ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 28ης Μαρτίου 1980 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 24/80 και 97/80 R,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους νομικούς της συμβούλους, Marc Sohier και Bernard Paulin, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό της σύμβουλο Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
αιτούσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους Gilbert Guillaume και Noël Museux, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Γαλλίας, 2, rue Bertholet,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων με τα οποία να διαταχθεί στην καθής να παύσει αμελλητί την εφαρμογή οποιουδήποτε περιορισμού επί των εισαγωγών και/ή εισαγωγικού δασμού βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, Πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, εκδοθείσα επί της υποθέσεως 238/78 (Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, συνεχίζουσα να εφαρμόζει, μετά την 1η Ιανουαρίου 1978, το εθνικό περιοριστικό της σύστημα επί των εισαγωγών βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12 και 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Με δικόγραφα που κατέθεσε στη γραμματεία στις 14 Ιανουαρίου και 13 Μαίου 1980, αντιστοίχως, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου δύο προσφυγές με τις οποίες ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείπου-σα να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης.
3
Με την πρώτη προσφυγή (υπόθεση 24/80), ζητείται από το Δικαστήριο να «αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, συνεχίζουσα να εφαρμόζει, μετά τις 25 Σεπτεμβρίου 1979, το εθνικό περιοριστικό της σύστημα επί των εισαγωγών βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ».
4
Με τη δεύτερη προσφυγή (υπόθεση 97/80), ζητείται από το Δικαστήριο να «αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, συνεχίζουσα να επιβάλλει, μετά τις 25 Σεπτεμβρίου 1979, εισαγωγικό δασμό επί των εισαγωγών βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ».
5
Η Γαλλική Δημοκρατία κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως της στην υπόθεση 24/80, στις 22 Φεβρουαρίου 1980. Ζήτησε την απόρριψη αυτής της προσφυγής ισχυριζόμενη στην ουσία ότι το άρθρο 171 συνεπάγεται ότι παρέχεται στα κράτη μέλη, για να λάβουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου, «εύλογη προθεσμία», ποικίλλουσα ανάλογα με την περίπτωση και ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε γίνει υπέρβαση αυτής της προθεσμίας.
6
Στις 13 Μαρτίου 1980, κατόπιν της ασκήσεως της προσφυγής στην υπόθεση 97/80, η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 186 της Συνθήκης και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, υπέβαλε αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων στις δύο υποθέσεις ζητώντας από το Δικαστήριο «να διαταχθεί η Γαλλική Δημοκρατία να παύσει αμελλητί την εφαρμογή οποιουδήποτε περιορισμού επί των εισαγωγών και/ή εισαγωγικού δασμού βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου».
7
Οι δύο υποθέσεις ενώθηκαν με Διάταξη του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1980.
8
Η Γαλλική Δημοκρατία, παρόλον ότι αναγνωρίζει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1979 της επιβάλλει την υποχρέωση να καταργήσει την εθνική της οργάνωση της αγοράς στον τομέα των προβάτων, ισχυρίσθηκε ότι η άμεση εκτέλεση αυτής της αποφάσεως προσκρούει σε εμπόδια πολιτικής και οικονομικής φύσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίσθηκε επίσης ότι η αιτούμενη από την Επιτροπή Διάταξη δεν προβλέπεται από το άρθρο 186 και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου για την εφαρμογή των προσωρινών μέτρων δεν πληρούται. Η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, συνεπώς, την απόρριψη της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.
9
Η Επιτροπή απαντά ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 232/78 υπερβαίνει την «εύλογη προθεσμία» για τη θέσπιση των απαιτούμενων για την εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου μέτρων. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι λόγω των σοβαρών ζημιών που προκύπτουν από τη διατήρηση υπό της Γαλλικής Δημοκρατίας των περιοριστικών μέτρων επί των εισαγωγών βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, υφίσταται επείγουσα ανάγκη να διαταχθεί, με προσωρινά μέτρα, η κατάργηση αυτών των μέτρων.
10
Όπως αναφέρεται στο άρθρο 171 της Συνθήκης, αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωση του εκ της παρούσας Συνθήκης «το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου».
11
Σύμφωνα με το άρθρο 155, η Επιτροπή μεριμνά «για την εφαρμογή της παρούσας Συνθήκης καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα όργανα»· εναπόκειται, συνεπώς, στην Επιτροπή να μεριμνά και για την εκτέλεση, από τα κράτη μέλη, των εκδιδομένων από το Δικαστήριο αποφάσεων.
12
Κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, η Επιτροπή μπορεί να ασκεί προσφυγές δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης αν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν έλαβε τα αναγκαία για την εκτέλεση μιας αποφάσεως μέτρα ή ότι τα ενδεχομένως προς το σκοπό αυτό ληφθέντα μέτρα δεν είναι σύμφωνα προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση. Δεν μπορεί να αποκλειστεί, στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής, να ζητηθεί από το Δικαστήριο να διατάξει τα ενδεχομένως αναγκαία προσωρινά μέτρα, δυνάμει των άρθρων 186 της Συνθήκης και 36 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από αυτές τις διατάξεις και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας προϋποθέσεις. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει αυτή την ανάγκη σε κάθε ατομική περίπτωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις κριτήρια.
13
Στην προκειμένη περίπτωση, αυτή η ανάγκη πρέπει να εκτιμηθεί λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τα στοιχεία δικαίου που συνάγονται από την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1979 και, αφετέρου, το αντικείμενο των ασκηθεισών διαδοχικώς δύο προσφυγών υπό της Επιτροπής κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας λόγω μη εκτελέσεως των υποχρεώσεων της τελευταίας που απορρέουν από το άρθρο 171 της Συνθήκης.
14
Υπό το φως αυτών των σκέψεων πρέπει, καταρχάς, να γίνει υπόμνηση των όρων της αποφάσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 1979. Παρόλον ότι είναι αληθές ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε «την υπόσταση των προβλημάτων που οι γαλλικές αρχές πρέπει να αντιμετωπίσουν στον εξεταζόμενο τομέα και το συμφέρον της εγκαθιδρύσεως, εντός των συντομότερων προθεσμιών, κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος», επισήμανε, ωστόσο, ότι «μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου της Συνθήκης ΕΟΚ και, όσον αφορά τα νέα κράτη μέλη, η παρέλευση των μεταβατικών προθεσμιών που προβλέπονται ειδικώς από την Πράξη Προσχωρήσεως, η λειτουργία εθνικής οργανώσεως αγοράς δεν μπορεί πλέον να αποτελεί εμπόδιο στο πλήρες αποτέλεσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί καταργήσεως των περιορισμών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο».
15
Παρόλον ότι το Δικαστήριο παρατήρησε στην απόφαση του ότι εναπόκειται «στα αρμόδια θεσμικά όργανα και μόνο σ' αυτά να λάβουν εντός κατάλληλης προθεσμίας τα αναγκαία μέτρα προς εξεύρεση, μέσα σε κοινοτικό πλαίσιο, γενικής λύσεως στο πρόβλημα της αγοράς του βοείου κρέατος και στις ειδικές δυσχέρειες που εμφανίζονται σχετικώς σε ορισμένες περιοχές», διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι οι εργασίες των κοινοτικών οργάνων προς εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως αγοράς στον εξεταζόμενο τομέα δεν έχουν ακόμα καταλήξει «δεν συνιστά, ωστόσο, επαρκή λόγο, για ένα κράτος μέλος, να διατηρεί εθνική οργάνωση αγοράς περιλαμβάνουσα χαρακτηριστικά ασυμβίβαστα προς τις απαιτήσεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως είναι οι περιορισμοί επί των εισαγωγών και η είσπραξη τελών επί των εισαγομένων προϊόντων, υπό οποιαδήποτε ονομασία».
16
Όπως έκρινε το Δικαστήριο, με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972 (υπόθεση 48/71, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Recueil 1972, σ. 529) η διαπίστωση, με απόφαση έχουσα ισχύ δεδικασμένου έναντι του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται, παραβάσεως υποχρεώσεων που το εν λόγω κράτος υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, συνεπάγεται για τις αρμόδιες εθνικές αρχές αυτοδικαίως την απαγόρευση να εφαρμόζουν εθνική διάταξη που έχει αναγνωριστεί ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη και, σε ενδεχομένη περίπτωση, υποχρέωση θεσπίσεως οποιασδήποτε διατάξεως για τη διευκόλυνση της πλήρους υλοποιήσεως του κοινοτικού δικαίου. Έπεται ότι, εκ μόνου του αποτελέσματος της αποφάσεως που αναγνωρίζει την παράβαση, το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται έχει την υποχρέωση να λάβει, χωρίς να μπορεί να αντιτάξει κανένα εμπόδιο οποιασδήποτε φύσεως, όλα τα πρόσφορα μέτρα για να παύσει η παράβαση.
17
Η Γαλλική Δημοκρατία έχει, συνεπώς, την υποχρέωση, δυνάμει των άρθρων 12 και 30 της Συνθήκης, όπως αναγνώρισε η απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, να παύσει την εφαρμογή οποιουδήποτε περιοριστικού μέτρου, υπό οποιαδήποτε μορφή, επί των εισαγωγών βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου-διαπιστώθηκε στην απόφαση ότι αυτή η υποχρέωση υφίστατο από την 1η Ιανουαρίου 1978.
18
Πρέπει να υπομνηστεί, επιπλέον, ότι το αντικείμενο των προσφυγών στις υποθέσεις 24/80 και 97/80 συνίσταται στο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, συνεχίζουσα, μετά την έκδοση της αποφάσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, να εφαρμόζει το περιοριστικό της σύστημα, παρέβη τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 171 της Συνθήκης.
19
Η Επιτροπή, ζητώντας από το Δικαστήριο, κατά διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αποβλέπουσα στο να ληφθούν προσωρινά μέτρα, να διαταχθεί η Γαλλική Δημοκρατία να παύσει αμελλητί να εφαρμόζει το περιοριστικό της σύστημα, ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση Διατάξεως της οποίας το αντικείμενο αντιστοιχεί στην ουσία με την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979. Έπεται ότι τα αιτούμενα από την Επιτροπή προσωρινά μέτρα δεν είναι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, αναγκαία κατά την έννοια του άρθρου 186 της Συνθήκης.
20
Δεν συντρέχει, συνεπώς, λόγος λήψεως των αιτουμένων από την Επιτροπή προσωρινών μέτρων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
αποφαινόμενο επί προσωρινών μέτρων, αποφασίζει:
Δεν συντρέχει λόγος λήψεως των αιτούμενων από την Επιτροπή προσωρινών μέτρων.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Διατάχθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 28 Μαρτίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy