Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Εμπορεύματα εισαγόμενα από άλλα Κράτη μέλη — Προπληρωμή σέ αλλοδαπό νόμισμα — Σύσταση εγγυήσεως ή παροχή τραπεζικής εγγυήσεως — Εφαρμογή στίς πράξεις μή κερδοσκοπικού χαρακτήρος — Δέν επιτρέπεται
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 30 )
2.Ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Έννοια — Η ίδια καί στήν συνθήκη καί στούς γεωργικούς κανονισμούς , οσον αφορά τίς ενδοκοινοτικές ανταλλαγές καί τό εμπόριο μέ τρίτες χώρες
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 120/67 άρθρο 18 παράγραφος 2 καί 827/68 , άρθρο 2 )
Περίληψη
1 . Ο ορος , μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό , πού απαντάται στό άρθρο 30 τής συνθήκης έχει τήν έννοια οτι στήν διάταξη αυτή εμπίπτει τό εθνικό μέτρο πού απαιτεί από ολους τούς εισαγωγείς εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων Κρατών μελών σύσταση εγγυήσεως ή τραπεζικής εγγυήσεως ίσης πρός τό 5 % τής αξίας τών εμπορευμάτων , οταν η πληρωμή διενεργείται εκ τών προτέρων , ενώ ο ορος «προπληρωμές» αφορά όχι μόνο τίς πληρωμές πού ειχαν κερδοσκοπικό χαρακτήρα , αλλά καί τίς συνήθεις καί τρέχουσες πληρωμές κατά τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές . Αυτό ισχύει , εξ άλλου , ανεξαρτήτως τού χρονικού σημείου , πού θεωρείται από τήν διοικητική αρχή τού Κράτους μέλους , ως τό χρονικό σημείο τής πραγματοποιήσεως τής εισαγωγής .
2 . Ο ορος μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος , πού εφαρμόζεται στίς εισαγωγές προϊόντων , καλυπτομένων από τούς κανονισμούς 120/67 καί 827/68 , προελεύ σεως τρίτης χώρας , έχει τήν ίδια έννοια , οπως καί προκειμένου περί τών ανταλλαγών μεταξύ Κρατών μελών .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 206 , 207 , 209 καί 210/80 ,
πού έχουν ως αντικείμενο αίτηση τού πρώτου τμήματος τού tribunale civile di Roma πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τών διαφορών πού εκκρεμούν ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
— ORLANDI ITALO E FIGLIO
καί
MINISTERO DEL COMMERCIO CON L’ESTERO
( υπόθ . 206/80 ),
—SPA CARAPELLI
καί
MINISTERO DEL COMMERCIO CON L’ESTERO
( υπόθ . 207/80 ),
—SNC ENRICO E LUIGI SAQUELLA
καί
MINISTERO DEL COMMERCIO CON L’ESTERO
( υπόθ . 209/80 ),
—SPA DE FRANCESCHI
καί
MINISTERO DEL COMMERCIO CON L’ESTERO
( υπόθ . 210/80 ),
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων , 7 , 9 , 10 , 13 , 30 , 36 καί 106 τής συνθήκης καί τών άρθρων 21 , 13 , 15 καί 18 τού κανονισμού 120/67 τού Συμβουλίου τής 13ης Ιουνίου 1967 , ( JO L 117 , σ . 2269 ) περί κοινής οργανώσεως αγοράς στόν τομέα τών σιτηρών ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ τέσσερις διατάξεις τής 14ης Ιουλίου 1980 , πού περιήλθαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 23 Οκτωβρίου 1980 , τό πρώτο πολιτικό τμήμα τού tribunale civile di Roma υπέβαλε , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , δύο προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τών άρθρων 7 , 9 , 10 , 13 , 30 , 36 καί 106 τής συνθήκης καί τών άρθρων 21 , 13 , 15 καί 18 τού κανονισμού 120/67 τού Συμβουλίου , τής 13ης Ιουνίου 1967 , περί κοινής οργανώσεως αγοράς στόν τομέα τών σιτηρών ( GU L 117 , σ . 2269 ). Δεδομένου οτι τά δύο ερωτήματα διατυπώνονται κατά τρόπο ταυτόσημο στίς τέσσερις διατάξεις περί παραπομπής , τό Δικαστήριο αποφάσισε , μέ διάταξη τής 17ης Δεκεμβρίου 1980 , νά συνεκδικάσει τίς τέσσερις κύριες υποθέσεις πρός διευκόλυνση τής διαδικασίας καί έκδοση κοινής αποφάσεως .
2 Τά ερωτήματα αυτά υποβάλλονται στό πλαίσιο τεσσάρων διαφορών μεταξύ τού Υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου καί ιταλικών εταιριών πού έχουν εισαγάγει γεωργικά προϊόντα· στίς υποθέσεις 206 καί 207/80 πρόκειται γιά εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών , αντιστοίχως χαρούπια Κύπρου καί αραβόσιτο Αργεντινής , καί στίς υποθέσεις 209 καί 210/80 , γιά εμπορεύματα πού ευρίσκοντο ήδη σέ ελεύθερη κυκλοφορία σέ άλλα Κράτη μέλη , αντιστοίχως καφέ από τίς Κάτω Χώρες καί βαμβακάλευρα από τήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας .
3 Σύμφωνα μέ τήν ισχύουσα ιταλική ρύθμιση κατά τόν χρόνο τών πραγματικών περιστατικών πού απετέλεσαν τήν αφορμή τών κυρίων δικών , οι τέσσερις ενά γουσες , προκειμένου νά προβούν στήν προπληρωμή σέ δολλάρια ΗΠΑ τών εν λόγω εμπορευμάτων , εζήτησαν καί έλαβαν τραπεζική εγγύηση καλύπτουσα τό ποσό τής εγγυήσεως εκ 5 % , πού απαιτείται γιά κάθε προπληρωμή εισαγομένων εμπορευμάτων . Κατά τήν ίδια ρύθμιση , η εγγύηση ( πού συνιστά ο εισαγωγεύς ή πού παρέχει η τράπεζά του ) καταπίπτει υπέρ τού Δημοσίου άν δέν προσκομισθεί η απόδειξη οτι η εισαγωγή επραγματοποιήθη εντός τής προθεσμίας πού ορίζεται μέ υπουργική απόφαση καί πού ηταν , τότε , 30 ημερών από τήν ημέρα τής προπληρωμής .
4 Στίς τέσσερις υποθέσεις , τών κυρίων δικών τά εισαχθέντα εμπορεύματα έφθασαν στό ιταλικό έδαφος πρό τής παρόδου τής προθεσμίας τών 30 ημερών πού προεβλέπετο από τήν τότε ισχύουσα ιταλική ρύθμιση· πάντως δέν διετέθησαν στήν κατανάλωση — ολες ή ορισμένες από τίς εισαχθείσες ποσότητες — παρά μετά τήν εν λόγω προθεσμία τών 30 ημερών . Ο Υπουργός Εξωτερικού Εμπορίου , θεωρώντας οτι δέν ειχε τηρηθεί η προθεσμία τών 30 ημερών , διέταξε τήν κατάπτωση τών εγγυήσεων γιά τήν ποσότητα τών εμπορευμάτων , γιά τά οποία η δήλωση εισαγωγής ειχε γίνει μετά τήν πάροδο τής ανωτέρω προθεσμίας .
5 Οι ενάγουσες στίς κύριες δίκες ενήγαγαν τότε τόν Υπουργό Εξωτερικού Εμπορίου ενώπιον τού παραπέμποντος δικαστηρίου ζητώντας νά υποχρεωθεί νά αποδώσει τίς εγγυήσεις καί νά αποδεσμεύσει τίς τραπεζικές εγγυήσεις . Κατά τήν άποψή τους , η ιταλική ρύθμιση πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι δέν συνεπάγεται τήν κατάπτωση τών εγγυήσεων παρά μόνο άν μεσολαβήσουν περισσότερο από 30 ημέρες μεταξύ τής προπληρωμής καί τής αφίξεως τών εμπορευμάτων στό ιταλικό έδαφος . Άν , αντιθέτως η ρύθμιση αυτή έχει τήν έννοια οτι ο εκτελωνισμός τών εμπορευμάτων πρέπει νά γίνει εντός τής προθεσμίας τών 30 ημερών , τότε η ρύθμιση αυτή πρέπει νά θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό , τό οποίο απαγορεύεται από τό άρθρο 30 τής συνθήκης , οσον αφορά τό ενδοκοινοτικό εμπόριο καί από τό άρθρο 18 τού κανονισμού 120/67 τού Συμβουλίου , περί κοινής οργανώσεως γεωργικής αγοράς στόν τομέα τών σιτηρών , οσον αφορά τόν αραβόσιτο , καθώς καί από τόν κανονισμό 827/68 τού Συμβουλίου , τής 28ης Ιουνίου 1968 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/003 , σ . 95 ) οσον αφορά τά χαρούπια .
Υπό τίς περιστάσεις αυτές , τό tribunale civile di Roma υπέβαλε στό Δικαστήριο τά εξής δύο ερωτήματα :
«1 . Λαμβάνοντας υπ’ όψη τά άρθρα 7 , 30/36 καί 106 τής συνθήκης καί 21 τού κανονισμού ΕΟΚ 120/67 τής 13ης Ιουνίου 1967 , μέ τά οποία τά Κράτη μέλη αναλαμβάνουν τήν υποχρέωση νά επιτρέπουν τίς πληρωμές , τίς σχετικές μέ τό εμπόριο εμπορευμάτων πού ευρίσκονται σέ ελεύθερη κυκλοφορία , στό νόμισμα τού Κράτους μέλους οπου έχει τήν κατοικία του ο πιστωτής καί τά άρθρα 9 , 10 , 13 καί 30/36 τής συνθήκης , περί ελευθέρας κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων στίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές , οι προαναφερθείσες διατάξεις συμβιβάζονται μέ τήν ρύθμιση τού ιταλικού κράτους περί τής οποίας τά άρθρα 1 , 3 καί 4 τού νόμου 1126 τής 20ής Ιουλίου 1952 , 2 τού decreto legge 476 τής 6ης Ιουνίου 1956 πού κατέστη ο νόμος 786 τής 25ης Ιουλίου 1956 καί τού decreto ministeriale τής 20ής Ιανουαρίου 1973 — καί η ρύθμιση αυτή , έχοντας ως αποτέλεσμα νά αποτρέπει τόν ιταλό εισαγωγέα από τήν επιλογή τής πλέον κατάλληλης στιγμής γιά τήν διάθεση στήν κατανάλωση , μήπως καταλήγει σέ μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός τελωνειακό δασμό — οταν ερμηνεύεται κατά τήν έννοια οτι επιτρέπεται στήν amministrazione del commercio con l’estero ( διεύθυνση Εξωτερικού Εμπορίου ) ν’ απαγγέλλει τήν κατάπτωση τής εγγυήσεως , η σύσταση τής οποίας επιβάλλεται σ’ εκείνον πού εισάγει στήν Ιταλία εμπορεύματα , πού ευρίσκονται σέ ελεύθερη κυκλοφορία εντός τής Κοινότητος , γιά νά δυνηθεί νά αποκτήσει τό αναγκαίο συνάλλαγμα γιά τήν προπληρωμή έναντι εγγράφων , εν αναφορά πρός τήν ημερομηνία στήν οποία «εθνικοποιούνται» τά εμπορεύματα παρά πρός εκείνη κατά τήν οποία τά εμπορεύματα έφθασαν στό εθνικό έδαφος , άν ληφθεί υπ’ όψη τό εξαιρετικά σύντομο , σέ σχέση μέ τήν ημερομηνία τής πληρωμής σέ συνάλλαγμα , χρονικό διάστημα μέσα στό οποίο πρέπει νά πραγματοποιηθεί η διαδικασία τού εκτελωνισμού ;
2.Λαμβάνοντας υπ’ όψη τά άρθρα 7 , 9 , 10 , 13 καί 30/36 τής συνθήκης , περί ελευθέρας κυκλοφορίας τών εμπορευμάτων καί 13 , 15 καί 18 τού κανονισμού ΕΟΚ 120/67 τής 13ης Ιουνίου 1967 , οπως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως , περί κοινής οργανώσεως γεωργικής αγοράς καί περί τού συστήματος τών εισφορών , οι προαναφερθείσες διατάξεις συμβιβάζονται μέ τήν ρύθμιση τού ιταλικού κράτους περί τής οποίας τά άρθρα 1 , 3 καί 4 τού νόμου 1126 τής 20ής Ιουλίου 1952 , 2 τού decreto legge 476 τής 6ης Ιουνίου 1956 πού κατέστη ο νόμος 786 τής 25ης Ιουλίου 1956 καί 2 τού decreto ministeriale τής 20ής Ιανουαρίου 1973 — καί η ρύθμιση αυτή έχοντας ως αποτέλεσμα νά αποτρέπει τόν ιταλό εισαγωγέα από τήν επιλογή τής πλέον κατάλληλης στιγμής γιά τήν διάθεση στήν κατανάλωση , μήπως καταλήγει , λαμβάνοντας ομοίως υπ’ όψη τό ευνοϊκότερο καθεστώς τών κοινοτικών εισφορών , σέ μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό ή σέ φόρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός τελωνειακό δασμό — οταν ερμηνεύεται κατά τήν έννοια οτι επιτρέπεται στήν amministrazione del commercio con l’estero νά απαγγέλλει τήν κατάπτωση τής εγγυήσεως , η σύσταση τής οποίας επιβάλλεται σ’ εκείνον πού εισάγει στήν Ιταλία εμπορεύματα καί γεωργικά προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών πού υπάγονται στό καθεστώς τών εισφορών γιά νά δυνηθεί νά αποκτήσει τό αναγκαίο συνάλλαγμα γιά τήν εκ τών προτέρων πληρωμή έναντι εγγράφων , εν αναφορά πρός τήν ημερομηνία στήν οποία «εθνικοποιούνται» τά εμπορεύματα , παρά πρός εκείνη κατά τήν οποία τά εμπορεύματα έφθασαν στό εθνικό έδαφος , άν ληφθεί υπ’ όψη τό εξαιρετικά σύντομο , σέ σχέση μέ τήν ημερομηνία πληρωμής σέ συνάλλαγμα , χρονικό διάστημα μέσα στό οποίο πρέπει νά πραγματοποιηθεί η διαδικασία τού εκτελωνισμού;»
7 Τά υποβληθέντα ερωτήματα αναφέρονται , αφ’ ενός μέν στό άν οι διατάξεις κοινοτικού δικαίου πού απαγορεύουν τά μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικούς περιορισμούς στίς ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές , καθώς καί εκείνες πού αφορούν τίς υποχρεώσεις τών Κρατών μελών οσον αφορά τήν πληρωμή τών ενδοκοινοτικών ανταλλαγών έχουν τήν έννοια οτι απαιτούν τήν σύσταση εγγυήσεως μέ τίς ανωτέρω λεπτομέρειες , σέ περίπτωση προπληρωμής εισαγομένων από άλλα Κράτη μέλη εμπορευμάτων , αφ’ ετέρου δέ , στό άν η ίδια ερμηνεία αρμόζει στό άρθρο 18 τού κανονισμού 120/67 , καθώς καί στό άρθρο 2 τού κανονισμού 827/68 , προκειμένου περί τών γεωργικών προϊόντων πού αφορούν οι κανονισμοί αυτοί καί πού εισάγονται στήν Κοινότητα από τρίτες χώρες .
Ι — Επί τού ενδοκοινοτικού εμπορίου
8 Τά μέτρα στά οποία αναφέρεται τό παραπέμπον δικαστήριο , απετέλεσαν , οσον αφορά τίς αναφερόμενες στό πρώτο ερώτημα ενδοκοινοτικές ανταλλαγές τήν αφορμή προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους πού ήσκησε η Επιτροπή , δυνάμει τού άρθρου 169 τής συνθήκης καί πού αποτελεί τό αντικείμενο τής δίκης 95/81 .
9 Ουσιαστικώς , τό νομικό πρόβλημα πού εξητάσθη στό πλαίσιο τής προσφυγής 95/81 ειναι πανομοιότυπο τού εγειρομένου μέ τό πρώτο ερώτημα τού tribunale civile di Roma καθ’ οσον , οπως προκύπτει από τούς φακέλλους τών υποθέσεων , ο παραπέμπων δικαστής δέν περιώρισε τό ερώτημά του μόνο στίς περιπτώσεις εκείνες , οπου τό εθνικό δίκαιο προβλέπει τήν κατάπτωση τών παρασχεθεισών εγγυήσεων , οταν οι τελωνειακές αρχές τού λιμένος αφίξεως εκράτησαν τό εμπόρευμα επί ορισμένο διάστημα , αλλά τό ερώτημα αυτό καλύπτει επίσης τίς περιπτώσεις οπου ο επιχειρηματίας κινδυνεύει νά χάσει τήν εγγύησή του , επειδή μεσολαβεί διάστημα μεγαλύτερο τών 30 ημερών μεταξύ τής ημέρας τής προπληρωμής καί τής αφίξεως τών εμπορευμάτων στόν λιμένα .
10 Μέ σημερινή απόφαση , τό Δικαστήριο εδέχθη οτι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει εκ τών άρθρων 30 καί 36 τής συνθήκης , απαιτώντας από ολους τούς εισαγωγείς εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων Κρατών μελών , τήν σύσταση εγγυήσεως ή τραπεζικής εγγυήσεως ποσού ίσου πρός τό 5 % τής αξίας τών εμπορευμάτων , οταν η πληρωμή διενεργείται εκ τών προτέρων , ενώ ο ορος «προπληρωμές» αφορά όχι μόνο τίς πληρωμές πού έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα , αλλά καί τίς συνήθεις καί τρέχουσες πληρωμές κατά τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές .
11 Δεδομένου οτι τά προσβαλλόμενα από τήν Επιτροπή μέτρα ειναι τά ίδια μέ τά επίδικα εν προκειμένω , μέ μόνη τήν διαφορά οτι η προβλεπομένη στήν υπόθεση τής παραβάσεως προθεσμία τών 120 ημερών ηταν μόνο 30 ημερών στήν ρύθμιση πού ίσχυε κατά τόν χρόνο τών προκειμένων κυρίων διαφορών , αρκεί νά γίνει παραπομπή στήν απόφαση επί τής υποθέσεως 95/81 , τό κείμενο τής οποίας επισυνάπτεται στήν παρούσα . Δεδομένου δέ οτι η απάντηση αυτή δίδει ολα τά αναγκαία γιά τήν επίλυση τής κυρίας διαφοράς στοιχεία , παρέλκει η ερμηνεία τών άρθρων 7 , 9 , 10 καί 13 τής συνθήκης ΕΟΚ .
12 Λαμβανομένων υπ’ όψη τών σκέψεων τής αποφάσεως αυτής , πρέπει νά δοθεί στό πρώτο από τά ερωτήματα πού υπέβαλε τό tribunale civile di Roma , η απάντηση οτι ο ορος μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό , πού απαντάται στό άρθρο 30 τής συνθήκης , έχει τήν έννοια οτι στήν διάταξη αυτή εμπίπτει τό εθνικό μέτρο πού απαιτεί από ολους τούς εισαγωγείς εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων Κρατών μελών , τήν σύσταση εγγυήσεως ή τραπεζικής εγγυήσεως ίσης πρός τό 5 % τής αξίας τών εμπορευμάτων , οταν η πληρωμή διενεργείται εκ τών προτέρων , ενώ ο ορος «προπληρωμές» αφορά όχι μόνο τίς πληρωμές πού έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα , αλλά καί τίς συνήθεις καί τρέχουσες πληρωμές κατά τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές . Αυτό ισχύει , εξ άλλου , ανεξαρτήτως τού χρονικού σημείου , πού θεωρείται από τήν διοικητική αρχή τού Κράτους μέλους , ως τό χρονικό σημείο τής πραγματοποιήσεως τής εισαγωγής .
ΙΙ — Επί τού εμπορίου μέ τίς τρίτες χώρες
13 Όσον αφορά τό εμπόριο μέ τίς τρίτες χώρες , στίς οποίες αναφέρεται τό δεύτερο ερώτημα τού παραπέμποντος δικαστού , πρέπει νά σημειωθεί οτι τό άρθρο 18 παράγραφος 2 τού κανονισμού 120/67 τού Συμβουλίου , πού περιέχεται στόν τίτλο ΙΙ «Σύστημα ανταλλαγών μέ τίς τρίτες χώρες» , εφαρμόζεται δέ στήν αγορά αραβοσίτου προελεύσεως Αργεντινής , καί τό άρθρο 2 τού κανονισμού 827/68 τού Συμβουλίου πού καλύπτει τήν αγορά τών χαρουπιών προελεύσεως Κύπρου , ορίζουν , ιδίως οτι :
«2 . εκτός αντιθέτων διατάξεων πού προβλέπονται στόν παρόντα κανονισμό καί εκτός παρεκκλίσεως πού αποφασίζεται από τό Συμβούλιο . . . απαγορεύονται κατά τίς ανταλλαγές μέ τρίτες χώρες :
— η είσπραξη οποιασδήποτε φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός δασμό·
—η εφαρμογή οποιουδήποτε ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος . . . » .
14 Όπως προκύπτει από τούς φακέλλους τών κυρίων υποθέσεων , οι κατ’ αυτόν τόν τρόπο προβλεπόμενες απαγορεύσεις , δέν υπόκεινται , οσον αφορά τίς υπό κρίση υποθέσεις , σέ αντίθετες διατάξεις περιεχόμενες στήν σχετική κανονιστική ρύθμιση , ούτε σέ οιαδήποτε παρέκκλιση πού έχει αποφασίσει τό Συμβούλιο .
15 Τό Δικαστήριο ειχε ήδη τήν ευκαιρία νά ερμηνεύσει τά άρθρα 18 καί 21 τού κανονισμού 120/67 , μέ τήν απόφασή του τής 10ης Οκτωβρίου 1973 ( Variola , 34/73 , Rec . σ . 981 ), στήν οποία εδέχθη «οτι δέν υπάρχει κανένα στοιχείο πού νά δικαιολογεί διαφορετικές ερμηνείες τού ορου «φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος» , οπως απαντάται στά άρθρα 9 επ . τής συνθήκης αφ’ ενός , καί στά άρθρα 18 καί 21 τού κανονισμού 120/67 , αφ’ ετέρου» .
16 Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν καί γιά τήν έκφραση «μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος» , οπως χρησιμοποιείται τόσο στό άρθρο 30 τής συνθήκης , οσο καί στά ανωτέρω άρθρα τών κανονισμών 120/67 καί 827/68 .
17 Κατά συνέπεια , στό δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση οτι ο ορος μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος , πού εφαρμόζεται στίς εισαγωγές προϊόντων καλυπτομένων από τούς κανονισμούς 120/67 καί 827/68 προελεύσεως τρίτης χώρας , έχει τήν ίδια έννοια , οπως καί προκειμένου περί τών ανταλλαγών μεταξύ Κρατών μελών .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
18 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν η ιταλική κυβέρνηση , η γαλλική κυβέρνηση καί η Επιτροπή , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται .
19 Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε μέ διάταξη τής 14ης Ιουλίου 1980 τό tribunale civile di Roma αποφαίνεται οτι :
1 ) Ο ορος , μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός ποσοτικό περιορισμό , πού απαντάται στό άρθρο 30 τής συνθήκης , έχει τήν έννοια οτι στήν διάταξη αυτή εμπίπτει τό εθνικό μέτρο πού απαιτεί από ολους τούς εισαγωγείς εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων Κρατών μελών σύσταση εγγυήσεως ή τραπεζικής εγγυήσεως ίσης πρός τό 5 % τής αξίας τών εμπορευμάτων , οταν η πληρωμή διενεργείται εκ τών προτέρων , ενώ ο ορος «προπληρωμές» αφορά όχι μόνο τίς πληρωμές πού ειχαν κερδοσκοπικό χαρακτήρα , αλλά καί τίς συνήθεις καί τρέχουσες πληρωμές κατά τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές . Αυτό ισχύει , εξ άλλου , ανεξαρτήτως τού χρονικού σημείου , πού θεωρείται από τήν διοικητική αρχή τού Κράτους μέλους , ως τό χρονικό σημείο τής πραγματοποιήσεως τής εισαγωγής .
2)Ο ορος , μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος , πού εφαρμόζεται στίς εισαγωγές προϊόντων καλυπτομένων από τούς κανονισμούς 120/67 καί 827/68 , προελεύσεως τρίτης χώρας , έχει τήν ίδια έννοια , οπως καί προκειμένου περί τών ανταλλαγών μεταξύ Κρατών μελών .
Full & Egal Universal Law Academy