Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσφυγή ακυρώσεως — Προσφυγή στρεφομένη κατά κανονισμού ο οποίος επεβεβαιώθη , διαρκούσης τής εκκρεμοδικίας , από νέο κανονισμό — Απόρριψη γιά ουσιαστικούς λόγους τής προσφυγής πού ειχε ασκηθεί εν τώ μεταξύ κατά τού νέου κανονισμού — Η συνέχιση τής δίκης κατά τού επιβεβαιωθέντος κανονισμού κατέστη άνευ αντικειμένου — Δέν συντρέχει λόγος εκδόσεως αποφάσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 173 )
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 179/80 ,
SA ROQUETTE FRERES , μέ εδρα στό Lestrem ( διαμέρισμα Pas-de-Calais ), εκπροσωπουμένη από τόν αναπληρωτή γενικό διευθυντή Gerard Pousseaux , επικουρούμενο από τόν δικηγόρο Marcel Veroone , εταίρο τής εταιρίας δικηγόρων Λίλ- λης Veroone-Frevria-Letartre-Paillusseau-Hoste-Dutat , μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβούργο τό γραφείο τού δικηγόρου Loesch , 2 , rue Goethe ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένου από τόν Daniel Vignes , διευθυντή τής νομικής υπηρεσίας τού Συμβουλίου , επικουρούμενο από τόν Arthur Brautigam , υπάλληλο διοικήσεως στήν ανωτέρω υπηρεσία , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Douglas Fontein , διευθυντή τής διευθύνσεως νομικών υποθέσεων τής Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων ,
καθ’ ου ,
καί
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν νομικό της σύμβουλο , Peter Gilsdorf , επικουρούμενο από τόν Jacques Delmoly , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , νομικό σύμβουλο τής Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
παρεμβαινούσης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση τού κανονισμού 1592/80 τού Συμβουλίου , τής 24ης Ιουνίου 1980 , περί εφαρμογής τών καθεστώτων ποσοστώσεων παραγωγής στούς τομείς ζάχαρης καί ισογλυκόζης γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 εως τήν 30ή Ιουνίου 1981 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/029 , σ . 48 ) καθ’ οσον ο εν λόγω κανονισμός παρατείνει τό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής ισογλυκόζης πού θεσπίζει ο κανονισμός 1111/77 τού Συμβουλίου , τής 17ης Μα ΐου 1977 περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων γιά τήν ισογλυκόζη ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/018 , σ . 86 ), οπως ετροποποιήθη ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατετέθη στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 21 Αυγούστου 1980 η εταιρία γαλλικού δικαίου Roquette Freres ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 173 , παράγραφος 2 , τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή μερικής ακυρώσεως τού κανονισμού 1592/80 τού Συμβουλίου , τής 24ης Ιουνίου 1980 , περί εφαρμογής τών καθεστώτων ποσοστώσεων παραγωγής στούς τομείς ζάχαρης καί ισογλυκόζης γιά τήν περίοδο από τής 1ης Ιουλίου 1980 εως τήν 30ή Ιουνίου 1981 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/029 , σ . 48 ). Συγκεκριμένως , η προσφεύγουσα ζητεί από τό Δικαστήριο νά κρίνει ανίσχυρο τό άρθρο 2 καθώς καί τό παράρτημα ΙΙ τού κανονισμού αυτού . Η πρώτη παράγραφος τού εν λόγω άρθρου παρατείνει τό σύστημα τών ποσοστώσεων παραγωγής ισογλυκόζης πού προσετέθη , γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 εως 30ής Ιουνίου 1980 , στόν κανονισμό 1111/77 τού Συμβουλίου , τής 17ης Μα ΐου 1977 , περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων γιά τήν ισογλυκόζη ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/025 , σ . 179 ). Σύμφωνα μέ τήν δεύτερη παράγραφο τού άρθρου αυτού , η βασική ποσόστωση κάθε επιχειρήσεως ισογλυκόζης , γιά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1980 εως 30ής Ιουνίου 1981 ειναι η εφαρμοσθείσα κατά τήν περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 εως 30ής Ιουνίου 1980 .
2Σημειωτέον οτι ο κανονισμός 1592/80 τού Συμβουλίου εθεσπίσθη διαρκούσης τής διαδικασίας πού έμελλε νά καταλήξει στήν ακύρωση από τό Δικαστήριο , μέ τίς αποφάσεις τής 29ης Οκτωβρίου 1980 ( Roquette κατά Συμβουλίου , 138/79 , Rec . σ . 3333 καί Maizena κατά Συμβουλίου , 139/79 , Rec . σ . 3393 ) τού κανονισμού 1293/79 , γιά τόν λόγο οτι εθεσπίσθη χωρίς διαβούλευση μέ τό Κοινοβούλιο οπως απαιτεί τό άρθρο 43 τής συνθήκης ΕΟΚ . Πάντως , στό σκεπτικό τών αποφάσεων αυτών , τό Δικαστήριο απέρριψε ολους τούς ουσιαστικούς λόγους ακυρώσεως , τούς στρεφομένους κατά τού συστήματος τών ποσοστώσεων παραγωγής πού εθέσπισε ο κανονισμός αυτός ως πρός τήν ισογλυκόζη , καί ιδίως κατά τού καθορισμού βασικών ποσοστώσεων γιά τίς προσφεύγουσες στίς δύο υποθέσεις .
3Στήν προσφυγή της , η προσφεύγουσα προβάλλει οτι τό Συμβούλιο εθέσπισε τόν κανονισμό 1592/80 χωρίς νά έχει λάβει τήν γνώμη τού Κοινοβουλίου . Ως πρός τήν ουσία , περιορίζεται στήν επανάληψη τών επιχειρημάτων πού ειχε αναπτύξει στήν υπόθεση 138/79 , τά οποία ήδη μέ τήν ανωτέρω απόφαση επί τής υποθέσεως αυτής δέν ειχαν γίνει δεκτά από τό Δικαστήριο . Στήν απάντησή της , προβάλλει περαιτέρω οτι , ο κανονισμός 1592/80 , καθ’ οσον ταυτίζεται μέ τόν κανονισμό 1293/79 πού παρετάθη , πάσχει τήν ίδια ακυρότητα οπως καί εκείνος . Η πλημμέλειά του προκύπτει κατ’ ανάγκη από τήν πλημμέλεια πού εδέχθη η ανωτέρω απόφαση . Η προσφεύγουσα εδήλωσε , τέλος , οτι δέν εμμένει πλέον στούς ουσιαστικούς λόγους ακυρώσεως πού προβάλλει μέ τήν προσφυγή της .
4Σημειωτέον οτι , στίς 10 Φεβρουαρίου 1981 , ενώ η προκειμένη υπόθεση εκκρεμούσε ενώπιον τού Δικαστηρίου , τό Συμβούλιο εθέσπισε , αφού έλαβε στίς 4 Φεβρουαρίου 1981 , τήν γνώμη τού Κοινοβουλίου , τούς εξής δύο κανονισμούς :
α ) Τόν κανονισμό 387/81 ( ΕΕ L 44 , σ . 1 ) περί τροποποιήσεως τού κανονισμού 1111/77 , περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων γιά τήν ισογλυκόζη . Ο κανονισμός αυτός επανεισάγει , μέ παραπομπή στίς διατάξεις τού κανονισμού 1111/77 , τό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής , αναδρομικώς από 1ης Ιουλίου 1979 .
β)Τόν κανονισμό 388/81 ( ΕΕ L 44 , σ . 4 ) περί τροποποιήσεως τού κανονισμού 1592/80 . Σύμφωνα μέ τήν δεύτερη αιτιολογική σκέψη , ο κανονισμός αυτός εξεδόθη «πρός αποφυγή κάθε αβεβαιότητος ως πρός τήν νομιμότητα τού κανονισμού 1592/80» . Τό άρθρο 1 τού κανονισμού 388/81 , ορίζει , σχετικώς , οτι πράγματι τό άρθρο 2 τού κανονισμού 1592/80 αναφέρεται στό άρθρο 9 τού κανονισμού 1111/77 , οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 387/81 . Ο κανονισμός 388/81 , σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 , εφαρμόζεται από 1ης Ιουλίου 1980 .
5Μέ τό υπόμνημα ανταπαντήσεώς του , τό Συμβούλιο προβάλλει νέο ισχυρισμό , κατά τήν έννοια τού άρθρου 42 τού κανονισμού διαδικασίας , υποστηρίζοντας οτι η διαφορά κατέστη άνευ αντικειμένου , μέ τήν θέσπιση τών ανωτέρω δύο κανονισμών . Περαιτέρω , φρονεί οτι η προσφεύγουσα δέν έχει πλέον συμφέρον νά εμμείνει στήν προσφυγή , η συνέχιση τής οποίας δύναται νά χαρακτηρισθεί ως κατάχρηση δικαιώματος .
6Απαντώντας στό νέο ισχυρισμό τού Συμβουλίου , η προσφεύγουσα διευκρίνησε μέ πρόσθετο υπόμνημα οτι δέν επιθυμεί νά παραιτηθεί τής προσφυγής , αλλά επαφίεται στήν κρίση τού Δικαστηρίου ως πρός τό άν συντρέχει — ή όχι — λόγος εκδόσεως αποφάσεως .
7Εμμένοντας στήν προκειμένη προσφυγή της , η προσφεύγουσα ήσκησε , μέ δικόγραφο πού επρωτοκολλήθη στό Δικαστήριο στίς 7 Μα ΐου 1981 , προσφυγή ακυρώσεως τών κανονισμών 387/81 καί 388/81 τού Συμβουλίου . Μέ απόφαση τής 30ής Σεπτεμβρίου 1982 , τό Δικαστήριο απέρριψε , ως αβάσιμη , αυτή τήν προσφυγή ακυρώσεως .
8Από τίς ανωτέρω σκέψεις επεται οτι η προσφεύγουσα δέν έχει πλέον συμφέρον στήν ενδεχομένη ακύρωση τού κανονισμού 1592/80 , δεδομένου οτι οι διατάξεις , τήν ακύρωση τών οποίων ζητεί , επιβεβαιώθησαν εν τώ μεταξύ , μέ κανονισμό , κατά τού οποίου η προσφεύγουσα ήσκησε προσφυγή ακυρώσεως πού απερρίφθη ως αβάσιμη μέ τήν προαναφερθείσα απόφαση .
9Άρα δέν συντρέχει λόγος εκδόσεως αποφάσεως .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
10Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 , παράγραφος 5 , τού κανονισμού διαδικασίας , άν η εκδίκαση τής υποθέσεως δέν καταλήξει στήν έκδοση αποφάσεως , τό Δικαστήριο κανονίζει τά έξοδα κατά τήν κρίση του .
11Άν η προσφεύγουσα ειχε παραιτηθεί τής προσφυγής αφού έλαβε γνώση τών τροποποιήσεων τού επιδίκου κανονισμού , από τούς δύο κανονισμούς τής 10ης Φεβρουαρίου 1981 , η παραίτησή της θά εκρίνετο δικαιολογημένη εκ τής στάσεως τού Συμβουλίου , τό οποίο θά κατεδικάζετο στά δικαστικά έξοδα .
12Όμως , από τήν απόφαση τού Δικαστηρίου στήν υπόθεση 110/81 προκύπτει οτι , η πλημμέλεια πού επικαλείται η προσφεύγουσα πρός στήριξη τής υπό κρίση προσφυγής της , ακόμη καί άν θεωρηθεί υφισταμένη , εκαλύφθη μέ τή θέσπιση τού κανονισμού 388/81 καί οτι , η προσφεύγουσα δέν ειχε πλέον συμφέρον στήν συνέχιση τής δίκης .
13Βάσει τών ανωτέρω , ειναι δίκαιο νά φέρει κάθε διάδικος τά δικά του δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Δέν συντρέχει λόγος εκδόσεως αποφάσεως .
2)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy