Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Δημόσιες συμβάσεις τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Εκτέλεση προγραμμάτων χρηματοδοτουμένων από τό Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως στίς χώρες ΑΚΕ — Προσκλήσεις πρός υποβολή προσφορών ή απ’ ευθείας ανάθεση — Ικανότης τών υποψηφίων πρός συμμετοχή — Άρνηση τής Επιτροπής νά αποφανθεί ως πρός τήν ικανότητα μιάς επιχειρήσεως πρός συμμετοχή — Προσφυγή ακυρώσεως καί λόγω παραλείψεως — Απαράδεκτη
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 173 δεύτερη παράγραφος καί άρθρο 175· σύμβαση ΑΚΕ—ΕΟΚ τού Λομέ , τής 28ης Φεβρουαρίου 1975 , πρωτόκολλο 2 άρθρο 25 )
Περίληψη
Ούτε τό άρθρο 25 τού πρωτοκόλλου 2 τής συμβάσεως Λομέ τής 28ης Φεβρουαρίου 1975 , περί τών λεπτομερειών τής οικονομικής καί τεχνικής συνεργασίας , τό οποίο αφορά τήν σύναψη συμβάσεων στό πλαίσιο τού Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως ( ΕΤΑ ), ούτε καμμία άλλη εφαρμοστέα στόν τομέα αυτό διάταξη δέν απονέμει σέ όργανο τής Επιτροπής αρμοδιότητα νά αποφανθεί μέ απόφαση γενικής ισχύος ως πρός τήν ικανότητα ενός ενδιαφερομένου πρός συμμετοχή σέ διαδικασίες αναθέσεως τών εν λόγω συμβάσεων .
Ελλείψει τέτοιας αρμοδιότητος , μία επιστολή προερχομένη από τίς υπηρεσίες τής Επιτροπής , μέ τήν οποία διαπιστώνεται οτι δέν ειναι δυνατό στήν Επιτροπή νά δώσει σέ μία επιχείρηση τήν κατ’ αρχήν διαβεβαίωση οτι θά τής επιτραπεί νά μετάσχει στά χρηματοδοτούμενα από τό ΕΤΑ προγράμματα , δέν δύναται βασίμως νά λογισθεί ως απόφαση κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ καί δέν υπόκειται , συνεπώς , σέ έλεγχο μέσω τής προσφυγής πού προβλέπεται από τήν διάταξη αυτή .
Οι ίδιες σκέψεις οδηγούν επίσης στήν διαπίστωση οτι στήν Επιτροπή δέν δύναται νά καταλογισθεί καμμία παράλειψη πού νά επισύρει κυρώσεις μέσω τής από τό άρθρο 175 τρίτη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ προβλεπομένης προσφυγής .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 182/80 ,
H . P . GAUFF INGENIEURE GMBH & CO . KG ., Passauer Strasse 9 , 8500 Nuernberg , εκπροσωπουμένη από τόν Gerd Coeler , δικηγόρο , Paulstrasse 3 , 2000 Hamburg ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Joern Pipkorn , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο ( 1 ) τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής καθ’ ης , σύμφωνα μέ τήν οποία η προσφεύγουσα δέν έχει τήν ικανότητα πρός συμμετοχή σέ διαδικασίες προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορών ή συνάψεως δι’ απ’ ευθείας αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών χρηματοδοτουμένων από τό Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως ( ΕΤΑ ) ( 2 ), επικουρικώς , τήν αναγνώριση οτι η καθ’ ης υποχρεούται νά γνωστοποιήσει στήν προσφεύγουσα άν έχει ή όχι τήν ικανότητα πρός συμμετοχή κατά τήν ανωτέρω έννοια καί ( 3 ) τήν επιβολή στήν καθ’ ης τής υποχρεώσεως νά καταβάλει στήν προσφεύγουσα 1 γερμανικό μάρκο ( DM ) ως αποζημίωση ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατετέθη στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου τήν 25η Αυγούστου 1980 , η επιχείρηση H . P . Gauff , Ingenieure GmbH & Co . KG ., ήσκησε δυνάμει τού άρθρου 173 , δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τής αποφάσεως πού περιέχεται στήν επιστολή τής Επιτροπής πρός τήν προσφεύγουσα , τής 20ής Ιουνίου 1980 , σύμφωνα μέ τήν οποία η προσφεύγουσα δέν έχει τήν ικανότητα πρός συμμετοχή σέ διαδικασίες προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορών ή συνάψεως δι’ απ’ ευθείας αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών χρηματοδοτουμένων από τό Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως ( εφ’ εξής ΕΤΑ ). Επικουρικώς , η προσφεύγουσα ζητεί , βάσει τού άρθρου 175 τρίτη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ , νά αναγνωρισθεί οτι η Επιτροπή υποχρεούται νά τής γνωστοποιήσει άν έχει ή όχι τήν ικανότητα πρός συμμετοχή κατά τήν ανωτέρω έννοια . Μέ τήν ίδια προσφυγή , η προσφεύγουσα ζητεί , δυνάμει τού άρθρου 215 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ , νά υποχρεωθεί η Επιτροπή νά τής καταβάλει τουλάχιστον 1 γερμανικό μάρκο ( DM ) ως αποκατάσταση τής ζημίας πού τής προεκάλεσε .
2 Κατόπιν επανειλημμένων διαβημάτων πρός τήν Επιτροπή μέ σκοπό νά τής επιτραπεί η συμμετοχή στίς διαδικασίες αναθέσεως συμβάσεων γιά τήν εκτέλεση προγραμμάτων χρηματοδοτουμένων από τό ΕΤΑ στίς χώρες ΑΚΕ ( Αφρικής , Καραϊβικής , Ειρηνικού , Ωκεανού ), από τίς οποίες κατά τήν γνώμη της παρανόμως απέκλειε τήν συμμετοχή της η Επιτροπή , μέ τήν αιτιολογία οτι ο διευθυντής της ειχε ανάμειξη σέ μία υπόθεση δωροδοκίας ενός υπαλλήλου τής Επιτροπής , η προσφεύγουσα μέ επιστολή τής 21ης Απριλίου 1980 , εζήτησε από τήν Επιτροπή νά τής γνωστοποιήσει άν έκρινε οτι η προσφεύγουσα συνεκέντρωνε ή όχι τίς προϋποθέσεις συμμετοχής στίς εν λόγω διαδικασίες .
3 Μέ επιστολή τής 20ής Ιουνίου 1980 , ο γενικός διευθυντής τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής επεκαλέσθη τήν έλλειψη διατάξεων πού υποχρεώνουν ή επιτρέπουν στίς υπηρεσίες τής Επιτροπής νά αποφαίνεται ως πρός τό γενικό ζήτημα τής ικανότητος τής προσφευγούσης πρός συμμετοχή καί ηρνήθη νά ικανοποιήσει τό αίτημά της .
4 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι η επιστολή τής 20ής Ιουνίου 1980 πού τής απηύθυναν οι υπηρεσίες τής Επιτροπής ειναι παράνομη λόγω παραβιάσεως τών συνθηκών καί τών κανόνων περί εφαρμογής τους , καθώς καί λόγω καταχρήσεως εξουσίας , κατά τό μέρος πού αρνείται τήν αναγνώριση τής ικανότητος τής προσφευγούσης πρός συμμετοχή στίς διαδικασίες προσκλήσεως πρός υποβολή προσφορών ή συνάψεως , δι’ απ’ ευθείας αναθέσεως , δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών χρηματοδοτουμένων από τό ΕΤΑ .
5 Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει οτι συγκεντρώνει ολες τίς προβλεπόμενες από τίς σχετικές διατάξεις προϋποθέσεις συμμετοχής σέ διαδικασίες αναθέσεως τών εν λόγω συμβάσεων καί οτι , εξ άλλου , κανένα από τά περιοριστικώς προβλεπόμενα από τίς ίδιες διατάξεις κωλύματα δέν δύναται νά εμποδίσει τήν συμμετοχή της . Έπεται οτι , παρά τό περιθώριο εκτιμήσεως πού διαθέτει η Επιτροπή στό πλαίσιο κάθε συγκεκριμένης διαδικασίας γιά τήν κατάρτιση τού πίνακος τών υποψηφίων , ο συστηματικός αποκλεισμός τής προσφευγούσης ισοδυναμεί , κατά τήν γνώμη της , μέ αυθαίρετο καί παράνομο «μποϋκοτάρισμά» της .
6 Η προσφεύγουσα παρατηρεί σχετικώς οτι τά πραγματικά περιστατικά πού τής καταλογίζονται οσον αφορά μία υπόθεση δωροδοκίας υπαλλήλου τής Επιτροπής , στήν οποία ειχε ανάμειξη ο διευθυντής της , δέν απετέλεσαν ποτέ τό αντικείμενο προκαταρκτικής εξετάσεως εκ μέρους τής εισαγγελικής αρχής ή διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα μέ τό γερμανικό δίκαιο .
7 Η προσφεύγουσα προσθέτει οτι , δεδομένου οτι δέν τήν αφορούσε η πειθαρχική διαδικασία πού ειχε κινήσει η Επιτροπή κατά τού υπαλλήλου της καί οτι δέν έλαβε μέρος σ’ αυτή , δέν έτυχε ποτέ , κατά παράβαση τών θεμελιωδών δικαιωμάτων πού αναγνωρίζονται εντός τής Κοινότητος , τής προσηκούσης ακροάσεως , οπως επιβάλλει ο σεβασμός τού δικαιώματος υπερασπίσεως , πού ειναι συνυφασμένο μέ κάθε κράτος δικαίου .
8 Εξ άλλου , η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι τό εν λόγω συμβάν δέν αφορούσε , εν πάση περιπτώσει , παρά μόνο τήν ατομική επιχείρηση H . P . Gauff , η οποία δέν υφίσταται πλέον από 1ης Ιανουαρίου 1970 , ημερομηνία κατά τήν οποία συνεχωνεύθη μέ τήν ετερόρρυθμο εταιρία H . P . Gauff .
9 Η προσφεύγουσα έχει τήν γνώμη , επίσης , οτι άν η επιστολή τής καθ’ ης τής 20ής Ιουνίου 1980 ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι δέν περιέχει απόφαση ως πρός ζήτημα τής ικανότητος τής προσφευγούσης πρός συμμετοχή , συντρέχει περίπτωση παραλείψεως τής Επιτροπής νά αποφανθεί σαφώς επί τού ζητήματος αυτού . Η σχετική υποχρέωση τής Επιτροπής απορρέει από τήν συνθήκη καί τούς κανόνες περί εφαρμογής της , δεδομένου οτι η Επιτροπή δέν έχει μόνο τό δικαίωμα αλλά καί τήν υποχρέωση νά λάβει θέση . Η άρνησή της νά αποφανθεί ως πρός τό άν η προσφεύγουσα γίνεται δεκτή πρός συμμετοχή συνιστά κατάχρηση εξουσίας καί παραβίαση τής συνθήκης .
10 Τέλος , η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι η παράνομη συμπεριφορά τής καθ’ ης τής προεκάλεσε ζημία , συνισταμένη στήν βλάβη πού υπέστη η φήμη τής οποίας έχαιρε έναντι τών εθνικών αρχών , ιδίως δέ τών αρχών τών χωρών ΑΚΕ , αρμοδίων γιά τήν ανάθεση τών εν λόγω συμβάσεων στό πλαίσιο προγραμμάτων χρηματοδοτουμένων από άλλους οργανισμούς .
11 Η Επιτροπή προβάλλει οτι η επιστολή τής 20ής Ιουνίου 1980 τού διευθυντού τής νομικής της υπηρεσίας δέν συνιστά απόφαση κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ ούτε από απόψεως αρμοδιοτήτων τού συντάκτου της ούτε από απόψεως περιεχομένου της καί πραγματικών περιστάσεων υπό τίς οποίες συνετάγη . Υποστηρίζει οτι , αφού η επιστολή αυτή δέν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα έναντι τής προσφευγούσης , η τελευταία δέν έχει άξιο προστασίας συμφέρον νά εγείρει αφηρημένως ενα νομικό ζήτημα πού δέν συνδέεται μέ μία συγκεκριμένη διαδικασία κατακυρώσεως , η διενέργεια τής οποίας καί μόνο καθιστά δυνατή τήν λήψη μιάς τέτοιας αποφάσεως .
12 Εξ άλλου , η Επιτροπή παρατηρεί οτι καί άν ακόμη υποτεθεί οτι η επιστολή αυτή περιέχει απόφαση αρνήσεως αναγνωρίσεως τής ικανότητος τής προσφευγούσης πρός συμμετοχή , η απόφαση αυτή θεμελιώνεται νομικώς στήν άσκηση διακριτικής εξουσίας , τήν οποία διαθέτει κατά τήν κατάρτιση τού πίνακος τών υποψηφίων πού γίνονται δεκτοί πρός συμμετοχή βάσει τών κριτηρίων πού αφορούν τά προσόντα καί τίς ικανότητες τών υποψηφίων , σύμφωνα μέ τό άρθρο 25 τού πρωτοκόλλου 2 τής συμβάσεως μέ τά κράτη ΑΚΕ .
13 Όσον αφορά τήν παράλειψη πού τής προσάπτεται , η Επιτροπή προβάλλει κυρίως οτι δέν ειναι υποχρεωμένη , ούτε βάσει αρμοδιότητος απονεμηθείσης σ’ αυτήν από διάταξη τού κοινοτικού δικαίου ούτε δυνάμει δεσμευτικής συμφωνίας συναφθείσης κατά τούς ορους τού άρθρου 228 τής συνθήκης ΕΟΚ , νά λάβει μία κατ’ αρχήν απόφαση ως πρός τήν ικανότητα τής προσφευγούσης πρός συμμετοχή . Μία τέτοια απόφαση , η οποία δέν θά παρήγαγε αποτελέσματα κατά τήν έννοια τού άρθρου 175 τής συνθήκης ΕΟΚ , θά προεδίκαζε απλώς , κατά τήν άποψη τής Επιτροπής , πολυάριθμες αποφάσεις πού καθαυτές παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα .
14 Όσον αφορά τό αίτημα περί αποζημιώσεως , η Επιτροπή παρατηρεί οτι τούτο δέν θεμελιώνεται σέ επαρκή προσδιορισμό τού πταίσματος πού προεκάλεσε τήν υποστηριζομένη βλάβη καί επομένως , δέν πληρούνται οι προϋποθέσεις πού προβλέπει τό άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ τού κανονισμού διαδικασίας τού Δικαστηρίου . Κατά συνέπεια , δέν συντρέχει λόγος νά εξετασθούν οι άλλοι αναγκαίοι οροι γιά τήν θεμελίωση τής αξιώσεως αποζημιώσεως τής προσφευγούσης .
Επί τής προσφυγής ακυρώσεως καί τής προσφυγής λόγω παραλείψεως
15 Τό άρθρο 25 τού πρωτοκόλλου 2 τής συμβάσεως Λομέ τής 28ης Φεβρουαρίου 1975 , περί τών λεπτομερειών τής οικονομικής καί τεχνικής συνεργασίας ( ABl . L 25 τής 30 . 1 . 1976 , σ . 104 ), τό οποίο αφορά τήν σύναψη συμβάσεων στό πλαίσιο τού ΕΤΑ , προβλέπει οτι :
«(1 ) Γιά κάθε πράξη τεχνικής συνεργασίας γιά τήν οποία πρέπει νά κινηθεί διαδικασία απ’ ευθείας αναθέσεως , η Επιτροπή καταρτίζει ενα περιορισμένο πίνακα υποψηφίων πού ειναι υπήκοοι τών Κρατών μελών καί/ή τών κρατών ΑΚΕ καί οι οποίοι επιλέγονται βάσει κριτηρίων εγγυωμένων τά προσόντα , τήν πείρα καί τήν ανεξαρτησία τους , λαμβανομένης υπ’ όψη καί τής διαθεσιμότητός τους γιά τήν μελετωμένη δραστηριότητα .
( 2)Όταν ακολουθείται η διαδικασία προσκλήσεως , υποβολής προσφορών , ο περιορισμένος πίνακας τών υποψηφίων συντάσσεται σέ στενή συνεργασία μεταξύ τής Επιτροπής καί τού ενδιαφερομένου κράτους ΑΚΕ , βάσει τών κριτηρίων πού αναφέρονται στήν παράγραφο 1 . . . » 1 .
16 Πρέπει νά υπογραμμισθεί οτι ούτε αυτή ούτε καμμία άλλη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη δέν απονέμει σέ όργανο τής καθ’ ης αρμοδιότητα νά αποφανθεί μέ απόφαση γενικής ισχύος ως πρός τήν ικανότητα ενός ενδιαφερομένου πρός συμμετοχή σέ διαδικασίες αναθέσεως τών εν λόγω συμβάσεων .
17 Ελλείψει τέτοιας αρμοδιότητος , ο γενικός διευθυντής τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής δέν ειχε εξουσία νά εκδώσει απόφαση κατά τήν έννοια πού υποστηρίζει η προσφεύγουσα . Εξ άλλου , στήν επιστολή του τής 20ής Ιουνίου 1980 , ο γενικός διευθυντής περιορίσθη νά αναφερθεί στίς εφαρμοστέες διατάξεις από τίς οποίες συνάγει τό συμπέρασμα οτι «η επιλογή τών υποψηφίων πραγματοποιείται . . . κατά περίπτωση» , λαμβανομένων υπ’ όψη τών περιστάσεων , καί οτι , κατά συνέπεια , δέν ηταν δυνατό νά δοθεί στήν προσφεύγουσα η αξιουμένη από αυτήν κατ’ αρχήν διαβεβαίωση οτι θά τής επιτραπεί νά μετάσχει στά χρηματοδοτούμενα από τό ΕΤΑ προγράμματα .
18 Δεδομένου οτι δέν ησκήθη εξουσία προβλεπομένη από τόν νόμο , διά τής οποίας επερατώθη μία εσωτερική διαδικασία ρυθμιζομένη από τόν νόμο , μέ σκοπό τήν παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων ικανών νά θίξουν τά συμφέροντα τής προσφευγούσης , μεταβάλλοντας τήν έννομη κατάστασή της , η επιστολή τής 20ής Ιουνίου 1980 δέν δύναται βασίμως νά λογισθεί ως απόφαση κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 δεύτερη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ καί δέν υπόκειται , συνεπώς , σέ έλεγχο μέσω τής προσφυγής πού προβλέπεται από τήν διάταξη αυτή .
19 Οι προεκτεθείσες σκέψεις οσον αφορά τούς λόγους γιά τούς οποίους η επιστολή τής Επιτροπής τής 20ής Ιουνίου 1980 δέν δύναται νά λογισθεί ως απόφαση κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 δεύτερη παράγραφος οδηγούν επίσης στήν διαπίστωση οτι στήν Επιτροπή δέν δύναται νά καταλογισθεί καμμία παράλειψη πού νά επισύρει κυρώσεις μέσω τής από τό άρθρο 175 τρίτη παράγραφος τής συνθήκης ΕΟΚ προβλεπομένης προσφυγής .
Επί τής αγωγής αποζημιώσεως
20 Από τά ανωτέρω συνάγεται οτι κανένα υπηρεσιακό πταίσμα , συνεπαγόμενο τήν ευθύνη της , δέν δύναται νά προσαφθεί στήν Επιτροπή , καί άν ακόμη υποτεθεί οτι η προσφεύγουσα επιχείρηση υπέστη ζημία καί οτι δύναται νά αποδειχθεί οτι υφίσταται συνάφεια , μεταξύ τής ζημίας αυτής καί τής συμπεριφοράς τής Επιτροπής .
21 Κατά συνέπεια , η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
22 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Δεδομένου οτι η προσφεύγουσα ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2 ) Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy