Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Ένσταση ελλείψεως νομιμότητος — Διατάξεις γενικών αποφάσεων , η έλλειψη νομιμότητος τών οποίων δύναται νά προσβληθεί — Διατάξεις στίς οποίες στηρίζεται η προσβαλλομένη ατομική απόφαση
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 36 τρίτη παράγραφος )
2 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Γενική απόφαση 2794/80 — Αναδρομικότης
3 . Πράξεις τών οργάνων — Διαχρονική εφαρμογή — Αρχή τής μή αναδρομικότητος — Εξαιρέσεις — Προϋποθέσεις
4 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Υποχρέωση τής Επιτροπής νά προβαίνει σέ μελέτες σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώσεις επιχειρήσεων — Όρια
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 58 παράγραφος 2 )
5 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων — Παράλληλη θέσπιση μέτρων έναντι εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών — Εξουσία εκτιμήσεως τής Επιτροπής
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 58 παράγραφος 1 )
Περίληψη
1 . Καίτοι στήν περίπτωση προσφυγής ακυρώσεως ατομικής αποφάσεως ο προσφεύγων δύναται νά επικαλεσθεί τό παράνομο ορισμένων διατάξεων γενικών αποφάσεων , κατ’ εφαρμογή τών οποίων ελήφθη η προσβαλλομένη απόφαση , η δυνατότης αυτή τού παρέχεται μόνο άν η ατομική απόφαση στηρίζεται στούς κανόνες , τό παράνομο τών οποίων προβάλλεται .
2 . Μολονότι προέβλεψε ποσοστώσεις παραγωγής , γιά τήν βιομηχανία σιδήρου καί χάλυβος από 1ης Οκτωβρίου 1980 , ενώ η ισχύς της άρχισε από 31ης Οκτωβρίου 1980 , η γενική απόφαση 2794/80 δέν ειχε γνήσιο αναδρομικό αποτέλεσμα , αφού οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ηδύναντο νά προσαρμόσουν τήν παραγωγή τους κατά τόν Νοέμβριο καί Δεκέμβριο , ωστε νά λάβουν υπ’ όψη τίς ποσοστώσεις τους γιά τό τρίμηνο καί νά αποφύγουν έτσι κάθε παράβαση .
3 . Άν καί , κατά γενικό κανόνα , η αρχή τής ασφαλείας τού δικαίου δέν επιτρέπει τόν καθορισμό τής ενάρξεως τής ισχύος μιάς κοινοτικής πράξεως από ημερομηνίας προγενεστέρας τής δημοσιεύσεώς της , συγχωρείται εξαίρεση οταν τό επιβάλλει ο επιδιωκόμενος σκοπός καί οταν επιδεικνύεται ο πρέπων σεβασμός πρός τήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τών ενδιαφερομένων .
4 . Η εκ τού άρθρου 58 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ υποχρέωση τής Επιτροπής νά προβαίνει σέ μελέτες σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώ σεις επιχειρήσεων γιά τόν καθορισμό τών ποσοστώσεων παραγωγής συνεπάγεται μέν τήν υποχρέωση νά διαβουλεύεται μέ αυτές κατά τήν εκπόνηση τών μελετών αυτών , αλλ’ όχι νά διαβουλεύεται μέ κάθε επιχείρηση ατομικώς ή νά επιτυγχάνει τήν συναίνεση τών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος ως πρός τά μέτρα πού προτείνει .
5 . Από τήν διατύπωση τού άρθρου 58 παράγραφος 1 τής συνθήκης ΕΚΑΧ προκύπτει οτι η Επιτροπή έχει τήν εξουσία «στό βαθμό πού ειναι αναγκαίο» νά λαμβάνει τά προβλεπόμενα στό άρθρο 74 μέτρα , συγχρόνως μέ κάθε άλλο τυχόν μέτρο πού λαμβάνεται βάσει τού άρθρου 58 . Η εκτίμηση τής ανάγκης λήψεως τέτοιων μέτρων εναπόκειται στήν Επιτροπή , υπό τήν επιφύλαξη τού ελέγχου από τό Δικαστήριο τής νομιμότητος τής ασκήσεως τής εξουσίας αυτής .
Διάδικοι
Στήν υπόθεση 258/80 ,
SpA METALLURGICA RUMI , εδρεύουσα στό Bergamo ( Ιταλία ) νομίμως εκπροσωπουμένη από τόν πρόεδρό της , Carlo Rumi , μέ δικαστικούς πληρεξουσίους τούς Giacomo Fustinoni καί Giuseppe Marchesini , δικηγόρους παρά τώ Corte di cassazione τής Ιταλικής Δημοκρατίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο Jean Hoss , 84 , Grand-rue ,
προσφεύγουσα ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Alberto Prozzillo , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Mario Cervino , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,
καθ’ ης ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση μιάς ατομικής αποφάσεως τής Επιτροπής περί τού καθορισμού τών ποσοστώσεων παραγωγής γιά ορισμένα προϊόντα χάλυβος ( άρθρο 33 τής συνθήκης ΕΚΑΧ ),
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου τήν 24η Νοεμβρίου 1980 , η εταιρία Metallurgica Rumi SpA ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 33 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , προσφυγή , μέ τήν οποία ζητεί τήν ακύρωση τής ατομικής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 1ης Νοεμβρίου 1980 , περί τού καθορισμού ποσοστώσεων παραγωγής τής προσφευγούσης γιά τό τέταρτο τρίμηνο τού 1980 κατ’ εφαρμογή τής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ τής Επιτροπής , τής 31ης Οκτωβρίου 1980 , περί καθορισμού ενός συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 13/010 , σ . 50 ).
2 Η προσφυγή δέν βασίζεται στόν εσφαλμένο καθορισμό τών ατομικών ποσοστώσεων τής προσφευγούσης . Η προσφεύγουσα θεμελιώνει τό παράνομο τής προσβαλλομένης αποφάσεως , αφ’ ενός , στό γεγονός οτι η απόφαση αυτή ελήφθη κατ’ εφαρμογή διαφόρων παρανόμων κατ’ αυτήν διατάξεων τής γενικής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ καί , αφ’ ετέρου , στό οτι κατά τήν εφαρμογή τού άρθρου 1 παράγραφος 4 καί τού άρθρου 13 τής γενικής αυτής αποφάσεως η Επιτροπή δέν εμερίμνησε ωστε οι ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες , τούς οποίους εχρησιμοποίησε , νά παρέχουν τά εχέγγυα ανεξαρτησίας πού ειναι απαραίτητα γιά τήν προστασία τών επαγγελματικών απορρήτων τών επιχειρήσεων .
Επί τού πρώτου λόγου
3 Ο λόγος αυτός ανάγεται στό γεγονός οτι η Επιτροπή εχρησιμοποίησε υπαλλήλους ανταγωνιστικών επιχειρήσεων πρός διενέργεια τών ελέγχων καί επαληθεύσεων πού προβλέπονται στό άρθρο 1 παράγραφος 4 καί στό άρθρο 13 τής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ , μέ αποτέλεσμα νά μή διασφαλίζεται τό απόρρητο τής επιχειρήσεως . Κατά τήν προσφεύγουσα , τέτοιοι εμπειρογνώμονες δέν δύνανται νά θεωρηθούν ως «τρίτοι» ή «ανέξάρτητοι» κατά τήν έννοια τού άρθρου 1 παράγραφος 4 τής αποφάσεως . Η Επιτροπή , επομένως , κακώς εφήρμοσε τίς διατάξεις αυτές .
4 Η προσφεύγουσα , πάντως , δέν ισχυρίσθη οτι υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση τού επαγγελματικού απορρήτου τής επιχειρήσεώς της κατά τούς ελέγχους πού διεξήγαγε η Επιτροπή .
Επί τού δευτέρου λόγου
5 Ο δεύτερος λόγος αφορά τήν διάταξη τού άρθρου 7 παράγραφος 2 τής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ , κατά τήν οποία οι επιχειρήσεις δέν δύνανται νά υπερβούν , γιά τίς παραδόσεις εντός τής κοινής αγοράς , τήν σχέση πού υφίστατο , πρό τής ενάρξεως ισχύος τού συστήματος ποσοστώσεων , μεταξύ τών παραδόσεων στό εσωτερικό τής κοινής αγοράς καί τού συνόλου τών παραδόσεων .
6 Πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , ναί μέν στήν περίπτωση προσφυγής ακυρώσεως ατομικής αποφάσεως ο προσφεύγων δύναται νά επικαλεσθεί τό παράνομο ορισμένων διατάξεων γενικών αποφάσεων , κατ’ εφαρμογή τών οποίων ελήφθη η προσβαλλομένη απόφαση , η δυνατότης ομως αυτή τού παρέχεται μόνον άν η ατομική απόφαση στηρίζεται στούς κανόνες , τό παράνομο τών οποίων προβάλλεται .
7 Εν προκειμένω , η ατομική απόφαση δέν αφορά τήν θέση σέ εφαρμογή τού άρθρου 7 παράγραφος 2 τής γενικής αποφάσεως καί η νομιμότης της δέν εξαρτάται από τήν νομιμότητα τής διατάξεως αυτής . Η εφαρμογή τού άρθρου αυτού απορρέει ευθέως από τήν γενική απόφαση , χωρίς νά ειναι αναγκαίο νά απευθυνθεί από τήν Επιτροπή μία ατομική απόφαση πρός τίς επιχειρήσεις . Η συνθήκη ΕΚΑΧ προβλέπει απ’ ευθείας προσβολή τών διατάξεων αυτών από τίς επιχειρήσεις μόνο στήν περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας . Τουναντίον , επιτρέπει τόν δικαστικό έλεγχο κάθε αποφάσεως τής Επιτροπής , μέ τήν οποία επιβάλλεται πρόστιμο κατά επιχειρήσεως πού παρέβη τήν γενική απόφαση . Κατά συνέπεια , ο λόγος αυτός ειναι απαράδεκτος .
Επί τού τρίτου λόγου
8 Μέ τόν λόγο αυτό η προσφεύγουσα ψέγει τό οτι η απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ , η ισχύς τής οποίας άρχισε από τής δημοσιεύσεώς της στήν Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , δηλαδή τήν 31η Οκτωβρίου 1980 , προβλέπει ποσοστώσεις παραγωγής γιά τήν βιομηχανία χάλυβος από 1ης Οκτωβρίου 1980 . Κατά τήν προσφεύγουσα , η απόφαση αυτή ειχε αναδρομική ισχύ καί συνεπώς παρεβίαζε μία από τίς γενικές αρχές τού δικαίου πού διέπουν τήν εφαρμογή τής συνθήκης . Ειχε ως αποτέλεσμα οτι εμπορικές πράξεις πού διενεργήθησαν τόν Οκτώβριο 1980 απέκτησαν εκ τών υστέρων νομική σημασία γιά τόν προσδιορισμό τού νομίμου τής συμπεριφοράς τής επιχειρήσεως . Άν η παραγωγή καί οι παραδόσεις τού μηνός Οκτωβρίου ειχαν υπερβεί τήν ποσόστωση πού ειχε καθορισθεί γιά τό τρίμηνο , η αναδρομικότης τών επιμάχων διατάξεων θά καθιστούσε εκ τών υστέρων παράνομες πράξεις πού δέν ηταν παράνομες οταν διενηργήθησαν . Μολονότι ειναι αληθές οτι η Επιτροπή κατέστησε γνωστές τίς προθέσεις της , ειναι εξ ίσου αληθές οτι από τόν τύπο διεδόθη η υπαρξη διαστάσεως γνωμών εντός τού Συμβουλίου , μέ αποτέλεσμα η υιοθέτηση τού σχεδίου τής Επιτροπής νά εμφανισθεί ως απίθανη καί νά μή ληφθεί ενδεχομένως υπ’ όψη από τίς επιχειρήσεις .
9 Πρέπει νά παρατηρηθεί οτι η προσφεύγουσα δέν προσδιώρισε άν ορισμένες επιχειρήσεις ειχαν πράγματι εξαντλήσει τήν ποσόστωση παραγωγής τους γιά τό τέταρτο τρίμηνο τού 1980 πρό τής ενάρξεως τής ισχύος τής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ . Η περίπτωση αυτή , πού δέν παρίσταται άλλωστε καί τόσο αληθοφανής , δέν έχει πάντως εφαρμογή στήν προσφεύγουσα καί , επομένως , δύναται νά μή ληφθεί υπ’ όψη .
10 Επομένως , η απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ δέν ειχε γνήσιο αναδρομικό αποτέλεσμα , αφού οι επιχειρήσεις ηδύναντο νά προσαρμόσουν τήν παραγωγή τους κατά τόν Νοέμβριο καί Δεκέμβριο , ωστε νά λάβουν υπ’ όψη τίς ποσοστώσεις τους γιά τό τρίμηνο καί νά αποφύγουν έτσι κάθε παράβαση .
11 Επί πλέον , άν καί , κατά γενικό κανόνα , η αρχή τής ασφαλείας τού δικαίου δέν επιτρέπει τόν καθορισμό τής ενάρξεως τής ισχύος μιάς κοινοτικής πράξεως από ημερομηνίας προγενεστέρας τής δημοσιεύσεώς της , συγχωρείται εξαίρεση οταν τό επιβάλλει ο επιδιωκόμενος σκοπός καί οταν επιδεικνύεται ο πρέπων σεβασμός πρός τήν δικαιολογημένη προσδοκία τών ενδιαφερομένων .
12 Οι δύο αυτές προϋποθέσεις συντρέχουν εν προκειμένω . Ήταν αναγκαίο νά περιληφθεί ο Οκτώβριος στό σύστημα , γιά ν’ αποφευχθεί η εκ μέρους τών επιχειρήσεων αύξηση τής παραγωγής κατά τόν Οκτώβριο , εν όψει τών μειώσεων πού ανεμένετο νά εφαρμοσθούν εν συνεχεία . Εξ άλλου , η Επιτροπή εσεβάσθη τήν θεμιτή εμπιστοσύνη τών ενδιαφερομένων μέ τήν ανακοίνωσή της τής 11ης Οκτωβρίου 1980 ( GU C 264 , σ . 2 ), σύμφωνα μέ τήν οποία εγνωστοποίησε τήν πρόθεσή της νά συμπεριλάβει τόν μήνα Οκτώβριο στό σύστημα ποσοστώσεων , καθώς καί μέ τήν απόφαση πού εδημοσίευσε κατά τήν ίδια ημερομηνία ( GU L 268 , σ . 25 ), μέ τήν οποία επεβλήθη στίς επιχειρήσεις η υποχρέωση νά παράσχουν πληροφορίες γιά τήν παραγωγή τους τού Οκτωβρίου 1980 . Καίτοι η Επιτροπή δέν προσδιόρισε πράγματι , στήν ανακοίνωσή της τής 11ης Οκτωβρίου , ποιό θά ηταν τό επίπεδο τών ποσοστώσεων , γεγονός πού εμπόδισε ενδεχομένως τίς επιχειρήσεις νά συναγάγουν τίς ακριβείς συνέπειες τής συστάσεως τής Επιτροπής καί νά αποφύγουν τό ενδεχόμενο νά υπερβεί η παραγωγή τους τίς ποσοστώσεις πού επρόκειτο νά προσδιορισθούν γιά ολόκληρο τό τρίμηνο , γεγονός πάντως παραμένει οτι οι επιχειρήσεις προειδοποιήθησαν γιά τίς προθέσεις τής Επιτροπής .
Επί τού τετάρτου λόγου
13 Κατά τήν προσφεύγουσα , η Επιτροπή δέν ετήρησε τήν υποχρέωση διαβουλεύσεως μέ τίς ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις , τήν οποία επιβάλλει τό άρθρο 58 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , κατά τό οποίο η Επιτροπή καθορίζει τίς ποσοστώσεις βάσει μελετών πού γίνονται σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώσεις επιχειρήσεων . Η Επιτροπή επέβαλε τίς προτάσεις της , χωρίς η ενωση τών ιταλικών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος νά έχει τόν χρόνο ή τά μέσα νά υποβάλει αντιπροτάσεις ως πρός τήν μέθοδο υπολογισμού τών ποσοστώσεων καί τούς συντελεστές μειώσεως τής παραγωγής .
14 Η υποχρέωση τής Επιτροπής νά προβαίνει σέ μελέτες σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώσεις επιχειρήσεων πρέπει νά ερμηνευθεί υπό έννοια ευρύτερη από εκείνη πού τής προσδίδει η προσφεύγουσα . Πράγματι , η Επιτροπή ενημερώνεται γιά τήν γενική κατάσταση τής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος καί τών διαφόρων τομέων της μέ τήν διενέργεια συνεχών μελετών . Σχετικώς πρέπει νά υπομνησθεί οτι , κατά τό άρθρο 46 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , οι επιχειρήσεις καί οι ενώσεις τους δικαιούνται νά υποβάλουν στήν Ανωτάτη Αρχή οιαδήποτε πρόταση ή παρατήρηση επί θεμάτων πού τίς αφορούν . Επί πλέον , η προσφεύγουσα , οπως κάθε άλλη επιχείρηση σιδήρου καί χάλυβος , υποχρεούται νά ανακοινώνει τακτικά στήν Επιτροπή τά μεγέθη τής παραγωγής της καί τίς τιμές της . Η Επιτροπή , εξ άλλου , προέβη σέ ειδικές μελέτες σχετικά μέ τίς ανάγκες τού συστήματος ποσοστώσεων .
Τά διάφορα αυτά στοιχεία συνιστούν τίς μελέτες , κατά τήν έννοια τού άρθρου 58 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , τίς οποίες η Επιτροπή ηδύνατο νά λάβει υπ’ όψη .
15 Άν καί η Επιτροπή υποχρεούται νά διαβουλεύεται μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώσεις επιχειρήσεων κατά τήν εκπόνηση τών μελετών αυτών , η υποχρέωση αυτή δέν σημαίνει οτι οφείλει νά διαβουλεύεται μέ κάθε επιχείρηση ατομικώς ούτε οτι οφείλει νά επιτύχει τήν συναίνεση τών επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος ως πρός τά μέτρα πού προτείνει δυνάμει τού άρθρου 58 . Στήν προκειμένη περίπτωση , η Επιτροπή ενημέρωσε τίς επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος γιά τά μέτρα πού προετίθετο νά λάβει καί συνήλθε μέ τίς ενώσεις τών ενδιαφερομένων επιχειρήσεων , περιλαμβανομένης καί τής ενώσεως τών ιταλών παραγωγών ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής , παρέχοντάς τους τήν δυνατότητα νά καταστήσουν γνωστές τίς προτάσεις τους στήν Επιτροπή . Η προσφεύγουσα εξεπροσωπήθη σέ μία τουλάχιστον από τίς συνεδριάσεις αυτές , ήτοι στήν συνεδρίαση τής 17ης Οκτωβρίου 1980 . Η Επιτροπή εξεπλήρωσε συνεπώς τήν υποχρέωσή της νά προβεί σέ μελέτες σέ συνεργασία μέ τίς επιχειρήσεις καί τίς ενώσεις επιχειρήσεων .
Επί τού πέμπτου λόγου
16 Η προσφεύγουσα προσάπτει στήν Επιτροπή οτι δέν έλαβε κατά τών εισαγωγών τά μέτρα πού προβλέπονται στό άρθρο 74 τής συνθήκης ΕΚΑΧ στήν περίπτωση κατά τήν οποία οι εισαγωγές αυτές επιφέρουν ή απειλούν νά επιφέρουν σοβαρή ζημία στήν παραγωγή , εντός τής κοινής αγοράς , παρομοίων ή ευθέως ανταγωνιστικών προϊόντων .
17 Από τήν διατύπωση τού άρθρου 58 προκύπτει οτι η Επιτροπή έχει τήν εξουσία «στόν βαθμό πού ειναι αναγκαίο» νά λαμβάνει τά προβλεπόμενα στό άρθρο 74 μέτρα , συγχρόνως μέ κάθε άλλο τυχόν μέτρο πού λαμβάνεται βάσει τού άρθρου 58 . Η εκτίμηση τής ανάγκης λήψεως τέτοιων μέτρων εναπόκειται στήν Επιτροπή , υπό τήν επιφύλαξη τού ελέγχου από τό Δικαστήριο τής νομιμότητος τής ασκήσεως τής εξουσίας αυτής .
18 Πρέπει σχετικώς νά τονισθεί οτι η προσφεύγουσα δέν προέτεινε κανένα στοιχείο πρός υποστήριξη τού ισχυρισμού της οτι η Επιτροπή προέβη σέ κακή χρήση τής διακριτικής της εξουσίας . Τουναντίον , καί πρό τής εισαγωγής ακόμη τού συστήματος ποσοστώσεων , η Επιτροπή έλαβε μέτρα γιά τόν έλεγχο τού επιπέδου τών τιμών καί τού όγκου τών εισαγωγών προϊόντων σιδήρου καί χάλυβος από τρίτες χώρες . Ιδίως καθώρισε τιμή βάσεως , συνήψε συμφωνίες μέ τίς τρίτες χώρες καί έλαβε μέτρα επιτηρήσεως . Κατά τόν χρόνο θεσπίσεως τής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ , ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τήν επιτήρηση αυτή καί αναθεώρησε τίς τιμές βάσεως . Εξ άλλου , σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού προσεκόμισε η Επιτροπή , τό επίπεδο τών εισαγωγών εσημείωσε πτώση μεταξύ τού 1977 καί τού 1979 , η τάση δέ αυτή εσυνεχίσθη πρίν καί μετά τήν εισαγωγή τού συστήματος ποσοστώσεων . Δέν δύναται , συνεπώς , νά προσαφθεί στήν Επιτροπή οτι δέν κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες γιά νά δυσχεράνει τίς εισαγωγές από τρίτες χώρες .
19 Πρέπει επίσης νά τονισθεί οτι , στίς διαπραγματεύσεις της μέ τίς τρίτες χώρες , η Επιτροπή αντιμετωπίζει σημαντικές δυσχέρειες λόγω τού οτι η ΕΚΑΧ ειναι προεχόντως εξαγωγεύς χάλυβος· υπό τίς περιστάσεις αυτές , ειναι υποχρεωμένη νά εξασφαλίζει τήν συνέχιση τών κοινοτικών εξαγωγών καί συγχρόνως νά προσπαθήσει νά περιορίσει τίς εισαγωγές στήν Κοινότητα· άν , συνεπώς , ελάμβανε περιοριστικές αποφάσεις χωρίς διαπραγματεύσεις μέ τίς τρίτες χώρες , υπήρχε φόβος νά προκαλέσει τήν λήψη εκ μέρους τους μέτρων ανταποδόσεως , επιζημίων γιά τό κοινό συμφέρον .
20 Εν όψει τών ανωτέρω , η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί ως αβάσιμη .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
21 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζετει στά δικαστικά έξοδα .
22 Δεδομένου οτι η προσφεύγουσα ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα , περιλαμβανομένων καί τών δικαστικών εξόδων τής αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει τήν προσφυγή .
2)Καταδικάζει τήν προσφεύγουσα στά δικαστικά έξοδα , περιλαμβανομένων καί τών δικαστικών εξόδων τής αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων .
Full & Egal Universal Law Academy