεζες από τούς πιστωτικούς λογαριασμούς τών πελατών τους , αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική , πού απαγορεύεται από τό άρθρο 85 παράγραφος 1 τής συνθήκης , άν δεχθεί τό εθνικό δικαιοδοτικό όργανο οτι η παράλληλη αυτή συμπεριφορά συγκεντρώνει τά χαρακτηριστικά μιάς τέτοιας πρακτικής , στοιχεία συντονισμού καί συνεργασίας καί οτι η πρακτική αυτή ειναι ικανή νά επηρεάσει αισθητώς τούς ορους τού ανταγωνισμού στήν αγορά τών υπηρεσιών , πού έχουν σχέση μέ τίς ανωτέρω μεταφορές .
Full & Egal Universal Law Academy