ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 19 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ διαφορά ἐπί τῆς ὁποίας ἀναπτύσσω σήμερα τίς προτάσεις μου προεκλήθη ἀπό διενεργηθείσα στίς Κάτω Χῶρες ἀνάμιξη οἴνων ἑλληνικῆς καί ἀλγερινῆς καταγωγῆς, οἱ όποιοι είχαν τεθεί ἐκεῖ σέ ελεύθερη κυκλοφορία. Οἱ ἐν λόγω οἶνοι ἐπωλήθησαν ἀκολούθως ἀπό την ὀλλανδική εταιρία Europe Vins, ὡς οἶνοι προοριζόμενοι πρός ὀξοποίηση, στίς γαλλικές εταιρίες Albert Clément καί Gérard Ces. Οἱ τελευταίες τους εισήγαγαν στην Γαλλία ὑπό τήν κάλυψη τελωνειακῶν ἐγγραφων, τά όποια τους ἐχαρακτήριζαν ὡς «εμπορεύματα τῆς Κοινότητος, καταγωγή: Κάτω Χώρες».
Οἱ ἐν λόγω εισαγωγές ἐχαρακτηρίσθησαν ἀπό τίς γαλλικές τελωνειακές ἀρχές ὡς χωρίς διασάφηση εισαγωγές ἀπηγορευμένων εμπορευμάτων, βάσει μιᾶς ψευδοῦς δηλώσεως καταγωγής, κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 426, 3, τοῦ γαλλικού κωδικος τελωνείων. Σκοπός τῆς ἀνωτέρω ψευδοῦς δηλώσεως ήταν νά δυνηθούν οἱ ἐν λόγω επιχειρήσεις νά καταστρατηγήσουν τήν ἀπαγόρευση τῆς ἀναμίξεως ἐντός τῆς Κοινότητος οἴνων τρίτων χωρών, πού προεβλέπετο ἀπό τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/70 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 28ης 'Απριλίου 1970, περί συμπληρωματικών διατάξεων στόν τομέα τῆς κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγοράς.
'Οπως ἀναφέρει στην ἀπόφαση του περί παραπομπής, τό ενδέκατο ποινικό τμήμα τοῦ Tribunal de grande instance τῶν Παρισίων δέχεται τήν ὀρθότητα τῆς ἀναλύσεως τῶν τελωνειακών ἀρχων ὅσον άφορᾶ τους επιτραπέζιους οίνους. Ἀλλά, ἐπειδή ἡ συγκεκριμένη περίπτωση άφορᾶ οίνους πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση, προετίμησε νά ἀναβάλει τήν έκδοση ἀποφάσεως καί νά σᾶς ερωτήσει προδικαστικῶς κατά πόσον τό προαναφερθέν άρθρο 26 παράγραφος 4 εφαρμόζεται επίσης στά εμπορεύματα αυτά.
Ι —
Πρίν δοθεί ἀπάντηση στό ἐν λόγω ερώτημα, εἶναι σκόπιμο νά εξετασθούν ὁρισμένες παρατηρήσεις τῆς γαλλικής κυβερνήσεως καί τῶν εταιριών Clément καί Ces. Δέν θά επεκταθώ ἐν προκειμένω, διότι πρόκειται γιά θέματα πού δέν εμπίπτουν στό ερώτημα τοῦ παραπέμποντος δικαστηρίου καί, συνεπώς, δέν συμβιβάζονται μέ τό πνεῦμα τῆς διαδικασίας περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως. Κατά παγία νομολογία, ἡ ἐν λόγω διαδικασία στηρίζεται «ἐπί ενός σαφούς διαχωρισμού τῶν λειτουργιών μεταξύ τῶν εθνικών δικαστηρίων καί τοῦ Δικαστηρίου», ούτως ώστε τό Δικαστήριο δέν δύναται «ούτε νά κρίνει ἐπί τῶν πραγματικών περιστατικών τῆς συγκεκριμένης υποθέσεως» οὔτε «νά κρίνει τους λόγους καί τους σκοπούς της αιτήσεως περί ερμηνείας» (15 'Ιουλίου 1964, Costa καί Enel, υπόθεση 6/64, Rec. σ. 1158), «οἱ δέ διάδικοι τῆς κυρίας δίκης» καί οἱ άλλοι παρεμβαίνοντες «καλούνται ἁπλώς νά ἀναπτύξουν τίς προτάσεις τους εντός τοῦ νομικοῦ πλαισίου πού έχει καθορίσει τό εθνικό δικαστήριο» (1η Μαρτίου 1973, Bollmann κατά Hauptzollamt Hamburg-Waltershof, υπόθεση 62/72, σκέψη 4, Rec. σ. 275).
Ἔτσι, ἡ γαλλική κυβέρνηση ἰσχυρίσθη ὅτι ή ἀνάμιξη, αυτή καθ' εαυτή, — καί ὄχι πλέον ἡ εισαγωγή στην Γαλλία τῶν οἴνων πού προέκυψαν ἀπό αύτη, πράγμα πού ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῆς παρούσης δίκης — ήταν παράνομη βάσει τοῦ γαλλικού δικαίου, στό όποιο παραπέμπει ὁ κανονισμός 1021/70 τῆς Ἐπιτροπής, της 29ης Μαΐου 1970, ὁ όποιος επιτρέπει γιά μία μεταβατική περίοδο τήν ἀνάμιξη τῶν εισαγομένων οἴνων μεταξύ τους. Προφανῶς, ὅμως, δέν έχετε καμμία ἁρμοδιότητα γιά νά κρίνετε παρόμοιο ζήτημα εκτιμήσεως τοῦ κύρους σέ σχέση μέ τό εθνικό δίκαιο.
'Επίσης, μολονότι, γενικῶς, δέν δύναται κανείς παρά νά επιδοκιμάσει τήν άποψη πού υπεστήριξε μέ ἐπιμονή ὁ πληρεξούσιος των ἐν λόγω ἑταιριών, ὅτι οἱ τελωνειακές ἀρχές κάθε Κράτους μέλους εἶναι 'ίσες ενώπιον τοῦ νόμου, δέν ισχύει τό 'ίδιο μέ τήν πρόταση του πού ἀποβλέπει στό νά ἀναγνωρισθεί ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 36 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 18ης Μαρτίου 1969, περί τῆς κοινοτικής διαμετακομίσεως, ἡ χώρα ἀποστολής εἶναι αρμοδία νά κρίνει ἐπί της καταγωγής τῶν εμπορευμάτων. Πράγματι, ἀπό τήν διάταξη περί παραπομπῆς προκύπτει ὅτι, γιά τόν ἴδιο λόγο, ἡ ἑταιρία Clément προέβαλε ήδη ενώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν Παρισίων ένσταση ἀναρμοδιότητος, ὑποστηρίξασα ὅτι αρμόδια είναι τά ὀλλανδικά δικαστήρια. Τό Δικαστήριο ὅμως ἀπέρριψε ἀπερίφραστα τήν ἐν λόγω ένσταση καί δέν εναπόκειται βεβαίως σέ σᾶς νά ἀναθεωρήσετε τήν ἐν λόγω ἀπόφαση: τό Δικαστήριο δέν εἶναι ούτε δευτεροβάθμιο οὔτε ἀκυρωτικό δικαστήριο, ενώπιον τοῦ ὁποίου δύνανται νά προσβληθοῦν οἱ ἀποφάσεις τῶν ἐθνικών δικαιοδοτικῶν ὀργάνων (9 Δεκεμβρίου 1965, Hessische Knappschaft κατά Maison Singer, ὑπόθεση 44/65, Rec. σ. 1198-119915 'Ιουνίου 1972, Grassi, υπόθεση 5/72, σκέψη 4, Rec. σ. 448).
Οἱ εταιρίες πού διενήργησαν τίς εισαγωγές ὑπεστήριξαν επίσης ὅτι οἱ επίδικες ἀναμίξεις δέν ὑπάγονται στό καθεστώς πού καθωρίσθη ἀπό τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/70, διότι τό πλείστον αὐτών διενεργήθη πρίν ἀπό τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ κανονισμού. Ἀπό τήν ἀπόφαση ὅμως περί παραπομπῆς προκύπτει ὅτι ἡ ἀνάμιξη ἐπραγματοποιήθη τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1970, δηλαδή μετά τήν έναρξη της ισχύος τοῦ κανονισμοί). Σύμφωνα μέ τήν νομολογία σας, οἱ κυρίαρχες κρίσεις τοῦ ἐθνικοῦ δικαστοῦ, ὅσον άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά, δεσμεύουν τό Δικαστήριο (23 'Ιανουαρίου 1975, Hulst κατά Produktschap voor Siergewassen, υπόθεση 51/74, σκέψη 12, Rec. σ. 9222 Μαρτίου 1978, Oehlschläger κατά Hauptzollamt Emmerich, υπόθεση 104/77, σκέψη 4, Rec. σ. 79715 Νοεμβρίου 1979, Denkavit κατά Finanzamt Warendorf, ὑπόθεση 36/79, σκέψη 12, Rec. σ. 3455) συνεπώς, δέν είναι δυνατόν νά ἀσχοληθούμε περαιτέρω μέ τό ἐν λόγω επιχείρημα.
ΙΙ —
'Αφού διεξηλθα τά ἀνωτέρω προκαταρκτικά ζητήματα, δύναμαι νά εξετάσω τό 'ίδιο τό ερώτημα, τό όποιο σᾶς υπεβλήθη: οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/70 τοῦ Συμβουλίου εφαρμόζονται στους οἴνους πού προορίζονται προς ὀξοποίηση;
Τό άρθρο 26 παράγραφος 4 έχει ὡς έξης:
«'Εκτός παρεκκλίσεως πού ἀποφασίζεται, κατόπιν προτάσεως τῆς 'Επιτροπῆς, ἀπό τό Συμβούλιο, κατά τήν διαδικασία ψηφοφορίας πού προβλέπεται στό άρθρο 43 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης, ἀπαγορεύονται ή ἀνάμιξη εισαγομένου οίνου μέ οἶνο της Κοινότητος, καθώς καί ἡ ἀνάμιξη στό έδαφος τῆς Κοινότητος μεταξύ εἰσαγομένων οἴνων.»
'Εκτός τῶν καθαρώς τυπικών τροποποιήσεων καί τῆς προσθήκης 2 συμπληρωματικών εδαφίων, τά ὁποῖα αφορούν τήν ειδική περίπτωση τῆς ἀναμίξεως οἴνων πού προορίζονται γιά τρίτες χώρες, τό ἐν λόγω κείμενο διαφέρει λίγο εκείνου τοῦ άρθρου 43 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοί) κωδικοποιήσεως 337/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγορᾶς. 'Η ἀπόφαση πού θά εκδώσετε στην παρούσα υπόθεση ενδέχεται, λόγω τῆς αιτιολογίας της, νά 'έχει ἀξία νομολογιακού προηγουμένου ὡς πρός τά περιστατικά πού θά συμβούν ὑπό τό καθεστώς τῆς τωρινῆς ρυθμίσεως, ὅπως ὀρθώς τονίζει ἡ γαλλική κυβέρνηση.
1.
Ή ἴδια κυβέρνηση ισχυρίζεται ὅτι τό άρθρο 26 παράγραφος 4 εἶναι ἀπολύτως σαφές: ἁπλή ἀνάγνωση τοῦ ἐν λόγω άρθρου ἀρκεῖ γιά νά πείσει ὅτι κατ' ἀρχήν ἀπαγορεύονται ὅλες οἱ ἀναμίξεις οἴνων πού προέρχονται ἀπό τρίτες χῶρες, χωρίς νά χρειάζεται νά γίνει διάκριση ἀναλόγως τοῦ ἄν προορίζονται γιά άμεση κατανάλωση ή γιά βιομηχανική χρήση. Συνεπώς, κατά τήν γνώμη της, ἡ εισαγωγή τῆς ἐν λόγω διακρίσεως, παρά τήν γενική διατύπωση τοῦ κειμένου τοῦ υποβληθέντος ἐρωτήματος, συμπληρώνει ἀδικαιολογήτως τίς διατάξεις τοῦ άρθρου 26 παράγραφος 4 καί ἀποσκοπεί πράγματι στό νά τροποποιήσει ἀναδρομικώς τήν ισχύ τους.
Εἶναι ἀληθές ὅτι ἡ ὑπό εξέταση διάταξη δέν ἀναφέρει ρητώς ὅτι οἱ οίνοι πού προορίζονται γιά βιομηχανικές χρήσεις εξαιροῦνται τῆς κατά κανόνα ἀπαγορευομένης ἀναμίξεως' οὔτε ἀναφέρει ὅτι οἱ ἐν λόγω οίνοι καλύπτονται ἀπό τήν ἀνωτέρω ἀπαγόρευση. Συνεπώς, δύναται νά συναχθεί ὅτι τό άρθρο 26 παράγραφος 4 παρουσιάζει μία δυσχέρεια ἑρμηνείας, ἡ ὁποία πρέπει νά υπερπηδηθεί βάσει ἐπιχειρημάτων διαφορετικών ἀπό εκείνα πού δύνανται νά συνα-χθοῦν ἀπό τήν διατύπωση του.
Ἑπομένως, ἐνῶ ἡ ἀνάλυση μόνο τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 26 δέν 'έχει καθοριστική σημασία, ἀντιθέτως, μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ γενική οικονομία τοῦ ἐν λόγω άρθρου δύσκολα συμβιβάζεται μέ τήν άποψη τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως.
Ή παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 26 καθορίζει τους οἴνους (επιτραπέζιους οίνους καί οίνους καταλλήλους νά ἀποδώσουν επιτραπέζιο οἶνο) οἱ όποιοι, ἀφού ἀναμιχθούν μεταξύ τους, ἀποδίδουν οίνους πού είναι επιτραπέζιοι οἶνοι. Κατά συνέπεια, άφορᾶ μόνον τους οίνους πού παράγονται εντός τῆς Κοινότητος καί προορίζονται πρός άμεση κατανάλωση παρ' ἀνθρώπων: ἀφ' ἑνός, οἱ επιτραπέζιοι οίνοι καταναλώνονται, ἐξ ὁρισμού, ἀπ' ευθείας ἀπό ἀνθρώπους ἀφ' έτερου, ὁ χαρακτηρισμός «επιτραπέζιος οίνος» εἶναι κοινοτικός χαρακτηρισμός, πού επιφυλάσσεται στους οίνους οἱ όποιοι πληροῦν ὁρισμένες προϋποθέσεις καί παράγονται εντός τῶν Κρατών μελών, ὅπως προκύπτει ἀπό τό παράρτημα II σημείο 10 τοῦ κανονισμού 810/70. Γιά τους ἰδίους λόγους, οἱ παράγραφοι 2 καί 3 τοῦ ἄρθρου 26, οἱ όποιοι καθορίζουν τίς προϋποθέσεις πού πρέπει νά πληροί μία ἀνάμιξη γιά νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οἶνο, έχουν πεδίο εφαρμογής ταυτόσημο μέ τό πεδίο εφαρμογής τῆς 1ης παραγράφου.
Στό πλαίσιο αυτό, δύναται νά σκεφθεί κανείς ὅτι, ἄν ὁ κοινοτικός νομοθέτης ήθελε νά εφαρμοσθεί ἡ παράγραφος 4 τοῦ άρθρου 26, ἀντιθέτως πρός τίς προηγούμενες αυτής διατάξεις, στους οίνους πού προορίζονται γιά βιομηχανική χρήση, θά τό ἀνέφερε ρητώς.
2.
'Αλλά, γιά νά δικαιολογήσει τό εξαιρετικά ευρύ πεδίο εφαρμογής τῆς παραγράφου αυτής, ἡ γαλλική κυβέρνηση προέβαλε ἕνα άλλο επιχείρημα, ἀντλούμενο αύτη τήν φορά ἀπό τόν επιδιωκόμενο μέ τήν ἐν λόγω παράγραφο σκοπό. Κατά τήν άποψη της, ἡ ἔλλειψη διακρίσεως βάσει τοῦ προορισμοῦ τοῦ οἴνου ὀφείλεται στίς δυσχέρειες τοῦ έλεγχου τοῦ πραγματικοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀναμεμειγμένου οἴνου. Ό μόνος έλεγχος πού δύναται εύκολα νά διενεργηθεῖ εἶναι ὁ έλεγχος τοῦ ἀλκοομετρικοῦ τίτλου. 'Ενας έλεγχος ὅμως τοῦ τύπου αὐτοῦ εἶναι ἀνεπαρκής γιά νά ἀποφευχθοῦν οἱ ἀπάτες, οι όποιες, παραδείγματος χάριν, διαπράττονται μέ την ἀντικατάσταση ενός βαρε-λιοῦ γαλλικοῦ επιτραπέζιου οἴνου, ὁ ὁποιος ἀποστέλλεται πρός ὀξοποίηση, μέ ἕνα βαρέλι ἀναμεμειγμένου οἴνου πού κατάγεται ἀπό τρίτη χώρα καί προορίζεται δήθεν πρός ὀξοποίηση, ὁ όποιος παραδίδεται ὡς έχει στην κατανάλωση. Γι' αυτό, ἀρκετές κυβερνήσεις θέλησαν νά εξαλείψουν στην πηγή τῆς κάθε δυνατότητα ἀπάτης, επεκτείνοντας τήν κατ' ἀρχήν ἀπαγόρευση τῆς ἀναμίξεως σέ ὅλους τους οίνους προελεύσεως τρίτου κράτους, ἀνεξαρτήτως τῆς χρήσεως τους. Αυτό σημαίνει ἡ διατύπωση πού υἱοθετήθη γιά τήν ἀναλυθείσα διάταξη τοῦ κανονισμοῦ 816/70 καί διετηρήθη στην ἀντίστοιχη διάταξη τοῦ κανονισμοῦ 337/79.
Γιά πολλούς λόγους, οἱ ἐν λόγω σκέψεις δέν φαίνονται πειστικές. Κατ' ἀρχήν, ή γαλλική κυβέρνηση δέν προσκομίζει τήν παραμικρή ἀπόδειξη, ὅσον άφορᾶ τήν πρόθεση πού ἀποδίδει σέ ὁρισμένα Κράτη μέλη.
Περαιτέρω, σᾶς ἀπασχόλησε ὁ κίνδυνος ἀπάτης: θέσατε στην 'Επιτροπή, καθώς καί στην εταιρία Clément, τό ερώτημα ποιες εἶναι οἱ εγγυήσεις ὅτι μία ἀνάμιξη, ὅπως αυτή τῆς συγκεκριμένης υποθέσεως, διενεργήθη πράγματι σύμφωνα μέ τόν προορισμό τῆς (ὀξοποίηση), ἄν υποτεθεί ὅτι πρόκειται για οἶνο επίσης κατάλληλο γιά κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους.
Μέ τήν ἀπάντηση της, ἡ Ἐπιτροπή περιέγραψε τό σύστημα πού ἐφηρμόζετο προς τούτο σέ κοινοτικό επίπεδο καί τό όποιο προέκυπτε, κατά τήν ἐποχή τῶν περιστατικών, ἀπό τόν κανονισμό τῆς 1022/70, τῆς 29ης Μαΐου 1970, περί καθορισμοῦ γιά μία μεταβατική περίοδο τῶν συνοδευόντων ὁρισμένους οίνους πιστοποιητικών. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 1 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, κανένας οίνος προοριζόμενος γιά άμεση κατανάλωση δέν ἠδύνατο νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο εμπορίας μεταξύ των Κρατῶν μελῶν, ἄν δέν ἐκαλύπτετο ἀπό συνοδεῦον πιστοποιητικό, εκδιδόμενο κατόπιν έλεγχου ἀπό τό Κράτος μέλος καταγωγής. Τά πιστοποιητικά είχαν διάφορα χρώματα, ἀναλόγως τοῦ ἄν ὁ οἴνος ήταν ἡ ὄχι κοινοτικῆς καταγωγῆς καί διευκρίνιζαν, ενδεχομένως, ἄν ὁ οίνος ήταν ἀποτέλεσμα ἀναμίξεως. Δυνάμει τοῦ άρθρου 9 παράγραφος 1 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμοῦ, οἱ οἶνοι οἱ όποιοι δέν κατή-γοντο ἀπό τήν Κοινότητα καί δέν ἠδύ-ναντο νά διατεθοῦν γιά άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους, ὑπεβάλλοντο ἀπό τά Κράτη μέλη σέ τελωνειακό ἡ διοικητικό έλεγχο, πού ἐξησφάλιζε ισοδύναμες εγγυήσεις ὡς πρός τήν τήρηση τοῦ προορισμοῦ τους. Οἱ ἑταιρίες εισαγωγής ἀπαρίθμησαν τά μέτρα πού έλαβαν οἱ γαλλικές ἀρχές: ένδειξη τῆς σκοπούμενης βιομηχανικής χρήσεως ἐπί τοῦ γαλλικοῦ τελωνειακοῦ έγγράφου' ειδικό έντυπο πιστοποιητικοί) διαμετακομίσεως, πού συνοδεύει τους βιομηχανικούς οίνους στό εθνικό έδαφος συντελεστής τοῦ ΦΠΑ, ὁ όποιος καταβάλλεται κατά τήν διέλευση ἀπό τά σύνορα, διαφορετικός γιά τους βιομηχανικούς οἴνους καί γιά τους οίνους πού προορίζονται πρός άμεση κατανάλωση' τελικός έλεγχος στό ἴδιο τό ὀξοποιεῖο. Πιστεύ' ω ὅτι παρόμοια μέτρα εἶναι ικανά νά καθησυχάσουν καί τους πλέον φιλύποπτους.
Συνεπώς, χωρίς νά υπάρχει λόγος νά γίνει επίκληση τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 ή ἐν ἰσχύι ρύθμιση επιτρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά δοθεί μία ἀπάντηση στίς καθ' ὅλα εύλογες ἀνησυχίες τῆς γαλλικής κυβερνήσεως.
Τέλος, τά ἀντληθέντα επιχειρήματα ἀπό τήν διατύπωση τοῦ ἄρθρου 26 παράγραφος 4 ἤ ἀπό τόν επιδιωκόμενο μέ την ἐν λόγω διάταξη σκοπό, ὅπως τόν ἀντιλαμβάνεται ή γαλλική κυβέρνηση, εἶναι κατά τήν γνώμη μου ἀβάσιμα.
3.
'Αντιθέτως, στά στοιχεία ερμηνείας πού ἀπορρέουν ἀπό τήν γενική οικονομία τοῦ άρθρου 26 προστίθενται εκείνα πού δύνανται νά ἀνευρεθοῦν στους λόγους οἱ όποιοι προεκάλεσαν τήν κοινοτική ρύθμιση τῆς ἀναμίξεως, θεωρουμενης στό σύνολο της.
Προκειμένου νά επιχειρηθεί ἑρμηνεία, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ἡ 15η αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 816/70 (28η αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμού 337/79), ἡ ὁποία ἔχει ὡς έξῆς: «λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν συνεπειῶν πού εἶναι δυνατόν νά 'έχει ἡ ἀνάμιξη, εἶναι ἀναγκαίος ὁ έλεγχος της, πρός ἀποφυγήν καταχρήσεων».
Ὅπως ἀφήνει νά εννοηθεί ἡ ἀνωτέρω διατύπωση, ἡ κοινοτική ρύθμιση περί τῆς ἀναμίξεως εἶναι αὐστηρή. 'Αλλά, τουλάχιστον ὡς πρός τους οίνους πού παράγονται εντός τῆς Κοινότητος — οἱ μόνοι γιά τους ὁποίους υφίσταται πλήρης ρύθμιση — διαπιστώνεται ὅτι ἡ αὐστηρότης αὐτή άφορᾶ μόνον τους οίνους πού προορίζονται γιά άμεση κατανάλωση. Προκειμένου περί επιτραπέζιων οἴνων καί οἴνων καταλλήλων νά ἀποδώσουν επιτραπέζιο οἶνο, οἱ παράγραφοι 1 έως 3 τοῦ ἄρθρου 26 καθιερώνουν, ὅπως εἴδαμε, ἀκριβείς κανόνες πού ἀφορούν τήν ποιότητα (παράγραφος 1) καί τό χρῶμα (παράγραφος 3) τῶν οἴνων πού δύνανται νά ἀποτελέσουν ἁντικείμενο ἀναμίξεως, καθώς καί τίς ζώνες εντός τῶν ὁποίων εἶναι δυνατόν νά γίνει ἡ διεργασία (παράγραφος 2). 'Ως πρός τους οίνους ποιότητος, πού παράγονται σέ καθορισμένες περιοχές (ν. q. ρ. r. d.), ὁ οἶνος πού προκύπτει ἀπό τήν ἀνάμιξη τους μέ οἶνο διαφορετικό ἀπό έναν οἶνο ποιότητος ρ. r. d. ἤ μέ έναν οίνο ποιότητος ρ. r. d. πού δέν δύναται νά φέρει τήν ὀνομασία τῆς ἰδίας καθορισμένης περιοχής δέν δύναται νά διατεθεί κατ' ἀρχήν, πρός άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους δυνάμει τοῦ άρθρου 4 α τοῦ κανονισμοῦ 1972/78 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 16ης Αυγούστου 1978, περί καθορισμοῦ τῶν λεπτομερειών εφαρμογής γιά τίς οινολογικές πρακτικές.
Ἀντιθέτως, οἱ ἀναμίξεις πού προορίζονται γιά βιομηχανικές χρήσεις εἶναι ελεύθερες. Ἀφ' ενός, δέν καλύπτονται ἀπό τίς παραγράφους 1 έως 3 τοῦ ἄρθρου 26 καί ἀφ' έτερου, τό άρθρο 27 παράγραφος 3 στοιχείο α τοῦ κανονισμοῦ 816/70 ὁρίζει ρητώς ὅτι «ὁ οίνος πού δέν ἀνταποκρίνεται στους ὁρισμούς» τοῦ οίνου καταλλήλου νά ἀποδώσει επιτραπέζιο οίνο καί τοῦ επιτραπέζιου οἴνου «καί πού προέρχεται ἀπό ποικιλίες αμπέλων», οἱ όποιες δύνανται νά καλλιεργηθοῦν ἐντός τῆς Κοινότητος «δύναται νά χρησιμοποιηθεί μόνο γιά τήν οικογενειακή κατανάλωση τοῦ ἰδιώτου ἀμπελουργοῦ, τήν παραγωγή οἰνόξους ἡ τήν ἀπόσταξη».
Γιά νά γίνει ἀντιληπτή αυτή ἡ διαφορά μεταχειρίσεως, νομίζω ὅτι πρέπει νά ἀναφερθώ στους σκοπούς τῆς κοινοτικής ἀμπελοοινικῆς πολιτικής.
Γιά ὅλους τους οἴνους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οἱ όποιοι, λόγω τῆς κατωτέρας τῶν ποιότητος προορίζονται γιά βιομηχανικές χρήσεις, ὁπως ἡ ὀξοποίηση, οἱ κανονιστικές διατάξεις πρέπει νά διασφαλίζουν ἰδίως τήν δημοσία υγεία, τήν προστασία τῶν καταναλωτών καί τήν εντιμότητα τῶν εμπορικών συναλλαγών. 'Αλλά, ὡς πρός τους οίνους πού καταναλώνονται ἀμέσως, προστίθεται στίς ἀνωτέρω ἀπαιτήσεις ἡ μέριμνα παραγωγής ενός προϊόντος μέ τήν καλύτερη δυνατή ποιότητα. Ή τελευταία αὐτή σκέψη εξηγεί τήν ιδιαίτερη αὐστηρότητα τῶν κανονιστικών διατάξεων πού διέπουν τήν ἀνάμιξη τῶν ἐν λόγω οίνων.
Ὅσον άφορᾶ τους ἀναμεμειγμένους οίνους πού προέρχονται ἀπό τρίτες χώρες, τό άρθρο 26 παράγραφος 4 τό όποιο περιέχει τους βασικούς σχετικούς κανόνες, δέν διακρίνει ρητώς, ὅπως εἴδαμε, ἀναλόγως τοῦ προορισμοῦ τους. Πάντως, ἐφ' ὅσον ἡ ρύθμιση τῆς ἀναμίξεως τῶν κοινοτικών οἴνων άφορα μόνο τους οίνους πού προορίζονται γιά άμεση κατανάλωση, θά πρέπει νά ὑφίστανται ειδικοί λόγοι γιά νά 'έχει τό πράγμα διαφορετικά ὡς πρός τους οίνους τῶν τρίτων χωρών.
Φρονώ ὅτι οἱ ειδικοί αυτοί λόγοι υφίστανται μόνο γιά τους οίνους πού προορίζονται γιά άμεση κατανάλωση ἀπό ἀνθρώπους. Οἱ οίνοι πού παράγονται εντός τῆς Κοινότητος ἀποτελοῦν πράγματι ἀντικείμενο ὁμοιομόρφου ρυθμίσεως, ἡ ὁποία εκφράζεται, ὅπως εἴδαμε, μέ έναν κοινό ὁρισμό τοῦ «επιτραπέζιου οἴνου», ούτως ώστε νά μή υφίσταται κώλυμα γιά την ἀνάμιξη οἴνων, ἀνταποκρινομένων στόν ἐν λόγω ὁρισμό, μεταξύ τους ἤ μέ οίνους καταλλήλους νά ἀποδώσουν επιτραπέζιο οἶνο, οἱ όποιοι ἐπίσης ἀνταποκρίνονται σέ ἕναν κοινό ὁρισμό. 'Αντιθέτως, οἱ οίνοι τῶν τρίτων χωρών, θεωρούμενοι μεμονωμένως, δέν ἀνταποκρίνονται σέ κοινά ποιοτικά κριτήρια, ἀκόμη καί ἄν ἔχουν ὑποστεί ποιοτικό έλεγχο στό κράτος ὅπου παρήχθησαν, ούτε δέ ὑπόκεινται σέ παρομοίους ἐλεγχους. Συνεπώς, ἄν οἱ ἐν λόγω οἶνοι ἀναμιχθούν, κινδυνεύουν νά καταστοῦν μή αποτελεσματικές οἱ εγγυήσεις πού ἀφοροῦν τήν ποιότητα καθενός ἀπό αὐτούς.
'Αντιθέτως, γιά τους οίνους πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση, δέν υφίσταται ἀνάγκη ποιοτικού έλεγχου. Κατά συνέπεια, ὑπό τήν προϋπόθεση βεβαίως ὅτι κατά τά λοιπά πληρούν όλες τίς προϋποθέσεις πού ἀπαιτούνται γιά νά εισαχθούν στην Κοινότητα, ἡ κατ' ἀρχήν ἀπαγόρευση τῆς ἀναμίξεως τους δέν ἔχει λόγο υπάρξεως. Ὅπως δέ λέγει καί τό ρητό «cessante ratione legis cessat lex ipsa».
Όσον άφορᾶ τήν αιτιολόγηση τῆς διαφορετικής μεταχειρίσεως πού προέβαλε ἡ γαλλική κυβέρνηση, δηλαδή τήν ἀνάγκη αυξήσεως στό maximum τῆς διαθέσεως τῶν κοινοτικών οἴνων σέ μία ἀγορά πού χαρακτηρίζεται ὡς πλεονασματική, δέν μοῦ φαίνεται ὅτι εὐσταθεί. Καίτοι εἶναι ἀληθές ὅτι ή κοινοτική προτίμηση συνιστά θεμελιώδη ἀρχή τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, πιστεύω ὅτι ἡ τήρηση τῆς δύναται νά εξασφαλισθεί μόνο μέ μέτρα πού λαμβάνονται πρός τόν σκοπό αὐτό καί όχι μέ τήν υπερβολική επέκταση τοῦ πεδίου εφαρμογής μιᾶς διατάξεως, τῆς ὁποίας δέν βλέπω πώς δικαιολογείται νομικώς ἡ χρησιμοποίηση της γιά σκοπούς προστατευτικούς.
Τέλος, φρονώ ὅτι τά επιχειρήματα πού μόλις ἀνέπτυξα καί πού ἀπορρέουν ἀπό τήν θεμελίωση τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως περί ἀναμίξεως, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη καί τῶν στοιχείων πού προέκυψαν ἀπό τήν γενική οικονομία τοῦ ἄρθρου 26, εἶναι αποφασιστικά γιά τήν ερμηνεία τῆς επιδίκου διατάξεως.
Συνεπώς, προτείνω νά ἀπαντήσετε στό ἐρώτημα πού υπέβαλε τό 11ο τμήμα τοῦ Tribunal de grande instance τῶν Παρισίων ἀποφαινόμενοι ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ άρθρου 26 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 816/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 28ης 'Απριλίου 1970, περί συμπληρωματικών διατάξεων στόν τομέα τῆς κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀμπελοοινικῆς ἀγορᾶς, δέν εφαρμόζονται στους οίνους πού προορίζονται πρός ὀξοποίηση.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy