ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 8 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Τά προδικαστικά ἐρωτήματα, στά όποῖα πρέπει νά δοθεῖ ἀπάντηση στην παρούσα υπόθεση, ἀφοροῦν τό λεπτό θέμα των ὁρίων πού θέτει τό κοινοτικό δίκαιο (καί συγκεκριμένα τό ἄρθρο 36 της συνθήκης ΕΟΚ) στην προστασία του σήματος. Ή προκειμένη περίπτωση χαρακτηρίζεται ἀπό τρία στοιχεία: τήν παράλληλη εισαγωγή ενός φαρμακευτικού προϊόντος ἀπό ἔνα Κράτος μέλος σέ άλλο Κράτος μέλος τήν ἀνασυσκευασία του προϊόντος ἀπό τόν εισαγωγέα· τήν αντίδραση του δικαιούχου του σήματος στό κράτος εισαγωγής, ὁ όποιος επιδιώκει, επικαλούμενος τήν ἀποκλειστικότητα του δικαιώματός του, νά ματαιώσει τήν πώληση του ἀνασυσκευασθέντος προϊόντος. Ὑπάρχουν εμφανή κοινά σημεία μέ τίς καταστάσεις ἀπό τίς όποιες ἐγεννήθησαν οἱ υποθέσεις 102/77, Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm, επί τῆς ὁποίας τό Δικαστήριο αυτό εξέδωσε απόφαση στίς 23 Μαΐου 1978 (Racc. 1978, σ. 1139) καί 3/78, Centrafarm κατά American Home Products, ἐπί τῆς ὁποίας εξεδόθη ἀπόφαση στίς 10 Όκτωβρίου του ιδίου έτους (Racc. 1978, σ. 1823). Εἶναι ἐπομένως φυσικό τό ὅτι οἱ διάδικοι ἀνεφέρθησαν στά δύο αὐτά νομολογιακά προηγούμενα, ἀπό τά όποια ὄμως συνήγαγαν διαφορετικά συμπεράσματα.
2.
Χρήσιμη θά ήταν ἡ ἀνακεφαλαίωση των σημαντικῶν περιστατικῶν μέ μεγαλύτερη ἀκρίβεια. Ή γερμανική ἐπιχείρηση Eurim-Pharm εισήγαγε ἀπό τό Ήνωμένο Βασίλειο στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ἔνα ἀντιβιοτικό πού καλείται Vibramycin καί παρασκευάζεται ἀπό τήν βρετανική θυγατρική τῆς πολυεθνικής εταιρίας Pfizer. Τό ἴδιο φάρμακο πωλείται στην Γερμανία ἀπό τήν γερμανική θυγατρική τῆς επιχειρήσεως Pfizer καί προστατεύεται ἀπό σήμα κατατεθέν, δικαιούχος τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ μητρική εταιρία. Τά δισκία Vibramycin συσκευάζονται ἀπό τόν παρασκευαστή εντός κυψελοειδών πλακιδίων (πού στά ἀγγλικά ὀνομάζονται «blisters», ἐπί τῆς ὀπίσθιας ὄψεως τῶν ὁποίων είναι τυπωμένες οι λέξεις «Vibramycin Pfizer». Κάθε πλακίδιο περικλείει πέντε δισκία. Τά πλακίδια δέ περιέχονται σέ συσκευασίες τῶν δύο (10 δισκία) ἡ τῶν δέκα (50 δισκία).
Ὁ εἰσαγωγεύς, ἡ Eurim-Pharm, ἀντικατέστησε τίς συσκευασίες αυτές μέ άλλα κυτία ἀπό χαρτόνι καί ἐτοποθέτησε σέ κάθε κυτίο ἔνα ἀπό τά ἀρχικά πλακίδια. Ἐπειδή δέ ἡ μία πλευρά τῶν κυτίων είναι ἀπό διαφανές υλικό, φαίνονται σαφώς οἱ λέξεις «Vibramycin Pfizer», οἱ όποιες ευρίσκονται ἐπί τῆς οπίσθιας όψεως του πλακιδίου. Ἐπί τῆς αντιθέτου πλευράς τῶν κυτίων, κάτω ἀπό τίς λέξεις «ἀντιβιοτικό εὐρέος φάσματος», ἀναγράφεται πρώτα μέν ἡ ένδειξη «παρασκευαστής: Pfizer Ltd., Sandwich, Kent, GB, κάτω δέ ἀπό αυτή ή ένδειξη: «εἰσαγωγεύς: Eurim-Pharm GmbH, χονδρεμπόριο φαρμάκων, 8229 Piding». Ἐντός τῆς νέας συσκευασίας τοποθετείται ἔνα δελτίο ὁδηγιών, πού ἀνταποκρίνεται στίς γερμανικές προδιαγραφές, καί επαναλαμβάνεται ὅτι τό προϊόν ἀνασυνεσκευάσθη ἀπό τόν εισαγωγέα.
Ἡ ἑταιρία Pfizer, ισχυριζομένη ὅτι ἡ ἀνασυσκευασία του ἐν λόγω προϊόντος στην όποια προέβη ἡ Eurim-Pharm ἀποτελούσε προσβολή τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπί του σήματος κατά τό γερμανικό δίκαιο, ἐκίνησε ενώπιον τοῦ Landgericht του Ἀμβούργου μία διαδικασία ἐπί τῆς ουσίας, ζητώντας τήν ἀναγνώριση τῆς ἐν λόγω προσβολής, καί μία διαδικασία ἀσφαλιστικῶν μέτρων, μέ σκοπό νά ἀπαγορευθεί ἀμέσως στην εισαγωγική ἐπιχείρηση νά ἀνασυσκευάζει τό Vibramycin καί νά τό διαθέτει προς πώληση εντός τῆς νέας συσκευασίας. Κατά τήν διαδικασία τῶν ἀσφαλιστικῶν μέτρων τό επιληφθέν δικαστήριο εδέχθη τό αίτημα καί εξέδωσε κατ' αρχάς μέν διάταξη (στίς 27 Ιουλίου 1979), κατόπιν δέ ἀπόφαση (στίς 10 Αυγούστου 1979). Στον δεύτερο όμως βαθμό δικαιοδοσίας, τό Hanseatisches Oberlandesgericht έκρινε ἀντιθέτως, μέ ἀπόφαση τῆς 24ης Ἰανουαρίου 1980, ὅτι ή ἄσκηση τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος ἀπεκλείετο ἐν προκειμένω ἀπό τίς διατάξεις τῶν άρθρων 30 καί 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Κατόπιν τούτου, τό πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του ὁποίου ἐσυνεχίσθη ἡ δίκη ἐπί τῆς οὐσίας, ἀπεφάσισε νά υποβάλει στό Δικαστήριό μας, κατ' ἐφαρμογή του ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τά ἀκόλουθα δύο ἐρωτήματα:
«1.
Ό δικαιούχος ενός σήματος πού προστατεύεται γιά λογαριασμό του στό Κράτος μέλος Α δύναται, βάσει τοῦ άρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, επικαλούμενος αὐτό τό δικαίωμα, νά εμποδίσει ἕνα εισαγωγέα νά ἀγοράζει χονδρικά ἀπό μία θυγατρική εταιρία του δικαιούχου του σήματος φάρμακα πού μέ τήν άδειά του κυκλοφορούν στό εμπόριο ἐντός του Κράτους μέλους Β της Κοινότητος καί φέρουν νομίμως τό σήμα του, νά τά ἀνασυσκευάζει σύμφωνα μέ τίς ἑπικρατούσες στό Κράτος μέλος Α ἀποκλίνουσες συνήθειες των ιατρών ὡς πρός τήν έκδοση συνταγών καί νά τά διαθέτει στό ἐμπόριο εντός του Κράτους μέλους Α σέ μία ἐξωτερική συσκευασία πού έχει επινοηθεί ἀπό τόν εισαγωγέα, ἡ οποία στην εμπροσθια ὄψη τῆς έχει ένα άνοιγμα πού καλύπτεται ἀπό ένα διαφανές φύλλο, ἀπό τό όποιο εἶναι ὁρατή ἡ διακριτική ένδειξη τοῦ δικαιούχου του σήματος, ἡ ὁποια ευρίσκεται στήν ὀπισθία πλευρά τῆς συσκευασίας μπλίστερ πού περιβάλλει άμεσα τό φάρμακο;
2.
Ἀρκεί γιά τήν διαπίστωση τῆς υπάρξεως ενός ἀνεπίτρεπτου περιορισμού τοῦ εμπορίου, κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 36 δεύτερο ἐδάφιο της συνθήκης ΕΟΚ, ὅτι ἡ άσκηση τοῦ κατά τό ἐθνικό δίκαιο δικαιώματος ἐπί του σήματος, σέ συσχετισμό μέ τόν τρόπο διαθέσεως τοῦ προϊόντος στό ἐμπόριο ἀπό τόν δικαιούχο του σήματος, ὁδηγεί αντικειμενικώς σέ στεγανοποίηση τῶν ἀγορών μεταξύ τῶν Κρατών μελών ἤ ἀπαιτείται ἐπί πλέον να ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ δικαιούχος του σήματος χρησιμοποιεί τό δικαίωμά του, σέ συσχετισμό μέ τόν τρόπο πού εφαρμόζει γιά τήν διάθεση του προϊόντος στό εμπόριο, μέ τόν τελικό σκοπό νά προκαλέσει μία τεχνητή στεγανοποίηση τῶν ἀγορών;»
3.
Εἶναι γνωστό ὅτι κατ' ἀρχήν ὁ δικαιούχος ενός δικαιώματος εμπορικής ἡ βιομηχανικής ιδιοκτησίας πού προστατεύεται ἀπό τήν νομοθεσία ενός Κράτους μέλους δέν δύναται νά επικαλεσθεί τήν νομοθεσία αὐτή γιά νά εμποδίσει τήν εισαγωγή ἑνός προϊόντος πού διατίθεται ήδη πρός πώληση στην ἀγορά άλλου Κράτους μέλους ἀπό τόν ίδιο δικαιούχο ἡ μέ τήν έγκριση του. Ή νομολογία του Δικαστηρίου αὐτοῦ είναι σαφής ἐν προκειμένω: θά περιορισθώ νά υπενθυμίσω τίς ἀποφάσεις τῆς 31ης Όκτωβρίου 1974 στην υποθεση 16/74, Centrafarm κατά Winthrop (Racc. 1974, σ. 1183), της 10ης Όκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 3/78, Centrafarm κατά American Home Products (ἀνεφέρθη ήδη) καί τῆς 20ης Ίανουαρίου 1981 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 55 καί 57/80, Musik-Vertrieb membran GmbH (δέν έχει δημοσιευθεῖ ἀκόμη στην Συλλογή). Κάθε μέτρο πού παρακωλύει την πώληση ἀπό ένα «παράλληλο» εισαγωγέα του προϊόντος πού ὁ εἰσαγωγεύς αυτός νομίμως ἀπέκτησε σέ ένα άλλο Κράτος μέλος εἶναι ἀπό την φύση του ἀσυμβίβαστο προς τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθ' όσον έχει ἀποτέλεσμα ισοδύναμο πρός ποσοτικό περιορισμό τῶν εισαγωγῶν: ὁ δικαστής τῆς ουσίας δείχνει ὅτι έχει πλήρη επίγνωση τῶν ἀνωτέρω.
Εἶναι επίσης γνωστό ὅτι τό άρθρο 36 ἐπιτρέπει ἀποκλίσεις ἀπό τήν ἀρχή τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων, μόνο εφ' όσον οἱ ἀποκλίσεις αυτές εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν προστασία τῶν δικαιωμάτων πού ἀποτελούν τό ειδικό ἀντικείμενο τῆς ἐμπορικής καί βιομηχανικής ιδιοκτησίας (βλ. τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση Centrafarm κατά Winthrop, σκέψη 7).
Όσον άφορᾶ τό σήμα, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι τό ειδικό ἀντικείμενο του δικαιώματος ἐπί του σήματος συνίσταται κυρίως «στην εξασφάλιση υπέρ του δικαιούχου του σήματος του ἀποκλειστικού δικαιώματος τῆς χρησιμοποιήσεως του σήματος, όταν ἕνα προϊόν τίθεται γιά πρώτη φορά οτήν κυκλοφορία, καί στην προστασία του δικαιούχου κατ' αυτό τόν τρόπο ἀπό ἀνταγωνιστές πού θά επεδίωκαν ενδεχομένως νά ἐκμεταλλευθούν κατ' ἀθέμιτο τρόπο τήν θέση καί τήν φήμη τοῦ σήματος διά της πωλήσεως προϊόντων πού θά έφεραν παρανόμως τό σήμα αυτό» (προαναφερθείσα ἀπόφαση Centrafarm κατά Winthrop, σκέψη 8). Προφανώς, στίς περιπτώσεις παραλλήλου εισαγωγής, ὁπως εἶναι ἡ περίπτωση πού εξετάζουμε, τό προϊόν εἶχε ήδη τεθεί σέ κυκλοφορία, όταν ὁ δικαιούχος ἐζήτησε τήν παροχή έννομου προστασίας. Τό Δικαστήριο όμως έχει περιγράψει γενικώς καί τήν «κυρία λειτουργία» του σήματος, ή ὁποία συνίσταται στην ἐγγύηση, πρός τόν καταναλωτή ἡ τόν τελικώς χρησιμοποιούντα αυτό, τῆς ταυτότητος τῆς προελεύσεως του προϊόντος μέ τό σήμα (βλ. τίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm, σκέψη 7, Centrafarm κατά American Home Products, σκέψη 12). Ή ἐγγύηση αυτή τῆς προελεύσεως συνεπάγεται κυρίως τήν προστασία τῆς εμπιστοσύνης τοῦ καταναλωτού ὡς πρός τό ὅτι ή ἀρχική κατάσταση του προϊόντος δέν μετεβλήθη ἀπό τρίτους χωρίς έγκριση τοῦ δικαιούχου τοῦ σήματος (προαναφερθείσα ἀπόφαση Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm, σκέψη 7). Τό κεντρικό πρόβλημα συνεπώς πού ἀναφύεται στην παρούσα υπόθεση δύναται νά διατυπωθεί ὡς έξης: ὄταν ὁ εἰσαγωγεύς ἀνασυσκευάζει ένα φάρμακο, περιοριζόμενος σέ αντικατάσταση τῆς ἐξωτερικής συσκευασίας, χωρίς ὄμως νά μεταβάλλει τήν εσωτερική, καί καθιστᾶ ὁρατό τό σήμα πού έχει θέσει ὁ παρασκευαστής ἐπί της εσωτερικής συσκευασίας, δύναται νά γίνει λόγος περί μεταβολής τῆς ἀρχικής καταστάσεως του προϊόντος πού έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν εξασθένιση τῆς ἐγγυήσεως της προελεύσεως; Πράγματι, ἐπί τοῦ προβλήματος αὐτού κυρίως υπάρχει ἀντίθεση ἀπόψεων μεταξύ ἀφ' ενός μέν τοῦ πρωτοβαθμίου, ἀφ' ἑτερου δέ τοῦ δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τῆς οὐσίας. Σύμφωνα μέ τό Landgericht, ὁ τρόπος τῆς ἀνασυσκευασίας στην ὁποία προέβη ἡ εταιρία Eurim-Pharm ισοδυναμεί, ἀπό νομικής ἀπόψεως, προς θέση τοῦ σήματος ἐπί τῆς ἐξωτερικής συσκευασίας, πράγμα πού θίγει τήν εγγύηση της προελεύσεως, ἡ ὁποία άφορᾶ ὁλόκληρη τήν συσκευασία. Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τό Oberlandesgericht, ἀρκεῖ τό ὅτι ἡ νέα παρουσίαση τοῦ προϊόντος δέν εξαπατά ὡς πρός τήν προέλευση του καί ὅτι τά δισκία Vibramycin παρέμειναν ὁπως τά εἶχε τοποθετήσει ὁ παρασκευαστής (δηλαδή ευρίσκονται εντός τῶν πλακιδίων καί φέρουν τό σήμα του).
4.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ προαναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 23ης Μαΐου 1978 ἐπί της υποθέσεως Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm περιέχει τά ἀναγκαία στοιχεία γιά την επίλυση τοῦ ἀνωτέρω προβλήματος. Ἀς σημειωθεί ότι καί στην περίπτωση εκείνη τά προδικαστικά ἐρωτήματα εἶχαν ἀνακύψει ἀπό πραγματικά περιστατικά πού ἀφορούσαν τήν εισαγωγή ενός φαρμάκου ἀπό τήν Μεγάλη Βρετανία στην Όμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί τήν ἀνασυσκευασία του ἀπό τόν εισαγωγέα, τίς όποιες προσέβαλε μέ ἀνακοπή, βάσει του γερμανικού δικαίου περί σημάτων, ἡ θυγατρική του πολυεθνικού συγκροτήματος, ἀπό τό όποιο ἐξηρτᾶτο καί ὁ βρετανός παρασκευαστής του προϊόντος. Ή ἀνασυσκευασία όμως αφορούσε ολόκληρη τήν συσκευασία (τά φιαλίδια καί τά κυτία) καί ὁ εἰσαγωγεύς εἶχε τυπώσει επί τῆς νέας συσκευασίας τό σήμα του παρασκευαστοῦ. Τό Δικαστήριο, ἀφοῦ προσδιόρισε επί τίνος ἀκριβῶς θέματος ἐκαλεῖτο νά ἀποφανθεί (δηλαδή «ἄν ἡ ἀνασυσκευασία ενός προϊόντος μέ σήμα... δύναται νά μεταβάλει τήν ἀρχική κατάσταση του προϊόντος», σκέψη 9), ἐδέχθη ὅτι εἶναι δυνατόν «νά πραγματοποιηθεί ή συσκευασία ὑπό τέτοιες συνθήκες, ώστε νά μή μεταβληθεί ἡ ἀρχική κατάσταση του προϊόντος» καί προσέθεσε: «αυτό δύναται παραδείγματος χάριν νά συμβεί, ὅταν ὁ δικαιοῦχος του σήματος έχει θέσει σέ κυκλοφορία τό προϊόν ἐντός διπλής συσκευασίας καί ἡ ἀνασυσκευασία άφορᾶ μόνο τήν εξωτερική συσκευασία, ἐνῶ ή ἐσωτερική παραμένει άθικτη...» (σκέψη 10). Στό διατακτικό τῆς ἀποφάσεως τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι δικαιολογείται κατά τήν ἔννοια του ἄρθρου 36, πρῶτο ἐδάφιο της συνθήκης ΕΟΚ «ή ἐκ μέρους τοῦ δικαιούχου ενός δικαιώματος ἐπί σήματος, τό όποιο προστατεύεται συγχρόνως σέ δύο Κράτη μέλη, ἐναντίωση κατά τῆς διαθέσεως ενός προϊόντος, τό όποιο νομίμως φέρει τό σήμα αυτό σέ ἕνα ἀπό τά κράτη αὐτά, στην ἀγορά του άλλου Κράτους μέλους, ἀφοῦ τό προϊόν τοποθετηθεί ἐντός νέας συσκευασίας, ἐπί τῆς οποίας κάποιος τρίτος έχει θέσει τό σήμα αυτό». Ἀμέσως ὅμως μετά τό Δικαστήριο ἐτόνισε ὅτι «ή ἐναντίωση αύτη συνιστά ἐν τούτοις συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ τῶν Κρατών μελών κατά τήν έννοια του ἄρθρου 36 δεύτερο ἐδάφιο τῆς συνθήκης,
—
ἐφ᾽ όσον ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ άσκηση τοῦ δικαιώματος ἐπί του σήματος ἐκ μέρους του δικαιούχου θά συνέβαλλε, ἐν ὄψει τοῦ συστήματος εμπορίας πού εφαρμόζει, σέ τεχνητή στεγανοποίηση τῶν ἀγορών,
—
ἐφ᾽ όσον ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἀνασυσκευασία δέν δύναται νά ἐπηρεάσει τήν ἀρχική κατάσταση τοῦ προϊόντος,
—
ἐφ᾽ όσον ὁ δικαιοῦχος τοῦ σήματος ειδοποιηθεί προηγουμένως ὅτι τό ἀνα-συσκευασθέν προϊόν πρόκειται νά τεθεί πρός πώληση, καί,
—
ἐφ᾽ ὅσον ἐπί τῆς νέας συσκευασίας διευκρινίζεται ἀπό ποιον ἀνασυνεσκευάσθη τό προϊόν».
Ἡ ἀπόφαση αυτή πρέπει νά ἀποτελέσει τήν αφετηρία γιά τήν ἐπάντηση στά ἐρωτήματα πού έθεσε τό Landgericht τοῦ Ἀμβούργου. Ἀς ἀφήσουμε ἐπί τοῦ παρόντος κατά μέρος τό ζήτημα τῆς στεγανοποιήσεως τῶν εθνικών ἀγορών λόγω της ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος, πράγμα πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τοῦ δευτέρου ερωτήματος. Όσον άφορᾶ τίς άλλες τρεις προϋποθέσεις πού ἀναφέρονται στην ἀπόφαση γιά τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 36 δεύτερο ἐδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ (γιά τήν διαπίστωση δηλαδή της υπάρξεως συγκεκαλυμμένου περιορισμού τοῦ ἐμπορίου μεταξύ τῶν Κρατών μελών), νομίζω ὅτι πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι: α) ἡ ἀρχική κατάσταση τοῦ προϊόντος δέν μεταβάλλεται, ὅταν ἡ ἀνασυσκευασία ἀφήνει άθικτο τό ἐσωτερικό περιτύλιγμα, β) δέν έχει ουσιαστική σημασία τό νά εἰδοποιηθεί ὁ δικαιούχος του σήματος ὅτι τίθεται πρός πώληση τό ἀνασυσκευασθέν προϊόν, ἐφ' όσον ὁ εἰσαγωγεύς δέν έθεσε ἐκ νέου τό σήμα ἐπ' αὐτοῦ, ἀλλά τό σήμα πού φαίνεται εἶναι τό ἀρχικό, γ) έχει ἀντιθέτως ουσιαστική σημασία τό νά διευκρινίζεται ἐπί τῆς νέας ἐξωτερικής συσκευασίας ὅτι ὁ εἰσαγωγεύς προέβη στην ἀνασυσκευασία τοῦ προϊόντος.
Αυτές οἱ τρεις διαπιστώσεις καθιστούν αναγκαία ὁρισμένα σχόλια. Ἐπί του σημείου α) παρατηρῶ ὅτι στην προαναφερθείσα ἀπόφαση Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm τό Δικαστήριο δέν ἀπεδέχθη τήν υπερβολικά τυπολατρική ἄποψη,, τήν ὁποία οἱ ἐνδιαφερόμενοι στήριζαν στό γερμανικό δίκαιο, ὅτι οιαδήποτε — έστω καί εξωτερική μόνο — μεταβολή τῆς συσκευασίας συνιστά προσβολή του δικαιώματος ἐπί του σήματος. Τό Δικαστήριο ἔκρινε ὅτι ή άσκηση του δικαιώματος αὐτοῦ εἶναι θεμιτή μόνο πρός ματαίωση τῶν επεμβάσεων τρίτων ἐπί τῆς συσκευασίας, οἱ όποιες, θά ἠδύναντο νά προκαλέσουν κίνδυνο ἀλλοιώσεως του προϊόντος ὡς πρός τίς εγγενείς ιδιότητες του, ὡς παράδειγμα δέ ἀνασυσκευασίας ἀπηλλαγμένης του κινδύνου αὐτοῦ ἀνέφερε αυτήν ἀκριβῶς τήν ἀνασυσκευασία πού συνίσταται στην ἀντικατάσταση τῆς εξωτερικής συσκευασίας, ενώ ἀφήνει άθικτο τό ἐσωτερικό περιτύλιγμα. Εἶναι άλλωστε προφανές ὅτι, ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ έννοια τῆς «αρχικής καταστάσεως του προϊόντος» περιλαμβάνει ολόκληρη τήν συσκευασία πού προέβλεψε ὁ παρασκευαστής, οιαδήποτε ἀνασυσκευασία θά συνεπήγετο τήν ἀλλοίωση της καταστάσεως αὐτῆς, καί ἀντιστρόφως, ἄν γίνει δεκτό ὅτι ένα προϊόν εἶναι δυνατόν νά ἀνασυσκευασθεῖ χωρίς νά ἀλλάξει ή ἀρχική του κατάσταση, τό ἁπλούστερο συγκεκριμένο παράδειγμα εἶναι ἡ ἀντικατάσταση τοῦ εξωτερικού μόνο περιτυλίγματος ενός προϊόντος μέ διπλή συσκευασία. Τό παράδειγμα δέ γίνεται ἀκόμη πειστικότερο, ἄν ἡ εσωτερική ἀρχική συσκευασία εἶναι ἑρμητικῶς σφραγισμένη, ώστε ἡ ἀλλαγή τοῦ κυτίου νά μή δύναται νά θέσει σέ κίνδυνο τά ἐγγενή χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Σχετικά μέ τό σημείο. β) χρήσιμο θά ήταν νά υπενθυμισθεί γιά ποιό λόγο τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι ὁ παράλληλος εἰσαγωγεύς πρέπει νά ειδοποιεί ἐκ τῶν προτέρων τόν δικαιούχο τοῦ σήματος ὅτι πρόκειται νά εισαχθεί στην ἀγορά τό ἀνασυσκευασμένο προϊόν: «ἐν ὄψει τοῦ συμφέροντος πού έχει ὁ δικαιούχος τοῦ σήματος νά μή πλανηθεί ὁ καταναλωτής ὡς πρός τήν προέλευση του ἐμπορεύματος», ἐφ' όσον πρόκειται περί τῆς πωλήσεως του προϊόντος ἐντός νέας συσκευασίας, επί τῆς ὁποίας έχει τεθεῖ τό ἐν λόγω σήμα (προαναφερθείσα ἀπόφαση Hoffmann-La Roche, σκέψη 12). Τελείως διαφορετική εἶναι ἡ κατάσταση, όταν τό σήμα δέν ἀποτυπώνεται ἐκ νέου ἐπί τῆς νέας συσκευασίας ἀπό τόν εισαγωγέα, άλλά εἶναι τό ἀρχικό σῆμα, πού έχει τεθεί ἀπό τόν παρασκευαστή ἐπί του ἐσωτερικού περιτυλίγματος, καί ἡ νέα συσκευασία περιορίζεται σέ εξωτερική ἀνασυσκευασία. Ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές δέν εἶναι δυνατόν νά ἀμφισβητηθούν ούτε ἡ προέλευση ούτε ή αὐθεντικότης τοῦ εμπορεύματος καί δέν υπάρχει λόγος νά ἀπαιτείται νά ενημερώνεται ὁ δικαιούχος τοῦ σήματος περί της πρωτοβουλίας του παραλλήλου εἰσαγω-γέως. Ἔχει ἀντιθέτως ουσιαστική, σημασία, πράγμα πού ἀνέφερα στό σημείο γ), τό νά δηλώνει ὁ εἰσαγωγεύς ὅτι έχει ἀνασυ-σκευάσει τό προϊόν, καθ' όσον αυτό συμπληρώνει τήν προστασία τῆς προελεύσεως ἀπό μιάς άλλης ἀπόψεως: ἐνῶ, πράγματι, τό γεγονός ὅτι εἶναι εμφανές τό σήμα πού έθεσε ὁ παρασκευαστής παρέχει βεβαιότητα στόν καταναλωτή ὡς πρός τήν προέλευση τοῦ προϊόντος, ἡ δήλωση τοῦ εἰσαγωγέως ἀποκλείει τήν πιθανότητα νά θεωρήσει τό κοινό ὅτι ὅλη ἡ συσκευασία (περιλαμβανομένης καί τῆς ἐξωτερικής) προέρχεται ἀπό τον παρασκευαστή.
5.
Ή ἄποψη μου ἀποκλίνει βεβαίως ἀπό την άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου, τό όποιο διεπίστωσε στην προκειμένη ἀπόφαση την ύπαρξη παραβιάσεως του γερμανικού δικαίου περί σημάτων καί υπεστήριξε ὁρισμένη άποψη περί του ειδικού ἀντικειμένου τοῦ σήματος, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό ειδικό ἀντικείμενο αυτό καλύπτει ὄχι μόνο τά εγγενή χαρακτηριστικά του προϊόντος, ἀλλά καί τήν παρουσίαση πού ἐπιλέγει ὁ παρασκευαστής γιά τό προϊόν. Ἐν προκειμένω περιορίζομαι νά σημειώσω ὅτι ἡ θεώρηση αυτή δεν δεσμεύει τό Δικαστήριο καί ὅτι, ἁφοῦ εδῶ πρόκειται περί τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 36 της συνθήκης ΕΟΚ, τό ἀντικείμενο καί ἡ λειτουργία του σήματος πρέπει νά προσδιορισθούν βάσει τῶν περιορισμῶν πού έχει θεσπίσει ἡ κοινοτική νομολογία ὑπό τό πρίσμα τῆς ἀρχής τῆς ἐλευθερίας της κυκλοφορίας τῶν ἐμπορευμάτων.
6.
Είδαμε ὄτι, σύμφωνα μέ τό διατακτικό της ἀποφάσεως τῆς 23ης Μαΐου 1978 στην υπόθεση Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm, ἡ πρώτη προϋπόθεση πού πρέπει νά πληρούται γιά νά δύναται νά γίνει λόγος γιά συγκεκαλυμμένο περιορισμό του ἐμπορίου μεταξύ τῶν Κρατών μελών εἶναι νά ἀποδεικνύεται ότι ἡ άσκηση τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος ἐκ μέρους τοῦ δικαιούχου θά συνέβαλλε, σέ συσχετισμό μέ τό σύστημα ἐμπορίας πού ἐφαρμόζει, σέ τεχνητή στεγανοποίηση τῶν εθνικών ἀγορών ἐντός τῆς Κοινότητος. Μέ τό δεύτερο προδικαστικό ερώτημα τό Landgericht τοῦ Ἀμβούργου ζητεῖ κυρίως νά μάθει ἄν ἀρκεῖ ή ἀπόδειξη τῆς στεγανοποιήσεως τῶν ἀγορών, ἡ ὁποία προέκυψε ὡς ἀντικειμενική συνέπεια τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος, ἡ ἄν ἀπαιτείται ἐπί πλέον καί ἔνα υποκειμενικό στοιχείο: ή πρόθεση τοῦ δικαιούχου νά προκαλέσει τήν στεγανοποίηση.
Ἡ ἀμφιβολία αύτη δέν δικαιολογείται ἀπό τήν διατύπωση τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm, ἡ ὁποια ἀναφέρεται σαφώς στην ἀπόδειξη τοῦ ἀρνητικού ἀποτελέσματος πού έχει ἐπί τῶν συναλλαγών ἡ άσκηση τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος, σέ συσχετισμό μέ τό σύστημα εμπορίας πού έχει επιλέξει ὁ παρασκευαστής, χωρίς νά γίνεται λόγος γιά τήν ἐξακρίβωση τῶν προθέσεων τοῦ παρασκευαστοῦ ή, γιά τήν ἀκρίβεια, τοῦ σκοποῦ πού ἐπιδιώκει. Εἶναι ὄμως ἀλήθεια ὅτι στην ἀπόφαση Centrafarm κατά American Home Products, τῆς 10ης Όκτωβρίου 1978, ἐτονίσθη ιδιαιτέρως τό υποκειμενικό στοιχείο τῆς βουλήσεως τοῦ δικαιούχου τοῦ σήματος: πράγματι, στό σημεῖο 2 τοῦ διατακτικού ἡ ἐναντίωση τοῦ δικαιούχου κατά τοῦ παραλλήλου εἰσαγωγέως χαρακτηρίζεται ὡς ισοδύναμη πρός συγκεκαλυμμένο περιορισμό τοῦ ἐμπορίου μεταξύ τῶν Κρατών μελών, «ἐφ' όσον ἀποδειχθεί ὅτι ὁ δικαιούχος χρησιμοποιεί διαφορετικά σήματα γιά τό ἴδιο προϊόν μέ σκοπό τήν τεχνητή στεγανοποίηση τῶν ἀγορών».
Ὅσον άφορᾶ τό νομολογιακό αυτό προηγούμενο, ἡ Ἐπιτροπή ὀρθῶς παρετήρησε ὅτι επρόκειτο γιά ιδιαίτερη περίπτωση, ή ὁποια συνίστατο στό ὅτι ἡ ἴδια ἐπιχείρηση ήταν σέ διάφορα Κράτη μέλη δικαιούχος διαφορετικών σημάτων γιά τό ἴδιο προϊόν. Ὅταν συντρέχει ἡ περίπτωση αυτή, ή άσκηση τοῦ δικαιώματος ἐπί τοῦ σήματος έχει ἀναποφεύκτως ὡς ἀποτέλεσμα τήν στεγανοποίηση τῶν ἐθνικών ἀγορών καί επομένως ὁ δικαιούχος τῶν παραλλήλων σημάτων τελικώς δέν 0ά ἠδύνατο ποτέ, βάσει τοῦ ἀντικειμενικού κριτηρίου πού έγινε δεκτό στην ἀπόφαση Hoffmann-La Roche κατά Centrafarm, νά ἀσκήσει θεμιτῶς τό δικαίωμά του κατά τό κοινοτικό δίκαιο. Γιά νά ἀποφύγει αύτη την υπερβολικά περιοριστική συνέπεια, τό Δικαστήριο έκρινε ότι σέ μία τέτοια περίπτωση δέν εἶναι δυνατόν νά γίνεται λόγος γιά συγκεκαλυμμένο περιορισμό των ενδοκοινοτικῶν συναλλαγῶν, εκτός ἄν ή χρησιμοποίηση ἀπό τόν ἴδιο δικαιούχο διαφορετικών σημάτων γιά τό ἴδιο προϊόν στά διάφορα Κράτη μέλη ἀντικατοπτρίζει κάποιο σχέδιο μέ τό όποιο ἐπιδιώκεται ή στεγανοποίηση τῶν ἀγορών. Είναι ὅμως προφανές ὅτι δέν δύναται νά γίνει ἐπίκληση του νομολογιακού προηγουμένου Centrafarm κατά American Home Products σέ καταστάσεις διαφορετικές ἀπό αυτή πού περιέγραψα μόλις προηγουμένως.
Ἐπομένως, γιά νά διαπιστωθεί ἄν ή άσκηση του δικαιώματος ἐπί του σήματος ισοδυναμεί μέ περιορισμό τῶν συναλλαγών πού ἀντιβαίνει πρός τό άρθρο 36 δεύτερο ἐδάφιο, δέν χρειάζεται ἐν γένει νά ἀποδειχθεί ὅτι υπάρχει υποκειμενική πρόθεση καταχρήσεως, άλλά ἀρκεῖ νά διαπιστωθεί ὅτι ἡ άσκηση αυτή του δικαιώματος ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν τεχνητή στεγανοποίηση τῶν ἀγορών εντός τῆς Κοινότητος. Ἐξ άλλου, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι ή άσκηση του δικαιώματος ἐπί του σήματος πρέπει νά εξετάζεται σέ συσχετισμό μέ τό σύστημα εμπορίας πού ἐφαρμόζει ὁ δικαιούχος του σήματος. Ἐνώ δέ πράγματι τό σύστημα αυτό πρέπει νά ἀποδειχθεί ἀντικειμενικώς, καθ᾽ όσον ἀντιπροσωπεύει μία πραγματική κατάσταση, εἶναι ἐν τούτοις ἀναμφισβήτητο ὅτι ἀποτελεί μέρος του ἐμπορικοῦ προγραμματισμού του παρα-σκευαστοῦ. Αυτό σημαίνει ὅτι υπάρχει ἕνα λανθάνον υποκειμενικό στοιχεῖο σέ μία ἀπό τίς περιστάσεις πού πρέπει νά ἀποδειχθούν. Τό ἀποφασιστικό ὅμως σημείο εἶναι ὅτι τό στοιχείο αυτό δέν χρειάζεται κατ' ἀνάγκη νά ταυτίζεται μέ τήν ἐπιδίωξη στεγανοποιήσεως τῶν ἀγορών καί συνεπώς δέν χρειάζεται νά ἀποτελεί ἀντικείμενο ειδικής ἀποδείξεως.
7.
Γιά όλους αυτούς τους λόγους προτείνω ἐν συμπεράσματι στό Δικαστήριο νά απαντήσει ὡς έξης στά προδικαστικά ερωτήματα πού διετύπωσε μέ διάταξη της 5ης Νοεμβρίου 1980 τό Landgericht του Ἀμβούργου:
Ι.
Ό δικαιούχος ἑνός σήματος πού προστατεύεται σέ ἕνα Κράτος μέλος δέν δύναται, βάσει του ἄρθρου 36 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νά απαγορεύσει σέ ἕνα εισαγωγέα, ὁ όποιος απέκτησε σέ άλλο Κράτος μέλος ἀπό μία θυγατρική του ἐν λόγω δικαιούχου ἕνα φάρμακο πού φέρει τό σήμα αυτό καί ὁ όποιος τό ἀνασυνεσκεύασε σύμφωνα μέ τίς ἀποκλίνουσες συνήθειες τῶν τοπικῶν ιατρών ὡς πρός τήν έκδοση συνταγών, νά θέσει σέ κυκλοφορία τό προϊόν εντός τῆς νέας συσκευασίας, ἐφ᾽ ὅσον: α) ἡ ἀνασυσκευασία περιορίζεται στην ἀντικατάσταση τῆς εξωτερικής συσκευασίας του προϊόντος, ἐνῶ παραμένει άθικτη ἡ ἀρχική εσωτερική συσκευασία, β) τό ἀρχικό σήμα, πού έχει τεθεί ἐπί τῆς εσωτερικής συσκευασίας, εἶναι ὁρατό διά μέσου τῆς νέας εξωτερικής συσκευασίας, γ) διευκρινίζεται ἐπί τῆς εξωτερικής συσκευασίας αυτής ποιός προέβη στην ἀνασυσκευασία, ὑπό τήν προϋπόθεση πάντοτε ὅτι δ) ή άσκηση του δικαιώματος ἐπί του σήματος ἀπό τόν δικαιούχο εἶναι ικανή, σέ συσχετισμό καί μέ τό σύστημα εμπορίας πού εφαρμόζει, νά στεγανοποιήσει τεχνητῶς τίς εθνικές ἀγορές εντός τῆς Κοινότητος.
2.
Γιά νά υπάρχει περιορισμός του εμπορίου πού ἀπαγορεύεται βάσει του ἄρθρου 36 δεύτερο εδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀρκεῖ ὅτι ἡ ἄσκηση του δικαιώματος επί του σήματος, σέ συσχετισμό με τό σύστημα εμπορίας πού εφαρμόζει ὁ δικαιούχος του σήματος, εἶναι ἀντικειμενικώς ἱκανή νά στεγανοποιήσει τίς ἐθνικές ἀγορές εντός τῆς Κοινότητος, ἀνεξαρτήτως τοῦ σκοπού πού επιδιώκει ὁ εν λόγω δικαιούχος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy