Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προηγουμένη διοικητική ένσταση — Απορριπτική απόφαση — Νέα ένσταση κατά τής ιδίας βλαπτικής πράξεως — Παραδεκτό — Προϋπόθεση — Νέο ουσιώδες γεγονός
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άρθρο 90 παράγραφος 2 )
2 . Υπάλληλοι — Βαθμολόγηση — «Οδηγός βαθμολογήσεως» — Αντικείμενο — Ορισμός τών κριτηρίων πού πρέπει νά χρησιμοποιούν οι βαθμολογούντες — Περιγραφή τών θέσεων-τύπων — Αποτελέσματα — Δικαίωμα τών υπαλλήλων πρός διορισμό ή πρός νέα κατάταξη σέ εναν ορισμένο βαθμό — Έλλειψη
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άρθρο 43 )
Περίληψη
1 . Ένα όργανο πού απέρριψε ένσταση , πού υπεβλήθη εμπροθέσμως κατά βλαπτικής πράξεως , δέν υποχρεούται νά κάνει παραδεκτή νέα ένσταση κατά τής ιδίας πράξεως , εκτός άν επήλθε νέο ουσιώδες γεγονός .
2 . Ο «οδηγός βαθμολογήσεως» , πού έχει θεσπισθεί από ενα όργανο κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 43 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , αποσκοπεί στήν παροχή στοιχείων στούς ιεραρχικώς ανωτέρους πού ειναι επιφορτι σμένοι μέ τήν βαθμολόγηση τών υπαλλήλων , δημοσιεύεται δέ γιά νά πληροφορηθούν οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι γιά τά κριτήρια πού εφαρμόζονται μέσα στό πλαίσιο αυτής τής διαδικασίας . Κατά συνέπεια , η περιγραφή τών θέσεων-τύπων πού περιέχει δέν δημιουργεί υπέρ τού προσωπικού δικαιώματα διορισμού σέ εναν ορισμένο βαθμό , ούτε κατά μείζονα λόγο , μετά τόν διορισμό σέ εναν ορισμένο βαθμό , δικαίωμα επί βαθμού ανωτέρου , χωρίς νά τηρηθούν οι κανονικές περί προαγωγής διαδικασίες .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 173/80
VOLKER BLASIG , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Moutfort , Λουξεμβούργο , εκπροσωπούμενος από τόν Guenther Maximini , δικηγόρο παρά τώ Landgericht Trier μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο Guenther Maximini , 96 , rue du Kiem , Neudorf ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Joern Pipkorn , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας καί από τόν Etienne Van Werveke , δικηγόρο Βρυξελλών , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο νά αναγνωρισθεί τό ελαττωματικό τής κατατάξεως τού προσφεύγοντος στόν βαθμό Β 2/Β 3 καθώς καί αποζημίωση γιά τήν βλάβη πού επροξενήθη απ’ αυτή τήν κατάταξη ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 29 Ιουλίου 1980 , ο Volker Blasig , υπάλληλος τής Επιτροπής , ήσκησε προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί νά υποχρεωθεί η Επιτροπή νά τόν κατατάξει στόν βαθμό Β 1 αναδρομικώς από τήν 1η Οκτωβρίου 1974 καί νά τού καταβάλει εντόκως τό ποσό τής διαφοράς , μεταξύ τών αποδοχών πού πράγματι έλαβε καί εκείνων πού θά εδικαιούτο ως υπάλληλος βαθμού Β 1 .
2 Ο προσφεύγων ανέλαβε τά καθήκοντά του τό 1974 μετά από τήν συμμετοχή του σέ γενικό διαγωνισμό ( διαγωνισμός ΚΟΜ/Β/106 ) γιά τήν θέση «βοηθών διοικήσεως , τής σταδιοδρομίας 3 καί 2 τής κατηγορίας Β» . Στήν προκήρυξη τού διαγωνισμού η φύση τών καθηκόντων περιεγράφετο ως εξής : «υπάλληλος εφαρμογής , ο οποίος μέσα στό πλαίσιο γενικών οδηγιών , εκτελεί δύσκολες καί περίπλοκες εργασίες καί ιδίως τήν επεξεργασία καί τήν προσαρμογή προγραμμάτων γιά υπολογιστές τής τρίτης γενεάς» . Μετά τόν διαγωνισμό , η Επιτροπή προσέφερε στόν προσφεύγοντα «θέση βοηθού διοικήσεως ( προγραμματιστού)» στήν Γενική διεύθυνση ΙΧ , «ως δοκίμου υπαλλήλου στόν βαθμό Β 3» , τήν οποία ο προσφεύγων εδέχθη , επιβεβαιώνοντας οτι θά ανελάμβανε τά καθήκοντά του τήν 1η Οκτωβρίου 1974 . Μέ τήν απόφαση περί διορισμού τής 18ης Οκτωβρίου 1974 , ο προσφεύγων κατετάγη , ως βοηθός διοικήσεως , στόν βαθμό Β 3 , πρώτο κλιμάκιο .
3 Στίς 6 Δεκεμβρίου 1974 ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση κατά τής ανωτέρω αποφάσεως , ισχυριζόμενος οτι λόγω τής πείρας του στόν τομέα τών υπολογιστών τής τρίτης γενεάς , έπρεπε νά καταταγεί στόν βαθμό Β 2 , πρώτο κλιμάκιο , ή τουλάχιστον στόν βαθμό Β 3 , κλιμάκιο 3 . Η ένσταση αυτή απερρίφθη μέ απόφαση τής Επιτροπής τής 2ας Ιουνίου 1975 , η οποία εστηρίζετο ιδίως στήν αρχή οτι η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή διορίζει κάθε επιτυχόντα υποψήφιο ως δόκιμο υπάλληλο στόν εισαγωγικό βαθμό τής εισαγωγικής σταδιοδρομίας τής κατηγορίας του .
4 Μετά τό πέρας τής περιόδου δοκιμασίας , εμονιμοποιήθη ο προσφεύγων στήν ίδια θέση από τής 1ης Ιουλίου 1975 .
5 Στίς 20 Δεκεμβρίου 1979 , ο προσφεύγων υπέβαλε νέα ένσταση , μέ τήν οποία εζήτει νά καταταγεί στόν βαθμό Β 1 . Μέ επιστολή τής 24ης Απριλίου 1980 ο Tugendhat , μέλος τής Επιτροπής , τού εγνωστοποίησε οτι η Επιτροπή απέρριψε τήν ένστασή του μέ τήν αιτιολογία οτι η κατάταξη στόν βαθμό Β 3 , πρώτο κλιμάκιο , κατέστη οριστική μετά τήν παρέλευση τής προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής , πού ειχε αρχίσει από τής απορρίψεως τής ενστάσεως , τήν οποία υπέβαλε τό 1974 κατά τής εν λόγω κατατάξεως . Εξ άλλου , η προσβαλλομένη κατάταξη ειναι αντικειμενικώς ορθή , εν όψει τού χαρακτήρος τού διαγωνισμού , βάσει τού οποίου προσελήφθη ο προσφεύγων . Η παρούσα προσφυγή στρέφεται , ουσιαστικώς , κατά τής ανωτέρω απορριπτικής αποφάσεως .
6 Η Επιτροπή ισχυρίζεται οτι η προσφυγή ησκήθη μετά τήν παρέλευση τής προθεσμίας πού ορίζει τό άρθρο 91 παράγραφος 3 τού κανονισμού καί ειναι , κατά συνέπεια , απαράδεκτη .
7 Ο προσφεύγων , ο οποίος υποστηρίζει οτι τά καθήκοντα πού ασκεί ειναι καθήκοντα «προγραμματιστού» καί όχι «βοηθού διοικήσεως» καί επομένως αντιστοιχούν σέ θέση τού βαθμού Β 1 , παραθέτει δύο επιχειρήματα , γιά νά αποδείξει οτι η προσφυγή του ενώπιον τού Δικαστηρίου δέν ησκήθη εκπροθέσμως . Αφ’ ενός οτι η ένσταση τού 1979 ειχε διαφορετικό αντικείμενο από τήν ένσταση τού 1974 , μέ τήν οποία δέν επεδίωκε παρά τήν κατάταξή του σέ ανώτερο βαθμό τής ίδιας σταδιοδρομίας ( Β 2-Β 3)· η απόφαση , μέ τήν οποία η Επιτροπή απέρριψε τήν ένσταση τού 1979 δέν δύναται , συνεπώς , νά θεωρηθεί οτι έχει βεβαιωτικό χαρακτήρα . Αφ’ ετέρου , οτι έλαβε γνώση τού παρανόμου τής κατατάξεώς του σέ βαθμό άλλο από τόν Β 1 μόλις τόν Οκτώβριο τού 1979 οταν έλαβε τόν «οδηγό βαθμολογήσεως» , πού κατήρτισε η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή τού άρ- θρου 43 τού κανονισμού , καί στόν οποίο ο χαρακτηρισμός «προγραμματιστής» τού πίνακος περιγραφής τών θέσεων-τύπων περιλαμβάνεται στήν στήλη τού βαθμού Β 1 , ο δέ χαρακτηρισμός «αναπληρωτής προγραμματιστής» στήν στήλη τών βαθμών Β 2-Β 3 .
8 Κατ’ αρχάς , ειναι βέβαιο οτι η πράξη πού βλάπτει τόν προσφεύγοντα , καί κατά τής οποίας ήσκησε προσφυγή , ειναι η κατάταξη στόν βαθμό Β 3 δυνάμει τής αποφάσεως τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής , τής 18ης Οκτωβρίου 1974 . Αφού η Επιτροπή απέρριψε τήν εμπροθέσμως κατά τής αποφάσεως αυτής υποβληθείσα ένσταση , δέν ητο υποχρεωμένη νά δεχθεί νέα ένσταση κατά τής ιδίας αποφάσεως , εκτός άν ανέκυψε νέο ουσιώδες γεγονός .
9 Τό πρώτο επιχείρημα πρέπει , συνεπώς , νά αποκρουσθεί καί νά εξετασθεί , άν οι συνθήκες , πού αναφέρονται στόν δεύτερο ισχυρισμό , ειναι δυνατόν νά θεωρηθούν ως νέο γεγονός , πού ειναι ικανό νά κινήσει νέα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής .
10 Η Επιτροπή παρατηρεί , οσον αφορά αυτό τό σημείο , οτι η περιγραφή τών καθηκόντων τών θέσεων τής κατηγορίας Β , πού περιέχεται στόν «οδηγό βαθμολογήσεως» τού 1979 ειναι ταυτόσημη μέ τήν περιγραφή πού περιέχεται στόν «οδηγό βαθμολογήσεως» τού 1973 . Ο «οδηγός» αυτός εδημοσιεύθη στόν «Ταχυδρόμο τού προσωπικού» τό 1973 ( αριθ . 172 τής 4ης Σεπτεμβρίου 1973 ) καί ητο προσιτός από τής ημερομηνίας τής δημοσιεύσεώς του σέ ολους τούς ενδιαφερομένους υπαλλήλους .
11 Ο προσφεύγων δέν αμφισβητεί οτι η περιγραφή τών θέσεων-τύπων ειχε ήδη δημοσιευθεί τό 1973 . Ισχυρίζεται , ομως , οτι τότε δέν ειχε ακόμη αναλάβει τά καθήκοντά του στήν Επιτροπή καί οτι δέν ηταν υποχρεωμένος νά πληροφορηθεί τό περιεχόμενο τών πρίν από τήν πρόσληψή του δημοσιεύσεων πού ηταν δυνατόν νά τόν αφορούν . Η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή ειναι αυτή πού οφείλει νά διαθέτει στούς υπαλλήλους ολες τίς δημοσιεύσεις , πού αφορούν τήν αντιστοιχία μεταξύ τών καθηκόντων τους καί τού βαθμού τους . Ο προσφεύγων ομως δέν έλαβε γνώση τού «οδηγού βαθμολογήσεως» παρά από σημείωμα τής Επιτροπής τής 9ης Οκτωβρίου 1979 .
12 Η άποψη πού υποστηρίζει ο προσφεύγων ισοδυναμεί μέ ισχυρισμό οτι τό γεγονός οτι έλαβε γνώση τής υπάρξεως καί τής εφαρμογής τού πίνακος τών θέσεων-τύπων , πού επισυνάπτεται στόν «οδηγό βαθμολογήσεως» , συνιστά νέο γεγονός , τό οποίο ειναι ικανό νά κινήσει νέα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής .
13 Η άποψη αυτή δέν ειναι δυνατόν νά γίνει δεκτή . Σκοπός τού «οδηγού βαθμολογήσεως» ειναι νά δώσει κατευθυντήριες γραμμές στούς ιεραρχικώς ανωτέρους πού ειναι επιφορτισμένοι μέ τήν βαθμολόγηση τών υπαλλήλων κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 43 τού κανονισμού , δημοσιεύεται δέ πρός πληροφόρηση τών ενδιαφερομένων υπαλλήλων γιά τά κριτήρια πού εφαρμόζονται μέσα στό πλαίσιο αυτής τής διαδικασίας . Κατά συνέπεια , ο πίνακας τών θέσεων-τύπων πού περιέχει δέν δημιουργεί υπέρ τού προσωπικού δικαίωμα διορισμού σέ εναν ορισμένο βαθμό ούτε , πολύ περισσότερο , αξίωση , μετά τόν διορισμό σέ εναν ορισμένο βαθμό , κατατάξεως σέ ανώτερο βαθμό , χωρίς νά τηρηθεί η κανονική διαδικασία προαγωγής .
14 Η προσφυγή ειναι , επομένως , απαράδεκτη καθ’ οσον επιδιώκει τήν κατάταξη τού προσφεύγοντος στόν βαθμό Β 1 . Κατά συνέπεια , τό αίτημα , περί πληρωμής τού ποσού τής διαφοράς μεταξύ τών αποδοχών πού πράγματι έλαβε καί τών αποδοχών πού ο προσφεύγων θά ελάμβανε μετά μία νέα κατάταξή του , ειναι άνευ αντικειμένου .
15 Η προσφυγή , επομένως , ειναι απορριπτέα στό σύνολό της ως απαράδεκτη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών εξόδων
16 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Εν τούτοις κατά τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθησαν .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως απαράδεκτη .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy