Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινό δασμολόγιο — Δασμοί — Ειδικοί δασμοί εκφραζόμενοι σέ λογιστικές μονάδες — Μετατροπή στό εθνικό νόμισμα τού Κράτους μέλους εισαγωγής — Εφαρμογή τής τιμής συναλλάγματος πού αντιστοιχεί πρός τήν δηλωθείσα στό ΔΝΤ ισοτιμία — Γενικός κανόνας C.3 — Κύρος — Μείωση τών δασμών στό ποσό πού έχει εφαρμογή σέ περίπτωση εισαγωγής στό Κράτος μέλος μέ τό ασθενέστερο νόμισμα — Ανεπίτρεπτη
( Κανονισμός τού Συμβουλίου 950/68 , οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 2500/77 , γενικός κανόνας C.3 )
Περίληψη
Από τήν εξέταση τού γενικού κανόνος C.3 τού τίτλου Ι τού πρώτου μέρους τού παραρτήματος τού κανονισμού 2500/77 δέν προέκυψαν στοιχεία ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος του . Ο κανόνας αυτός έπρεπε νά εφαρμόζεται κατά τρόπον ωστε , στήν περίπτωση εισαγωγής σέ Κράτος μέλος μέ ισχυρό νόμισμα , οι δασμοί πού εξεφρά ζοντο σέ λογιστικές μονάδες ( ΛΜ ) έπρεπε νά μετατρέπονται στό εθνικό νόμισμα τού Κράτους μέλους στό οποίο επραγματοποιήθη η εισαγωγή , σύμφωνα μέ τόν κανόνα , καί νά μή περιορίζονται μέχρι τού ποσού πού θά ωφείλετο σέ περίπτωση εισαγωγής στό Κράτος μέλος μέ τό ασθενέστερο νόμισμα .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 248/80 ,
πού έχει ως αντικείμενο αίτηση τού Finanzgericht τού Αμβούργου , πρός τό Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται , στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού δικαστηρίου αυτού μεταξύ
KOMMANDITGESELLSCHAFT IN FIRMA GEBRUEDER GLUNZ ( ετερόρρυθμος εταιρία υπό τήν επωνυμία «Αδελφοί Glunz» ), Αμβούργο ,
καί
HAUPTZOLLAMT HAMBURG-WALTERSHOF ( Κεντρικό Τελωνειακό Γραφείο τού Αμβούργου-Waltershof ),
Αντικείμενο της υπόθεσης
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τό κύρος τού γενικού κανόνος C.3 κατά τήν ερμηνεία τού κοινού δασμολογίου , οπως διετυπώθη από τόν κανονισμό 2500/77 τού Συμβουλίου , τής 7ης Νοεμβρίου 1977 , πού τροποποιεί τόν κανονισμό 950/68 περί κοινού δασμολογίου ( JO L 289 , σ . 1 ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ διάταξη τής 15ης Οκτωβρίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο τήν 6η Νοεμβρίου 1980 , τό Finanzgericht τού Αμβούργου υπέβαλε , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , ενα προδικαστικό ερώτημα ως πρός τήν ερμηνεία , τό κύρος , καί ενδεχομένως ως πρός τό πεδίο εφαρμογής τού γενικού κανόνος C.3 τού τίτλου Ι τού κανονισμού 950/68 τού Συμβουλίου , τής 28ης Ιουνίου 1968 , περί κοινού δασμολογίου ( ABl . L 172 , σ . 1 ), οπως ετροποποιήθη μέ τόν κανονισμό 2500/77 τού Συμβουλίου , τής 7ης Νοεμβρίου 1977 ( ABl . L 289 , σ . 1 ).
2 Τό ερώτημα αυτό ανέκυψε στό πλαίσιο μιάς διαφοράς μεταξύ τής επιχειρήσεως Glunz , προσφευγούσης στήν κυρία δίκη , καί τής γερμανικής τελωνειακής αρχής , πού αφορά τήν δασμολογική κατάταξη καί τό ποσό τών επιβλητέων δασμών επί τής εισαγωγής , τόν Αύγουστο τού 1978 , μιάς αποστολής κεραμικών αγαλματιδίων , οι βραχίονες τών οποίων σχηματίζουν κηροπήγιο . Η προσφεύγουσα τής κυρίας δίκης εδήλωσε τά αντικείμενα αυτά ως υπαγόμενα στήν κλάση 97.05 τού κοινού δασμολογίου , η οποία περιλαμβάνει «εξαρτήματα διά δένδρα Χριστουγέννων καί παρόμοια είδη δι’ εορτάς Χριστουγέννων» , στά οποία επιβάλλεται δασμός 10 % επί τής αξίας .
3 Η αρμοδία αρχή , αφού αρχικώς εδέχθη τήν κατάταξη αυτή , αναθεώρησε εν συνεχεία τήν άποψή της καί έκρινε οτι τό εν λόγω εμπόρευμα υπήγετο στήν δασμολογική διάκριση 63.13 Β , πού περιλαμβάνει «αγαλματίδια εκ πορσελάνης» . Στά εμπορεύματα πού υπάγονται στήν διάκριση αυτή επιβάλλεται δασμός 11 % επί τής αξίας , εφαρμοζομένου ομως καί ενός κατωτάτου ειδικού δασμού ίσου τότε πρός 70 λογιστικές μονάδες ανά εκατό χιλιόγραμμα βάρους . Η τελωνειακή αρχή εφήρμοσε τόν ειδικό αυτόν δασμό καί υπελόγισε τό υψος του σέ γερμανικά μάρκα ( DM ), εφαρμόζοντας τόν γενικό κανόνα C.3 , γιά τόν οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω , μέ αποτέλεσμα οι δασμοί νά ανέλθουν σέ 72 045,49 DM .
4 Σύμφωνα μέ τήν εν λόγω διάταξη , οπως ειχε τό 1968 ,
«η αξία τής λογιστικής μονάδος ( ΛΜ ), βάσει τής οποίας εκφράζονται ορισμένοι ειδικοί δασμοί ή προσδιορίζονται ορισμένες κλάσεις ή διακρίσεις , ανέρχεται σέ 0,88867088 γραμμάρια καθαρού χρυσού . Η τιμή μετατροπής τής λογιστικής μονάδος σέ βελγικά φράγκα , γαλλικά φράγκα , γερμανικά μάρκα , ιταλικές λιρέτες , φράγκα Λουξεμβούργου ή ολλανδικά φιορίνια ειναι η ισοτιμία πού έχει δηλωθεί γιά τά νομίσματα αυτά στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καί έχει αναγνωρισθεί από αυτό» .
5 Η προσφεύγουσα τής κυρίας δίκης αμφισβήτησε αυτή τήν επιβολή δασμού καί προσέφυγε στό Finanzgericht τού Αμβούργου . Κυρίως , προσέβαλε τήν δασμολογική κατάταξη στήν οποία κατέληξε τό καθ’ ου . Επικουρικώς , προέβαλε τόν ισχυρισμό οτι , άν έπρεπε νά τής επιβληθεί ο προβλεπόμενος στήν διάκριση 69.13 Β ειδικός δασμός , η μετατροπή τών λογιστικών μονάδων δέν έπρεπε νά γίνει σύμφωνα μέ τόν προαναφερθέντα γενικό κανόνα C.3 , αλλά τό οφειλόμενο ποσό έπρεπε νά υπολογισθεί καί νά προσδιορισθεί κατά τρόπον ωστε , λαμβανομένων υπ’ όψη τών ισοτιμιών τών νομισμάτων τών διαφόρων Κρατών μελών , τό ποσό πού τής ζητείται νά καταβάλει στήν Γερμανία νά μή υπερβαίνει εκείνο πού θά ώφειλε νά καταβάλει άν ειχε εκφορτώσει καί εκτελωνίσει τό εμπόρευμα σέ λιμένα Κράτους μέλους μέ ασθενές νόμισμα . Κατά τήν γνώμη της , ο γενικός κανόνας C.3 έπρεπε νά ερμηνεύεται κατά τήν ανωτέρω έννοια , διότι άλλως η εφαρμογή του θά συνεπήγετο διαφορετικές δασμολογικές επιβαρύνσεις αναλόγως τής χώρας εισαγωγής καί επομένως ο κανόνας θά εισήγε διακρίσεις , ασυμβίβαστες πρός τήν αρχή τής ισότητος . Η μέθοδος υπολογισμού τήν οποία υποστηρίζει η προσφεύγουσα συνεπάγεται μείωση τού οφειλομένου ποσού από 72 045,49 DM σέ 29 432,30 DM .
6 Όπως αναφέρεται στήν διάταξη περί παραπομπής , τό εθνικό δικαστήριο εσχημάτισε τήν πεποίθηση οτι έπρεπε πράγματι νά ληφθεί υπ’ όψη η διάκριση 69.13 Β ( αγαλματίδια εκ πορσελάνης ), μέ εφαρμογή τού ειδικού δασμού .
7 Έκρινε , ομως , οτι η αμφισβήτηση ως πρός τόν υπολογισμό τού υψους τών δασμών μέ μετατροπή τών ΛΜ σέ εθνικό νόμισμα έθετε ζήτημα ερμηνείας καί κύρους τής επιδίκου διατάξεως καί κατά συνέπεια , εζήτησε από τό Δικαστήριο νά αποφανθεί προδικαστικώς επί τού εξής ερωτήματος :
«Ο γενικός κανόνας C.3 τού τίτλου Ι τού πρώτου μέρους τού παραρτήματος τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2500/77 τού Συμβουλίου , τής 7ης Νοεμβρίου 1977 , ειναι άκυρος κατά τήν εφαρμογή του στήν δασμολογική διάκριση 69.13 Β τού κοινού δασμολογίου κατά τό μέτρο κατά τό οποίο , σέ περίπτωση εισαγωγής τού εμπορεύματος σέ Κράτος μέλος μέ ισχυρό νόμισμα , θά συνεπήγετο μεγαλύτερη δασμολογική επιβάρυνση από ο,τι στήν περίπτωση εισαγωγής στό Κράτος μέλος τού οποίου τό νόμισμα έχει υποστεί τήν μεγαλύτερη υποτίμηση εν σχέσει πρός τήν ισοτιμία πού εδηλώθη στό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή οι προαναφερ θείσες διατάξεις πρέπει νά ερμηνεύονται υπό τήν έννοια οτι οι επιβαλλόμενοι δασμοί δέν δύνανται νά υπερβαίνουν τό ποσό πού θά εισεπράττετο σέ περίπτωση εισαγωγής στό Κράτος μέλος μέ τό ασθενέστερο νόμισμα;»
8 Στό σκεπτικό τής αποφάσεώς του τό Finanzgericht αναφέρει οτι η εφαρμογή τού γενικού κανόνος C.3 επί τής επιδίκου εισαγωγής συνεπάγεται στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας δασμολογική επιβάρυνση υψους 72 045,49 DM , ενώ , άν τό ίδιο εμπόρευμα εισήγετο στήν Ιταλία , η δασμολογική επιβάρυνση θά ανήρχετο σέ ποσό λιρετών ισοδύναμο πρός μόνο 29 432,30 DM . Κατά τήν κρίση του , αυτή η διαφορά δασμολογικής επιβαρύνσεως αναλόγως τού Κράτους μέλους στό οποίο γίνεται η εισαγωγή δέν συμβιβάζεται πρός τήν θεμελιώδη έννοια τής τελωνειακής ενώσεως . Ο διάφορος βαθμός δασμολογικής επιβαρύνσεως συνιστά διάκριση πού παραβιάζει τήν γενική αρχή τής ισότητος . Δυνάμει τής αρχής αυτής , τό σύστημα δασμών πού τροφοδοτεί τόν κοινοτικό προϋπολογισμό πρέπει νά ειναι οργανωμένο κατά τρόπο ωστε νά βαρύνει ομοιομόρφως , δηλαδή εξ ίσου , ολους οσους πληρούν τίς προϋποθέσεις πού προσδιορίζονται από τήν κοινοτική νομοθεσία γιά τήν επιβολή τών επιβαρύνσεων αυτών . Τό Finanzgericht διερωτάται άν οι δυσχέρειες πού ειναι συνυφασμένες μέ τήν θέση σέ λειτουργία τού νέου κοινοτικού συστήματος μετατροπής ειδικών δασμών σέ εθνικά νομίσματα , η οποία επραγματοποιήθη μόλις τόν Νοέμβριο τού 1978 , δύνανται νά δικαιολογήσουν τό γεγονός οτι δέν έγινε στό μεταξύ η αναγκαία αναπροσαρμογή τών σχέσεων τών ισοτιμιών , ιδίως οσον αφορά τούς ειδικούς δασμούς .
9 Προκειμένου νά δοθεί απάντηση στό ερώτημα πού υπεβλήθη , πρέπει προηγουμένως νά υπομνησθεί οτι τό κοινό δασμολόγιο εθεσπίσθη αρχικώς μέ τόν κανονισμό 950/68 τού Συμβουλίου , τής 28ης Ιουνίου 1968 ( ABl . L 172 , σ . 1 ). Τό προοίμιο τού κανονισμού αυτού υπενθυμίζει οτι δυνάμει τής αποφάσεως τού Συμβουλίου , τής 26ης Ιουλίου 1966 ( ABl . L 165 , σ . 2971 ), τά Κράτη μέλη εφαρμόζουν , από 1ης Ιουλίου 1968 , τό κοινό δασμολόγιο επί εισαγωγών από τρίτες χώρες προϊόντων πλήν εκείνων πού απαριθμούνται στό παράρτημα ΙΙ τής συνθήκης .
10 Μέ τό κοινό δασμολόγιο επιβάλλονται δασμοί επί τής αξίας ( ad valorem ), καθώς καί ειδικοί ή κατώτατοι δασμοί πού εφαρμόζονται σέ ορισμένες κλάσεις ή διακρίσεις . Όσον αφορά τούς δασμούς επί τής αξίας , μέ τόν κανονισμό 803/68 τού Συμβουλίου , τής 27ης Ιουνίου 1968 ( ABl . L 148 , σ . 6 ), εθεσπίσθησαν κανόνες δασμολογικής εκτιμήσεως τών εμπορευμάτων , προκειμένου νά εξασφαλισθεί οτι η δασμολογητέα αξία προσδιορίζεται κατά ομοιόμορφο τρόπο στά Κράτη μέλη , ουτως ωστε ο βαθμός προστασίας πού παρέχεται από τό κοινό δασμολόγιο νά ειναι ο ίδιος σέ ολη τήν Κοινότητα καί νά εμποδίζεται έτσι κάθε εκτροπή τού εμπορίου καί τών δραστηριοτήτων καί κάθε στρέβλωση τού ανταγωνισμού πού θά ηδύνατο νά προκύψει από διαφορές εθνικών διατάξεων , νά εξασφαλίζεται δέ η ίση μεταχείριση τών εισαγωγέων οσον αφορά τήν είσπραξη τών δασμών τού κοινού δασμολογίου . Οι ειδικοί δασμοί εκφράζονται σέ ΛΜ . Ο γενικός κανόνας C.3 ορίζει οτι η εφαρμοστέα τιμή μετατροπής τής ΛΜ σέ εθνικά νομίσματα ειναι εκείνη πού αντιστοιχεί στήν ισοτιμία η οποία εδηλώθη γιά τά νομίσματα αυτά στό διεθνές Νομισματικό Ταμείο . Ο κανονισμός 950/68 εθεσπίσθη στό πλαίσιο τού συστήματος σταθερών ισοτιμιών , πού ίσχυαν τήν εποχή εκείνη , καί συνεπώς ο γενικός κανόνας C.3 απέβλεπε στήν εξασφάλιση ομοιομόρφου εφαρμογής τών ειδικών δασμών σέ ολα τά Κράτη μέλη· πράγματι δέ , επί πολλά έτη , ειχε ως αποτέλεσμα νά εξασφαλίζεται τέτοια εφαρμογή . Ο κανονισμός έπρεπε , μέ τήν πάροδο τών ετών , νά συμπληρώνεται καί νά προσαρμόζεται μέ σειρά μεταγενεστέρων κανονισμών , χωρίς πάντως νά τροποποιείται ο κανόνας C.3 .
11 Τό σύστημα , ομως , τών σταθερών ισοτιμιών μέ βάση τόν χρυσό απώλεσε εν μέρει τήν λειτουργικότητά του από τό 1971 . Η μετέπειτα νομισματική εξέλιξη επέφερε αισθητές μεταβολές τών πραγματικών τιμών συναλλάγματος έναντι τών επισήμων ισοτιμιών στίς σχέσεις μεταξύ τών Κρατών μελών . Υπό τίς συνθήκες αυτές , η λογιστική μονάδα πού χρησιμοποιείται στό κοινό δασμολόγιο ανταπεκρίνετο ολο καί λιγότερο στήν οικονομική πραγματικότητα . Εν τούτοις , μόνο πρός τό 1974 η νομισματική εξέλιξη ωδήγησε σέ αισθητές καί ευδιάκριτες ανισότητες κατά τήν εφαρμογή τών δασμολογικών διατάξεων .
12 Τόν Δεκέμβριο τού 1971 , μέ τήν λεγομένη «Smithsonian» συμφωνία , καθωρίσθησαν στήν Ουάσιγκτον κεντρικές τιμές καί συγχρόνως νέα σημεία αναφοράς . Αλλά , μετά τήν άνοδο τών τιμών τών προϊόντων πετρελαίου τό 1973 , τό σύστημα εκλονίσθη . Στό πλαίσιο τού Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου , οι προσπάθειες γιά τήν αναμόρφωση τού νομισματικού συστήματος ανελήφθησαν πολύ ενωρίς· δέν κατέστη , ομως , δυνατόν νά περαιωθούν πρό τής 1ης Απριλίου 1978 . Τότε μόνο άρχισε νά ισχύει η τροποποίηση τού καταστατικού τού Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου καί μόνο μέ τόν τρόπο αυτόν τό διεθνές νομισματικό σύστημα επανεύρε ενα σημείο αναφοράς , ήτοι τά νέα ειδικά δικαιώματα αναλήψεως .
13 Από τό 1975 , η Επιτροπή καί τό Συμβούλιο προετοίμασαν τήν οδό γιά τήν προοδευτική εισαγωγή μιάς νέας λογιστικής μονάδος , δηλαδή τής μονάδος «καλάθι» . Η Επιτροπή υπέβαλε στό Συμβούλιο , τόν Οκτώβριο τού 1976 , πρόταση κανονισμού περί τής ΕΛΜ ( ευρωπαϊκής λογιστικής μονάδος ). Γιά τήν πρόταση αυτή , πού εστηρίζετο κυρίως στά άρθρα 209 καί 235 τής συνθήκης , εζητήθη η γνώμη τού Κοινοβουλίου καί τού Ελεγκτικού Συνεδρίου . Μόλις τόν Νοέμβριο τού 1978 εξεδόθη από τό Συμβούλιο ο κανονισμός 2800/78 , ο οποίος εισήγαγε νέο σύστημα μετατροπής γιά τόν υπολογισμό τών ειδικών δασμών .
14 Μεταξύ τού 1968 καί τού 1978 , τό Συμβούλιο εξέδιδε τό κοινό δασμολόγιο ετησίως μέ ορισμένες τροποποιήσεις , από τίς οποίες η μόνη τροποποίηση τού γενικού κανόνος C.3 , η οποία επήλθε στό τέλος τού έτους 1972 , αφορούσε τήν προσθήκη μιάς αναφοράς στά εθνικά νομίσματα τών νέων Κρατών μελών κατά τήν προσχώρηση τής Δανίας , τής Ιρλανδίας καί τού Ηνωμένου Βασιλείου , μέ ουσιαστική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1973 .
15 Τό ερώτημα πού υπεβλήθη αποτελείται από δύο σκέλη : τό πρώτο ανάγεται στό κύρος τού κανόνος C.3 , ενώ τό δεύτερο στήν ερμηνεία του . Πρέπει πρώτα νά δοθεί απάντηση στό δεύτερο σκέλος , δεδομένου οτι ζήτημα κύρους τής εν λόγω διατάξεως τίθεται μόνο σέ περίπτωση απορρίψεως τής προτεινομένης ερμηνείας .
Επί τής ερμηνείας
16 Ερωτάται άν η υπό εξέταση διάταξη δύναται νά ερμηνευθεί , οσον αφορά τίς ανωτέρω περιγραφείσες περιστάσεις , κατά τρόπο ωστε , γιά τόν προσδιορισμό τού ποσού τών ειδικών δασμών στό σύνολο τής Κοινότητος , έπρεπε νά λαμβάνεται υπ’ όψη μόνο η σχέση πού διετήρησε εν ισχύι ο κανόνας C.3 ως πρός τό ασθενέστερο νόμισμα , δηλαδή , κατά τήν εποχή εκείνη , τήν ιταλική λιρέτα , ενώ στά άλλα Κράτη μέλη οι ειδικοί δασμοί έπρεπε νά υπολογίζονται διά μετατροπής σέ εθνικό νόμισμα τού ποσού πού έχει προηγουμένως προσδιορισθεί κατά τόν ανωτέρω τρόπο σέ ιταλικές λιρέτες μέ τήν πραγματική τιμή συναλλάγματος .
17 Όσο θεμελιώδης καί άν ειναι γιά τήν ελεύθερη κυκλοφορία τών εμπορευμάτων καί τήν εγκαθίδρυση τής τελωνειακής ενώσεως η θέσπιση κοινού δασμολογίου , συνεπαγομένου ομοιόμορφες επιβαρύνσεις κατά τήν είσοδο εμπορευμάτων στήν Κοινότητα , οπουδήποτε καί άν εντοπίζεται γεωγραφικώς τό σημείο εισόδου τους η προτεινομένη ερμηνεία δέν δύναται νά γίνει δεκτή .
18 Από αυτό τούτο τό κείμενο τού κανόνος C.3 προκύπτει οτι προβλέπει ρητώς αναφορές σέ εξι ( καί κατόπιν σέ εννέα ) συγκεκριμένα νομίσματα καί οτι δέν δύναται νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι επιτρέπει , παρά ταύτα , νά αγνοηθούν ολες αυτές οι αναφορές καί νά διατηρηθεί μόνο εκείνη πού συνεπάγεται σέ κάθε δεδομένη στιγμή τό μικρότερο ποσό δασμών .
19 Εξ άλλου , μία τέτοια ερμηνεία ανταποκρίνεται ακόμη λιγότερο στούς σκοπούς τού κοινού δασμολογίου , πού ειναι συγχρόνως δημοσιονομικοί καί οικονομικοί , από οσο η γραμματική ερμηνεία τού κανόνος C.3 . Η προτεινομένη ερμηνεία , καθορίζοντας τούς δασμούς στό κατώτατο επίπεδο , υπάρχει κίνδυνος νά έχει εντελώς αρνητικές επιπτώσεις σέ ορισμένους οικονομικούς τομείς στήν Κοινότητα , δεδομένου οτι τό επίπεδο τών δασμών έχει υπολογισθεί κυρίως βάσει τών οικονομικών αυτών αναγκών . Η προτεινομένη ερμηνεία θά ειχε ως αποτέλεσμα νά μειωθούν κατά τρόπο μή οικονομικώς δικαιολογημένο οι ειδικοί δασμοί , πού ειχαν αρχικώς καθορισθεί σέ επίπεδο , τό οποίο παρείχε ορισμένο βαθμό προστασίας στά ανταγωνιστικά κοινοτικά προϊόντα , καί νά μειωθεί συνεπώς η σκοπηθείσα προστασία .
20 Επομένως , η προτεινομένη ερμηνεία δέν δύναται νά γίνει δεκτή .
Επί τού κύρους
21 Κατά τήν προσφεύγουσα , η ακυρότης τής εν λόγω διατάξεως δέν απορρέει αυτομάτως από τήν υπαρξη διαφορών , πού έχουν βαθμιαίως αυξηθεί , μεταξύ τών τιμών μετατροπής πού ορίζονται στόν κανόνα C.3 καί τών πραγματικών τιμών . Υποστηρίζεται οτι , μή διορθώνοντας εγκαίρως τίς διαπιστούμενες διαφορές αφ’ ης στιγμής έλαβαν ορισμένη έκταση , τό Συμβούλιο παρεβίασε τίς αρχές πού αποτελούν τήν βάση τής τελωνειακής ενώσεως , καθώς καί τήν γενική αρχή τής ίσης μεταχειρίσεως .
22 Δεδομένου οτι κατά τό παρόν στάδιο ολοκληρώσεως τά Κράτη μέλη διατηρούν βασικά τίς εξουσίες τους σέ νομισματικά θέματα , η χρήση τού μηχανισμού τών ειδικών δασμών στό πλαίσιο τού κοινού δασμολογίου συνεπάγεται αναποφεύκτως ορισμένες διαφορές στήν επίπτωση τών εφαρμοζομένων δασμών .
23 Δέν δύναται νά αποκλεισθεί οτι , άν τό Συμβούλιο διετήρει ηθελημένως νομισματικές καταστάσεις ασυμβίβαστες πρός τήν τελωνειακή ενωση καί τήν ίση μεταχείριση , θά παρεβίαζε τίς αρχές πού επικαλείται η προσφεύγουσα , εφ’ οσον απεδεικνύετο οτι ειχε στήν διάθεσή του ολα τά στοιχεία μιάς εξισορροπημένης λύσεως .
24 Από τά στοιχεία πού έχει τό Δικαστήριο δέν προκύπτει οτι συνέτρεχε τέτοια περίπτωση κατά τήν περίοδο 1974-1978 , η οποία εχαρακτηρίζετο από αβεβαιότητα ως πρός τήν μετέπειτα νομισματική εξέλιξη . Υπό τίς περιστάσεις αυτές , οι δισταγμοί τού Συμβουλίου οσον αφορά τήν προσαρμογή τών κοινοτικών διατάξεων στήν νέα κατάσταση εξηγούνται από τήν δυσχέρεια εξευρέσεως , όχι μόνο στόν τελωνειακό , αλλά καί σέ άλλους τομείς , κριτηρίων πού θά επέτρεπαν τήν καθιέρωση βεβαίων τιμών μετατροπής .
25 Πρέπει νά υπομνησθεί οτι εχρειάσθησαν επτά σχεδόν έτη , μέχρι τής 1ης Απριλίου 1978 , γιά τήν αναμόρφωση τού νομισματικού συστήματος τού Bretton-Woods καί οτι , εν όψει τών ορων τής συμφωνίας GATT ( γενικής συμφωνίας δασμών καί εμπορίου ), οιαδήποτε μονομερής μεταβολή εκ μέρους τής Κοινότητος τών νομισματικών ισοτιμιών πού χρησιμοποιούνται γιά τήν μετατροπή ειδικών δασμών , χωρίς νά έχουν καθιερωθεί νέες ισοτιμίες στό πλαίσιο τού Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου , ενείχε τόν κίνδυνο νά δημιουργήσει δυσχέρειες μέ τούς εμπορικούς εταίρους τής Κοινότητος .
26 Υπό τίς συνθήκες αυτές , δέν προκύπτει οτι , αναμένοντας τό τέλος τών διαπραγματεύσεων πού διεξήχθησαν τό 1978 εντός τού Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου γιά τήν τροποποίηση τού κανόνος C.3 , τό Συμβούλιο παρεβίασε τήν συνθήκη . Επομένως , η απάντηση στό πρώτο σκέλος τού ερωτήματος πρέπει νά ειναι αρνητική .
27 Κατά συνέπεια , στό ερώτημα πού υπεβλήθη από τό Finanzgericht τού Αμβούργου προσήκει η απάντηση οτι από τήν εξέταση τού γενικού κανόνος C.3 τού τίτλου Ι τού πρώτου μέρους τού παραρτήματος τού κανονισμού 2500/77 , τής 7ης Νοεμβρίου 1977 , δέν προέκυψαν στοιχεία ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος του καί οτι ο κανόνας έπρεπε νά εφαρμόζεται κατά τρόπον ωστε , στήν περίπτωση εισαγωγής σέ Κράτος μέλος μέ ισχυρό νόμισμα , οι δασμοί πού εξεφράζοντο σέ λογιστικές μονάδες έπρεπε νά μετατρέπονται στό εθνικό νόμισμα τού Κράτους μέλους στό οποίο επραγματοποιήθη η εισαγωγή , σύμφωνα μέ τόν κανόνα , καί νά μή περιορίζονται μέχρι τού ποσού πού θά ωφείλετο σέ περίπτωση εισαγωγής στό Κράτος μέλος μέ τό ασθενέστερο νόμισμα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
28 Τά έξοδα στά οποία υπεβλήθησαν τό Συμβούλιο τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η παρούσα διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος , πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί τού ερωτήματος πού τού υπέβαλε τό Finanzgericht τού Αμβούργου , μέ διάταξη τής 15ης Οκτωβρίου , αποφαίνεται :
Από τήν εξέταση τού γενικού κανόνος C.3 τού τίτλου Ι τού πρώτου μέρους τού παραρτήματος τού κανονισμού 2500/77 τού Συμβουλίου , τής 7ης Νοεμβρίου 1977 ( ABl . L 289 , σ . 1 ), δέν προέκυψαν στοιχεία ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος του , καί ο κανόνας έπρεπε νά εφαρμόζεται κατά τρόπον ωστε , στήν περίπτωση εισαγωγής σέ Κράτος μέλος μέ ισχυρό νόμισμα , οι δασμοί πού εξεφράζοντο σέ λογιστικές μονάδες έπρεπε νά μετατρέπονται στό εθνικό νόμισμα τού Κράτους μέλους στό οποίο επραγματοποιήθη η εισαγωγή , σύμφωνα μέ τόν κανόνα , καί νά μή περιορίζονται μέχρι τού ποσού πού θά ωφείλετο σέ περίπτωση εισαγωγής στό Κράτος μέλος μέ τό ασθενέστερο νόμισμα .
Full & Egal Universal Law Academy