Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προνόμια καί ασυλίες τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Μέλη τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — Κατ’ αποκοπή αποζημιώσεις γιά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής , καταβαλλόμενες από τά κοινοτικά κεφάλαια — Δικαίωμα επιβολής φόρων τών Κρατών μελών — Όρια — Κατ’ αποκοπή αποδόσεις πού συνιστούν εν μέρει αμοιβή — Κοινοτικά κριτήρια εκτιμήσεως
( Συνθήκη ΕΟΚ άρθρο 5· πρωτόκολλο περί προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άρθρο 8 εδάφιο 1 )
Περίληψη
Τά Κράτη μέλη , τά οποία σύμφωνα μέ τό ισχύον κοινοτικό δίκαιο έχουν τό δικαίωμα νά επιβάλλουν φόρους επί ενδεχομένων εσόδων , πού προσπορίζονται τά μέλη τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τήν άσκηση τής εντολής τους , πρέπει νά σέβονται τά ορια πού τούς επιβάλλονται κυρίως από τό άρθρο 5 τής συνθήκης ΕΟΚ , η εκ τού οποίου υποχρέωση περιλαμβάνει τό καθήκον νά απέχουν από κάθε μέτρο ικανό νά εμποδίσει τήν εσωτερική λειτουργία τών οργάνων τής Κοινότητος , καί τό άρθρο 8 εδάφιο 1 τού πρωτοκόλλου περί τών προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , τό οποίο έχει ως σκοπό νά απαγορεύσει στά Κράτη μέλη νά δημιουργούν , μεταξύ άλλων μέ τήν ακολου θουμένη από αυτά πρακτική στόν φορολογικό τομέα , διοικητικούς περιορισμούς τής ελευθερίας μετακινήσεως τών μελών τού Κοινοβουλίου .
Οι εθνικές αρχές υπέχουν κατ’ αυτό τόν τρόπο τήν υποχρέωση νά σέβονται τήν απόφαση , η οποία ελήφθη από τό Κοινοβούλιο μέσα στό πλαίσιο τών μέτρων εσωτερικής οργανώσεως πού έχει αρμοδιότητα νά λάβει , νά αποδίδει στά μέλη του , επί κατ’ αποκοπή βάσεως , τά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής τους . Πάντως , κατά τό μέτρο πού τό κατ’ αποκοπή ποσό τών αποζημιώσεων θά ηταν υπερβολικό καί πού θά επρόκειτο , στήν πραγματικότητα , περί συγκεκαλυμμένου μέρους αμοιβής καί όχι αποδόσεως εξόδων , τά Κράτη μέλη θά ειχαν τό δικαίωμα νά υποβάλλουν μία τέτοια αμοιβή στόν εθνικό φόρο εισοδήματος .
Κατά συνέπεια , τό κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει νά υποβάλλονται στόν εθνικό φόρο τά ποσά πού καταβάλλονται κατ’ αποκοπή από τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στά μέλη του εις βάρος τών κοινοτικών κεφαλαίων υπό τήν μορφή αποδόσεως εξόδων ταξιδίου καί διαμονής , εκτός άν αποδειχθεί , σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο , οτι αυτή η κατ’ αποκοπή απόδοση συνιστά εν μέρει αμοιβή .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 208/80
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τών Commissioners for the special purposes of the Income Tax Acts ( «Special Commissioners» ) πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης , καί τού άρθρου 30 τής συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαιοδοτικού οργάνου μεταξύ
RT . HON . LORD BRUCE OF DONINGTON
καί
ERIC GORDON ASPDEN ( Her Majesty’s Inspector of Taxes )
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία ορισμένων κανόνων κοινοτικού δικαίου καί ιδίως τού άρθρου 142 τής συνθήκης ΕΟΚ καθώς καί τού άρθρου 8 τού πρωτοκόλλου επί τών προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού επισυνάπτεται στήν συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οσον αφορά τήν επιβολή εσωτερικών φόρων επί τών εξόδων καί αποζημιώσεων , οι οποίες καταβάλλονται από τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στά μέλη του ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 5ης Νοεμβρίου 1979 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο στίς 23 Οκτωβρίου 1980 , οι Commissioners for the special purposes of the Income Tax Acts τού Ηνωμένου Βασιλείου ( αποκαλούμενοι στό εξής : «Special Commissioners» ) υπέβαλαν , δυνάμει τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 30 τής συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , ενα προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία πολλών διατάξεων τού κοινοτικού δικαίου καί , ιδίως , τού άρθρου 142 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τού άρθρου 8 τού πρωτοκόλλου περί τών προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , προσηρτημένου στήν συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ενιαίας Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , γιά νά κριθεί άν συμβιβάζεται πρός τό κοινοτικό δίκαιο η φορολόγηση από τίς εθνικές φορολογικές αρχές τών καταβαλλομένων υπό τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στά μέλη του αποζημιώσεων γιά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής .
2 Τό ερώτημα αυτό ανέκυψε στό πλαίσιο προσφυγής , ασκηθείσης από τόν Rt . Hon . Lord Bruce of Donington , ο οποίος ειχε υποδειχθεί ως μέλος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τό House of Lords τού Ηνωμένου Βασιλείου από τής 30ής Ιουλίου 1975 μέχρι τής εκλογής τών μελών τού Κοινοβουλίου μέ άμεση καθολική ψηφοφορία , κατά ενός τών Επιθεωρητών τών φόρων , πού ειναι επιφορτισμένοι μέ τήν έκδοση πράξεων επιβολής φόρου εισοδήματος στό Ηνωμένο Βασίλειο . Η προσφυγή εστρέφετο κατά πράξεως επιβολής φόρου εισοδήματος , επί τών αποζημιώσεων πού κατεβλήθησαν από τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στόν Lord Bruce κατά τήν διάρκεια τού οικονομικού έτους 1975/76 γιά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής πρός κάλυψη τών δαπανών πού προέκυψαν από τήν παρακολούθηση τών συνεδριάσεων καί τήν συμμετοχή του στίς εργασίες τού Κοινοβουλίου καί τών οργάνων του καί γιά άλλα ταξίδια πού επραγματοποίησε πρός τό συμφέρον τού Κοινοβουλίου .
3 Τό Κοινοβούλιο , δυνάμει θεσπισθέντων πρός τόν σκοπό αυτό κανόνων , κατέβαλε στά μέλη του αποζημιώσεις γιά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής , πού υπελογίσθησαν βάσει χιλιομετρικής αποστάσεως καί κατ’ αποκοπήν ημερησίας αποζημιώσεως καί περιελήφθησαν στόν προϋπολογισμό τής Κοινότητος . Σύμφωνα μέ τούς κανόνες αυτούς , τά μέλη τού Κοινοβουλίου δέν υπεχρεούντο νά αποδείξουν τό πραγματικό υψος τών δαπανών τους εν σχέσει μέ τίς αποζημιώσεις αυτές .
4 Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει οτι ο Επιθεωρητής τών φόρων εθεώρησε οτι οι αποζημιώσεις αυτές συνιστούσαν έσοδα από αξίωμα κατεχόμενο από τόν Lord Bruce , κατά τήν έννοια τών διατάξεων τού Income and Corporation Taxes Act 1970 τού Ηνωμένου Βασιλείου καί εξέδωσε πράξη επιβολής φόρου , υποστηρίζοντας οτι ο Lord Bruce υπέκειτο σέ φόρο εισοδήματος επί τών αποζημιώσεων , υπό τήν επιφύλαξη αφαιρέσεως τών εξόδων πού επραγματοποίησε «εξ ολοκλήρου , αποκλειστικώς καί αναγκαστικώς γιά τήν άσκηση τών εν λόγω καθηκόντων» , τά οποία ώφειλε ο Lord Bruce νά δικαιολογήσει δυνάμει τού άρθρου 189 ( 1 ) τού Income and Corporation Taxes Act 1970 .
5 Οι Special Commissioners , επιληφθέντες τής προσφυγής κατά τής πράξεως αυτής επιβολής φόρου , έκριναν οτι οι εν λόγω αποζημιώσεις υπέκειντο κατ’ αρχήν σέ φόρο εισοδήματος βάσει τών διατάξεων τής εθνικής νομοθεσίας . Πάντως , εθεώρησαν οτι η έκβαση τής προσφυγής εξηρτάτο από τό άν τά έσοδα απηλλάσσοντο από τούς εσωτερικούς φόρους δυνάμει τού κοινοτικού δικαίου .
6 Κατά συνέπεια , οι Special Commissioners υπέβαλαν στό Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία τού κοινοτικού δικαίου . Κατ’ ουσίαν ερωτάται άν υφίσταται οιοσδήποτε κανόνας κοινοτικού δικαίου πού απαγορεύει στά Κράτη μέλη νά επιβάλουν φόρο επί οιουδήποτε μέρους τών εξόδων καί αποζημιώσεων ταξιδίου καί διαμονής , καταβαλλομένων από κοινοτικά κεφάλαια στά μέλη τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου .
7 Η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου , η γαλλική κυβέρνηση καί η Επιτροπή υπεστήριξαν οτι , ελλείψει ρητών διατάξεων τού πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πού νά χορηγούν απαλλαγή από τούς εσωτερικούς φόρους , τίποτε δέν εμποδίζει ενα Κράτος μέλος νά επιβάλει εσωτερικό φόρο σέ τέτοια ποσά καταβαλλόμενα από τό Κοινοβούλιο , εφ’ οσον οι απαλλαγές φόρων δέν παρέχονται σιωπηρώς .
8 Ο Lord Bruce θεωρεί οτι δυνάμει τής αρχής κατά τήν οποία τό Κοινοβούλιο ειναι κυρίαρχο ως πρός τά διαδικαστικά θέματα καί τίς εσωτερικές του σχέσεις μετά τών μελών του , καί η οποία αρχή έχει καθιερωθεί μέ τήν πρώτη παράγραφο τού άρθρου 142 τής συνθήκης ΕΟΚ καί δυνάμει τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου 8 τού πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , τό οποίο εγγυάται τήν ελεύθερη κυκλοφορία τών μελών τής Συνελεύσεως , οι αρχές τού Κράτους μέλους δέν έχουν τό δικαίωμα νά ελέγχουν τήν εκτέλεση , από μέλος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , τών καθηκόντων του , τά ταξίδια του εν σχέσει μέ τά καθήκοντά του αυτά καί τά σχετικά του έξοδα . Τά Κράτη μέλη δέν έχουν , συνεπώς , τό δικαίωμα νά φορολογούν ποσά καταβαλλόμενα από τό Κοινοβούλιο εν σχέσει μέ τά ανωτέρω . Θά ηταν , εξ άλλου , παράλογο άν επεβάλλετο φόρος εισοδήματος επί τών αποζημιώσεων αυτών , ενώ απαλλάσσονται οι αποζημιώσεις πού καταβάλλονται στούς υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τών Κοινοτήτων , συμπεριλαμβανομένων τών απασχολουμένων στό Κοινοβούλιο , δυνάμει τού άρθρου 13 τού πρωτοκόλλου περί τών προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τού άρθρου 3 , παράγραφος 1 τού κανονισμού 260/68 τού Συμβουλίου , τής 29ης Φεβρουαρίου 1968 , περί τών ορων καί τής διαδικασίας επιβολής τού θεσπισθέντος υπέρ τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φόρου ( ΕΕ ειδ . έκδ . 01/001 , σ . 115 επ .).
9 Ειναι σαφές από τίς δοθείσες υπό τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απαντήσεις στά τεθέντα από τό Δικαστήριο ερωτήματα οτι η άποψη τού Κοινοβουλίου ειναι οτι δυνάμει τής αρχής τής ανεξαρτησίας τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως πρός τίς διατάξεις περί εσωτερικής λειτουργίας τού οργάνου κατά τά προβλεπόμενα από τήν πρώτη παράγραφο τού άρθρου 142 τής συνθήκης ΕΟΚ , τήν πρώτη παράγραφο τού άρθρου 112 τής συνθήκης ΕΚΑΕ καί τήν πρώτη παράγραφο τού άρθρου 25 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , τήν οποία ανεξαρτησία τά Κράτη μέλη οφείλουν νά σέβονται βάσει τού άρθρου 5 τής συνθήκης ΕΟΚ , οι εθνικές φορολογικές διατάξεις δέν εφαρμόζονται επί τών πραγματοποιουμένων από τήν Κοινότητα πληρωμών , οι οποίες ειναι αναγκαίες γιά τήν λειτουργία τού οργάνου . Αυτό προκύπτει επίσης από τήν ανάγκη νά αποφεύγει τό Κοινοβούλιο τήν διαφορετική μεταχείριση τών μελών πού έρχονται από διάφορα Κράτη μέλη .
10 Σέ απάντηση τού υποβληθέντος από τό εθνικό δικαστήριο ερωτήματος , πρέπει πρώτον νά παρατηρηθεί , οπως ορθώς τό επεσήμαναν κατά τήν διάρκεια τής ενώπιον τού Δικαστηρίου διαδικασίας η Επιτροπή , οτι καμμία διάταξη τού κοινοτικού δικαίου δέν χορηγεί απαλλαγή από τούς εσωτερικούς φόρους στά μέλη τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου .
11 Τό άρθρο 13 τού πρωτοκόλλου περί τών προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει οτι οι υπάλληλοι καί τό λοιπό προσωπικό τών Κοινοτήτων «απαλλάσσονται από τήν επιβολή εσωτερικών φόρων επί τών αποδοχών , μισθών καί λοιπών αμοιβών , πού καταβάλλονται από τίς Κοινότητες» . Η διάταξη αυτή πρέπει νά αναγνωσθεί υπό τό φώς τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου αυτού , τό οποίο ορίζει οτι «επί τών αποδοχών , μισθών καί λοιπών αμοιβών πού καταβάλλουν οι Κοινότητες στούς υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τους επιβάλλεται φόρος υπέρ τών Κοινοτήτων» . Τό άρθρο 13 εφαρμόζεται επίσης , δυνάμει τών άρθρων 20 καί 21 τού εν λόγω πρωτοκόλλου , στά μέλη τής Επιτροπής καί στούς δικαστές , γενικούς εισαγγελείς καί τόν γραμματέα τού Δικαστηρίου , δυνάμει τού άρθρου 22 τού πρωτοκόλλου , στά μέλη , τά όργανα καί τό προσωπικό τής Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων καί στούς αντιπροσώπους τών Κρατών μελών πού συμμετέχουν στίς δραστηριότητές της καί , δυνάμει τού άρθρου 206 παράγραφος 10 τής συνθήκης ΕΟΚ , τού άρθρου 180 παράγραφος 10 τής συνθήκης ΕΚΑΕ καί τού άρθρου 78 παράγραφος 1 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , στά μέλη τού Ελεγκτικού Συνεδρίου .
12 Καμμία ανάλογη διάταξη δέν περιλαμβάνεται μεταξύ τών προνομίων καί ασυλιών πού παρέχονται στά μέλη τής Συνελεύσεως στό κεφάλαιο ΙΙΙ τού προαναφερθέντος πρωτοκόλλου . Τά μέλη τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , τά οποία κατά τήν εποχή στήν οποία ανάγονται τά πραγματικά περιστατικά τής δίκης , υπεδεικνύοντο από τά εθνικά κοινοβούλια , δέν ελάμβαναν από τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καμμία αμοιβή γιά τίς δραστηριότητές τους κατά τήν άσκηση τής εντολής τους . Όσον αφορά οιαδήποτε αμοιβή γιά τίς δραστηριότητές τους κατά τήν άσκηση τής εντολής τους , τό οικονομικό τους καθεστώς , εξαιρέσει τών αποζημιώσεων γιά τίς οποίες γίνεται λόγος ενταύθα , διείπετο από μόνο τό εθνικό δίκαιο . Ο κοινοτικός φόρος πού προβλέπεται από τήν πρώτη παράγραφο τού άρθρου 13 τού προαναφερθέντος πρωτοκόλλου καί προσδιωρίσθη μέ τόν κανονισμό 260/80 τού Συμβουλίου δέν ειχε εφαρμογή επ’ αυτών .
13 Ελλείψει οιασδήποτε διατάξεως χορηγούσης απαλλαγή από τούς φόρους στά μέλη τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου , τά Κράτη μέλη , στό παρόν στάδιο τού κοινοτικού δικαίου , έχουν τό δικαίωμα νά φορολογούν οιαδήποτε έσοδα τών μελών τού Κοινοβουλίου προερχόμενα από τήν άσκηση τής εντολής τους . Κατά συνέπεια , δέν δύναται νά γίνει δεκτή η άποψη οτι οιαδήποτε καταβολή υπό τού Κοινοβουλίου στά μέλη του από τά κοινοτικά κεφάλαια απαλλάσσεται ipso facto από τήν επιβολή εσωτερικών φόρων .
14 Τό κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει , πάντως , ορισμένα ορια , τά οποία τά Κράτη μέλη οφείλουν νά τηρούν κατά τήν θέσπιση φορολογικών νόμων πού εφαρμόζονται επί τών μελών τού Κοινοβουλίου . Τά ορια αυτά απορρέουν ιδίως από τό άρθρο 5 τής συνθήκης ΕΟΚ , τό οποίο ορίζει οτι τά Κράτη μέλη έχουν τήν υποχρέωση νά διευκολύνουν τήν Κοινότητα στήν εκτέλεση τής αποστολής της καί νά απέχουν από κάθε μέτρο πού δύναται νά θέσει σέ κίνδυνο τήν πραγματοποίηση τών σκοπών τής συνθήκης . Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει τό καθήκον νά απέχουν από μέτρα ικανά νά παρεμβάλουν εμπόδια στήν εσωτερική λειτουργία τών οργάνων τής Κοινότητος . Επί πλέον , η πρώτη παράγραφος τού άρθρου 8 τού πρωτοκόλλου περί προνομίων καί ασυλιών τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει ως σκοπό νά απαγορεύσει στά Κράτη μέλη νά επιβάλλουν μεταξύ άλλων , μέ τήν ακολουθουμένη από αυτά πρακτική στόν τομέα τής φορολογίας , διοικητικούς περιορισμούς στήν ελευθερία κυκλοφορίας τών μελών τού Κοινοβουλίου .
15 Επ’ αυτού πρέπει , πρώτον , νά παρατηρηθεί οτι η απόδοση τών εξόδων ταξιδίου καί διαμονής στά οποία έχουν υποβληθεί μέλη τού Κοινοβουλίου κατά τήν άσκηση τής εντολής τους ειναι μέτρο εσωτερικής οργανώσεως πού αποβλέπει στήν διασφάλιση τής καλής λειτουργίας τού οργάνου . Ειναι πρωταρχικής σημασίας τό κάθε μέλος τού Κοινοβουλίου νά δύναται σέ κάθε στιγμή νά παρίσταται σέ ολες τίς συνεδριάσεις καί νά συμμετέχει στίς δραστηριότητες τού Κοινοβουλίου καί τών οργάνων του χωρίς νά υφίσταται οικονομικές απώλειες , ανεξαρτήτως τού τόπου κατοικίας τού μέλους , τής εκλογικής του περιφερείας καί τών οικονομικών μέσων τά οποία διαθέτει . Κανόνες , οπως οι θεσπισθέντες από τό Κοινοβούλιο , πού διέπουν τά έξοδα καί τίς αποζημιώσεις ταξιδίου καί διαμονής εμπίπτουν , επομένως , μέσα στό πλαίσιο τών μέτρων εσωτερικής οργανώσεως , τών οποίων η λήψη εναπόκειται στό Κοινοβούλιο , δυνάμει τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου 142 τής συνθήκης ΕΟΚ , τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου 112 τής συνθήκης ΕΚΑΕ καί τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου 25 τής συνθήκης ΕΚΑΧ .
16 Εφ’ οσον καί κατά τό μέτρο πού ενας εσωτερικός φόρος επί τών αποζημιώσεων πού λαμβάνουν τά μέλη τού Κοινοβουλίου θά επεβάλετο επί τού συνόλου τών εισπραχθέντων ποσών , συμπεριλαμβανομένου τού μέρους πού πράγματι απαιτείται πρός κάλυψη τών πραγματικών τους εξόδων , αυτό θά συνιστούσε οικονομικό εμπόδιο στήν κυκλοφορία τών μελών τού Κοινοβουλίου , τά οποία τότε θά ησαν υποχρεωμένα νά υφίστανται προσωπικώς ενα μέρος τών εξόδων ταξιδίου τους . Πρέπει νά σημειωθεί οτι η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου δέν υπεστήριξε οτι δύναται νά φορολογηθεί τό μέρος τής αποζημιώσεως πού αντιστοιχεί πρός τά πραγματικά έξοδα .
17 Εναπόκειται στό Κοινοβούλιο νά αποφασίσει ποιές δραστηριότητες καί ποιά ταξίδια τών μελών τού Κοινοβουλίου ειναι αναγκαία ή χρήσιμα γιά τήν εκτέλεση τών καθηκόντων τους καί ποιά ειναι τά σχετικά αναγκαία ή επωφελή έξοδα . Η αυτονομία πού έχει παραχωρηθεί στό Κοινοβούλιο στόν τομέα αυτό πρός τό συμφέρον τής καλής λειτουργίας του περιλαμβάνει επίσης τήν αρμοδιότητα νά αποδίδει τά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής τών μελών του όχι επί τή προσκομίσει δικαιολογητικών γιά κάθε δαπάνη , αλλά επί τή βάσει συστήματος αποδόσεως κατ’ αποκοπή ποσού . Η επιλογή τού συστήματος αυτού , οπως επεσή μανε τό Κοινοβούλιο μέ τίς απαντήσεις του στά υποβληθέντα από τό Δικαστήριο ερωτήματα , οφείλεται στήν μέριμνα τού περιορισμού τών διοικητικών εξόδων καί βαρών πού διακρίνουν τό σύστημα ελέγχου κάθε επί μέρους δαπάνης καί , συνεπώς , χαρακτηρίζει μία καλή διοίκηση .
18 Οι πιστώσεις πού διαθέτει τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γιά τήν κατ’ αποκοπήν απόδοση τών εξόδων ταξιδίου καί διαμονής τών μελών του εμφαίνονται στόν ετήσιο προϋπολογισμό τής Κοινότητος καί υπόκεινται στήν διαδικασία τού προϋπολογισμού πού προβλέπει τό κοινοτικό δίκαιο . Επομένως , κατά τήν διάρκεια τών διαδικασιών αυτών πρέπει νά εξετασθεί τό ποσό τών αποζημιώσεων σύμφωνα μέ τίς εφαρμοστέες δημοσιονομικές διατάξεις .
19 Όπως σαφώς προκύπτει από τίς προηγούμενες σκέψεις οι εθνικές αρχές οφείλουν νά σέβονται τήν ληφθείσα από τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απόφαση νά αποδίδει τά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής στά μέλη του επί κατ’ αποκοπήν βάσεως . Έλεγχος διεξαγόμενος στόν τομέα αυτό από τίς εθνικές φορολογικές αρχές , οπως ο προβλεπόμενος από τήν νομοθεσία τού Ηνωμένου Βασιλείου , συνιστά επέμβαση στήν εσωτερική λειτουργία τού Κοινοβουλίου , συνεπαγομένη τήν υποκατάσταση τής εκτιμήσεως τού συστήματος τών αποζημιώσεων από τίς εθνικές αρχές στήν γενομένη από τό Κοινοβούλιο εκτίμηση κατά τήν άσκηση τών εξουσιών του . Θά ηταν , συνεπώς , ικανός νά παρεμβάλει εμπόδια στήν αποτελεσματικότητα τής δράσεως τού Κοινοβουλίου καί ασυμβίβαστος πρός τήν αυτονομία του .
20 Συνεπώς , οι φορολογικές αρχές δέν δύνανται νά ζητούν από μέλος τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δηλώσεις ή δικαιολογητικά γιά τά πραγματικά έξοδα ταξιδίου καί διαμονής , στά οποία υπεβλήθη πρός τό συμφέρον τού Κοινοβουλίου καί απεδόθησαν από αυτό , δεδομένου οτι μία τέτοια αξίωση θά ηταν ασυμβίβαστη πρός τήν μέθοδο αυτή τής κατ’ αποκοπήν αποδόσεως .
21 Πρέπει , πάντως , νά παρατηρηθεί οτι οι προσδιοριζόμενες κατ’ αυτόν τόν τρόπο αποζημιώσεις δέν πρέπει νά υπερβαίνουν τά λογικά ορια μιάς αποδόσεως εξόδων ταξιδίου καί διαμονής . Κατά τό μέτρο πού τό κατ’ αποκοπή οριζόμενο ποσό τών αποζημιώσεων ειναι υπερβολικό καί αποτελεί στήν πραγματικότητα συγκεκαλυμμένη αμοιβή καί όχι απόδοση εξόδων , τά Κράτη μέλη έχουν τό δικαίωμα νά επιβάλουν εσωτερικό φόρο εισοδήματος επί τής αμοιβής αυτής , δεδομένου οτι στό παρόν στάδιο τού κοινοτικού δικαίου οι αμοιβές τών μελών τού Κοινοβουλίου ανήκουν στήν σφαίρα τού εθνικού δικαίου καί όχι στήν αρμοδιότητα τών Κοινοτικών οργάνων . Πάντως , τό άν τά κατ’ αποκοπήν οριζόμενα από τό Κοινοβούλιο ποσά ειναι υπερβολικά ή όχι , πράγμα πού αποτελεί θέμα κοινοτικού μόνο δικαίου , δέν εθίγη από τό εθνικό δικαστήριο ενώπιον τού οποίου δέν προεβλήθη ο ισχυρισμός οτι κατά τό κρίσιμο χρονικό σημείο οι αποζημιώσεις ηταν παραλόγως υψηλές .
22 Κατά συνέπεια , στό υποβληθέν από τούς Special Commissioners ερώτημα προσήκει η απάντηση οτι τό κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει τήν επιβολή εσωτερικών φόρων επί τών κατ’ αποκοπή ποσών πού καταβάλλει τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στά μέλη του από κοινοτικά κεφάλαια , ως απόδοση εξόδων ταξιδίου καί διαμονής , εκτός άν αποδειχθεί , συμφώνως πρός τό κοινοτικό δίκαιο , οτι αυτή η κατ’ αποκοπήν απόδοση συνιστά εν μέρει αμοιβή .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
23 Τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθησαν η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου , η γαλλική κυβέρνηση καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τού υποβληθέντος υπό τών Commissioners for the special purposes of the Income Tax Acts ερωτήματος , αποφαίνεται :
Τό κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει τήν επιβολή εσωτερικών φόρων επί τών κατ’ αποκοπή ποσών πού καταβάλλει τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στά μέλη του από κοινοτικά κεφάλαια , ως απόδοση εξόδων ταξιδίου καί διαμονής , εκτός άν αποδειχθεί , συμφώνως πρός τό κοινοτικό δίκαιο , οτι η κατ’ αποκοπή αυτή απόδοση συνιστά εν μέρει αμοιβή .
Full & Egal Universal Law Academy