Στην υπόθεση 218/80,
Waltraut Kruse υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν Ρ.-Ρ. Van Gehuchten, δικηγόρο Βρυξελλῶν, μέ ἀντίλητο τόν Loesch, 2, rue Goethe, Λουξεμβοῦργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπουμενης ἀπό τόν κύριο νομικό της σύμβουλο J.-P. Delahousse, επικουρούμενο ἀπό τόν D. Jacob, δικηγόρο Βρυξελλών, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Ο. Montako, μέλος τῆς νομικῆς της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθ' ἧς,
πού 'έχει ὠς ἀντικείμενο — σύμφωνα μέ τήν προσφυγή — τήν ἔκδοση ἀπό τό Δικαστήριο ἀποφάσεως, ἡ ὁποία θά υποχρεώνει τήν 'Επιτροπή, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, νά εξασφαλίσει τήν διατήρηση τοῦ δικαιώματος τῆς προσφευγούσης νά υπηρετεί ὡς μεταφράστρια, καθώς καί τῆς κατ' ἀποκλειστικότητα ἀναθέσεως στην προσφεύγουσα καθηκόντων σχετικών μέ τήν ἐν λόγω υπηρεσία, καί — σύμφωνα μέ τήν ἀπάντηση — νά διαπιστώνει ὅτι ή Ἐπιτροπή παρέλειψε τήν ὑποχρέωση τῆς νά διευκολύνει τήν επαγγελματική επιμόρφωση τῆς προσφευγούσης καί νά καταδικάσει τήν 'Επιτροπή νά τῆς κατα-βάλει ἕνa φράγκο ὡς ἀποζημίωση γιά τήν ζημία πού υπέστη ἐκ τοῦ λόγου αύτοῦ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμῆμα)
συγκείμενο ἀπό τούς Ο. Due, πρόεδρο τμήματος, Ρ. Pescatore καί Α. Χλωρό, δικαστές,
γενική εἰσαγγελεύς: S. Rozès
γραμματεύς: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματεύς
εκδίδει τήν ἀκόλουθη ἀπόφαση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ εξέλιξη τῆς διαδικασίας, τά αιτήματα, οἱ λόγοι καί οἱ Ισχυρισμοί των διαδίκων έχουν συνοπτικῶς ὡς έξης:
I — Πραγματικά περιστατικά
Ή προσφεύγουσα, Waltraut Kruse, είναι υπάλληλος τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ἀπό τό 1961. Έχει ενταχθεῖ στην κατηγορία C, ὡς γραμματεύς-στενοδακτυλογράφος. Κατά τά πρώτα χρόνια ἀπό της προσλήψεως της, ἐξετέλεσε καθαρώς ἐργασίες γραμματείας, ἀπό τήν ἔκθεση ὅμως βαθμολογήσεως τῆς 1970-1971 προκύπτει ὅτι ήδη, κατά τήν διάρκεια της περιόδου αὐτης, ἠσχολεῖτο μέ διάφορες μεταφράσεις καί τήν σύνταξη κειμένων στίς συνήθεις γλῶσσες ἐργασίας.
Ἀπό τόν Μάρτιο τοῦ 1970, έχει ἀποκλειστικά επιφορτισθεί μέ τήν σύνταξη κειμένων καί μεταφράσεις πρός ἀρκετές γλῶσσες, ἀπό τίς εκθέσεις δέ βαθμολογήσεως προκύπτει ὅτι ἐξεπλήρωσε τό έργο αὐτό μέ ἀπόλυτη ικανοποίηση τῶν ἱεραρχικῶς προϊσταμένων της. Ἐν τούτοις, τόν 'Ιούνιο 1979 εκλήθη νά ἀσχοληθεί καί μέ ἐργασίες γραμματείας, ὁπότε ἐδήλωσε ὅτι, γιά λόγους υγείας, ἀδυνατεί νά ἀσχοληθεί μέ ὁποιοδήποτε άλλο είδος εργασίας πλην της μεταφράσεως.
Ἀπό τίς ἀρχές Ἰουνίου 1979 μέχρι τό τέλος τοῦ ἰδίου έτους, ἡ προσφεύγουσα ἀπουσίασε ἀπό τήν εργασία τῆς γιά λόγους υγείας. Τήν 3η Δεκεμβρίου είχε μία συνομιλία μέ τόν άμεσο προϊστάμενο της, ὁ όποιος τήν ἐπληροφόρησε ὅτι, ὅταν θά ἐπανήρχετο στην εργασία τῆς τόν επόμενο 'Ιανουάριο, προεβλέπετο νά τήν ἀποσπάσουν στην βιβλιοθήκη, ὅπου δύναται νά ἀσχοληθεί μέ ἐπείγουσες μεταφραστικές εργασίες, άλλά μόνο μισή ήμερα. 'Από τόν φάκελο προκύπτει ὅτι ἡ προσφεύγουσα διεμαρτυρήθη εντόνως κατά τοῦ τελευταίου αὐτοῦ περιορισμοῦ.
Μέ υπηρεσιακό σημείωμα, πού ἀπηύθυνε στόν γενικό διευθυντή τήν 7η 'Ιανουαρίου 1980, ἡ προσφεύγουσα κατέστησε γνωστό ὅτι επαναλαμβάνει τήν ἐργασία τῆς «ὑπό την ἐπιφύλαξη κάθε δικαιώματός τῆς καί, ιδίως, ὑπό τήν επιφύλαξη κάθε κεκτημένου δικαιώματός της».
Τήν 18η 'Ιανουαρίου 1980, ὁ γενικός διευθυντής ἐγνωστοποίησε τήν παραλαβή τοῦ υπηρεσιακοῦ αὐτοῦ σημειώματος, διαπιστώνοντας συγχρόνως ὅτι πάλι προσφεύγουσα ἀπουσίαζε ἀπό τῆς 8ης Ἰανουαρίου 1980 καί υπογραμμίζοντας, ὅσον άφορᾶ τά κεκτημένα δικαιώματα, ὅτι είχε διαβιβάσει τό ἐν λόγω σημείωμα στον γενικό διευθυντή διοικήσεως καί προσωπικοῦ «λόγω ἁρμοδιότητος».
Ἐν συνεχεία, ἀντηλλάγησαν επιστολές μεταξύ τοῦ δικηγόρου τῆς προσφευγούσης καί τῆς διοικήσεως κατά τίς έξῆς ημερομηνίες: 17 'Ιανουαρίου, 17 Μαρτίου καί 22 'Απριλίου 1980. Τήν 18η 'Απριλίου 1980, ή προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη ἀπό τήν διοίκηση τήν 28η 'Ιουλίου. Ή παρούσα προσφυγή ἠσκήθη τήν 28η Ὀκτωβρίου 1980.
Τήν 22α 'Απριλίου 1980, ἡ αρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ἐγνωστοποίησε στην προσφεύγουσα ὅτι εἶχε ἀποφασίσει νά υποβάλει τήν περίπτωση τῆς στην επιτροπή ἀναπηρίας.
II — Αιτήματα
Μέ τήν προσφυγή, ἡ προσφεύγουσα ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά υποχρεώσει τήν 'Επιτροπή νά εξασφαλίσει τήν διατήρηση τοῦ δικαιώματός τῆς στην θέση μεταφραστριας, καθώς καί τήν ἀνάθεση σ' αὐτήν καθηκόντων πού έχουν σχέση μέ τήν ἐν λόγω θέση.
Μέ τήν ἀπάντηση, ἡ προσφεύγουσα μετέβαλε τά αιτήματα τῆς καί ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή παρέβη τήν υποχρέωση, πού επιτάσσει τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, νά διευκολύνει τήν επαγγελματική επιμόρφωση τῆς προσφευγούσης, καί νά υποχρεώσει τήν 'Επιτροπή νά τῆς καταβάλει ένα φράγκο ὡς ἀποζημίωση γιά τήν ζημία πού αὐτή υπέστη ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ.
Ἡ Επιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
—
νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή ὡς ἀπαράδεκτη
—
άλλως, νά ἀποφανθεί ὅτι πρέπει νά ἀναβληθεί ἡ έκδοση ὁριστικής ἀποφάσεως μέχρις ὅτου λήξει ἡ διαδικασία περί ἀναπηρίας πού άφορᾶ τήν προσφεύγουσα
—
ἐν πάση περιπτώσει, νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή ὡς ἀβάσιμη.
III — 'Ισχυρισμοί καί ἐπιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ
Ἡ Επιτροπή τονίζει κατ' ἀρχήν ὅτι ἡ ἰδία ή προσφεύγουσα ἀνέφερε στην ένσταση της ὅτι «ἀπό τόν μήνα 'Ιούνιο 1979 ήταν υποχρεωμένη νά εγκαταλείψει σταδιακά τήν μεταφραστική τῆς ἐργασία γιά νά ἀσχοληθεί μέ μικροεργασίες γραμματείας ...». Κατά τήν 'Επιτροπή, ή προκαλούσα τήν βλάβη πράξη ἀνάγεται επομένως στίς ἀρχές 'Ιουνίου, ἁπλώς δέ μόνον ἐπεβεβαιώθη τόν Δεκέμβριο 1979. 'Εξ αὐτοῦ συμπεραίνει ὅτι ἡ υποβολή τῆς ενστάσεως ήταν ήδη εκπρόθεσμη. 'Επιπροσθέτως, ἡ ἀπόρριψη — ρητή ἤ σιωπηρή — τῆς ενστάσεως συνιστᾶ καθαρώς ἐπιβεβαιωτική πράξη, πού δέν δύναται νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο προσφυγής.
Ἐπικουρικῶς, ἡ 'Επιτροπή παρατηρεί σχετικώς ὅτι πρέπει νά κριθεί, βάσει τῆς εκθέσεως τῆς επιτροπής ἀναπηρίας, ἄν ή προσφεύγουσα εἶναι ἱκανή νά ἀσκεῖ τά καθήκοντά της. Συνεπώς, κατά τήν 'Επιτροπή, δέν υπάρχει ἐπί τοῦ παρόντος κανένα συμφέρον πρός ενέργεια.
Ἡ προσφεύγουσα υποστηρίζει ὅτι ἡ προσφυγή ἠσκήθη ἐντός τριών μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς κοινοποιήσεως τῆς ρητής ἀποφάσεως καί ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἐκάλυψε τό υποτιθέμενο ἀπαράδεκτο τῆς ενστάσεως δίνοντας συνέχεια σ' αύτη. 'Ισχυρίζεται ὅτι ή ἀνικανότης τῆς συνδέεται μέ την ἀλλαγή της τοποθετήσεώς τῆς καί συνεπῶς 'έχει πραγματικό καί ἐνεστός συμφέρον. Μᾶλλον, οἱ εργασίες τῆς ἐπιτροπής ἀναπηρίας θά έπρεπε νά ἀνασταλούν κατά τήν διάρκεια τῆς ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου διαδικασίας.
Β — 'Επί τῆς ουσίας
Ἡ προσφεύγουσα υποστηρίζει μέ τήν προσφυγή ὅτι ἀπό ἑπταετίας, παρ' ὅλον ὅτι κατετάγη στην κατηγορία C, ἀσκεῖ καθήκοντα μεταφραστριας ικανοποιώντας πλήρως τους Ιεραρχικῶς προϊσταμένους της καί ὅτι ἔχει ἀποκτήσει ἀναμφισβήτητο δικαίωμα ώστε νά διατηρηθεί στην εξειδικευμένη αυτή θέση.
Μέ τήν ἀπάντηση τῆς υποστηρίζει ὅτι ή 'Επιτροπή, μέ τό νά τῆς επιβάλει καθήκοντα γραμματείας, ἠγνόησε τήν υποχρέωση της, πού επιτάσσει τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, νά διευκολύνει τήν ἐπαγγελματική τῆς επιμόρφωση. Στηρίζεται στό γεγονός ὅτι ή Ἐπιτροπή ἐτέλει ἐν γνώσει τῶν εξαιρετικών προσόντων τῆς στον μεταφραστικό τομέα καί τῶν δυσκολιών τῆς νά προσαρμοσθεί σέ ἐργασίες γραμματείας. 'Εξ άλλου, ἀπό τίς ἐκθέσεις βαθμολογήσεως προκύπτει ὅτι, λόγω ἀκριβώς τῆς επαγγελματικῆς της επιμορφώσεως, ἠδήνατο νά παρέχει εργασία ἐξαιρετικῆς ποιότητος. Ή εξουσία της διοικήσεως νά τοποθετεί τους υπαλλήλους περιορίζεται, ἀφ' ἑνός, ἀπό τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καί τήν καλή της λειτουργία καί, ἀφ' ἑτερου, ἀπό τό καθῆκον προστασίας καί ἐνισχύσεως στην εξέλιξη τῆς επαγγελματικῆς σταδιοδρομίας τῶν ενδιαφερομένων. Ή 'Επιτροπή δέν ἀνέφερε σοβαρούς ἀντικειμενικούς λόγους πού δέν επιτρέπουν στην προσφεύγουσα νά συνεχίσει ἁπλώς τά καθήκοντα πού ἤσκει ἀπό επταετίας.
Ὅσον άφορᾶ τά αιτήματα πού περιέχονται στην προσφυγή, ἡ 'Επιτροπή ἀναφέρει ὅτι ή προσφεύγουσα ἀνήκει στην κατηγορία C καί δέν ἀπέκτησε, μέ τήν εργασία της, δικαίωμα γιά μία θέση μεταφράστριας οὔτε δικαίωμα νά ἀσχολείται ἀποκλειστικά μέ μεταφράσεις.
Ἀκόμη κι ἄν υποτεθεί ὅτι τά νέα αιτήματα πού διατυπώνονται στην ἀπάντηση είναι παραδεκτά, δέν εἶναι βάσιμα καθ' ὅσον ἀπό τόν φάκελο προκύπτει ὅτι ή συμπληρωματική προσωπική μόρφωση τῆς προσφευγούσης έχει πράγματι διευκολυνθεί, δεδομένου ὅτι τῆς επετράπη νά συνεχίσει ἐπί ἔτη μαθήματα γλώσσης καί νά ἀσχοληθεί μέ μεταφράσεις. 'Εν τούτοις, τό γεγονός αὐτό καθόλου δέν μεταβάλλει τήν διαπίστωση ὅτι δέν δύναται νά προαχθεί παρά μόνο εντός τῆς δίκης της κατηγορίας, ὑπό τήν επιφύλαξη επιτυχίας σέ διαγωνισμό, μόνη δέ ἡ 'Επιτροπή είναι υπεύθυνη γιά τήν ὀργάνωση τῶν ὑπηρεσιών, τήν ὁποία πρέπει νά τροποποιεί ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες τῶν υπηρεσιών της.
IV — Προφορική διαδικασία
Στην δημοσία συνεδρίαση τῆς 4ης 'Ιουνίου 1981, ἡ W. Kruse, εκπροσωπούμένη ἀπό τόν Ρ.-Ρ. Van Gehuchten, καί ἡ 'Επιτροπή, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν D. Jacob, ἀνέπτυξαν τίς παρατηρήσεις τους προφορικώς.
Ἡ γενική εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις τῆς τήν 17η Σεπτεμβρίου 1981.
Σκεπτικό
1
Μέ προσφυγή πού κατέθεσε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου την 28η 'Οκτωβρίου 1980, ἡ Waltraut Kruse, γραμματεύς-στενοδακτυλογράφος βαθμοῦ C 2 στην Ἐπιτροπή τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά υποχρεώσει τήν 'Επιτροπή νά εξασφαλίσει τήν διατήρηση τοῦ δικαιώματος τῆς προσφευγούσης νά υπηρετεί ὡς μεταφράστρια, καθώς καί τῆς κατ' ἀποκλειστικότητα ἀναθέσεως στην προσφεύγουσα καθηκόντων σχετικῶν μέ τήν ἐν λόγω υπηρεσία, σύμφωνα μέ τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως. Μέ τήν ἀπάντηση της, ἡ προσφεύγουσα ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά διαπιστώσει ὅτι ἡ 'Επιτροπή, μέ τό νά τῆς ἀναθέσει καθήκοντα γραμματείας, παρέβη τήν υποχρέωση, πού επιτάσσει τό ἀνωτέρω ἄρθρο, νά διευκολύνει τήν επαγγελματική τῆς επιμόρφωση καί, κατά συνέπεια, νά υποχρεώσει τήν 'Επιτροπή νά τῆς καταβάλει ἕνα φράγκο ὡς ἀποζημίωση λόγω τῆς ζημίας πού ὑπέστη ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ.
2
'Από τόν φάκελο προκύπτει ὅτι ἡ προσφεύγουσα, κατά τήν διάρκεια τῆς σταδιοδρομίας τῆς ὡς γραμματέως-στενοδακτυλογράφου, παρηκολούθησε πολλά μαθήματα γλωσσών καί ὅτι ἀπό τόν Μάρτιο τοῦ 1973 τῆς ἀνετέθη ουσιαστικά, ἄν ὄχι ἀποκλειστικά, ἡ μετάφραση καί ἡ σύνταξη κειμένων σέ ἀρκετές γλώσσες. Ἐν τούτοις, τόν 'Ιούνιο 1979 εκλήθη νά ἀσχοληθεί καί μέ καθήκοντα γραμματείας, ὁπότε ἐδήλωσε ὅτι γιά λόγους ὑγείας δέν ήταν σέ θέση νά ἀσχοληθεί μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐργασία πλην τῆς μεταφράσεως. 'Από τήν ημερομηνία αυτή απουσίαζε ἀπό τήν εργασία τῆς λόγω ἀσθενείας καί ἡ περίπτωση τῆς ἔχει τώρα υποβληθεί στην ἐπιτροπή ἀναπηρίας.
3
Τήν 3η Δεκεμβρίου 1979, ἡ προσφεύγουσα εἶχε μία συνομιλία μέ τόν προϊστάμενό της, ὁ όποιος τήν ἐπληροφόρησε ὅτι ἀπό τῆς επαναλήψεως τῆς εργασίας τῆς εἶχε προβλεφθεί ἡ τοποθέτηση τῆς στην βιβλιοθήκη τῆς γενικής διευθύνσεως, ὅπου ἠδύνατο νά ἀσχολείται μέ επείγουσες μεταφραστικές εργασίες, ἀλλά μόνο τό μισό ωράριο. Ἡ προσφεύγουσα διεμαρτυρήθη κατά τοῦ τελευταίου αὐτοῦ περιορισμοῦ καί, κατόπιν ἀνταλλαγής ἀλληλογραφίας, τήν 18η 'Απριλίου 1980 υπέβαλε διοικητική ένσταση, ἡ ὁποία ἀπερρίφθη τήν 28η 'Ιουλίου τοῦ ἰδίου έτους.
4
Ή 'Επιτροπή ἀμφισβητεί τό παραδεκτό τῆς προσφυγής, υποστηρίζοντας, ἀφ' ενός ὅτι ἡ διοικητική ένσταση ήταν εκπρόθεσμη, ἀφ' έτέρου δέ ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν έχει πλέον συμφέρον νά κινηθεί, ἀφοῦ ἡ επιτροπή ἀναπηρίας έχει επιληφθεί τῆς περιπτώσεως της.
5
Ἐν προκειμένω, δέν παρίσταται ἀνάγκη νά ἀποφανθεί τό Δικαστήριο ἐπί των ενστάσεων αυτών, ἐφ' ὅσον μία εξέταση, έστω καί συνοπτική, τῶν επιχειρημάτων τῆς προσφευγούσης ἐπιτρέπει νά κριθεῖ ὅτι, ὁπωσδήποτε, ἡ προσφυγή εἶναι προφανῶς ἀβάσιμη.
6
Σχετικῶς πρέπει νά ὑπομνησθεῖ, ἐν πρώτοις, ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ἡ ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, πρός τό συμφέρον καί μόνο τῆς υπηρεσίας τοποθετεί κάθε υπάλληλο σέ μία θέση τῆς κατηγορίας του ἡ τοῦ κλάδου του, πού ἀντιστοιχεί στον βαθμό του καί ὅτι ἀπό τό ἄρθρο 36 τοῦ ἰδίου κανονισμοῦ προκύπτει ὅτι ὁ ἐν ενεργεία υπάλληλος υποχρεούται νά ἀσκεῖ τά καθήκοντα πού ἀντιστοιχοῦν στην θέση στην ὁποία έχει τοποθετηθεί.
7
Όμως, καίτοι ἀληθεύει ὅτι ἡ διοίκηση έχει κάθε συμφέρον νά τοποθετεί τους υπαλλήλους ἀναλόγως τῶν ειδικών ικανοτήτων τους καί τῶν προσωπικών τους προτιμήσεων, δέν θά πρέπει ἐν τούτοις νά ἀναγνωρισθεί σ' έναν υπάλληλο τό δικαίωμα νά ἀσκεῖ ἡ νά διατηρεί ειδικά καθήκοντα ἡ νά ἀρνείται κάθε άλλο καθήκον πού ἀνάγεται στην δική του θέση-τύπο. Στό σημείο αυτό, τό μόνο δικαίωμα πού εξασφαλίζει ὁ κανονισμός υπηρεσιακῆς καταστάσεως στους ὑπαλλήλους συνίσταται στό νά τους ἀνατίθενται τά καθήκοντα πού αντιστοιχοῦν στόν βαθμό καί τήν θέση τους.
8
Οἱ σκέψεις αὐτές επιβάλλονται ἀκόμα περισσότερο ὅταν, ὅπως συμβαίνει ἐν προκειμένω, τά καθήκοντα πού ὁ υπάλληλος ἀξιώνει νά διατηρήσει ἀνάγονται, τουλάχιστον μερικώς, σέ διαφορετικό ἀπό τόν δικό του κλάδο.
9
Οὔτε επίσης δύναται ἡ προσφεύγουσα, πρός διατήρηση τῶν προηγουμένων καθηκόντων της, νά επικαλεσθεί τό άρθρο 24 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, βάσει τοῦ ὁποίου τά ὄργανα υποχρεοῦνται νά διευκολύνουν τήν επαγγελματική επιμόρφωση τοῦ υπαλλήλου κατά τό μέτρο πού αυτό συμβιβάζεται μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς καλής λειτουργίας τῶν υπηρεσιών. Ή διάταξη αυτή δέν άφορᾶ τήν τοποθέτηση τῶν υπαλλήλων. Ἐξ άλλου, στην προκειμένη περίπτωση, ἡ Επιτροπή ἐξεπλήρωσε πλήρως, έναντι τῆς προσφευγούσης, τίς υποχρεώσεις πού καθορίζονται ἀπό τό άρθρο 24, παρέχοντάς τῆς τήν ευκαιρία νά παρακολουθήσει μαθήματα γλωσσών και προσφέροντάς τῆς τήν δυνατότητα νά ἀφιερώσει, έστω καί μελλοντικῶς, μέρος ἀπό τον χρόνο τῆς σέ ὁρισμένες μεταφραστικές ἐργασίες.
10
Ἀπό τά ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ἡ Επιτροπή, καλώντας τήν προσφεύγουσα νά ἀσχοληθεί καί μέ καθήκοντα γραμματείας πού ἀντιστοιχοῦσαν πλήρως στην δική τῆς θέση-τύπο, οὐδαμώς ἠγνόησε τόν κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως οὔτε διέπραξε πράξη Ικανή νά επισύρει τήν εὐθύνη της. Ἄρα τό σύνολο των αιτημάτων τῆς προσφευγούσης πρέπει νά ἀπορριφθεί, περιλαμβανομένου καί τοῦ αἰτήματος περί ἀποζημιώσεως.
'Επί τῶν δικαστικῶν ἐξόδων
11
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας, ὁ ἡττώμενος διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα ὅμως μέ τό άρθρο 70 τοῦ ίδιου κανονισμοῦ, τά έξοδα στά όποια υποβάλλονται τά όργανα ἐπί προσφυγῶν κοινοτικῶν υπαλλήλων βαρύνουν τίς Κοινότητες.
12
Παρ' ὅλον ὅτι οἱ ισχυρισμοί τῆς προσφευγούσης πράγματι ἀπερρίφθησαν, ἐν τούτοις, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό ιστορικό τῆς διαφορᾶς γιά τόν καθορισμό τῶν εξόδων. 'Αναθέτοντας στήν προσφεύγουσα ἀποκλειστικῆς ἡ οὐσιωδώς, καί κατά τήν διάρκεια μιᾶς πολύ μεγάλης χρονικής περιόδου, καθήκοντα συντάξεως καί μεταφράσεως, τά όποῖα, τουλάχιστον μερικώς, ἀνάγονται κανονικά σέ κατηγορία διαφορετική ἀπό τήν δική της, ἡ ἴδια ἡ διοίκηση ἐδημιούργησε μία ἀνώμαλη κατάσταση καί προεκάλεσε στην προσφεύγουσα ευνόητες, άλλα μή δικαιολογημένες προσδοκίες. 'Ετσι, ἐκείνο πού ώθησε τήν προσφεύγουσα στην άσκηση τῆς παρούσης προσφυγής ἐκπηγάζει μερικώς ἀπό τά μέτρα πού εἶχε προηγουμένως λάβει ἡ διοίκηση. Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές, πρέπει νά ἐφαρμοσθεί τό άρθρο 69 παράγραφος 3 ἐδάφιο 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, σύμφωνα μέ τό ὁποίο τό Δικαστήριο δύναται νά καταδικάσει έναν διάδικο, ἀκόμη καί ἄν νικήσει, στην δαπάνη πού ὁ άλλος διάδικος υπέστη σέ δίκη πού προεκλήθη ἀπό τήν δική του συμπεριφορά.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμῆμα)
κρίνει καί ἀποφασίζει:
1)
Ἀπορρίπτει τήν προσφυγή.
2)
Ή Ἐπιτροπή βαρύνεται μέ τό σύνολο τῶν εξόδων, περιλαμβανομένων καί των τῆς προσφευγούσης.
Due
Pescatore
Χλωρός
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο τήν 22α 'Οκτωβρίου 1981.
Ὁ γραμματεύς
J. O. Pompe
βοηθός γραμματεύς
Ό πρόεδρος τοῦ δευτέρου τμήματος
O. Due
Full & Egal Universal Law Academy