Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 . Πράξεις τών οργάνων — Ατομικές αποφάσεις τής ΕΚΑΧ — Τυπικές προϋποθέσεις — Παράβαση — Κυρώσεις — Όρια
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 15· απόφαση 22/60 τής Ανωτάτης Αρχής
2 . Πράξεις τών οργάνων — Υποχρέωση αιτιολογίας — Έκταση — Απόφαση καθορίζουσα ποσοστώσεις παραγωγής
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 15 )
3 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Παραγωγές αναφοράς — Προϋποθέσεις αυξήσεως — Νέες δυνατότητες παραγωγής — Κριτήρια εκτιμήσεως
( Απόφαση τής Επιτροπής 2794/80 άρθρο 4 παράγραφος 4 )
4 . ΕΚΑΧ — Παραγωγή — Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος — Παραγωγές αναφοράς — Προϋποθέσεις αυξήσεως — Νέες δυνατότητες παραγωγής καί αναδιάρθρωση τών επιχειρήσεων — Σωρευτικός υπολογισμός — Απαράδεκτο
( Απόφαση τής Επιτροπής 2794/80 άρθρο 4 παράγραφος 4 καί 5 )
5 . Ένσταση ελλείψεως νομιμότητος — Διατάξεις γενικών αποφάσεων τών οποίων δύναται νά προβληθεί η έλλειψη νομιμότητος — Διατάξεις οι οποίες συνιστούν τό έρεισμα τής προσβαλλομένης ατομικής αποφάσεως
( Συνθήκη ΕΚΑΧ άρθρο 36 εδάφιο 3 )
Περίληψη
1 . Άν καί η απόφαση 22/60 περί εκτελέσεως τού άρθρου 15 τής συνθήκης ΕΚΑΧ καθορίζει λεπτομερώς τούς τύπους , κατά τούς οποίους πρέπει νά εκδίδονται οι πράξεις τής Ανωτάτης Αρχής , ωστε νά εμφαίνεται καθαρώς η φύση τους , η υποχρέωση αυτή δέν επιβάλλεται , επί ποινή ακυρώσεως , οταν πρόκειται αναμφισβητήτως γιά ατομικές αποφάσεις , οι οποίες εξεδόθησαν στά πλαίσια τής εφαρμογής ενός προγενεστέρου συστήματος πού εθεσπίσθη μέ γενική απόφαση , εκδοθείσα κατά τούς προβλεπομένους στήν απόφαση 22/60 τύπους .
2 . Στήν περίπτωση πού ο έλεγχος τών αριθμών πού αναφέρονται στήν ανακοίνωση , μέ τήν οποία η Επιτροπή καθορίζει τίς ποσοστώσεις παραγωγής , παρέχει τήν δυνατότητα στήν αποδέκτρια επιχείρηση νά προσδιορίσει τίς εφαρμοσθείσες διατάξεις τής γενικής αποφάσεως , γιά νά εκτιμήσει τήν δική της οικονομική κατάσταση , η συνοπτι- κή αιτιολογία τής ανακοινώσεως δέν δύναται νά θίξει τό κύρος , διότι δέν αφαιρεί από τήν επιχείρηση τήν δυνατότητα ελέγχου τής σωστής εφαρμογής , στήν περίπτωσή της , τών κανόνων πού περιέχονται στήν βασική απόφαση , ούτε εμποδίζει τό Δικαστήριο νά ασκήσει τόν έλεγχό του .
3 . Προβλέποντας μία σύγκριση μεταξύ τού συνόλου τών δυνατοτήτων παραγωγής , οι οποίες υπήρχαν κατά τό έτος 1979 καί τήν νέα δυνατότητα παραγωγής , η οποία προκύπτει από τήν λειτουργία νέων εγκαταστάσεων , μετά τήν 1η Ιουλίου 1980 , καί θεσπίζοντας ενα σύστημα ποσοστώσεων τής παραγωγής χάλυβος γιά τίς χαλυβουργικές επιχειρήσεις τό άρθρο 4 παράγραφος 4 τής αποφάσεως 2794/80 συνέκρινε τήν ικανότητα παραγωγής τού έτους 1979 πρός εκείνη η οποία υπήρχε κατά τήν ημέρα ενάρξεως τής λειτουργίας τών νέων δυνατοτήτων καί παρέσχε έτσι τό ευεργέτημα τής αναπροσαρμογής τής παραγωγής αναφοράς σέ κάθε επιχείρηση , η οποία ηύξησε σέ οιαδήποτε στιγμή τού δευτέρου εξαμήνου τού 1980 τήν ικανότητα παραγωγής της κατά ποσοστό πλέον τού 15 % . Η διάταξη αυτή λοιπόν , δέν πρέπει νά εκληφθεί ως συγκρίνουσα τίς ετήσιες παραγωγές τού 1979 καί 1980 , ωστε νά εξαρτά τήν αύξηση τών ποσοστώσεων από τήν αύξηση τών δυνατοτήτων παραγωγής , η οποία πρέπει νά ειναι τόσο μεγαλύτερη , οσο αργότερα ήρχισε , εντός τού δευτέρου εξαμήνου τού 1980 , η λειτουργία τών νέων εγκαταστάσεων , καί νά καταλήγει έτσι στό νά ευνοούνται ή νά ζημιώνονται οι επιχειρήσεις , βάσει ενός εξωγενούς πρός τό ολο σύστημα παράγοντος .
4 . Όπως προκύπτει από τήν φύση καί τούς σκοπούς τών δύο διαφορετικών μέτρων αναδιαρθρώσεως πού προβλέπουν οι παράγραφοι 4 καί 5 τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 2794/80 , από οικονομικής απόψεως , τά αποτελέσματά τους προορίζονται κανονικώς νά αντισταθμισθούν αμοιβαίως καί όχι νά σωρευθούν . Αυτή η οικονομική σύνδεση οδηγεί μέ τήν σειρά της στήν απόρριψη τής ερμηνείας η οποία θά κατέληγε σέ σώρευση τών δύο αυξήσεων τών ποσοστώσεων καί σέ δημιουργία μή φυσιολογικών δυνατοτήτων παραγωγής , οι οποίες σαφώς υπερβαίνουν τούς σκοπούς τής εν λόγω διατάξεως .
5 . Άν καί στά πλαίσια μιάς προσφυγής ακυρώσεως , στρεφομένης κατά ατομικής αποφάσεως , ο προσφεύγων προβάλλει τό παράνομο ορισμένων διατάξεων γενικών αποφάσεων , τών οποίων εφαρμογή αποτελεί η προσβαλλομένη απόφαση , η δυνατότης αυτή δέν τού παρέχεται παρά μόνο εάν η ατομική απόφαση στηρίζεται επί τών κανόνων τών οποίων προβάλλεται τό παράνομο .
Διάδικοι
Στίς συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 275/80 καί 24/81
KRUPP STAHL AG , Alleestrasse 165 , 4630 Bochum , εκπροσωπουμένη από τόν A . Goedde καί F . Stemmer , μέλη τού διοικητικού συμβουλίου , επικουρουμένους από τούς K . Pfeiffer , H . Biedenkopf καί P . Ossenbach , δικηγόρους , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο J.-C . Wolter , 2 , rue Goethe , Λουξεμβούργο ,
κατά
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν H . Matthies , νομικό σύμβουλο , επικουρούμενο από τόν E . Grabitz , καθηγητή στό Ελεύθερο Πανεπιστήμιο τού Βερολίνου , μέ αντίκλητο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg , Λουξεμβούργο ,
Αντικείμενο της υπόθεσης
πού έχουν ως αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως κατά ορισμένων διατάξεων τών ανακοινώσεων τής Επιτροπής τής 1ης Νοεμβρίου 1980 καί 19ης Δεκεμβρίου 1980 , οι οποίες καθορίζουν , κατ’ εφαρμογή τής γενικής αποφάσεως τής Επιτροπής τής 31ης Οκτωβρίου 1980 ( ABl . L 291 , σ . 1 ), τίς ποσοστώσεις παραγωγής τής προσφευγούσης γιά τό τελευταίο τρίμηνο τού 1980 καί γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 ,
Σκεπτικό της απόφασης
1 Μέ δικόγραφα πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου , στίς 11 Δεκεμβρίου 1980 καί στίς 9 Φεβρουαρίου 1981 , η επιχείρηση Krupp Stahl AG ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 33 εδάφιο 2 τής συνθήκης ΕΚΑΧ , δύο προσφυγές , μέ τίς οποίες ζητεί τήν ακύρωση τών ανακοινώσεων τής 1ης Νοεμβρίου ( υπόθεση 275/80 ) καί τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 — οπως η τελευταία ετροποποιήθη μέ τήν επιστολή τής 9ης Φεβρουαρίου 1981 — ( υπόθεση 24/81 ), κατά τό μέρος πού καθορίζουν ποσοστώσεις παραγωγής ακατεργάστου χάλυβος , ρόλων καί ελασματοποιηθέντων φύλλων εν θερμώ σέ σειρές ειδικών ελάστρων κατά τήν έννοια τού άρθρου 2 ομάς Ι , τής αποφάσεως 2794/80/ΕΚΑΧ τής 31ης Οκτωβρίου 1980 , περί θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων τής παραγωγής χάλυβος γιά τίς επιχειρήσεις τής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος ( ABl . L 291 , σ . 1 ).
2 Τό άρθρο 3 τής αποφάσεως 2794/80 προβλέπει οτι η Επιτροπή καθορίζει τίς ποσοστώσεις τής παραγωγής κάθε επιχειρήσεως «βάσει τών αναφερομένων στό άρθρο 4 παραγωγών αναφοράς τής εν λόγω επιχειρήσεως» καί «διά τής εφαρμογής επί τών εν λόγω παραγωγών αναφοράς τών ποσοστών μειώσεως πού αναφέρονται στό άρθρο 5» . Οι παράγραφοι 1 καί 2 τού άρθρου 4 καθορίζουν τήν μέθοδο υπολογισμού τών παραγωγών αναφοράς . Οι παράγραφοι 3 εως 5 τής ιδίας αυτής διατάξεως περιγράφουν τρείς εξαιρετικές καταστάσεις , κατά τίς οποίες δικαιολογείται αύξηση τών παραγωγών αναφοράς πού έχουν υπολογισθεί σύμφωνα μέ τίς παραγράφους 1 καί 2 .
3 Έτσι , σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 4 :
«Στήν περίπτωση κατά τήν οποία , κατόπιν ενός προγράμματος επενδύσεων τό οποίο εδηλώθη δεόντως καί γιά τό οποίο η Επιτροπή δέν έδωσε αρνητική γνώμη , η επιχείρηση θέτει σέ λειτουργία μία νέα εγκατάσταση μετά τήν 1η Ιουλίου 1980 , η Επιτροπή προσαρμόζει τήν παραγωγή αναφοράς τής εν λόγω επιχειρήσεως , υπό τήν προϋπόθεση οτι έχει διαπιστώσει οτι η κατ’ αυτόν τόν τρόπο δημιουργηθείσα νέα δυνατότης παραγωγής αυξάνει τίς συνολικές δυνατότητες παραγωγής τών τεσσάρων ομάδων προϊόντων κατά ποσοστό υπερβαίνον τουλάχιστον κατά 15 % τό σύνολο τών υπαρχουσών κατά τό έτος 1979 δυνατοτήτων παραγωγής . Στήν περίπτωση αυτή , η παραγωγή αναφοράς αυξάνει κατά τό μέγεθος πού προκύπτει εκ τής εφαρμογής επί τών νέων δυνατοτήτων παραγωγής ενός ποσοστού τό οποίο αντιστοιχεί πρός τό μεγαλύτερο ποσοστό μέσης ετησίας χρήσεως τών ιδίων εγκαταστάσεων εντός τής Κοινότητος κατά τά έτη 1977 , 1978 καί 1979 , μείον 5 ποσοστιαίες μονάδες . Αναλόγως προσαρμόζεται καί η παραγωγή αναφοράς ακατεργάστου χάλυβος.»
Σύμφωνα δέ μέ τήν παράγραφο 5 :
«Γιά νά ληφθεί υπ’ όψη η αναδιάρθρωση , η Επιτροπή αυξάνει τίς παραγωγές αναφοράς :
— εάν η συνολική παραγωγή τών τεσσάρων ομάδων προϊόντων μιάς επιχειρήσεως κατά τήν διάρκεια μιάς περιόδου αναφοράς ειναι μικρότερη από τήν παραγωγή τού αυτού τριμήνου τού έτους 1974 , καί
—εάν η εν λόγω επιχείρηση επραγματοποίησε κατά τήν λήγουσα τό 1979 χρήση κέρδος , τό οποίο εμφανίζεται στήν ετησία της έκθεση περί τών πεπραγμένων τής χρήσεως ή έχει δηλωθεί στόν επίσημο εθνικό οργανισμό , στόν οποίο κατατίθενται οι ετήσιοι λογαριασμοί τών επιχειρήσεων .
Στήν περίπτωση αυτή η Επιτροπή αυξάνει τίς παραγωγές αναφοράς μέχρι τού υψους τής παραγωγής τού αντιστοίχου τριμήνου τού έτους 1974.»
4 Μέ ανακοίνωση τής 1ης Νοεμβρίου 1980 , η Επιτροπή καθώρισε τίς ποσοστώσεις παραγωγής τής προσφευγούσης γιά τό τέταρτο τρίμηνο τού 1980 . Μέ τήν ευκαιρία αυτή , η Επιτροπή εφήρμοσε τό άρθρο 4 παράγραφος 5 τής αποφάσεως 2794/80 . Η προσφεύγουσα εθεώρησε ομως οτι στήν περίπτωσή της συνέτρεχαν όχι μόνον οι προϋποθέσεις τού άρθρου 4 παράγραφος 5 αλλά επίσης καί τού άρθρου 4 παράγραφος 4 . Εζήτησε , συνεπώς , νά εφαρμοσθούν σωρευτικώς οι δύο αυτές διατάξεις . Τό ίδιο αίτημα διετύπωσε καί σχετικώς μέ τίς ποσοστώσεις παραγωγής , τίς οποίες ειχε καθορίσει η Επιτροπή μέ τήν ανακοίνωσή της τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 γιά τό πρώτο τρίμηνο τού 1981 .
5 Η Επιτροπή απέρριψε τίς δύο αυτές αιτήσεις . Σχετικώς μέ τίς ποσοστώσεις τής παραγωγής τού τετάρτου τριμήνου 1980 , η Επιτροπή υποστηρίζει οτι δέν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τού άρθρου 4 παράγραφος 4 , καθώς καί οτι , έστω καί άν υποτεθεί οτι συνέτρεχαν , δέν ειναι δυνατή , οπως επιθυμεί η προσφεύγουσα , η σωρευτική εφαρμογή τών παραγράφων 4 καί 5 τού άρθρου 4 . Σέ ο,τι αφορά τίς ποσοστώσεις παραγωγής τού πρώτου τριμήνου 1981 , η Επιτροπή ανεγνώρισε μέ επιστολή πού απηύθυνε πρός τήν προσφεύγουσα στίς 9 Φεβρουαρίου 1981 , οτι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τού άρθρου 4 παράγραφος 4 καί τού άρθρου 4 παράγραφος 5 . Ενέμεινε ωστόσο στήν άρνησή της ως πρός τήν σωρευτική εφαρμογή τών εν λόγω διατάξεων . Επειδή διεπίστωσε οτι η εφαρμογή τού άρθρου 4 παράγραφος 4 ηταν πλέον ευνοϊκή γιά τήν προσφεύγουσα από τήν εφαρμογή τού άρθρου 4 παράγραφος 5 , ετροποποίησε , μέ τήν προαναφερθείσα επιστολή της , τήν ανακοίνωση τής 19ης Δεκεμβρίου 1980 καί εφήρμοσε τό άρθρο 4 παράγραφος 4 , αντί τού άρθρου 4 παράγραφος 5 .
Επί τής παραβάσεως ουσιωδών τύπων καί τής ελλείψεως αιτιολογίας
6 Η προσφεύγουσα , άν καί ζητεί τήν ακύρωση τών πρός αυτήν απευθυνθεισών ανακοινώσεων , μόνον καθ’ οσον τής επιβάλλουν ποσοστώσεις παραγωγής γιά τά προϊόντα πού αναφέρονται στό άρθρο 2 ομάς Ι τής αποφάσεως 2794/80 , υποστηρίζει ομως επίσης οτι οι εν λόγω ανακοινώσεις , στό σύνολό τους , εξεδόθησαν κατά παράβαση ουσιωδών τύπων τούς οποίους προβλέπει η απόφαση 22/60 τής Ανωτάτης Αρχής , τής 7ης Σεπτεμβρίου 1960 , περί εκτελέσεως τού άρθρου 15 τής συνθήκης ΕΚΑΧ ( ABl . 61 , σ . 1248 ), καθώς καί κατά παράβαση τής γενικής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως , η οποία επιτρέπει στούς διαδίκους τήν προάσπιση τών δικαιωμάτων τους καί στό Δικαστήριο τήν άσκηση τού ελέγχου του .
7 Η απόφαση 22/60 καθορίζει λεπτομερώς τούς τύπους κατά τούς οποίους πρέπει νά εκδίδονται οι αποφάσεις , συστάσεις καί γνώμες τής Ανωτάτης Αρχής . Προβλέπεται , έτσι , ο σαφής χαρακτηρισμός τής πράξεως στήν επικεφαλίδα της , η μνεία τής ημερομηνίας κατά τήν οποία ελήφθη , ο τύπος υπογραφής , η μνεία τών διατάξεων , βάσει τών οποίων εξεδόθη , καί τών απαιτουμένων γνωμών , η παράθεση αιτιολογίας , καθώς καί η κατ’ άρθρα σύνταξη . Ρυθμίζεται επί πλέον η διαδικασία κοινοποιήσεως τών πράξεων τής Ανωτάτης Αρχής .
8 Δέν αμφισβητείται τό οτι οι απευθυνθείσες πρός τήν προσφεύγουσα ανακοινώσεις δέν ετήρησαν τούς προαναφερθέντες τύπους . Ωστόσο , η Επιτροπή αμφισβητεί οτι πρόκειται γιά ουσιώδεις τύπους , η μή τήρηση τών οποίων θά συνεπήγετο τήν ακυρότητα τών προσβαλλομένων ανακοινώσεων .
9 Ο λόγος γιά τόν οποίο η απόφαση 22/60 ρυθμίζει κατά τόσο λεπτομερή τρόπο τήν κατάρτιση τών πράξεων τής Ανωτάτης Αρχής ειναι η ανάγκη σαφηνείας ως πρός τήν φύση τών πράξεων διά τής χρησιμοποιήσεως προκαθορισμένων τύπων . Η υποχρέωση αυτή δέν επιβάλλεται ωστόσο επί ποινή ακυρώσεως οταν πρόκειται γιά αναμφισβητήτως ατομικές αποφάσεις , οι οποίες έχουν ληφθεί στά πλαίσια τής εφαρμογής ενός προγενεστέρου συστήματος πού έχει θεσπισθεί μέ γενική απόφαση , εκδοθείσα κατά τούς προβλεπομένους στήν απόφαση 22/60 τύπους . Αυτή ακριβώς ειναι η περίπτωση τών προσβαλλομένων ανακοινώσεων , οι οποίες αποτελούν απλή εφαρμογή τού άρθρου 3 τής αποφάσεως 2794/80 , σύμφωνα μέ τήν οποία η Επιτροπή καθορίζει τίς τριμηνιαίες ποσοστώσεις παραγωγής κάθε επιχειρήσεως καί τίς τής κοινοποιεί . Πρέπει , λοιπόν , νά απορριφθεί ο λόγος , κατά τόν οποίο οι προσβαλλόμενες ανακοινώσεις δέν ετήρησαν τούς επιβαλλομένους από τήν απόφαση 22/60 τύπους .
10 Αυτό δέν σημαίνει , ωστόσο , οτι οι ανακοινώσεις αυτές δέν χρήζουν αιτιολογίας . Επί τού σημείου αυτού , η προσφεύγουσα προσάπτει στήν Επιτροπή οτι δέν διευκρίνισε ποιά από τίς παραγράφους τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 2794/80 εφήρμοσε , ούτε ανέφερε επί ποίων βάσεων εστηρίζετο .
11 Σύμφωνα μέ τήν Επιτροπή , οι ανακοινώσεις πού απηύθυνε πρός τήν προσφεύγουσα πρέπει νά εκτιμηθούν σέ συνδυασμό μέ τήν απόφαση 2794/80 τής οποίας αποτελούν απλή αριθμητική εφαρμογή , βάσει τών στοιχείων παραγωγής , τά οποία υπέβαλε η ιδία η προσφεύγουσα . Εξ άλλου , θά ηταν εύκολο γιά τήν προσφεύγουσα νά εξακριβώσει , λαμβάνουσα υπ’ όψη τήν ως άνω απόφαση , ποιά διάταξή της έχει εφαρμοσθεί επ’ αυτής .
12 Ο λόγος τόν οποίο προβάλλει η προσφεύγουσα σέ ο,τι αφορά τήν ανακοίνωση περί τού πρώτου τριμήνου τού 1981 ειναι προφανώς αβάσιμος . Η ανακοίνωση αυτή οπως ετροποποιήθη μέ τήν επιστολή τής 9ης Φεβρουαρίου 1981 , περιέχει όχι μόνο μνεία τής εφαρμοσθείσης παραγράφου τού άρθρου 4 , αλλά ακόμα καί εξήγηση τών λόγων , οι οποίοι οδήγησαν τήν Επιτροπή στό νά προβεί στήν εφαρμογή αυτή . Υπό τά δεδομένα αυτά δέν δύναται νά γίνει λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας .
13 Σέ ο,τι αφορά τήν ανακοίνωση τής 1ης Νοεμβρίου 1980 , ειναι λυπηρό οτι η Επιτροπή δέν έκρινε αναγκαίο νά αναφέρει ποιές διατάξεις εφήρμοσε ούτε διευκρίνισε τήν ερμηνεία , τήν οποία έδωσε στήν απόφαση 2794/80 . Ειναι ωστόσο αληθές οτι ο έλεγχος τών αριθμών πού ανεφέροντο στήν ανακοίνωση , υπό τό φώς τών καθοριζομένων από τήν απόφαση μεθόδων υπολογισμού , παρείχε τήν δυνατότητα στήν προσφεύγουσα νά προσδιορίσει τίς διατάξεις , οι οποίες ειχαν εφαρμοσθεί γιά νά εκτιμηθεί η δική της οικονομική κατάσταση . Η συνοπτική αιτιολογία τής Επιτροπής δέν αφαιρούσε συνεπώς από τήν προσφεύγουσα τήν δυνατότητα ελέγχου τής ορθής εφαρμογής , στήν περίπτωσή της , τών κανόνων πού θέτει η απόφαση 2794/80 ούτε εμπόδιζε τό Δικαστήριο νά επιτελέσει τήν αποστολή του τού ελέγχου . Κατά συνέπεια , δέν δύναται νά θίξει τό κύρος τής ανακοινώσεως τής 1ης Νοεμβρίου 1980 .
Επί τών προϋποθέσεων εφαρμογής τού άρθρου 4 παράγραφος 4 τής αποφάσεως 2794/80
14 Η διάταξη αυτή προβλέπει αναπροσαρμογή τών παραγωγών αναφοράς , στήν περίπτωση κατά τήν οποία νέες δυνατότητες παραγωγής «αυξάνουν τό σύνολο τών δυνατοτήτων παραγωγής τών τεσσάρων ομάδων προϊόντων κατά ποσοστό υπερβαίνον τουλάχιστον κατά 15 % τό σύνολο τών δυνατοτήτων παραγωγής , οι οποίες υπήρχαν κατά τό έτος 1979» . Δέν αμφισβητείται οτι η προσφεύγουσα , τήν 1η Ιουλίου 1980 , έθεσε σέ λειτουργία μία συμπληρωματική κάμινο προθερμάνσεως , γιά τήν κατασκευή τής οποίας δέν διετυπώθη αρνητική γνώμη τής Επιτροπής . Κατά τήν προσφεύγουσα , η νέα αυτή εγκατάσταση ειχε ως αποτέλεσμα τήν άμεση αύξηση κατά 15 % τουλάχιστον τής δυνατότητος παραγωγής τής επιχειρήσεώς της γιά τίς τέσσερεις ομάδες προϊόντων ελάσεως , στίς οποίες αναφέρεται τό σύστημα ποσοστώσεων , γεγονός από τό οποίο συνάγει οτι δικαιούται τήν αύξηση τής ποσοστώσεως αναφοράς , τήν οποία προβλέπει τό άρθρο 4 παράγραφος 4 . Η Επιτροπή αμφισβητεί τό οτι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τής εν λόγω διατάξεως . Κατά τήν άποψή της , τό σύνολο τών δυνατοτήτων παραγωγής τών εν λόγω τεσσάρων ομάδων προϊόντων ηυξήθη μετά από αυτήν τήν επένδυση μόνο κατά 9,5 % σέ σχέση μέ τό σύνολο τών δυνατοτήτων παραγωγής , οι οποίες υπήρχαν κατά τήν διάρκεια τού έτους 1979 .
15 Η διαφορά αυτή απόψεων οφείλεται σέ διαφορετική ερμηνεία τού άρθρου 4 παράγραφος 4 . Η προσφεύγουσα υποστηρίζει οτι αρκεί οι νέες εγκαταστάσεις νά αυξάνουν , κατά τήν ημέρα ενάρξεως τής λειτουργίας τους , τήν ικανότητα παραγωγής κατά 15 % σέ σύγκριση μέ εκείνη τού 1979 . Γιά νά στηρίξει τήν άποψή της αυτή επικαλείται κυρίως τό γράμμα τής διατάξεως , η οποία δέν αναφέρεται στόν ετήσιο χαρακτήρα τής αυξήσεως τών δυνατοτήτων παραγωγής , καθώς καί τό γεγονός οτι κατά τήν ερμηνεία τήν οποία προτείνει η Επιτροπή , ο υπολογισμός τών νέων δυνατοτήτων παραγωγής εξαρτάται από τήν ημερομηνία κατά τήν οποία οι τελευταίες ετέθησαν σέ λειτουργία .
16 Αντιθέτως , κατά τήν άποψη τής Επιτροπής , πρέπει νά συγκριθεί η μεγίστη δυνατότης παραγωγής καθ’ ολο τό 1980 , οπως αυτή υπολογίζεται στό ερωτηματολόγιο 2-61 ΕΚΑΧ , τό οποίο συνεπλήρωσε η ιδία η προσφεύγουσα τήν άνοιξη τού 1980 , μέ τήν μεγίστη δυνατότητα παραγωγής καθ’ ολο τό 1979 , οπως αυτή αναφέρεται στό ίδιο ερωτηματολόγιο . Σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού προσεκό μισε η ιδία η προσφεύγουσα καί μέ εφαρμογή τών κριτηρίων αυτών , προκύπτει οτι η μεγίστη συνολική ικανότης παραγωγής τού 1980 δέν υπερβαίνει εκείνη τού 1979 παρά μόνο κατά 9,5 % .
17 Η Επιτροπή δικαιολογεί τήν άποψή της , προβάλλουσα τό επιχείρημα οτι ειναι υποχρεωμένη νά συγκρίνει ήδη διαθέσιμα καί ομοια στοιχεία , δηλαδή τίς υπάρχουσες δυνατότητες παραγωγής γιά τό σύνολο τών ετών 1979 καί 1980 . Τό οτι αυτό καταλήγει στό νά μήν λαμβάνονται υπ’ όψη οι νέες εγκαταστάσεις παρά μετά τό έτος 1981 ειναι σύμφωνο πρός τούς σκοπούς τής παραγράφου 4 , η οποία αποβλέπει στό νά λαμβάνονται προοδευτικώς υπ’ όψη οι νέες δυνατότητες .
18 Δέν πρέπει νά επικριθεί η Επιτροπή γιά τό οτι , κατά τήν ερμηνεία τήν οποία δίδει στό άρθρο 4 παράγραφος 4 , επεκαλέσθη γνωστά στοιχεία , τά οποία συγκρίνονται εύκολα καί τά οποία παρέχουν τήν δυνατότητα νά διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότης τού συστήματος τών ποσοστώσεων , περιορίζοντας αυστηρώς τίς δυνατότητες παρεκκλίσεως . Πρέπει ακόμα η ερμηνεία πού θά δοθεί νά μή εξαρτά τήν εφαρμογή τού άρθρου 4 παράγραφος 4 , από προϋποθέσεις , οι οποίες δέν δικαιολογούνται από τούς σκοπούς τής εν λόγω ρυθμίσεως καί οι οποίες θά απετέλουν πηγή διακρίσεων .
19 Η ερμηνεία πού δέχεται η Επιτροπή δέν στηρίζεται ούτε στό γράμμα ούτε στούς σκοπούς τών εν λόγω διατάξεων . Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν μία σύγκριση μεταξύ τού συνόλου τών δυνατοτήτων παραγωγής , οι οποίες υπήρχαν κατά τό έτος 1979 καί τής νέας δυνατότητος παραγωγής , η οποία προκύπτει από τήν λειτουργία νέων εγκαταστάσεων . Η διαφορά μεταξύ τών δύο δυνατοτήτων παραγωγής πρέπει νά ειναι τουλάχιστον 15 % . Συγκρίνοντας , έτσι , τήν ικανότητα παραγωγής τού έτους 1979 , πρός εκείνη η οποία υπήρχε κατά τήν ημέρα ενάρξεως τής λειτουργίας τών νέων δυνατοτήτων , παρέχεται τό ευεργέτημα τού άρθρου 4 παράγραφος 4 , σέ κάθε επιχείρηση η οποία ηύξησε σέ οιαδήποτε στιγμή τού δευτέρου εξαμήνου τού 1980 τήν ικανότητα παραγωγής της κατά ποσοστό πλέον τού 15 % . Συγκρίνοντας , αντιθέτως , οπως κάνει η Επιτροπή , τίς ετήσιες δυνατότητες παραγωγής τού 1979 καί τού 1980 , η αύξηση τής ποσοστώσεως εξαρτάται από τήν αύξηση τών δυνατοτήτων παραγωγής η οποία πρέπει νά ειναι τόσο μεγαλύτερη , οσο πιό αργά ετέθησαν , εντός τού δευτέρου εξαμήνου τού 1980 , σέ λειτουργία οι νέες εγκαταστάσεις , μέ αποτέλεσμα νά ευνοούνται ή νά ζημιώνονται οι επιχειρήσεις βάσει ενός ξένου πρός τό ολο σύστημα παράγοντος .
20 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι η ερμηνεία καί η εφαρμογή τού άρθρου 4 παράγραφος 4 , στήν οποία προέβη η Επιτροπή μέ τήν ανακοίνωσή της τής 1ης Νοεμβρίου 1980 πρός τήν προσφεύγουσα στερείται ερείσματος καί επομένως , η ανακοίνωση αυτή πρέπει νά ακυρωθεί .
Επί τής σωρευτικής εφαρμογής τών παραγράφων 4 καί 5 τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 2794/80
21 Η πολιτική αναδιαρθρώσεως πού ακολούθησε η επιχείρηση Krupp Stahl AG , τήν οδήγησε σέ μείωση τής παραγωγής της μέχρι τόν Ιούλιο τού 1980 . Τότε έθεσε σέ λειτουργία μία νέα εγκατάσταση παραγωγής , η οποία ηύξανε ουσιωδώς τίς δυνατότητες παραγωγής της . Επομένως , η προσφεύγουσα συγκεντρώνει ταυτοχρόνως τίς προϋποθέσεις εφαρμογής τών παραγράφων 4 καί 5 τής εν λόγω διατάξεως . Ζητεί , επομένως , τήν υπέρ αυτής σωρευτική αύξηση τών παραγωγών αναφοράς πού προβλέπουν οι δύο αυτές παράγραφοι . Η Επιτροπή θεωρεί οτι σέ περιπτώσεις , οπως αυτή τής προσφευγούσης , δέν πρέπει νά γίνεται σωρευτική εφαρμογή τών παραγράφων 4 καί 5 τού άρθρου 4 καί οτι πρέπει νά εφαρμόζεται μόνο η ευνοϊκότερη γιά τήν ενδιαφερομένη επιχείρηση διάταξη .
22 Τόσο η Επιτροπή , οσο καί η προσφεύγουσα επικαλούνται τό γράμμα τού άρθρου 4 γιά νά στηρίξουν τήν άποψή τους . Κατά τήν Επιτροπή , από τήν δομή τού εν λόγω άρθρου συνάγεται η δυνατότης μιάς μόνο διορθώσεως τής παραγωγής αναφοράς , η οποία υπελογίσθη κατ’ εφαρμογή τών παραγράφων 1 καί 2 . Σύμφωνα μέ τήν προσφεύγουσα , τό γεγονός οτι οι διάφορες δυνατότητες αναπροσαρμογής τής εν λόγω κανονικής παραγωγής αναφοράς αναφέρονται η μία μετά τήν άλλη στίς παραγράφους 3 , 4 καί 5 τής διατάξεως , χωρίς νά ορίζεται οτι η εφαρμογή τής μιάς αποκλείει τήν εφαρμογή τών άλλων , ειναι αποφασιστικό στοιχείο καί αποτελεί ένδειξη οτι ειναι δυνατή η σωρευτική εφαρμογή .
23 Ούτε τό γράμμα ούτε η δομή τής εν λόγω διατάξεως δύνανται νά στηρίξουν τό ενα ή τό άλλο συμπέρασμα . Πρέπει , λοιπόν , νά κριθεί εάν οι εν λόγω παράγραφοι επιδέχονται ή μή σωρευτική εφαρμογή , λαμβάνοντας υπ’ όψη τούς σκοπούς , οι οποίοι επιδιώκονται μέ τήν απόφαση 2794/80 καί ιδίως μέ τό άρθρο 4 αυτής .
24 Η Επιτροπή δικαιολογεί τήν άρνησή της νά εφαρμόσει σωρευτικώς τίς δύο αυτές διατάξεις από τήν ανάγκη νά διασφαλίσει τούς γενικούς στόχους τής αποφάσεως , οι οποίοι έγκεινται στήν αποκατάσταση ισορροπίας μεταξύ προσφοράς καί ζητήσεως μέσω ενός συστήματος αυστηρού ελέγχου τής παραγωγής . Διπλή αύξηση τής παραγωγής αναφοράς δύναται , κατά τήν άποψη τής Επιτροπής , νά θέσει σέ κίνδυνο τό ολο σύστημα . Θά έθετε τήν προσφεύγουσα επιχείρηση σέ πολύ ευνοϊκότερη θέση σέ σύγκριση μέ τίς ανταγωνίστριές της καί θά εδημιούργει διακρίσεις εις βάρος τών επιχειρήσεων , οι οποίες , αφού κατ’ αρχάς εμείωσαν τήν παραγωγή τους , έθεσαν ομοίως σέ λειτουργία νέες δυνατότητες παραγωγής , πλήν ομως πρό τού Ιουλίου 1980 .
25 Η προσφεύγουσα δικαιολογεί τήν σωρευτική εφαρμογή , τήν οποία πιστεύει οτι δικαιούται , μέ τό γεγονός οτι οι παράγραφοι 4 καί 5 τής επιμάχου διατάξεως αφορούν διαφορετικές περιπτώσεις καί επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς . Μέ τήν παράγραφο 4 λαμβάνεται υπ’ όψη μία αύξηση τής ικανότητος γιά τήν οποία η Επιτροπή δέν διετύπωσε αρνητική γνώμη , ενώ μέ τήν παράγραφο 5 λαμβάνονται υπ’ όψη προγενέστερες προσπάθειες αναδιαρθρώσεως , οι οποίες κατέληξαν σέ κατάλυση τών μή ανταγωνιστικών δυνατοτήτων παραγωγής . Κάθε επιχείρηση , η οποία , οπως η προσφεύγουσα , επραγματοποίησε καί τίς δύο μορφές αναδιαρθρώσεως , δικαιούται τήν σωρευτική εφαρμογή δύο αυξήσεων , κάθε μία από τίς οποίες λαμβάνει υπ’ όψη μία ιδιαίτερη μορφή αναδιαρθρώσεως .
26 Ειναι βέβαιο , οπως υπογραμμίζει καί η Επιτροπή , οτι μία ευρεία εφαρμογή τών παρεκκλίσεων από τό σύστημα τής παραγωγής αναφοράς πού προβλέπουν οι παράγραφοι 3 εως 5 τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 2794/80 , θά έθετε σέ κίνδυνο τόν βασικό σκοπό τής αποφάσεως αυτής , δηλαδή τήν αποκατάσταση τής ισορροπίας μεταξύ προσφοράς καί ζητήσεως στήν αγορά τού χάλυβος . Μία , επομένως , συσταλτική ερμηνεία ειναι σύμφωνη πρός τόν γενικό σκοπό τής αποφάσεως . Αυτή , λοιπόν η ερμηνεία επιβάλλεται , εκτός άν εμποδίζει νά ληφθούν υπ’ όψη ορσμένοι ειδικοί σκοποί , οι οποίοι επιδιώκονται μέ τίς επίμαχες παραγράφους τής αποφάσεως 2794/80 .
27 Σέ ο,τι αφορά τούς ειδικούς στόχους τών παραγράφων 4 καί 5 τού άρθρου 4 ειναι αληθές , οπως τονίζει η προσφεύγουσα , οτι οι παράγραφοι αυτές αναφέρονται σέ δύο διαφορετικές μορφές αναδιαρθρώσεως . Αυτό ωστόσο δέν σημαίνει οτι οι δύο διατάξεις πρέπει νά εφαρμοσθούν σωρευτικώς .
28 Αντιθέτως , οπως προκύπτει από τήν φύση καί τούς σκοπούς τών δύο διαφορετικών μορφών αναδιαρθρώσεως πού προβλέπουν οι παράγραφοι 4 καί 5 τού άρθρου 4 , από οικονομικής απόψεως τά αποτελέσματά τους προορίζονται κανονικώς νά αντισταθμισθούν αμοιβαίως καί όχι νά σωρευθούν . Αυτή η οικονομική σύνδεση οδηγεί μέ τήν σειρά της στήν απόρριψη τής ερμηνείας , η οποία θά οδηγούσε σέ σώρευση τών δύο αυξήσεων τών ποσοστώσεων καί σέ δημιουργία μή φυσιολογικών δυνατοτήτων παραγωγής , οι οποίες σαφώς υπερβαίνουν τούς σκοπούς τής εν λόγω διατάξεως .
29 Πρέπει ακόμα νά υπογραμμισθεί υπέρ τής απόψεως τής Επιτροπής οτι η χορήγηση πρός τήν προσφεύγουσα διπλής αυξήσεως τών ποσοστώσεων αναφοράς θά κατέληγε στό νά ευνοηθεί εις βάρος τών επιχειρήσεων , οι οποίες αφού επίσης εμείωσαν , κατόπιν δέ ηύξησαν τήν ικανότητα παραγωγής τους , προέβησαν στό σύνολο τών ενεργειών αυτών πρίν από τήν 1η Ιουλίου 1980 . Οι σκοποί τής αποφάσεως δέν δικαιολογούν τήν διαφορετική αυτή μεταχείριση . Η μεταχείριση αυτή θά κατέληγε πράγματι νά αποδειχθεί δυσμενέστερη γιά τίς επιχειρήσεις , οι οποίες ολοκλήρωσαν ταχύτερα τό πρόγραμμα αναδιαρθρώσεώς τους .
30 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι δικαίως η Επιτροπή ηρνήθη νά προβεί στήν σωρευτική εφαρμογή τών παραγράφων 4 καί 5 τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 2794/80 . Πρέπει λοιπόν νά απορριφθεί ο λόγος τής προσφευγούσης .
Επί τών κατά τού άρθρου 4 παράγραφος 4 καί τού άρθρου 7 τής αποφάσεως 2794/80 στρεφομένων ενστάσεων ελλείψεως νομιμότητος
31 Η προσφεύγουσα προβάλλει δύο ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητος κατά τής αποφάσεως 2794/80 . Η πρώτη ένσταση αναφέρεται στήν προϋπόθεση τής ελλείψεως αρνητικής γνώμης τής Επιτροπής καί αμφισβητεί τήν νομιμότητα τών συνεπειών πού προσδίδει η απόφαση στήν υπαρξη αρνητικής γνώμης . Η δεύτερη ένσταση αφορά τό άρθρο 7 τής αποφάσεως καί αμφισβητεί τήν αρμοδιότητα τής Επιτροπής νά επιβάλει ποσοστώσεις παραδόσεως .
32 Σχετικώς μέ τίς δύο αυτές ενστάσεις πρέπει νά υπογραμμισθεί οτι ο προσφεύγων δύναται πράγματι μέ προσφυγή ακυρώσεως , στρεφομένης κατά ατομικής αποφάσεως , νά προβάλλει τό παράνομο ορισμένων διατάξεων γενικών αποφάσεων , εφαρμογή τών οποίων αποτελεί η προσβαλλομένη απόφαση· η δυνατότης ομως αυτή δέν τού παρέχεται παρά μόνο άν η ατομική απόφαση στηρίζεται επί τών κανόνων , τών οποίων αμφισβητείται η νομιμότης .
33 Στήν προκειμένη περίπτωση οι προσβαλλόμενες ανακοινώσεις δέν συνιστούν υλοποίηση τών συνεπειών οι οποίες συνοδεύουν μία αρνητική γνώμη , διότι ακριβώς δέν έχει εκδοθεί αρνητική γνώμη γιά τίς νέες επενδύσεις τής προσφευγούσης εταιρίας . Επί πλέον , δέν επιβάλλουν ποσοστώσεις παραδόσεως καί επομένως δέν στηρίζονται στό άρθρο 7 τής αποφάσεως 2794/80 . Κατά συνέπεια , οι ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητος , τίς οποίες προέβαλε η προσφεύγουσα ειναι απαράδεκτες .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί τών δικαστικών εξόδων
34 Η Επιτροπή ηττήθη στήν υπόθεση 275/80 , η δέ προσφεύγουσα ηττήθη στήν υπόθεση 24/81 .
35 Επειδή ομως απεφασίσθη η συνεκδίκαση τών δύο υποθέσεων πρός διευκόλυνση τής προφορικής διαδικασίας , οι δέ διάδικοι τίς εχειρίσθησαν ως ενωμένες υποθέσεις κατά τήν διάρκεια τής εγγράφου διαδικασίας , ειναι αδύνατο νά προσδιορισθούν τά δικαστικά έξοδα πού αντιστοιχούν σέ κάθε μία από αυτές . Πρός τό συμφέρον τής ορθής απονομής τής δικαιοσύνης ενδείκνυται , συνεπώς , νά εφαρμοσθεί τό άρθρο 69 παράγραφος 3 τού κανονισμού διαδικασίας , σύμφωνα μέ τό οποίο τό Δικαστήριο δύναται , εφ’ οσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι , νά συμψηφίσει τά δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Διά ταύτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνει καί αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει τήν ανακοίνωση τής Επιτροπής , τής 1ης Νοεμβρίου 1980 , περί παραγωγής αναφοράς καί ποσοστώσεων παραγωγής τής προσφευγούσης γιά τό τέταρτο τρίμηνο τού 1980 , κατά τό μέρος πού αναφέρεται στήν ομάδα Ι τών προϊόντων ελάσεως καί στόν ακατέργαστο χάλυβα .
2)Απορρίπτει τίς προσφυγές , κατά τά λοιπά .
3)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy