Στην υπόθεση 277/80,
πού ἔχει ὡς ἀντικείμενο αίτηση τοῦ Tribunale τοῦ Μιλάνου, πρώτο τμῆμα ἀστικών υποθέσεων, πρός τό Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ τήν ὁποία ζητείται, στό πλαίσιο τῆς διαφορᾶς πού εκκρεμεί ενώπιον τοῦ αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
SIC — Società Italiana Cauzioni — Compagnia di assicurazioni e riassicurazioni SpA, μέ έδρα τήν Ρώμη, μέ ειδικούς πληρεξουσίους τους δικηγόρους Alfredo Cutrera καί Gregorio Leone, Viale Elvezia 12, Μιλάνο,
καί
Amministrazione delle Finanze dello Stato, εκπροσωπουμενης καί επικουρουμενης ἀπό την Avvocatura Distrettuale dello Stato, Via Freguglia, Μιλάνο,
ή έκδοση προδικαστικῆς ἀποφάσεως ὡς πρός την ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 542/69 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τόν κανονισμό ΕΟΚ 1079/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 25ης Μαΐου 1971,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμῆμα)
συγκείμενο ἀπό τους Ο. Due, πρόεδρο τμήματος, Α. Χλωρό καί F. Grévisse, δικαστές,
γενικός εἰσαγγελεύς: Sir Gordon Slynn
γραμματεύς: Α. Van Houtte
εκδίδει την ἀκόλουθη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Περιστατικά
Τά πραγματικά περιστατικά, ἡ διαδικασία καί οἱ γραπτές παρατηρήσεις πού κατε-τέθησαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμοί) τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν συνοπτικῶς ὡς έξης:
Ι — Πραγματικά περιστατικά καί έγγραφη διαδικασία
1.
Στίς 21 Νοεμβρίου 1975, 21 Δεκεμβρίου 1975 καί 2 'Ιανουαρίου 1976 ἡ εταιρία Sas Alimentari Molteni di Ambrogio Paolo Molteni & C. ἐπραγματοποίησε τρεις πράξεις έμμεσου διαμετακομίσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος, τό ὁποῖο απέσυρε ἀπό τήν ιδιωτική τελωνειακή ἀποθήκη τῆς ὑπ' ἀριθ. 173, μέ δηλωθέντα προορισμό τήν 'Ελβετία.
Γιά τίς ἐν λόγω τρεις πράξεις συνε-πληρώθησαν ἀντιστοίχως τά έντυπα ἐκτελωνισμοῦ ἀριθ. 69/FD, 183/FD καί 3/FD/CME τοῦ υποδείγματος Τ 1, μέ τήν εγγύηση τῆς SIC (Società Italiana Cauzioni — Compagnia di assicurazioni e riassicurazioni SpΑ) (Ιταλική εταιρία παροχῆς ἐγγυήσεων — ἑταιρία ἀσφαλίσεων καί ἀντασφαλίσεων), δυνάμει τοῦ ὑπ' ἀριθ. 271011972 ἀσφαλιστηρίου συμβολαίου τῆς 5ης Μαΐου 1970 πού κατετέθη καί ενεκρίθη ἀπό τίς ἁρμόδιες τελωνειακές υπηρεσίες τοῦ Τορίνου στίς 5 'Ιουνίου 1970.
Τό τρίτο ἀντίτυπο τῶν ἐν λόγω έντυπων μέ τό όποιο ἐβεβαιοῦτο ἡ άφιξη τῶν εμπορευμάτων στόν προορισμό τους ἐπεστρέφετο κάθε φορά μέ τίς ἀπαραίτητες θεωρήσεις ἀπό τό ελβετικό τελωνείο Γενεύης, ούτως ώστε οἱ πράξεις ἐθεωρήθησαν ἐξοφληθεῖσες στίς 13 Δεκεμβρίου 1975, 30 Δεκεμβρίου 1975 καί 21 'Ιανουαρίου 1976.
Μετά ἀπό έρευνες πού διενήργησε αὐτεπαγγέλτως τό Nucleo regionale di polizia tributaria della guardia di finanza τοῦ Μιλάνου, ἀπό κοινοῦ μέ τήν ἴδια υπηρεσία τῆς πόλεως Como καί σέ συνεργασία μέ τίς ελβετικές τελωνειακές υπηρεσίες τοῦ Como καί τῆς Γενεύης, ἀπεδείχθη ὅτι τό τρίτο ἀντίτυπο τῶν έντυπων είχε παραποιηθεί καί τό κατεψυγμένο κρέας δέν εἶχε εγκαταλείψει τό Ιταλικό έδαφος, ἀλλ' ἀντιθέτως κατηναλώθη στην 'Ιταλία χωρίς νά καταβληθούν οἱ ὀφειλόμενοι τελωνειακοί δασμοί. 'Ακολούθως, οἱ τελωνειακές υπηρεσίες τοῦ Μιλάνου ἐκάλεσαν στίς 6 Σεπτεμβρίου 1977 τήν SIC νά καταβάλει τό ποσό των 310481 170 Ιταλικῶν λιρετών (ἐκ τῶν ὁποίων 11306200 ως ληξιπρόθεσμους τόκους καί 299174970 ὡς τελωνειακούς δασμούς), πλέον τόκων καί εξόδων.
2.
Κατά τῆς ἐν λόγω εντολής πληρωμής ή SIC ἤσκησε ἐνώπιον τοῦ Tribunale τοῦ Μιλάνου ἀνακοπή, τό δικόγραφο τῆς ὁποίας ἐπεδόθη στίς 19 Σεπτεμβρίου 1977. Προέβαλε τήν παραγραφή — ἀκριβέστερα, τήν ἀπώλεια λόγω παρελεύσεως τῆς ἀποσβεστικής προθεσμίας — τοῦ δικαιώματος τῶν τελωνειακών υπηρεσιών νά ἀπαιτήσουν ἀπό τόν εγγυητή τήν καταβολή τῶν τελωνειακών δασμών.
Ή ἐν λόγω ένσταση ἐστηρίζετο στό άρθρο 35 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 542/69, ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971, τό όποιο ὁρίζει ὅτι: «ὁ ἐγγυητής απαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεών του έναντι τῶν Κρατών μελών, ἀπό τό έδαφος τῶν ὁποίων πραγματοποιείται ἡ κοινοτική διαμετακόμιση, ὅταν τό παραστατικό Τ 1 ἐξωφλήθη. Ό εγγυητής ἀπαλλάσσεται επίσης τῶν υποχρεώσεών του μετά τήν πάροδο προθεσμίας 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως ΤΙ, ἐφ' ὅσον τό γραφείο ἀναχωρήσεως δέν τοῦ ἐγνωστοποίησε τήν μή εξόφληση τοῦ παραστατικού Τ 1».
Πράγματι, ἡ SIC, ενάγουσα στην κυρία δίκη, υπεστήριξε ὅτι βάσει τοῦ προαναφερθέντος κανόνος καί ελλείψει ειδοποιήσεως της ἀπό τό τελωνειακό γραφείο περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ διαμετακομιστικοί) έντυπου Τ 1, έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς ἀπαλλαγεῖσα τῆς υποχρεώσεως πού υπείχε ὡς ἐγγυήτρια, ὅσον ἀφορᾶ τήν πράξη γιά τήν ὁποία εξεδόθη στίς 2 'Ιανουαρίου 1977 ή εντολή πληρωμής, ἐνῶ ἡ πρώτη ἀνακοίνωση πού τῆς ἀπηύθηναν οἱ τελωνειακές υπηρεσίες φέρει ημερομηνία 20 'Ιανουαρίου 1977, ἡ ὁποία εἶναι μεταγενέστερη τῆς εκπνοής τῆς ετήσιας περιόδου πού προβλέπει τό άρθρο 35 δεύτερο εδάφιο τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ.
Ή Amministrazione delle finanze τοῦ ἰταλικοῦ δημοσίου, εναγομένη στην κυρία δίκη, ἀρνείται ὅτι τό προαναφερθέν άρθρο 35 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, διότι, ἐν σχέσει πρός τό πρώτο εδάφιο τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, οἱ πράξεις εξοφλήσεως, μολονότι διενεργήθησαν, ἀκολούθως κατέστησαν ἀνίσχυρες, ἐνῶ ἀντιθέτως, ἐν σχέσει πρός τό δεύτερο εδάφιο, οἱ πράξεις αυτές, παρ' ὅλον ὅτι στερούνται κύρους καί δέν παράγουν έννομα ἀποτελέσματα, διενεργήθησαν πάντως εντός τοῦ δωδεκαμήνου ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῶν δηλώσεων Τ 1, γεγονός πού εμποδίζει τήν ἀπώλεια τοῦ ἐν λόγω δικαιώματος.
3.
Οἱ υποστηριζόμενες ἀνωτέρω ἀπόψεις ενώπιον τοῦ Tribunale τοῦ Μιλάνου προκύπτουν ἀπό διαφορετική ἑρμηνεία ως πρός την σημασία τοῦ ἄρθρου 35 δεύτερο εδάφιο τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ ΕΟΚ. Κατά την ενάγουσα στήν κυρία δίκη, ή εἰδοποίηση περί μή εξοφλήσεως στό πλαίσιο τῆς ἀποσβεστικής προθεσμίας των δώδεκα μηνῶν ἀπό τῆς ἡμερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1 εἶναι ἐν πάση περιπτώσει ἀναγκαία, γιά νά ἀπωλεσθεῖ τό δικαίωμα έναντι τοῦ ἐγγυητοῦ. Ἀντιθέτως, ἡ ἐναγομένη υποστηρίζει ὅτι ἀρκεῖ, ὅσον άφορα τήν διατήρηση τῆς εγγυήσεως, ἡ ευχέρεια τοῦ τελωνειακού γραφείου ἀναχωρήσεως νά εξοφλεί τίς δηλώσεις κατόπιν ἁπλής τυπικής επαληθεύσεως τοῦ τρίτου ἀντιτύπου, μόλις αυτό επιστραφεί, μέ τήν επιφύλαξη ὅτι τό ἐν λόγω γραφείο δύναται ἐν συνεχεία νά θεωρήσει τήν πράξη εξοφλήσεως άκυρη καί στερούμενη έννόμου ἀποτελέσματος, ἐφ' ὅσον νεώτερη έρευνα θά ἀπεδείκνυε a posteriori — ὅπως στην προκειμένη περίπτωση — τήν έλλειψη τῶν ἀπαιτουμένων νομίμων προϋποθέσεων γιά τήν ἐν λόγω εξόφληση.
4.
Μέ διάταξη τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 1980, ή ὁποία ἐπρωτοκολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 12 Δεκεμβρίου 1980, τό Tribunale τοῦ Μιλάνου, πρῶτο τμήμα ἀστικών ὑποθέσεων, ἀνέβαλε τήν έκδοση ὁριστικῆς ἀποφάσεως καί ἐζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί προδικαστικῶς ἐπί τοῦ ἀκολούθου ἐρωτήματος:
«Οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 542/69, τῆς 18ης Μαρτίου 1969, ὅπως συνεπληρώθησαν ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 1079/71, τῆς 25ης Μαΐου 1971, πρέπει νά ερμηνευθούν ὑπό την έννοια ὅτι ἡ Amministrazione Finanziaria, γιά νά διατηρήσει τό πλεονέκτημα τῆς ἐγγυήσεως πού προβλέπει ὁ ἐν λόγω κανονισμός, υπέχει, ἐν πάση περιπτώσει, τήν υποχρέωση νά ειδοποιήσει τόν ἐγγυητή εντός προθεσμίας 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1 περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ αὐτοῦ;»
Οἱ διάδικοι στην κυρία δίκη καί ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν παρατηρήσεις δυνάμει τοῦ άρθρου 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου.
Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας, χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις κατατεθείσες δυνάμει τοῦ άρθρου 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί Ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
1.
Μέ τίς παρατηρήσεις της, ἡ SIC, Società Italiana Cauzioni SpA, υπενθυμίζει κατ' ἀρχάς ὅτι τό καθεστώς τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως καθιερώθη πρώτον γιά νά διευκολύνει τήν κίνηση τῶν εμπορευμάτων μέ τήν ἁπλοποίηση τῶν διατυπώσεων κατά τήν διέλευση τῶν συνόρων καί δεύτερον γιά νά παρέχεται, διαρκούσης τῆς μεταφορᾶς, εγγύηση γιά τους τελωνειακούς δασμούς πού βαρύνουν τά ἐμπορεύματα μέ δέσμευση πού ἀναλαμβάνει ὁ «κύριος υπόχρεος», ὁ όποιος καί ευθύνεται γιά τήν κανονική διενέργεια τῆς πράξεως καί ὁ όποιος ὑποχρεοῦται νά παράσχει ἐγγύηση γιά τήν κάλυψη τῶν τελωνειακών δασμών καί λοιπών επιβαρύνσεων.
Παρατηρεί ὅτι στό άρθρο 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69, τό όποιο προβλέπει τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ ἀπό τίς υποχρεώσεις του «ὅταν τό παραστατικό Τ 1 εξοφλείται ἀπό τό γραφείο ἀναχωρήσεως», τό Συμβούλιο προσέθεσε μέ τόν κανονισμό 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971 δεύτερο εδάφιο πρός τόν σκοπό τῆς διασφαλίσεως τῆς ἀσφαλείας δικαίου, παρέχοντας στόν εγγυητή τήν ευχέρεια ἀπαλλαγής του εντός προθεσμίας 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1, ἐφ' ὅσον δέν εἰδοποιήθη σχετικῶς ἀπό τό γραφείο ἀναχωρήσεως γιά την μή εξόφληση τοῦ παραστατικοῦ αὐτοῦ.
Κατά την SIC, ἀπό τόν σκοπό καί τό γράμμα τῆς προαναφερθείσης διατάξεως προκύπτει ὅτι στην συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε νά ἀπαλλαγεί τῶν υποχρεώσεών τῆς ὡς ἐγγυητρίας στίς 21 Νοεμβρίου 1976, 20 Δεκεμβρίου 1976 καί 2 'Ιανουαρίου 1977 ἀντιστοίχως, λόγω τοῦ ὅτι τά τρία παραστατικά κοινοτικής διαμετακομίσεως Τ 1, τά όποια ἐδηλώθησαν ἀπό την ἑταιρία Molteni καί γιά τά όποια παρέσχε εγγύηση μέ πιστοποιητικά εγγυήσεως, κατεχωρίσθησαν στίς 21 Νοεμβρίου 1975, 20 Δεκεμβρίου 1975 καί 2 'Ιανουαρίου 1976, ἐνῶ καμμία εἰδοποίηση περί μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ διαμετακομίσεως Τ 1 δέν τῆς ἐκοινοποιήθη εντός ἔτους ἀπό τῆς καταχωρίσεως καθενός ἀπό τά τρία παραστατικά.
Στην άποψη τῆς ιταλικής κυβερνήσεως, κατά τήν ὁποία ἡ εταιρία SIC, δέν ἀπηλλάγη τῶν υποχρεώσεων τῆς ὡς ἐγγυητρίας καί δέν δύναται νά γίνει επίκληση ἀπώλειας τοῦ δικαιώματος τῆς διοικήσεως των τελωνείων, ἐφ' ὅσον ἀφ' ενός, ἐν σχέσει προς τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμού 1079/71, οἱ εξοφλήσεις διενεργήθησαν ἐντός τῆς προθεσμίας τῶν 12 μηνῶν ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως καί ἀφ' ἑτερου, ἐν σχέσει πρός τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69, οἱ εξοφλήσεις, έστω καί ἄν διενεργήθησαν, ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν υστέρων ὅτι είναι ἀνίσχυρες, ἡ ενάγουσα στην κυρία δίκη ἀντιτάσσει τά ἀκόλουθα επιχειρήματα: Ό κανονισμός 1079/71 δέν ἀναφέρει τίποτε περί τῆς «προθεσμίας», εντός τῆς ὁποίας ή ἐθνική τελωνειακή διοίκηση δύναται νά προβεί στην εξόφληση οὔτε περί τῆς φύσεως τῶν αίτιων στά όποια ὀφείλεται ή μή καταβολή τῶν τελωνειακών δασμών. Ή έλλειψη ειδοποιήσεως τοῦ ἐγγυητοῦ περί μή ἐξοφλήσεως εντός τῶν 12 μηνών πού ἀκολουθούν τήν καταχώριση τοῦ παραστατικοῦ Τ 1 ἀποτελεί τήν μόνη προϋπόθεση ἀπαλλαγής τοῦ ἐγγυητοῦ. Ό ἐν λόγω κανών πού ἐθεσπίσθη πρός προστασία τοῦ ἐγγυητοῦ, σύμφωνα μέ τήν ἀρχή τῆς «ἀσφαλείας τοῦ δικαίου» — γεγονός πού ἐδικαιολόγησε άλλωστε τήν τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69 ἀπό τόν κανονισμό 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971 — ἐμφανίζεται ὡς κύρωση «ἐκπτώσεως ἀπό δικαιώματος» πού επιβάλλεται κατά τῆς τελωνειακής διοικήσεως καί ὄχι ὡς προθεσμία παραγραφής.
Ἐπομένως, μόνο ἡ κοινοποίηση τῆς μή εξοφλήσεως δύναται νά «διακόψει» ή «ἀναστείλει» τήν προθεσμία τῶν 12 μηνών, εμποδίζοντας κατ' αυτόν τόν τρόπο, τόν ἀποκλεισμό τῆς διοικήσεως καί διατηρώντας τήν ὑποχρέωση τοῦ ἐγγυητοῦ νά εκπληρώσει τήν παροχή γιά τήν ὁποία ευθύνεται ὡς εγγυητής, χωρίς νά ἀπαιτείται νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό χρονικό σημεῖο κατά τό όποιο ἡ τελωνειακή διοίκηση διενεργεί τήν εξόφληση ἡ ἀντιθέτως διαπιστώνει τόν πλασματικό χαρακτήρα τῆς εξόδου.
'Ως πρός τόν εγγυητή, τό μόνο πού έχει σημασία εἶναι ἡ λήψη τῆς ειδοποιήσεως περί μή εξοφλήσεως εντός τῶν 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως. 'Ελλείψει παρόμοιας ειδοποιήσεως, ὁ εγγυητής ἀπαλλάσσεται, ἐνῶ δέν συμβαίνει τό ἴδιο πράγμα μέ τόν κύριο υπόχρεο, ὁ όποιος, ὑπό τήν Ιδιότητά του ὡς ἐπιχειρηματίου πού ἐπραγματοποίησε τήν διαμετακόμιση ἡ ὡς κυρίου τῶν εμπορευμάτων, ἐξακολουθεί νά ευθύνεται γιά τήν πληρωμή τῶν επιβαρύνσεων.
Τό ἐπιχείρημα τῆς ἰταλικῆς κυβερνήσεως σχετικά μέ τό ἀνεφάρμοστο τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ 1079/71 στην προκειμένη περίπτωση, διότι τά δελτία ἐξωφλήθησαν κατόπιν ἀπατηλών χειρισμών καί πρό τῆς λήξεως έτους, ούτως ώστε τό τελωνείο δέν ἠδυνήθη νά τῆς κοινοποιήσει τήν «μή ἐξόφληση», ἡ SIC θεωρεῖ ὡς καθαρό σοφισμό πού παραβιάζει τό πνεῦμα καί τό γράμμα τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως.
Κατά την ενάγουσα στην κυρία δίκη, ὁ θεσμός τῆς εγγυήσεως συνιστά βάσιμο στοιχείο τοῦ καθεστῶτος τῆς κοινοτικῆς διαμετακομίσεως. Μέ την ἀπλοποίηση των τελωνειακῶν πράξεων, ἐπιδεικνύοντας μέ την απλοποίηση αύτη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη πρός τους επιχειρηματίες καί υπακούοντας έτσι στίς επιταγές τοῦ εμπορίου καί στην ἀνάγκη επιταχύνσεως τῶν συναλλαγών, ὁ κοινοτικός νομοθέτης ἐξασφαλίζεται πάντως ἐν τῶν προτέρων κατά της ενδεχομένης καταχρήσεως ἤ ἀπατης μέ τήν θέσπιση εγγυήσεως. Πράγματι, ἡ εγγύηση της διαμετακομίσεως έχει ἀποτέλεσμα ἀποκλειστικώς ἐπί φοροδιαφυγής πού οἱ τελωνειακές υπηρεσίες θά διεπίστωναν μέ τήν ευκαιρία τῆς διελεύσεως εμπορευμάτων υποκειμένων σέ τελωνειακούς δασμούς, κατόπιν ἀποκρύψεως ἀπό τό τελωνείο τῶν ἐν λόγω εμπορευμάτων ἡ ἀλλοιώσεως τῶν παραστατικών διαμετακομίσεως. Τό νά βεβαιοῦται ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1079/71 δέν τυγχάνει εφαρμογής, ἐνῶ συντρέχει περίπτωση ἀπατης, ισοδυναμεί στην περίπτωση αυτή μέ τήν σέ κάθε περίπτωση άνευ ἑτερου ἀμφισβήτηση της εφαρμογής τῶν οικείων κοινοτικών διατάξεων.
Ή SIC θεωρεί περαιτέρω ὅτι στερείται σημασίας ἡ άποψη τῆς ἰταλικῆς διοικήσεως τελωνείων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ πλασματικός χαρακτήρας τῆς εξόδου τῶν εμπορευμάτων καί τῶν εξοφλήσεων συνεπάγεται ὅτι οἱ πράξεις εκκαθαρίσεως, καίτοι έχουν νομική υπόσταση, ἀποδεικνύονται άκυρες ἡ άνευ ἀποτελέσματος ex tunc.
Διατείνεται ὅτι ὁ πλασματικός χαρακτήρας τῶν εξοφλήσεων ἀποτελεί συστατικό στοιχείο τοῦ εγκλήματος τοῦ λαθρεμπορίου, δυνάμενο νά διωχθεί ποινικώς καί ὅτι ἐπί πλέον εἶναι εύκολο νά στοιχειοθετηθεί, χάρη στην «ἀμοιβαία τελωνειακή ἀρωγή», πού προβλέπει ἡ υπογραφείσα στην Ρώμη τήν 7η Σεπτεμβρίου 1967 σύμβαση.
'Αρκεί επομένως, κατά τήν SIC νά λαμβάνονται μέτρα ώστε τά ἀποτελέσματα τῆς πράξεως εκκαθαρίσεως νά κοινοποιοῦνται στόν εγγυητή εντός 12 μηνών ἀπό τῆς ἡμερομηνίας καταχωρίσεως, δεδομένου ὅτι ή οἰκεία κοινοτική ρύθμιση δέν ὁμιλεῖ περί τοῦ «κύρους ἡ ὄχι» τῆς πράξεως ἐκκαθαρίσεως, ἀλλ' ἀπαιτεί ἀπλώς τήν ειδοποίηση τοῦ ἐγγυητοῦ περί τῆς «μή ἐξοφλήσεως».
Ή SIC παρατηρεί ὅτι ἄν ἐγίνετο δεκτή ή ἀντίθετη άποψη, αυτό θά κατέληγε στην πράξη στό ἀνεφάρμοστο τοῦ κοινοτικού κανόνος, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη ὅτι, ἀφ' ενός ἡ θέση σέ λειτουργία τῆς εγγυήσεως συνδέεται ὁπωσδήποτε στενά μέ τήν διάπραξη παραβάσεως καί ἀφ' ἑτερου ὁ πλασματικός χαρακτήρας τῆς ἐξόδου, πού πιστοποιείται ἀπό τά παραστατικά διαμετακομίσεως, ἀποτελεί προϋπόθεση sine qua non τῆς διαπράξεως τῆς παραβάσεως περί τῆς ὁποίας πρόκειται.
Ή SIC θεωρεί περαιτέρω ὅτι στερείται οιασδήποτε σημασίας τό επιχείρημα τῆς Amministrazione Finanziaria, κατά τό όποιο σύμφωνα μέ τήν γραμματική ἑρμηνεία τοῦ κανονισμοῦ, ὁπως τήν ἀντιλαμβάνεται ή ἰδία, ἡ εγγύηση τοῦ ἐγγυητοῦ λειτουργεί κάθε φορά πού δέν δύναται «νά προσαφθεί στό γραφεῖο ἀναχωρήσεως οιαδήποτε ἀμέλεια».
Πράγματι, ἡ SIC ὑποστηρίζει ὅτι ἡ κοινοτική ρύθμιση τοῦ κανονισμού 1079/71 δέν είχε τήν πρόθεση νά «επιβάλλει κυρώσεις» στά τελωνεία γιά ενδεχόμενες παραλείψεις μέ τίς όποιες τυχόν βαρύνονται ἡ γιά δυσχέρειες πού συνήντησαν, ὅσον άφορᾶ τήν βεβαίωση τῶν παραβάσεων καί πού δέν δύνανται νά τους προσαφθούν. Ό κοινοτικός νομοθέτης περιωρίσθη ἀπλώς νά ἀποκλείσει ἀντικειμενικώς τήν λειτουργία τῆς εγγυήσεως σέ περίπτωση πού δέν έχει λάβει χώρα κοινοποίηση εντός προθεσμίας πού κρίνεται εύλογη, ώστε νά δυνηθοῦν οἱ ενδιαφερόμενες υπηρεσίες νά πραγματοποιήσουν τους έλεγχους, χωρίς νά ἀπαιτείται νά ἐκτιμηθοῦν οἱ λόγοι στους ὁποίους ὀφείλεται ἡ ἐν λόγω ἔλλειψη κοινοποιήσεως.
Τελικώς, δέν πρόκειται γιά «ἐπιβολή κυρώσεων» στά τελωνεία ούτε γιά «ἀνταμοιβή» τῶν επιχειρήσεων πού βαρύνονται μέ τήν εγγυοδοσία, ἄν υποτεθεί ὅτι ἀνακαλύπτεται μετά την παρέλευση έτους ὅτι μία ἐξόφληση ἔγινε μέ βάση παράνομη πράξη. Πράγματι, σέ παρόμοια περίπτωση ὁ ὀργανισμός πού παρέσχε την εγγύηση ἀπαλλάσσεται τῆς ἐκ τῆς εγγυήσεως υποχρεώσεως ἀπό τόν κοινοτικό νομοθέτη, ώστε νά είναι βέβαιος ὅτι δύναται νά ἀντιμετωπίσει τους λοιπούς κινδύνους πού ενέχει ἡ ἀνάληψη καί άλλων εγγυήσεων καί αυτό ἀνάλογα μέ τά διαθέσιμα περιουσιακά του στοιχεία.
Ή SIC καταλήγει 'έτσι στό συμπέρασμα ὅτι οἱαδήποτε άλλη περιοριστική ἡ συσταλτική ἑρμηνεία, διαφορετική ἐκείνης πού εξέθεσε, παραβιάζει τόν κοινοτικό κανόνα, καί ἀντιτίθεται σαφῶς στό προοίμιο τοῦ ἐπιδίκου κανονισμού. Προτείνει νά δοθεί ή ἀκόλουθη ἀπάντηση στό ερώτημα πού ὑπέβαλε τό Tribunale τοῦ Μιλάνου:
«Ι.
Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 542/69 τῆς 18ης Μαρτίου 1969 περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971, ἡ Amministrazione Doganale υποχρεούται, κάθε φορά πού επιθυμεί τήν διατήρηση τῆς εγγυήσεως έναντι τοῦ ἐγγυητοῦ, νά εἰδοποιεῖ ἐν πάση περιπτώσει καί κατά περίπτωση τόν παρέχοντα τήν εγγύηση εντός προθεσμίας 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1, περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ ἐν λόγω παραστατικού.
II.
'Ελλείψει τῆς ἀνωτέρω “κοινοποιήσεως” εντός τῆς ως άνω προθεσμίας των 12 μηνών, ὁ εγγυητής ἀπαλλάσσεται ἀπό τίς υποχρεώσεις του, ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου ἡ τῆς αίτιας πού προεκάλεσε τήν έλλειψη κοινοποιήσεως στόν ἀποδέκτη.»
2.
Ή Ιταλική κυβέρνηση παρατηρεί ὅτι τό ἀνακυψαν ζήτημα δέν δύναται νά εννοηθεί πλήρως, ἄν δέν ληφθούν ὑπ' ὄψη τά ἀκόλουθα στοιχεία στό πλαίσιο τῆς προκειμένης περιπτώσεως:
—
ἡ «εξόφληση» τῶν δηλώσεων Τ 1, εννοούμενη ὡς ἁπλή πράξη έλεγχου βάσει τοῦ παραστατικού πού κατετέθη στό γραφείο ἀναχωρήσεως, διενηργήθη ἐντός προθεσμίας ἑνός μηνός ἀπό τῆς καταχωρίσεως κάθε δηλώσεως
—
τό γραφείο ἀναχωρήσεως ἐνημερώθη μετά τήν λήξη τῆς προθεσμίας τῶν 12 μηνῶν, ἀκόμη καί ἄν εκληφθεί ὡς χρονικό σημείο, ἀπό τό όποιο ἀρχίζει νά τρέχει ἡ προθεσμία, ἡ ἡμερομηνία τῆς τελευταίας καταχωρίσεως, γιά τήν διαπίστωση τῆς νοθεύσεως τοῦ ἀντιτύπου των έντυπων Τ 1, τό όποιο ἐπεστράφη στό γραφείο αναχωρήσεως.
Ἐπομένως, τό ερώτημα ἐπί τοῦ ἑποίου καλείται νά δώσει λύση ὁ εθνικός δικαστής συνοψίζεται κατ' οὐσίαν στό ἀκόλουθο διπλό ερώτημα:
(α)
κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 35 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 542/69, ὁ εγγυητής ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεων του ἀκόμη καί ὅταν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν υστέρων ὅτι ή εξόφληση τοῦ παραστατικοῦ Τ 1 εἶναι άκυρη, διότι τό ἐξοφληθέν παραστατικό εκρίθη ἀνυπόστατο λόγω ἀπάτης;
(β)
σέ περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως, ἀπαιτείται, γιά τήν διατήρηση τῆς εγγυήσεως, τό γραφείο ἀναχωρήσεως νά ειδοποιεί ἐν πάση περιπτώσει τόν ἐγγυητή, περί τοῦ ὅτι τό παραστατικό Τ 1 δέν ἐξωφλήθη, εντός τῆς προθεσμίας τῶν 12 μηνών ἀπό τῆς καταχωρίσεως;
Κατά τήν άποψη τῆς Ιταλικής κυβερνήσεως, ἡ ἀπάντηση στίς δύο αυτές προτεινόμενες λύσεις τοῦ υποβληθέντος ερωτήματος πρέπει νά εἶναι ἀρνητική.
Κατά τήν ιταλική κυβέρνηση, ὁ ὅρος «εξόφληση» έχει διπλή έννοια, σύμφωνα μέ τές διατάξεις τῆς παραγράφου 1 τοῦ άρθρου 35 τοῦ κανονισμού 542/69:
—
ἀφ' ενός σημαίνει τήν υλική πράξη έλεγχου πού διενεργεί τό γραφείο ἀναχωρήσεως καί συνίσταται στην σύγκριση τοῦ ευρισκομένου στην κατοχή του ἀντιτύπου τοῦ παραστατικοῦ (δυνάμει τοῦ ἄρθρου 17 παράγραφος 2 τοῦ ιδίου κανονισμοῦ) καί τοῦ αντιτύπου πού τοῦ επεστράφη ἀπό τό γραφείο προορισμού (άρθρο 26),
—
άφ' έτερου δέ, σημαίνει την πράξη επαληθεύσεως ἀπό την ὁποία εξαρτάται τό έννομο ἀποτέλεσμα τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ έγγυητοῦ.
Επομένως, συνεχίζει ἡ ιταλική κυβέρνηση, ή υλική πράξη έλεγχου συνιστά γεγονός, τό όποῖο έλαβε πράγματι χώρα καί δέν δύναται πλέον νά ἀποκλεισθεί ἀπό τήν πραγματικότητα. 'Αντιθέτως, καίτοι εξακολουθεί νά υφίσταται νομίμως ἡ πράξη ἐπαληθεύσεως δύναται ἐν συνεχεία νά ἀποδειχθεί ἀνίσχυρη ἡ στερούμενη ἀποτελέσματος.
'Εξ άλλου, ἡ εξόφληση, θεωρούμενη ώς ουσιαστική πράξη έλεγχου, εξακολουθεί νά υφίσταται ἀκόμη καί ἄν στηρίζεται έπί νοθευθέντων παραστατικῶν ἀντιθέτως, ή πράξη επαληθεύσεως, ὅταν στηρίζεται ἐπί νοθευθέντων παραστατικών, συνιστά ἀνίσχυρη βεβαίωση, μή δυναμένη νά έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ.
Τό ἐν λόγω έννομο ἀποτέλεσμα άπτεται τοῦ ουσιαστικού δικαιώματος, ήτοι τής ἀποσβέσεως τῆς ἐκ τῆς εγγυήσεως υποχρεώσεως καί δέν δύναται νά παραχθεί παρά μέ πράξη πού εἶναι έγκυρη ἀφ' ἑαυτής καί ικανή νά παράγει έννομα ἀποτελέσματα. Πράξη επαληθεύσεως, στηριζομένη σέ «ἀνύπαρκτο παραστατικό», ήτοι σέ νοθευθέν παραστατικό, δέν παρουσιάζει τά ἐν λόγω χαρακτηριστικά.
Συνεπώς, κατά τήν ιταλική κυβέρνηση, δύναται νά θεωρηθεί, βάσει τοῦ οἰκείου άρθρου 35 παράγραφος 1, ὅτι ἡ ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ δέν δύναται νά ἀπορρέει παρά μόνο ἀπό έγκυρη καί δυναμένη νά παράγει έννομα ἀποτελέσματα πράξη επαληθεύσεως, ἡ ὁποία ὀφείλει νά συνιστά τό θετικό ἀποτέλεσμα έλεγχου, ὅσον ἀφορᾶ τήν συμφωνία τοῦ παραστατικού τοῦ γραφείου ἀναχωρήσεως μέ εκείνο τοῦ γραφείου προορισμοῦ. Δεδομένου ὅτι τό παραστατικό τοῦ γραφείου προορισμοῦ φαίνεται ὅτι ἐνοθεύθη, δέν υπήρξε καί πράξη επαληθεύσεως έγκυρη καί ικανή νά παράγει έννομα ἀποτελέσματα' επομένως,
ὁ εγγυητής δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἀπηλλάγη τῶν υποχρεώσεων του.
Ἐξ άλλου, κατά τήν Ιταλική κυβέρνηση, τό ερώτημα πού τίθεται εἶναι κατά πόσον ή παράγραφος 2 τοῦ τροποποιηθέντος άρθρου 35 τοῦ κανονισμοΰ 542/69 πρέπει νά ἐφαρμόζεται καί στην περίπτωση πού τό γραφείο ἀναχωρήσεως ἐξώφλησε τό παραστατικό Τ 1 εμπροθέσμως, ὑπό τήν έννοια ὅτι προέβη στην πράξη σέ σύγκριση τοῦ ἀντιτύπου τοῦ παραστατικοῦ πού έμεινε στην κατοχή του καί εκείνου πού τοῦ επεστράφη ἀπό τό γραφείο προορισμοῦ.
Θεωρεί ὅτι επιβάλλεται νά δοθεί ἀρνητική ἀπάντηση γιά τόν λόγο ὅτι, ἄν τό γραφείο ἀναχωρήσεως ἐπραγματοποίησε τήν υλική πράξη συγκρίσεως, ὁπως περιεγράφη ἀνωτέρω, καί ἄν ὅλα ἐφαίνοντο κατά τό χρονικό αυτό σημείο νά εἶναι κανονικά, δέν βλέπει πώς δύναται νά υποτεθεί ὅτι τό έν λόγω γραφείο ὤφειλε παρ' ὅλα αυτά νά ειδοποιήσει τόν εγγυητή περί τῆς μή εξοφλήσεως, ώστε νά μήν ἀπολέσει τό δικαίωμα νά ἀπαιτήσει τήν λειτουργία τῆς ἐγγυήσεως.
Κατά τήν ιταλική κυβέρνηση, εἶναι συζητήσιμο τό κατά πόσο τό γραφείο ἀναχωρήσεως επέδειξε ἀμέλεια κατά τό χρονικό σημείο τῆς συγκρίσεως τῶν παραστατικών, δέν ἠδύνατο ὅμως νά υποχρεωθεί τό ἐν λόγω γραφείο νά κινηθεί κατά τρόπο ἀντιτιθέμενο στίς βεβαιώσεις, στίς όποιες τό 'ίδιο προέβη, ήτοι, άφοῦ προέβη στην εξόφληση τοῦ παραστατικού, νά εἰδο-ποιήσει παρ' ὅλα αυτά τόν εγγυητή εντός τῆς προβλεπομένης προθεσμίας ὅτι δέν ἐμε-σολάβησε ἡ εξόφληση.
Ἐπ' αύτοῦ, ἡ ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ὅτι ή ἐκκρεμοῦσα στην κυρία δίκη διαφορά είναι χαρακτηριστική. Παρατηρεί ὅτι ή σύγκριση τῶν ἀντιτύπων τῆς δηλώσεως Τ 1 έγινε βάσει παραστατικών, τά όποια ἐνο-θεύθησαν ἐντέχνως, ώστε δικαίως τό γραφείο αναχωρήσεως ἐθεώρησε ὅτι τά παραστατικά Τ 1 είχαν ἐξοφληθεί. Δεδομένου ὅτι ὁ ἀπατηλός χαρακτήρας τῶν παραστατικών ἀνεκαλύφθη μετά ἀπό χρονικό διάστημα πού υπερβαίνει τους 12 μήνες άπό τῆς καταχωρίσεως τῶν δηλώσεων, ἡ ἰτα-λική κυβέρνηση διερωτάται ἐάν ἐδικαιολο-γεῖτο υποχρέωση τοῦ γραφείου ἀναχωρήσεως νά εἰδοποιήσει τόν εγγυητή περί τῆς μή εξοφλήσεως τῶν παραστατικών Τ 1 εντός τῆς προμνησθείσης προθεσμίας.
Όσον άφορᾶ τά επιχειρήματα τῆς SIC , ή ἰταλική κυβέρνηση, ἀναφερομένη στην δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 1079/71, ήτοι ὅτι ἡ προβλεπομένη ἀπό τό άρθρο 35 παράγραφος 2 προθεσμία ἀνταποκρίνεται στην ἀνάγκη νά καταστεί ή θέση τοῦ ἐγγυητοῦ βεβαία καί ἀπρόσβλητη μετά τήν παρέλευση άπρακτου τῆς προθεσμίας τῶν 12 μηνῶν ἀπό τῆς καταχωρίσεως τῶν δηλώσεων, ἡ ἰταλική κυβέρνηση ἀναγνωρίζει ὅτι αυτό συνιστά πράγματι τόν σκοπό τῆς παραγράφου 2 καί ὅτι ἀκριβώς λόγω τῆς ἀνωτέρω επιταγῆς περί ἀσφαλείας δικαίου, ὁ κοινοτικός νομοθέτης δέν ηθέλησε νά παράσχει στό γραφείο ἀναχωρήσεως τήν δυνατότητα νά καθυστερεί κατά τήν βούληση του τήν εξόφληση τῶν παραστατικών Τ 1.
Παρατηρεί ὅτι ἡ έκπτωση ἀπό τοῦ δικαιώματος, ἡ ὁποία προϋποθέτει ἐπί πλέον ὅτι ὁ ἐγγυητής δέν εἰδοποιήθη περί τῆς μή ἐξοφλήσεως, ἐθεσπίσθη επομένως ως κύρωση γιά τήν ἐπιδεικνυομένη ἀπό τό γραφείο ἀναχωρήσεως ἀμέλεια, τό όποιο ὄχι μόνον δέν προβαίνει ἐμπροθέσμως στην εξόφληση ἀλλ᾽ ἐπί πλέον δέν φροντίζει νά εἰδοποιήσει τόν εγγυητή ὅτι ἡ ἐξόφληση δέν 'έχει ἀκόμη διενεργηθεί.
Ἐν τούτοις, κατά τήν άποψη τῆς Ιταλικής κυβερνήσεως, δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι τό άρθρο 35 παράγραφος 2 έχει ὡς σκοπό νά επιβάλει στό γραφείο ἀναχωρήσεως τήν υποχρέωση διενεργείας ερευνών, πού ἀποσκοποῦν στην επαλήθευση τοῦ κατά πόσο πληροῦνται οἱ ουσιαστικές προϋποθέσεις, οἱ όποιες επιτρέπουν νά διενεργηθεί έγκυρη καί ἀποτελεσματική ἐξόφληση τῶν παραστατικών, έστω καί ἄν αυτό εἶναι ευκταίο.
Ή Ιταλική κυβέρνηση ὑπογραμμίζει έτσι ὅτι κάθε γραφείο ἀναχωρήσεως θά έπρεπε, σύμφωνα μέ τήν άποψη πού υποστηρίζει ή ἀντίδικος, νά προβαίνει, προτοῦ εγκρίνει τά παραστατικά ΤΙ, εἰς έρευνα γιά νά βεβαιωθεί ἄν τά ἐν λόγω παραστατικά δέν ἐνοθεύθησαν γιά κάθε πράξη διαμετακομίσεως.
Παρατηρεί ὅτι αὐτό θά είχε ὡς ἀποτέλεσμα νά καθίσταται ἀδύνατη οἱαδήποτε εμπρόθεσμη εξόφληση, νά πολλαπλασιάζονται οἱ ειδοποιήσεις πρός τους ἐγγυητές περί μή εξοφλήσεως, καταλήγοντας σέ μία κατάσταση ἀντίθετη πρός τόν σκοπό πού διατυπώνεται στην δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 1079/71, λόγω παρατάσεως τῆς υποχρεώσεως τῶν εγγυητών, τέλος δέ νά καθυστερεί ἡ ἀποπεράτωση τοῦ συνόλου τῶν πράξεων διαμετακομίσεως ἀντιθέτως πρός τόν σκοπό τοῦ κανονισμοῦ 542/69.
Κατά τήν άποψη τῆς ἰταλικῆς κυβερνήσεως, ἄν ὁ εγγυητής δέν πρέπει νά ἀπαλλάσσεται σέ περίπτωση ἀπάτης, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι τό τελωνειακό γραφείο ἀναχωρήσεως δύναται νά διενεργεί τήν εξόφληση εμπροθέσμως, πραγματοποιώντας τήν υλική πράξη πού συνίσταται στην σύγκριση τῶν παραστατικών, χωρίς νά προβαίνει σέ επαλήθευση τῶν ουσιαστικών προϋποθέσεων (π.χ. τοῦ ἀπατηλοῦ χαρακτῆρος τῶν παραστατικών) καί ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον ἡ ἐν λόγω πράξη διενεργείται εμπροθέσμως, δέν δύνανται νά τύχουν ἐφαρμογῆς ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 35 παράγραφος 2, καθώς καί ἡ προβλεπομένη ἀπό αυτήν έκπτωση ἀπό τοῦ σχετικοῦ δικαιώματος.
Ἐξ άλλου, πρέπει περαιτέρω ὑπό τό αυτό πνεῦμα νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 35 παράγραφος 1 δέν ἀπορρέει παρά ἀπό πράξη επαληθεύσεως έγκυρη καί δυναμένη νά παράγει έννομα ἀποτελέσματα, συνεπεία θετικοῦ ἀποτελέσματος τοῦ έλεγχου περί συμφωνίας τοῦ παραστατικοῦ Τ 1 τοῦ γραφείου ἀναχωρήσεως πρός εκείνο τοῦ γραφείου προορισμοῦ.
Κατά τήν ἰταλική κυβέρνηση, στερείται ερείσματος ἡ ἀντίρρηση ὅτι, δυνάμει τῆς ἐν λόγω ερμηνείας, ἡ υποχρέωση τοῦ ἐγγυητοῦ εἶναι απεριόριστη ἀπό ἀπόψεως χρόνου ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν ἐφαρμοστέων προθεσμιών παραγραφής. 'Ισχυρίζεται ὅτι παρόμοιο ἀποτέλεσμα επέρχεται περαιτέρω καί στην ἀντίθετη περίπτωση, λόγω τοῦ ὅτι τά γραφεία ἀναχωρήσεως δέν θά παρέλειπαν νά εἰδοποιοῦν περιοδικώς τόν εγγυητή περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ ΤΙ, ἡ δέ συμπεριφορά τους αυτή θά ὠφείλετο στην εφαρμογή τῆς εκπτώσεως ἀπό τοῦ δικαιώματος πού προβλέπει τό άρθρο 35 παράγραφος 2, μέχρις ὅτου βεβαιωθούν ὅτι πληρούνται οἱ ουσιαστικές προϋποθέσεις θετικής πράξεως επαληθεύσεως.
Προσθέτει ὅτι δέν δύναται νά ἀντιταχθεί ούτε ὅτι ἡ υποστηριζόμενη ερμηνεία είναι πολύ αυστηρή γιά τόν εγγυητή.
Ή ἰταλική κυβέρνηση παρατηρεί ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ἡ προστεθείσα στό ἀρχικό κείμενο παράγραφος τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 542/69 δέν ἐτροποποίησε ούτε τήν έκταση ούτε τό περιεχόμενο τῆς εγγυήσεως ούτε μετέτρεψε τήν διάρκεια τῆς ἐγγυήσεως σέ διάρκεια ὁρισμένου χρόνου. Ή προαναφερθείσα παράγραφος πού συνεπλήρωσε τό ἀρχικό κείμενο ἀποσκοπεί ἀπλῶς στην επιβολή κυρώσεων κατά τῆς ἀμελείας τοῦ γραφείου ἀναχωρήσεως, κυρώσεων πού δύνανται ἐν τούτοις νά ἀποφευχθοῦν μέ ἀπλή εἰδοποίηση περί μή εξοφλήσεως, έστω καί μή αἰτιολογημένη.
'Επί πλέον, κατά τήν ἰταλική κυβέρνηση, πρέπει νά τονισθεί ἐκ νέου ὅτι οἱ συνέπειες πού θά ἀπέρρεαν κατ' ἀνάγκη γιά τόν εγγυητή ἀπό ενδεχομένη εφαρμογή τῆς προβλεπομένης ἀπό τό ἀρθρο 35 παράγραφος 2 εκπτώσεως ἀπό τοῦ δικαιώματος σέ διαφορές παρόμοιες μέ εκείνη της κυρίας δίκης, εἶναι πολύ περισσότερο σοβαρές. Ή υποχρέωση του θά παρέμενε εἰς ὁλόκληρο ἐπί μακρόν χρόνο μέσω των εἰδοποιήσεων περί μή εξοφλήσεως καί μέχρι θετικής περατώσεως τῶν ερευνῶν πού θά διεξήγαγαν οἱ τελωνειακές ἀρχές. Ἐν συμπεράσματι, ἡ ἰταλική κυβέρνηση ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά δώσει ἀρνητική ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Tribunale τοῦ Μιλάνου, ὁρίζοντας ὅτι:
«—
μία πράξη εξοφλήσεως, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν υστέρων ἀνίσχυρη καί άνευ ἀποτελέσματος ὡς στηριζομένη ἐπί ἀπατηλών παραστατικών, δέν δύναται νά ἀπαλλάξει τόν εγγυητή κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 35 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 542/69
—
κατά τό μέτρο πού ἡ εξόφληση διενεργείται εμπροθέσμως ὡς υλική πράξη επαληθεύσεως, δέν δύναται πλέον τό γραφείο ἀναχωρήσεως νά υποστεί τήν προβλεπομένη ἀπό τό άρθρο 35 παράγραφος 2 ἀπό τοῦ δικαιώματος έκπτωση».
3.
Ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρατηρεί ὅτι στην παρούσα υπόθεση έλαβαν χώρα τά δύο περιστατικά, ή συνδρομή τῶν ὁποίων συνεπάγεται τήν λήξη τῆς υποχρεώσεως τοῦ ἐγγυητοῦ, ὅπως προβλέπει τό τροποποιηθέν άρθρο 35 τοῦ κανονισμού 542/69.
Οἱ δηλώσεις Τ1 ἐξωφλήθησαν καί είχαν παρέλθει πλέον τῶν 12 μηνών ἀπό τῆς καταχωρίσεως, ὅταν τό τελωνειακό γραφείο τοῦ Μιλάνου ἐζήτησε ἀπό τήν SIC τήν καταβολή τῶν δασμών.
Ή 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι τό Tribunale τοῦ Μιλάνου δέν έθεσε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ερώτημα ἐπί τῶν ενδεχομένων επιπτώσεων ἀκυρώσεως τῆς εξοφλήσεως έναντι τοῦ ἐγγυητοῦ. 'Επομένως, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη μόνο τό δεύτερο περιστατικό πού συνεπάγεται ἀπόσβεση τῆς υποχρεώσεως, ήτοι τήν έκπτωση λόγω εκπνοής τῆς προθεσμίας, ἡ 'Επιτροπή υπενθυμίζει ὅτι, σύμφωνα μέ τήν δεύτερη αἰτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 1079/71, ἡ σχετική διάταξη εισήχθη μέ σκοπό νά «εγγυηθεί τήν ἀσφάλεια δικαίου», δίνοντας «επίσης στά παρέχοντα τήν εγγύηση πρόσωπα τήν βεβαιότητα ὅτι ἀπαλλάσσονται τῶν υποχρεώσεων τους μέ τήν λήξη ὁρισμένης περιόδου πού θεωρείται σκόπιμο νά καθορισθεί σέ 12 μήνες ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως κοινοτικῆς διαμετακομίσεως».
Ἑπομένως, τό περιεχόμενο τῆς διατάξεως είναι σαφές. Ό ἐγγυητής ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεων του ἀπό τῆς λήξεως προθεσμίας 12 μηνών, υπολογιζομένης ἀπό τῆς καταχωρίσεως, ἐφ᾽ ὅσον δέν ειδοποιηθεί γιά τήν μή εξόφληση τοῦ παραστατικοῦ Τ 1. 'Εξ άλλου, ἡ 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι ὁ σκοπός τῆς διατάξεως επιτυγχάνεται ὡς ἐξῆς: Ἄν τά τελωνειακά γραφεία ἀμφισβη-τοῦν την νομιμότητα τῆς πράξεως, οφείλουν νά ειδοποιήσουν σχετικῶς τόν ἐγγυητή σέ ἀντίθετη περίπτωση ἐκπίπτουν τοῦ δικαιώματος.
Ή 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι τό επιχείρημα, τό ὁποίο άφορᾶ τίς πράξεις εξοφλήσεως στήν συγκεκριμένη περίπτωση καί τό όποιο προβάλλει ἡ Ιταλική Amministrazione delle finanze καί ἐπαναλαμβάνεται στην διάταξη περί παραπομπής, σύμφωνα μέ τό όποιο «οἱ ἐν λόγω πράξεις, ἄν καί στερούμενες κύρους καί έννόμων ἀποτελεσμάτων, διενεργήθησαν ἐντός τῶν 12 μηνῶν ἀπό τῆς ἡμερομηνίας καταχωρίσεως τῶν δηλώσεων Τ 1, γεγονός πού εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά εμποδίσει τήν ἀπό τοῦ δικαιώματος έκπτωση» δέν εἶναι σαφές. Κατά τήν Ἐπιτροπή, ἡ ἰδία ἡ ἰταλική Amministrazione δέχεται τήν ἀνάγκη διενεργείας μιᾶς «πράξεως εντός τῶν 12 μηνών πού ἀκολουθούν τήν καταχώριση γιά νά μήν υπάρξει έκπτωση». Ή Ἐπιτροπή υποστηρίζει ὅτι ή ἐν λόγω πράξη δέν δύναται πάντως νά εἶναι οἱαδήποτε «πράξη» καί ἀκόμη λιγότερο πράξη εξοφλήσεως, ἡ ὁποία ενδεχομένως συνεπάγεται τό ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Δέν δύναται, ἑπομένως, νά πρόκειται περί τῆς προβλεπομένης ἀπό τό άρθρο 35 δεύτερο εδάφιο τοῦ κανονισμοῦ 542/69 κοινοποιήσεως.
Ἡ 'Επιτροπή υπενθυμίζει ὅτι ἡ τελωνειακή σύμβαση τοῦ 1975 (σύμβαση TIR) περί διεθνοῦς μεταφοράς εμπορευμάτων διά δελτίων TIR (πού ενεκρίθη μέ τόν κανονισμό 2112/78/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 25ης 'Ιουλίου 1978) περιλαμβάνει ἀνάλογη διάταξη στό άρθρο 11 προβλέπουσα πάντως περίοδο δύο ετών (ἀντί ἑνός) γιά τήν ἀπόσβεση τῆς υποχρεώσεως τοῦ ἐγγυητοῦ σέ περίπτωση ἀπάτης καί ὅτι ή διάταξη αυτή δέν περιελήφθη στην κοινοτική νομοθεσία περί διαμετακομίσεως.
'Εν συμπεράσματι, ἡ 'Επιτροπή προτείνει στό Δικαστήριο νά δώσει τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση στό υποβληθέν ἀπό τό Tribunale τοῦ Μιλάνου ερώτημα:
«Τό άρθρο 35 δεύτερο εδάφιο τοῦ κανονισμοῦ 542/69/ΕΟΚ πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι ὁ εγγυητής ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεων του, ἐφ᾽ ὅσον δέν ειδοποιηθεί περί τῆς μή εξοφλήσεως τῆς δηλώσεως Τ 1, μετά τήν λήξη περιόδου 12 μηνών, υπολογιζομενης ἀπό τῆς ἡμερομηνίας καταχωρίσεως τῆς ἐν λόγω δηλώσεως.»
III — Προφορική διαδικασία
Κατά τήν συζήτηση τῆς 8ης 'Οκτωβρίου 1981, ἡ Società Italiana Cauzioni, εκπροσωπουμένη ἀπό τόν δικηγόρο Μιλάνου Gregorio Leone, ἡ ἰταλική κυβέρνηση, ἐκπροσωπούμενη ἀπό τόν Ι. Μ. Braguglia καί ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν Α. Prozzillo, επικουρούμενο ἀπό τόν Ruah, πραγματογνώμονα, ἀνέπτυξαν προφορικώς τίς παρατηρήσεις τους.
Ὁ γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στίς 3 Δεκεμβρίου 1981.
Σκεπτικό
1
Μέ διάταξη τῆς 9ης 'Οκτωβρίου 1980, πού περιῆλθε στό Δικαστήριο τήν 12η Δεκεμβρίου Ιδίου έτους, τό Tribunale τοῦ Μιλάνου, πρῶτο τμῆμα ἀστικών ὑποθέσεων, υπέβαλε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικῆς διαμετακομίσεως (GU L 77, σ. 1), ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τόν κανονισμό 1079/71 τῆς 25ης Μαΐου 1971 (GU L 116, σ. 7).
2
Ό κανονισμός 542/69 τοῦ Συμβουλίου, ὅπως συνεπληρώθη κατά τά ἀνωτέρω, εφαρμοζόμενος καί ἐπί τῶν ενώπιον τοῦ Tribunale τοῦ Μιλάνου επιδίκων περιστατικών, προβλέπει γιά την διευκόλυνση τῆς μεταφορᾶς τῶν εμπορευμάτων στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος καί ἰδίως γιά την ἀπλοποίηση τῶν διατυπώσεων κατά την στιγμή τῆς διελεύσεως τῶν εσωτερικών συνόρων, ὡς καθεστώς κοινοτικῆς διαμετακομίσεως, ὅταν πρόκειται για εμπορεύματα πού δέν συγκεντρώνουν τους ὅρούς τῶν άρθρων 9 καί 10 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, ρυθμιζόμενης μέ τά άρθρα 12 μέχρι καί 38 τοῦ κανονισμοῦ.
3
Κατά τό ἄρθρο 12 παράγραφοι 1 καί 3 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ, κάθε εμπόρευμα, γιά νά δυνηθεί νά κυκλοφορήσει ὑπό τό καθεστώς τῆς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, πρέπει νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο δηλώσεως σέ έντυπο Τ 1, σύμφωνα μέ τό παράρτημα Α τοῦ κανονισμοῦ, υπογεγραμμένο ἀπό τό πρόσωπο πού ζητεί τήν διενέργεια τῆς πράξεως διαμετακομίσεως, ήτοι «τόν κυρίως υπόχρεο», ὁ ὁποιος, σύμφωνα μέ τόν ὁρισμό πού τοῦ δίδει σχετικά τό άρθρο 11 α τοῦ ἰδιου κανονισμοῦ, «καθίσταται 'έτσι υπεύθυνο έναντι τῶν ἁρμοδίων άρχων γιά τήν κανονική εκτέλεση τῆς πράξεως αυτής».
4
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 17 τοῦ κανονισμοῦ, ἡ πράξη τῆς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως ἀρχίζει μέ τήν καταχώριση τῆς δηλώσεως Τ 1 στό τελωνείο ἀναχωρήσεως καί περατοῦται, σύμφωνα μέ τό άρθρο 26, μέ τήν ὑπό τοῦ τελωνείου προορισμοῦ αποστολή στό τελωνείο ἀναχωρήσεως ενός ἀντιτύπου τῆς ἀνωτέρω δηλώσεως.
5
Τό άρθρο 27 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζει ἐξ άλλου ὅτι «γιά νά εξασφαλισθεί ἡ είσπραξη τῶν δασμών καί τῶν άλλων επιβαρύνσεων, πού Κράτος μέλος θά ἐδικαιοῦτο νά ἀπαιτήσει γιά τά εμπορεύματα τά όποια διέρχονται ἀπό τό έδαφός του κατά τήν διάρκεια τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως, ὁ κυρίως υπόχρεος πρέπει νά παρέχει εγγύηση, πλην ἀντιθέτων διατάξεων τοῦ παρόντος κανονισμοῦ». Ή παράγραφος 2 τοῦ ἰδίου ἄρθρου διευκρινίζει ὅτι «ή εγγύηση δύναται νά παρέχεται συνολικώς γιά περισσότερες πράξεις κοινοτικής διαμετακομίσεως ἡ μεμονωμένως γιά μία μόνο πράξη κοινοτικής διαμετακομίσεως». Ή παράγραφος 3 προβλέπει περαιτέρω ὅτι «μέ τήν επιφύλαξη τοῦ ἄρθρου 33 παράγραφος 2, ἡ εγγύηση συνίσταται στην εἰς ὁλόκληρον εγγύηση τρίτου προσώπου, φυσικοῦ ἤ νομικοῦ, εγκατεστημένου στό Κράτος μέλος ὅπου παρέχεται ή εγγύηση καί εγκρίνεται ἀπό τό ἐν λόγω Κράτος μέλος».
6
Τό άρθρο 35 πρῶτο εδάφιο τοῦ κανονισμοί) προβλέπει ὅτι: «ὁ ἐγγυητής ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεών του έναντι τῶν Κρατῶν μελών, διά τοῦ εδάφους τῶν ὁποίων ἐπραγματοποιήθη ἡ κοινοτική διαμετακόμιση, ὅταν τό παραστατικό Τ 1 εξοφλείται στό τελωνείο ἀναχωρήσεως». Μέ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1079/71 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 25ης Μαΐου 1971, στό ἐν λόγω κείμενο προσετέθη δεύτερο εδάφιο πού 'έχει ὡς έξῆς:
«'Οταν ὁ εγγυητής, εντός 12 μηνών ἀπό τήν ἡμερομηνία καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1, δέν 'έχει ειδοποιηθεί ἀπό τό τελωνείο ἀναχωρήσεως γιά τήν μή εξόφληση τοῦ παραστατικοῦ Τ 1, ἀπαλλάσσεται επίσης τῶν υποχρεώσεων του.»
7
Όπως προκύπτει ἀπό τήν διάταξη περί παραπομπής, ἡ ενάγουσα στην κυρία δίκη Società Italiana Cauzioni, Compagnia di assicurazioni e riassicurazioni SpA (ἐφ' έξῆς SIC), ἤσκησε ἀνακοπή κατά τῆς διαταγής πληρωμής πού τῆς ἀπηύθυνε ή Amministrazione Doganale πρός εξόφληση τῶν υποχρεώσεων τῆς ως εγγυήτριας τῶν τριών πράξεων διαμετακομίσεως κατεψυγμένου κρέατος πού διενεργήθησαν στίς 21 Νοεμβρίου 1975, 21 Δεκεμβρίου 1975 καί 2 'Ιανουαρίου 1976 μέ τά έντυπα εκτελωνισμοί) Τ 1, τόν ἀπατηλό χαρακτήρα τῶν ὁποίων, συνιστάμενο στην νόθευση τοῦ τρίτου ἀντιτύπου Τ 1, ώστε νά νομισθεί ὅτι τό ἐν λόγω εμπόρευμα εγκατέλειψε τό ιταλικό έδαφος, πράγμα τό όποιο δέν συνέβη στην πραγματικότητα, έφερε εἰς φῶς μεταγενεστέρως ἡ ἁρμοδία φορολογική ἀστυνομία τοῦ Μιλάνου (Polizia Tributaria).
8
Ή SIC διατείνεται ὅτι ἡ Amministrazione Doganale εξέπεσε τοῦ δικαιώματός της νά ζητήσει ἀπό αὐτήν, ὑπό τήν ιδιότητά τῆς ὡς εγγυήτριας, τήν καταβολή δασμών γιά τίς πραγματοποιηθεῖσες ἀπατηλές μεταφορές. Ή SIC υποστηρίζει ὅτι πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀπηλλαγμένη τῶν ἐκ τῆς εγγυήσεως υποχρεώσεων της κατόπιν τόσον τῆς εξοφλήσεως τοῦ έντυπου Τ 1, περί τῆς ὁποίας εἰδοποιήθη νομοτύπως ἀπό τίς ἁρμόδιες τελωνειακές υπηρεσίες στίς 13 Δεκεμβρίου 1975, 30 Δεκεμβρίου 1975 καί 21 'Ιανουαρίου 1976, ὅσον καί τῆς εκπνοής τῆς προθεσμίας τῶν 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1, ἡ ὁποία παρήλθε χωρίς τό τελωνείο ἀναχωρήσεως νά τήν ειδοποιήσει περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ Τ 1.
9
Οἱ Ιταλικές ἀρχές υποστηρίζουν ὅτι ἡ πράξη εξοφλήσεως πού στηρίζεται ἐπί των ἀπατηλών παραστατικών πρέπει νά θεωρηθεί ὡς άκυρη καί ἀνενεργός καί, συνεπῶς, ως στερούμενη ἀποτελέσματος, ὅσον άφορᾶ την ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ κατά την ἔννοια τοῦ ἄρθρου 35 πρῶτο εδάφιο τοῦ κανονισμοῦ 542/69, ἡ ὁποία δέν δύναται νά εἶναι παρά τό ἀποτέλεσμα ἐγκυρου πράξεως επαληθεύσεως, μέσω ενός θετικοῦ έλεγχου, τῆς συμφωνίας τοῦ ἀντιτύπου τοῦ παραστατικοῦ Τ 1 τοῦ τελωνείου ἀναχωρήσεως πρός εκείνο τοῦ τελωνείου προορισμοῦ.
10
Όσον άφορᾶ τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ ὑπό τους ὅρούς πού προβλέπει τό δεύτερο ἐδάφιο τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69, οἱ ιταλικές ἀρχές διατείνονται ὅτι στό μέτρο πού ἡ εξόφληση τοῦ παραστατικοῦ Τ 1 έγινε εμπροθέσμως, ήτοι πρό τῆς ἐκπνοής τῆς προθεσμίας τῶν 12 μηνών ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1, μέ τήν θετική πράξη επαληθεύσεως, τῆς ὁποίας ὅμως οἱ προϋποθέσεις κύρους ἐπί τῆς ουσίας ἀποδεικνύονται ἐν συνεχεία ἀνύπαρκτες, ἡ Amministrazione Doganale δέν πρέπει πλέον νά δεσμεύεται ἀπό τήν προβλεπομένη ἀπό τήν ἐν λόγω διάταξη προθεσμία.
11
Κατά τίς ιταλικές ἀρχές, ἡ πράξη εξοφλήσεως, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐν συνεχεία άκυρη, δέν πρέπει νά συνεπάγεται τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ, μή εφαρμοζομένου στην προκειμένη περίπτωση τοῦ εδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69, άλλως οἱ τελωνειακές ἀρχές θά ὑπεχρεοῦντο νά διεξαγάγουν μακροχρόνιες πράξεις έλεγχου καί ἐρεύνης καί νά ειδοποιούν κατά τρόπο συστηματικό τόν εγγυητή περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ Τ 1, κατ' ἀντίθεση πρός τόν σκοπό στόν όποιο ἀπέβλεπε ἡ θέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 1079/71.
12
Γιά τήν επίλυση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τό Tribunale τοῦ Μιλάνου υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο ερώτημα:
«Οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 543/69, τῆς 18ης Μαρτίου 1969, ὅπως συνεπληρώθησαν ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 1079/71, τῆς 25ης Μαΐου 1971, πρέπει νά ερμηνευθοῦν ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἡ Amministrazione Finanziaria, γιά νά διατηρήσει τό πλεονέκτημα τῆς εγγυήσεως πού προβλέπει ὁ ἐν λόγω κανονισμός, υπέχει, ἐν πάση περιπτώσει, τήν υποχρέωση νά ειδοποιήσει τόν εγγυητή εντός προθεσμίας 12 μηνών ἀπό τῆς ἡμερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1 περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοί) αὐτοῦ;»
13
Πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι τό άρθρο 35 τοῦ κανονισμοί) 542/69 τοῦ Συμβουλίου, ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τόν κανονισμό 1079/71 τοῦ Συμβουλίου, ἀποσκοπεί στό νά παρασχεθεί νομική ἀσφάλεια στά πρόσωπα, τά όποια προσφέρονται ὡς εγγυητές τῶν πράξεων διαμετακομίσεως, σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ ὑπό κρίση κανονισμοῦ, προβλέποντας ἰδίως την ἀπαλλαγή τους μετά τήν λήξη δωδεκαμήνου περιόδου ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, ἐφ᾿ ὅσον δέν εἰδοποιήθησαν περί τῆς μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικοῦ Τ 1, ἀπό τό τελωνείο ἀναχωρήσεως. Τό ἀπαλλακτικό αὐτό ἀποτέλεσμα, συνδεόμενο μέ τήν εκπνοή τῆς ἐν λόγω προθεσμίας, ὅπως καί τό ἀπαλλακτικό ἀποτέλεσμα τῆς εἰδοποιήσεως περί εξοφλήσεως, δέν υπόκειται σέ κανένα άλλο ὅρο.
14
Ἐξ άλλου, ἀπό τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69, συνεπληρώθη ἀπό τόν κανονισμό 1079/71 τοῦ Συμβουλίου, προκύπτει ὅτι, στό πλαίσιο τῆς λειτουργίας πού τῆς ἀναγνωρίζει τό προβλεπόμενο ἀπό τό άρθρο 35 τοῦ κανονισμοί) 542/69 καθεστώς, ἡ κοινοποίηση τῆς εἰδοποιήσεως εξοφλήσεως δέν δύναται νά εμποδίσει τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἐγγυητοῦ ούτε νά υποκαταστήσει τήν εἰδοποίηση περί μή εξοφλήσεως τοῦ παραστατικού Τ 1 καί νά έχει έτσι ἀποτέλεσμα ἀντίθετο εκείνου πού τῆς ἀποδίδει ρητώς τό σχετικό κείμενο.
15
Ἀπό αυτά συνάγεται ἑπομένως ὅτι, ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν συνεπειῶν πού δύναται νά συνεπάγεται ἐπί τῆς ἀπαλλαγής του ἀπό τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ή ἀπατηλή συμπεριφορά τοῦ ἰδίου τοῦ ἐγγυητοῦ, θέμα πού δέν εμπίπτει στό υποβληθέν στό Δικαστήριο ερώτημα, ὁ εγγυητής ἀπαλλάσσεται αυτομάτως μέ τήν επέλευση ἁπλώς τοῦ γεγονότος τῆς εκπνοής τῆς δωδεκάμηνης προθεσμίας, ή ὁποία επέρχεται χωρίς κοινοποίηση τῆς εἰδοποιήσεως περί μή εξοφλήσεως.
16
Ἄρα, ἡ ἀπάντηση πού πρέπει νά δοθεί στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Tribunale τοῦ Μιλάνου εἶναι ὅτι τό άρθρο 35 τοῦ κανονισμού 542/69 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1079/71, τῆς 25ης Μαΐου 1971, πρέπει νά ερμηνευθεί ὐπό τήν ἔννοια ὅτι, ελλείψει κοινοποιήσεως στόν εγγυητή ἀπό τήν Amministrazione Doganale τῆς εἰδοποιήσεως περί μή εξοφλήσεως εντός προθεσμίας 12 μηνῶν ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ 1 καί ἐφ' ὅσον δέν συντρέχει ἀπατηλή συμπεριφορά γιά τήν ὁποία ενέχεται ὁ εγγυητής, ὁ τελευταίος ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεων του ἐν πάση περιπτώσει.
Ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων
17
Τά έξοδα, στά όποια υπεβλήθη ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, πού κατέθεσε παρατηρήσεις στό Δικαστήριο, δέν ἀποδίδονται. Δεδομένου ὅτι ή παροῦσα διαδικασία έχει ως πρός τους διαδίκους τῆς κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ἀνέκυψε ενώπιον τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου, σέ αυτό εναπόκειται νά ἀποφανθεί ἐπί τῶν εξόδων.
Διά ταῦτα
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
κρίνοντας ἐπί τοῦ ερωτήματος πού τοῦ υπέβαλε, μέ διάταξη τῆς 9ης 'Οκτωβρίου 1980, τό Tribunale τοῦ Μιλάνου, ἀποφαίνεται ὅτι:
Τό άρθρο 35 τοῦ κανονισμοῦ 542/69 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 18ης Μαρτίου 1969, περί κοινοτικής διαμετακομίσεως, ὅπως συνεπληρώθη ἀπό τό ἄρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 1079/71 τοῦ Συμβουλίου τῆς 25ης Μαΐου 1971, πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὑπό τήν ἔννοια ὅτι, ελλείψει κοινοποιήσεως στόν εγγυητή ἀπό τήν Amministrazione Doganale ἐντός δωδεκαμήνου προθεσμίας ἀπό τῆς ημερομηνίας καταχωρίσεως τῆς δηλώσεως Τ1, τῆς ειδοποιήσεως περί μή εξοφλήσεως καί ἐφ' ὅσον δέν συντρέχει ἀπατηλή συμπεριφορά γιά τήν ὁποία ενέχεται ὁ ἐγγυητής, ὁ τελευταίος ἀπαλλάσσεται τῶν υποχρεώσεών του ἐν πάση περιπτώσει.
Due
Χλωρός
Grévisse
Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς 18 Φεβρουαρίου 1982.
Κατ' ἐντολήν τοῦ
γραμματέως
Η. Α. Rühl
Κύριος υπάλληλος διοικήσεως
Ό πρόεδρος τοῦ δευτέρου τμήματος
Ο. Due
( 1 ) Γλώσσα διαδικασίας: ἡ Ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy