Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Υπάλληλοι — Προσωρινή υπηρεσία — μεγίστη διάρκεια ενός έτους — Περιορισμός πού εφαρμόζεται αποκλειστικά στόν ορισμό ενός καί τού αυτού υπαλλήλου
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 7 παράγραφος 2 )
2 . Υπάλληλοι — Προσωρινή υπηρεσία — Ορισμός σέ θέση ανωτέρας σταδιοδρομίας — Ορισμός πού περιορίζεται σέ θέση βαθμού αμέσως ανωτέρου — Ανεπίτρεπτο
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 7 παράγραφος 2 )
3 . Υπάλληλοι — Πρόσληψη — Καθυστέρηση κινήσεως διαδικασίας — Προσβολή τού συμφέροντος τής υπηρεσίας — Έλλειψη
( Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , άρθρο 29 )
Περίληψη
1 . Από τό κείμενο τού άρθρου 7 παράγραφος 2 προκύπτει οτι η μεγίστη διάρκεια τής προσωρινής υπηρεσίας αναφέρεται στό ανώτατο χρονικό διάστημα κατά τό οποίο ενας υπάλληλος δύναται νά κατέχει προσωρινώς τήν εν λόγω θέση . Δέν επιβάλλεται περιορισμός ενός έτους οσον αφορά τήν προσωρινή κατοχή τής θέσεως αυτής . Ο περιορισμός αυτός δέν εφαρμόζεται παρά επί τού χρονικού διαστήματος , κατά τήν διάρκεια τού οποίου η θέση αυτή δύναται νά κατέχεται από τόν ίδιο υπάλληλο . Συνεπώς , η αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή δικαιούται , κατά τήν λήξη τού εν λόγω χρονικού διαστήματος , νά πληρώσει τήν ανωτέρω θέση διά τού ορισμού άλλου υπαλλήλου , ο οποίος συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στό πρώτο εδάφιο τής παραγράφου 2 .
2 . Τό άρθρο 7 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αναφέρεται στόν προσωρινό ορισμό ενός υπαλλήλου σέ θέση «σταδιοδρομίας . . . ανωτέρα(ς ) από τήν σταδιοδρομία , στήν οποία ανήκει» . Από τήν ανωτέρω διάταξη , ουδόλως συνάγεται οτι ενας υπάλληλος δέν δύναται νά κληθεί νά καταλάβει προσωρινώς παρά μόνο θέση , η οποία νά αντιστοιχεί σέ βαθμό αμέσως ανώτερο τού δικού του .
3 . Καθυστερώντας κατ’ ανάγκη , λόγω τής οργανώσεως τών υπηρεσιών της , τήν κίνηση τών προβλεπομένων στό άρθρο 29 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διαδικασιών , η διοικητική αρχή , γιά τήν οποία πρόκειται , δέν ενεργεί αντίθετα πρός τά συμφέροντα τής υπηρεσίας .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 184/80
ADRIAEN VAN ZAANEN , αναθεωρητής στό Ελεγκτικό Συνέδριο , κάτοικος Λουξεμβούργου , 16 , rue des Roses , μέ εκπρόσωπο καί αντίκλητο τόν δικηγόρο Victor Biel , κάτοικο Λουξεμβούργου , 18a , rue des Glacis ,
προσφεύγων ,
κατά
ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , Λουξεμβούργο , εκπροσωπουμένου από τόν Jean-Aime Stoll , γραμματέως τού Ελεγκτικού Συνεδρίου , κατοίκου Λουξεμβούργου , επικουρουμένου από τόν δικηγόρο Λουξεμβούργου Alex Bonn , 22 , Cote d’Eich , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν ως άνω δικηγόρο ,
καθ’ ου ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο προσφυγή μέ τήν οποία ζητείται ιδίως η ακύρωση αποφάσεως τού καθ’ ου , διά τής οποίας ετερματίσθη η προσωρινή υπηρεσία τού προσφεύγοντος ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 4 Σεπτεμβρίου 1980 , ο προσφεύγων , υπάλληλος μέ βαθμό L/A4 τού Ελεγκτικού Συνεδρίου , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 179 τής συνθήκης ΕΟΚ , προσφυγή μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τής από 28ης Φεβρουαρίου 1980 αποφάσεως , τής αρμοδίας γιά τούς διορισμούς αρχής ( εφ’ εξής ΑΔΑ ) περί τερματισμού , από 29 Φεβρουαρίου 1980 , τής προσωρινής υπηρεσίας τού προσφεύγοντος ως προϊσταμένου τής μεταφραστικής υπηρεσίας , θέσεως πού αντιστοιχεί στόν βαθμό L/A3 . Μέ τήν ίδια προσφυγή , ο προσφεύγων ζητεί , επί πλέον , από τό Δικαστήριο νά αναγνωρίσει αφ’ ενός , οτι η ΑΔΑ δέν εδικαιούτο νά ορίσει προσωρινώς άλλον υπάλληλο ως προϊστάμενο τής μεταφραστικής υπηρεσίας , δεδομένου οτι τό χρονικό διάστημα τής προσωρινής υπηρεσίας δέν δύναται νά υπερβεί τό ενα έτος , καί , αφ’ ετέρου , οτι η ΑΔΑ υπεχρεούτο νά προβεί στήν ανακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως καί σύμφωνα μέ τά άρθρα 4 καί 29 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων , στήν εξέταση τών δυνατοτήτων προαγωγής . Ο προσφεύγων ζητεί , τέλος , από τό Δικαστήριο νά κρίνει οτι , διά τής παραλείψεώς της , η ΑΔΑ επροξένησε ζημία στόν προσφεύγοντα , η οποία δύναται νά αποτιμηθεί σέ μία λογιστική μονάδα μετατρέψιμο σέ βελγικά φράγκα μέ τήν τιμή πού θά ισχύει τήν ημερομηνία εκδόσεως τής αποφάσεως .
2 Από τήν δικογραφία προκύπτει οτι ο προσφεύγων , υπάλληλος τής Επιτροπής από τό 1974 , μέ βαθμό L/A4 , μετετάγη , μέ απόφαση τής 8ης Δεκεμβρίου 1978 , στό Ελεγκτικό Συνέδριο μέ τόν βαθμό 4 , κλιμάκιο 5 , τού γλωσσικού κλάδου ( L/A ), από 1ης Δεκεμβρίου 1978 . Η εν λόγω μετάταξη έγινε σέ χρόνο πού τό Ελεγκτικό Συνέδριο οργάνωνε τίς υπηρεσίες του , ιδίως δέ τήν μεταφραστική του υπηρεσία . Προκειμένου νά προβεί σέ πλήρωση τής θέσεως τού προϊσταμένου τής ανωτέρω υπηρεσίας , τό Ελεγκτικό Συνέδριο εδημοσίευσε τίς 24 Οκτωβρίου 1978 , σύμφωνα μέ τήν προβλεπομένη στό άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο γ τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διαδικασία , τήν υπ’ αριθ . ΕΣ/LA/27/1978 ανακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως . Η διαδικασία ομως αυτή απέτυχε , λόγω ελλείψεως υποψηφιοτήτων πού νά ανταποκρίνονται στίς προβλεπόμενες στήν ανωτέρω ανακοίνωση προϋποθέσεις .
3 Ακολούθως , η ΑΔΑ ανέθεσε στόν προσφεύγοντα , μέ απόφαση τής 1ης Μαρτίου 1979 , τήν προσωρινή διεύθυνση τής μεταφραστικής υπηρεσίας τού Ελεγκτικού Συνεδρίου γιά χρονικό διάστημα τριών μηνών , υπολογιζόμενο από τήν 1η Μαρτίου 1979 . Η απόφαση αυτή ελήφθη δυνάμει τού άρθρου 7 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , κατά τό οποίο
«Ο υπάλληλος δύναται νά κληθεί νά καταλάβει , προσωρινά , θέση σταδιοδρομίας τής κατηγορίας ή τού κλάδου του , ανώτερη από τήν σταδιοδρομία , στήν οποία ανήκει . Από τόν τέταρτο μήνα προσωρινής υπηρεσίας , εισπράττει εξισωτική αποζημίωση ίση μέ τήν διαφορά μεταξύ τών αποδοχών του πού αντιστοιχούν στόν βαθμό καί στό κλιμάκιό του καί εκείνων πού αντιστοιχούν στό κλιμάκιο , τό οποίο θά ελάμβανε στό βασικό βαθμό , άν ειχε διορισθεί στήν σταδιοδρομία , στήν οποία εργάζεται προσωρινά .
Η προσωρινή υπηρεσία περιορίζεται σέ ενα έτος , εκτός άν έχει ως αντικείμενο τήν αντικατάσταση υπαλλήλου πού έχει αποσπασθεί πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας ή έχει στρατευθεί ή έχει λάβει μακρόχρονη αναρρωτική άδεια.»
4 Μέ απόφαση τής 21ης Ιουνίου 1979 , η ΑΔΑ παρέτεινε τήν διάρκεια τής ανωτέρω προσωρινής υπηρεσίας κατά ενα μήνα , από τήν 1η εως τήν 30ή Ιουνίου 1979 , συγχρόνως δέ εχορήγησε στόν προσφεύγοντα τήν προβλεπομένη στό δεύτερο εδάφιο τής παραγράφου 2 τού άρθρου 7 εξισωτική αποζημίωση .
5 Η ισχύς τής τελευταίας αυτής αποφάσεως παρετάθη τρείς φορές μέχρι τίς 29 Φεβρουαρίου 1980 , ημερομηνία κατά τήν οποία ο προσφεύγων κατείχε τήν θέση επί ενα έτος , χρονικό διάστημα πού αποτελεί τό ανώτατο οριο σύμφωνα μέ τό δεύτερο εδάφιο τής παραγράφου 2 τού άρθρου 7 .
6 Η τελευταία απόφαση περί παρατάσεως , η οποία ελήφθη μόλις στίς 28 Φεβρουαρίου 1980 καί μέ τήν οποία παρετάθη η διάρκεια τής προσωρινής υπηρεσίας από τήν 1η Ιανουαρίου 1980 εως τήν 29η Φεβρουαρίου 1980 , διηυκρίνιζε οτι η χορηγουμένη στόν προσφεύγοντα εξισωτική αποζημίωση «θά λήξει υποχρεωτικώς» κατά τήν εν λόγω ημερομηνία .
7 Στίς 28 Φεβρουαρίου 1980 , η ΑΔΑ έλαβε άλλη απόφαση , μέ τήν οποία ανέθεσε σέ άλλο υπάλληλο , τόν Ε ., δανικής ιθαγενείας αναθεωρητή μέ βαθμό L/A5 , νά διευθύνει προσωρινώς τήν μεταφραστική υπηρεσία από τήν 1η Μαρτίου εως τήν 30ή Αυγούστου 1980 . Η ισχύς τής τελευταίας αυτής αποφάσεως παρετάθη μέχρι τίς 30 Νοεμβρίου 1980 .
8 Ακολούθως ο προσφεύγων , στίς 3 Απριλίου 1980 , υπέβαλε στήν ΑΔΑ ένσταση κατά τήν έννοια τού άρθρου 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , μέ τήν οποία , ενώ εδέχετο οτι , δυνάμει τού άρθρου 7 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , η διάρκεια τής προσωρινής του υπηρεσίας δέν ητο δυνατόν νά παραταθεί εκ νέου , ισχυρίσθη οτι ο ορισμός τού Ε . ητο παράνομος , διότι από τήν διατύπωση τού άρθρου 7 παράγραφος 2 προκύπτει οτι απαγορεύεται στήν ΑΔΑ νά πληρώσει μέσω διαδοχικών προσωρινών ορισμών κενή θέση επί χρονικό διάστημα πού νά υπερβαίνει τό έτος . Επί πλέον , δυνάμει τής ανωτέρω παραγράφου , απαγορεύεται επίσης στήν ΑΔΑ νά καλέσει , οπως έπραξε , υπάλληλο νά καταλάβει προσωρινώς θέση σταδιοδρομίας ανωτέρας από τήν δική του . Τέλος , ο ορισμός τού Ε . δέν συνετελέσθη πρός τό συμφέρον τής υπηρεσίας , τό οποίο απαιτεί νά πληρωθεί η εν λόγω θέση μέσω μιάς τών προβλεπομένων στό άρθρο 29 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διαδικασιών .
9 Δεδομένου οτι δέν έλαβε απάντηση στήν προαναφερθείσα ένσταση , ο προσφεύγων ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή .
10 Πρέπει επίσης νά σημειωθεί οτι , στίς 2 Σεπτεμβρίου 1980 καί σύμφωνα μέ τό άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχείο β τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , η ΑΔΑ εδημοσίευσε τήν υπ’ αριθ . ΕΣ/LA/3/80 προκήρυξη εσωτερικού εντός τών οργάνων διαγωνισμού , προκειμένου νά πληρώσει τήν εν λόγω θέση . Αφού έκανε γνωστό στήν επιτροπή τού διαγωνισμού , στίς 8 Σεπτεμβρίου 1980 , οτι δέν θά υπέβαλε υποψηφιότητα γιά τούς λόγους πού ανέφερε στήν ένστασή του , καθώς καί στήν προσφυγή , εν τούτοις , ο προσφεύγων , ακολούθως , υπέβαλε εγκαίρως καί προσηκόντως τήν υποψηφιότητά του . Κατά τήν διάρκεια τής συνεδριάσεως ο προσφεύγων ισχυρίσθη , χωρίς νά αντικρουσθεί , οτι κανείς από τούς υποψηφίους δέν επέτυχε στόν διαγωνισμό .
11 Πρός θεμελίωση τής προσφυγής του , ο προσφεύγων προβάλλει τούς ακόλουθους λόγους :
— η απόφαση περί τερματισμού τής προσωρινής του υπηρεσίας δέν ηταν αιτιολογημένη , γεγονός τό οποίο πρέπει νά επιφέρει τήν ακύρωσή της·
— τό Ελεγκτικό Συνέδριο δέν εδικαιούτο νά διορίσει προσωρινώς άλλο υπάλληλο , δεδομένου οτι δυνάμει τού άρθρου 7 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , η διάρκεια τής προσωρινής υπηρεσίας περιορίζεται σέ ενα έτος·
— τό Ελεγκτικό Συνέδριο υπεχρεούτο νά προβεί στήν ανακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως καί νά εξετάσει τήν δυνατότητα πληρώσεώς της μέ προαγωγή , σύμφωνα μέ τά άρθρα 4 καί 29 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως .
12 Τό Ελεγκτικό Συνέδριο αμφισβητεί τό παραδεκτό τών ανωτέρω λόγων μέ τίς ακόλουθες σκέψεις :
— εφ’ οσον ο προσφεύγων εδέχθη στήν ένστασή του οτι δέν ηταν δυνατόν νά ανανεωθεί η προσωρινή υπηρεσία του , δέν δύναται νά εγείρει τό ανωτέρω ζήτημα στήν προσφυγή του·
— η απόφαση περί τερματισμού τής προσωρινής υπηρεσίας τού προσφεύγοντος δέν τού προξενεί βλάβη , δεδομένου οτι ο προσφεύγων εδέχθη οτι η κατάσταση αυτή προέκυπτε από τήν διατύπωση τού άρθρου 7 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως·
— ο τελευταίος λόγος τού προσφεύγοντος ειναι απαράδεκτος , διότι δέν προεβλήθη στήν ένστασή του·
— ο ορισμός τού Ε . δέν δύναται νά αμφισβητηθεί εφ’ οσον η προσφυγή δέν στρέφεται ρητώς κατά τού ως άνω υπαλλήλου .
13 Οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί , πού προέβαλε τό Ελεγκτικό Συνέδριο πρός υποστήριξη τού απαραδέκτου τής προσφυγής , δέν δύνανται νά γίνουν δεκτοί , δεδομένου οτι αναφέρονται σέ ζητήματα τά οποία ανάγονται στήν ουσία τής υποθέσεως . Ως πρός τόν τρίτο ισχυρισμό , από τό κείμενο τής ενστάσεως προκύπτει ή τουλάχιστον συνάγεται αναγκαίως από αυτή , οτι ο προσφεύγων ειχε περιλάβει τόν τελευταίο λόγο καί συνεπώς , ο ισχυρισμός αυτός πρέπει επίσης νά απορριφθεί . Τέλος , θά πρέπει νά γίνει δεκτό , οσον αφορά τόν τελευταίο ισχυρισμό πού επεκαλέσθη τό Ελεγκτικό Συνέδριο , οτι ο προσφεύγων ειχε προφανές συμφέρον νά ακυρωθεί ο προσωρινός ορισμός τού Ε . γιά τούς λόγους πού επικαλείται , υπό τήν έννοια οτι μία τέτοια ακύρωση θά επέτρεπε νά ακολουθηθεί μία από τίς διαδικασίες πού προβλέπονται στό άρθρο 29 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , στίς οποίες ο προσφεύγων ηταν σέ θέση νά συμμετάσχει .
14 Από τίς ανωτέρω σκέψεις προκύπτει οτι η προσφυγή ειναι παραδεκτή .
Κατά συνέπεια , πρέπει νά εξετασθεί τό βάσιμο τών λόγων πού προέβαλε ο προσφεύγων .
15 Ο πρώτος λόγος τού προσφεύγοντος αποβλέπει στήν ακύρωση τής αποφάσεως περί τερματισμού τής προσωρινής υπηρεσίας του γιά έλλειψη αιτιολογίας .
16 Ο λόγος αυτός δέν δύναται νά γίνει δεκτός . Πράγματι , ακόμη καί άν η απόφαση τής 28ης Φεβρουαρίου 1980 δέν ανέφερε ρητώς οτι η προσωρινή υπηρεσία τού προσφεύγοντος θά έληγε οριστικώς στίς 29 Φεβρουαρίου 1980 , δυνάμει τών διατάξεων τού άρθρου 7 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , τό συμπέρασμα αυτό συνάγεται εμμέσως από τό κείμενο τής αποφάσεως , στήν οποία διευκρινίζεται οτι η εξισωτική αποζημίωση πού εχορηγείτο στόν προσφεύγοντα , λόγω τού οτι κατείχε προσωρινώς τήν εν λόγω θέση , «θά λήξει υποχρεωτικώς» κατά τήν τελευταία αυτή ημερομηνία . Από τό κείμενο τής ενστάσεως προκύπτει επίσης οτι ο προσφεύγων εγνώριζε , εν όψει τής διατυπώσεως τής εν λόγω παραγράφου , οτι η διάρκεια τής προσωρινής υπηρεσίας του δέν ητο δυνατόν νά παραταθεί εκ νέου . Συνεπώς , εκ τών ανωτέρω συνάγεται οτι η αιτιολογία τής αποφάσεως , άν καί όχι πλήρης , ηταν , νομικώς επαρκής .
17 Ακολούθως , ο προσφεύγων ισχυρίζεται οτι η ΑΔΑ δέν εδικαιούτο νά ορίσει προσωρινώς τόν Ε . ως προϊστάμενο τής μεταφραστικής υπηρεσίας , επειδή , δυνάμει τού άρθρου 7 παράγραφος 2 , η διάρκεια τής προσωρινής υπηρεσίας δέν δύναται νά υπερβαίνει τό έτος . Στά ανωτέρω προσθέτει οτι , εν πάση περιπτώσει , ο ορισμός τού Ε . ειναι παράνομος . Πράγματι , από τό κείμενο τής εν λόγω παρα γράφου προκύπτει οτι ενας υπάλληλος δέν δύναται νά κληθεί νά καταλάβει προσωρινώς παρά θέση πού αντιστοιχεί στό βαθμό του ή , εν πάση περιπτώσει , σέ βαθμό αμέσως ανώτερο τού ιδικού του .
18 Ο ανωτέρω λόγος , επίσης , δέν δύναται νά γίνει δεκτός . Πράγματι , από τό κείμενο τού άρθρου 7 παράγραφος 2 προκύπτει οτι η μεγίστη διάρκεια τής προσωρινής υπηρεσίας αναφέρεται στό ανώτατο χρονικό διάστημα κατά τό οποίο ενας υπάλληλος δύναται νά κατέχει προσωρινώς τήν εν λόγω θέση . Δέν επιβάλλεται περιορισμός ενός έτους οσον αφορά τήν προσωρινή κατοχή τής θέσεως αυτής . Ο περιορισμός αυτός δέν εφαρμόζεται παρά επί τού χρονικού διαστήματος , κατά τήν διάρκεια τού οποίου η θέση αυτή δύναται νά κατέχεται από τόν ίδιο υπάλληλο . Συνεπώς , η ΑΔΑ δικαιούται , κατά τήν λήξη τού εν λόγω χρονικού διαστήματος , νά πληρώσει τήν ανωτέρω θέση διά τού ορισμού άλλου υπαλλήλου , ο οποίος συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται στό πρώτο εδάφιο τής παραγράφου 2 .
19 Επί πλέον , από τό κείμενο τού πρώτου εδαφίου τής παραγράφου 2 ουδόλως συνάγεται οτι ενας υπάλληλος δέν δύναται νά κληθεί νά καταλάβει προσωρινώς παρά μόνο θέση , η οποία αντιστοιχεί σέ βαθμό όχι ανώτερο από τόν αμέσως επόμενο τού ιδικού του . Πράγματι , από τήν διατύπωση τού κειμένου αυτού προκύπτει οτι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στόν προσωρινό ορισμό υπαλλήλου σέ θέση «σταδιοδρομίας . . . ανώτερης από τήν σταδιοδρομία , στήν οποία ανήκει» . Επομένως , η ΑΔΑ εδικαιούτο νά ορίσει τόν Ε ., ο οποίος ανήκει σέ σταδιοδρομία πού περιλαμβάνει τούς βαθμούς L A4 καί L A5 , ως προϊστάμενο τής μεταφραστικής υπηρεσίας , θέση η οποία αντιστοιχεί στόν βαθμό L A3 .
20 Από τήν δικογραφία προκύπτει οτι η κυρία αιτίαση πού προσάπτει ο προσφεύγων στήν ΑΔΑ , συνίσταται στό οτι δέν εκίνησε εγκαίρως μία νέα διαδικασία προαγωγής , σύμφωνα μέ τά άρθρα 4 καί 29 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως , δηλαδή από τό χρονικό σημείο πού ώφειλε νά διαπιστώσει , ως πρός τόν προσφεύγοντα καί κατά τήν διάρκεια τής προσωρινής του υπηρεσίας , τήν αποτυχία τής διαδικασίας πού εκινήθη στίς 24 Οκτωβρίου 1978 μέ τήν ανακοίνωση περί υπάρξεως κενής θέσεως υπ’ αριθ . ΕΣ LA/27/78 . Κατά τόν προσφεύγοντα , άν η ΑΔΑ ενεργούσε κατά αυτόν τόν τρόπο , θά ειχε σοβαρές πιθανότητες νά επιτύχει σέ εναν τέτοιο διαγωνισμό .
21 Σύμφωνα μέ τίς παρασχεθείσες από τό Ελεγκτικό Συνέδριο επεξηγήσεις , ο λόγος καθυστερήσεως τής ενάρξεως μιάς νέας διαδικασίας πρός τόν σκοπό προσλήψεως τού προϊσταμένου τής μεταφραστικής υπηρεσίας , ενέκειτο στό γεγονός οτι μετά τό αρνητικό αποτέλεσμα τής πρώτης ανακοινώσεως περί υπάρξεως κενής θέσεως τής 24ης Οκτωβρίου 1978 , απεφάσισε νά προκηρύξει διαγωνισμό πρός τόν σκοπό πληρώσεως τής εν λόγω θέσεως . Εν τούτοις , κατά τό εν λόγω χρονικό σημείο τό Ελεγκτικό Συνέδριο , νέο όργανο πού ιδρύθη στίς 25 Οκτωβρίου 1977 , διοργάνωνε τίς υπηρεσίες του , γεγονός πού συνεπήγετο ιδίως τήν προκήρυξη περίπου 157 διαγωνισμών , μεταξύ τών οποίων καί ο σχετικός μέ τήν θέση τού προϊσταμένου τής μεταφραστικής υπηρεσίας διαγωνισμός υπ’ αριθ . ΕΣ/LA/3/80 , ο οποίος ηταν μεταξύ τών τελευταίων . Στίς 28 Φεβρουαρίου 1980 , η προκήρυξη τού εν λόγω διαγωνισμού δέν ηταν ακόμη ετοιμη πρός δημοσίευση . Αυτός ηταν ο λόγος , γιά τόν οποίο η διοίκηση έπρεπε νά αποφασίσει προκειμένου νά μήν αφήσει κενή τήν πρός πλήρωση θέση , νά τήν πληρώσει εκ νέου προσωρινώς .
22 Δεδομένου οτι ο ανωτέρω ισχυρισμός δέν ημφισβητήθη σοβαρώς , πρέπει νά ληφθεί υπ’ όψη καί νά γίνει δεκτό οτι τό Ελεγκτικό Συνέδριο δέν ενήργησε αντιθέτως πρός τά συμφέροντα τής υπηρεσίας , καθυστερώντας κατ’ ανάγκη τήν έναρξη τών προβλεπομένων στό άρθρο 29 διαδικασιών .
23 Ως εκ τούτου , πρέπει νά απορριφθεί ο τρίτος λόγος τού προσφεύγοντος .
24 Επομένως , η ΑΔΑ δέν επροξένησε στόν προσφεύγοντα βλάβη διά παραλείψεως καί , συνεπώς , πρέπει επίσης νά απορριφθεί τό αίτημα τού προσφεύγοντος περί αποκαταστάσεως ενδεχομένης ζημίας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
25 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Συμφώνως ομως μέ τό άρθρο 70 τού κανονισμού διαδικασίας , προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων τών Κοινοτήτων , τά όργανα φέρουν τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν . Η εν λόγω διάταξη πρέπει νά εφαρμοσθεί κατ’ αναλογίαν εν προκειμένω .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή ως αβάσιμο .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy