ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στην παρούσα δίκη, ἐπί τῆς ὁποίας καλοῦμαι σήμερα νά λάβω θέση, πρόκειται ἀκόμη μία φορά γιά τό γερμανικό μονοπώλιο οινοπνεύματος, καί μάλιστα γιά την σχετική πρός αυτό ρύθμιση εισαγωγών πού 'ίσχυε στίς ἀρχές τοῦ 1976. Ή προκαταρκτική περιγραφή τῶν σχετικῶν λεπτομερειών περιττεύει ἐπί τοῦ παρόντος ἀφοῦ οἱ λεπτομέρειες αυτές εἶναι ἀναμφιβόλως γνωστές ἀπό προηγούμενες δίκες.'Αναδρομή σέ αυτές θά γίνει, μόνο ἐφ' ὅσον εἶναι ἀναγκαία γιά την έκδοση ἀποφάσεως στην παρούσα υπόθεση.
Τόν 'Ιανουάριο 1976 ἡ καθ' ης, ἡ Revision στην κυρία δίκη, ζήτησε τόν εκτελωνισμό ενός μίγματος ἀποσταγμάτων ἀπό τό Βέλγιο, τό όποιο ἀπετελεῖτο κατά 90 % ἀπό αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικής προελεύσεως καί κατά 10 ο/ο ἀπό ἀπόσταγμα οἴνου, μέ σκοπό νά τό ἀποθηκεύει στίς δικές της ἀποθήκες οινοπνεύματος. Ἐπ' αὐτοῦ τό Hauptzollamt (Κεντρικό Τελωνείο) επέβαλε φόρο ὕψους 80 γερμανικών μάρκων (DM) ἀνά εκατόλιτρο αιθυλικής ἀλκοόλης, ὁ όποιος ἐχαρακτηρίζετο ὡς υπερβάλλον τοῦ εξισωτικού φόρου μονοπωλίου (Monopolausgleichspitze) καί ὁ όποιος προέκυπτε ἀπό την διαφορά μεταξύ τῆς κανονικής τιμής πωλήσεως τοῦ οινοπνεύματος τοῦ μονοπωλίου (ύψους τότε 1833 DM) καί τῆς τιμής βάσεως τοῦ οινοπνεύματος, δηλαδή τῆς ἀντιπροσωπευτικής τιμής ἀγορᾶς τοῦ μονοπωλίου (ύψους τότε 253 DM), ἀπό την οποία κατόπιν ἀφαιρεῖτο ὁ φόρος οινοπνεύματος (Branntweinsteuer), ύψους τότε 1500 DM.
Ή ένσταση κατά τῆς επιβολής αυτής ἀπερρίφθη. Ή προσφυγή όμως τοῦ εἰσαγωγέως ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου έγινε δεκτή. Τό Finanzgericht διετύπωσε τήν άποψη ὅτι ἡ επιβολή φόρου τοῦ ύψους τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ εξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου δέν συμβιβάζεται μέ τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικώς τό δικαστήριο προέβη σέ χωριστό συγκριτικό υπολογισμό γιά καθένα ἀπό τά συστατικά στοιχεία, δηλαδή γιά τήν αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικής προελεύσεως καί τό ἀπόσταγμα οίνου. Πράγματι τό πρώτο ἐφ' ὅσον παρήγετο στην Γερμανία, ὑπέκειτο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 τοῦ νόμου περί τοῦ μονοπωλίου οινοπνεύματος (Branntweinmonopolgesetz), ὁπως ίσχυε κατά τόν 'Ιανουάριο 1976, σέ ὑποχρέωση παραδόσεως καί ἐπωλεῖτο, ἐφ' ὅσον προωρίζετο γιά τήν παρασκευή οινοπνευματωδών ποτών, ἀπό τό μονοπώλιο μόνο έναντι τῆς κανονικής τιμής πωλήσεως. 'Αντιθέτως, τό απόσταγμα οίνου δέν ὑπέκειτο — ὅπως καί άλλες κατηγορίες οινοπνεύματος πού παρήγοντο ἀπό ὁρισμένες ύλες ἡ ἀπό ὁρισμένα ἀποστακτήρια — στην υποχρέωση παραδόσεως, άλλά ἐπεβαρύνετο μέ τόν λεγόμενο πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος (Branntweinaufschlag). Ό φόρος αυτός προέκυπτε κατ' ἀρχήν, προκειμένου περί παραγωγής τουλάχιστον 60 εκατολίτρων, ἀπό τήν διαφορά μεταξύ τῆς τιμής πωλήσεως τοῦ οινοπνεύματος καί τῆς τιμής βάσεως τοῦ οινοπνεύματος. 'Από τήν διαφορά αυτή ἀφαιρεῖτο ένα κατ' ἀποκοπή ποσό γιά τά έξοδα διαχειρίσεως πού εξοικονομεί τό μονοπώλιο λόγω τῆς μή εξαγορᾶς. Τό ποσό αυτό είχε τότε καθορισθεί μέ διοικητική πράξη σέ 31 DM.
Όσον άφορᾶ τήν αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικής προελεύσεως, κατά τό Finanzgericht έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς ἀνάλογη εσωτερική επιβάρυνση μόνο ὁ φόρος οινοπνεύματος, ύψους τότε 1500 DM, ὁ όποιος περιελαμβάνετο στην τιμή πωλήσεως. 'Αντιθέτως, δέν έπρεπε νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη άλλα στοιχεία τῆς τιμής ἀγορᾶς, ιδίως τό κατ' αποκοπή ποσό τῶν 80 DM γιά τά έξοδα διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου, τό όποιο περιελαμβάνετο στην τιμή αυτή, διότι ἡ τιμή πωλήσεως τοῦ οινοπνεύματος έπρεπε νά θεωρηθεί, παρά τό γεγονός ὅτι καθωρίζετο μέ διοικητική πράξη, ὡς ἀπαίτηση ἰδιωτικοῦ δικαίου καί συνεπώς δέν ἠδύνατο νά ἀποτελεί φορολογική ἀπαίτηση ανάλογη μέ τόν φόρο καταναλώσεως. 'Αρα ἡ εισαγομένη αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικῆς προελεύσεως ἐπεβαρύνετο ἐπί πλέον κατά 80 DM, κατά τό ποσό δηλαδή τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ εξισωτικοί) φόρου μονοπωλίου.
'Οσον άφορᾶ τό ἀπόσταγμα οἴνου, γιά τό όποιο, ἐφ' ὅσον παράγεται στην Γερμανία, ὀφείλεται ὁ πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος, τό ἀποφασιστικό κριτήριο γιά τό Finanzgericht ήταν ὅτι δέν επιτρέπεται, σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου μας, νά επιβαρύνονται βάσει κατ' ἀποκοπήν φόρου τά εισαγόμενα προϊόντα περισσότερο ἀπό ὅσο επιβαρύνονται βάσει προοδευτικής φορολογήσεως τά ὁμοειδή ἐγχώρια προϊόντα, ἀκόμη καί μόνο σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις. 'Επειδή ὅμως ὁ πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος γιά τό ἀπόσταγμα οἴνου, τό όποιο παρήγετο ἀπό τους κατόχους τῆς πρώτης ύλης μέχρι τοῦ ὁρίου παραγωγής τῶν 4 εκατολίτρων αιθυλικής ἀλκοόλης, ήταν τότε μόνο 1301 DM ἀνά εκατόλιτρο, τό Finanzgericht έκρινε ὅτι καί αυτό τό συστατικό μέρος τοῦ εμπορεύματος ἐπεβαρύνθη κατά τήν εισαγωγή ὁπωσδήποτε κατά 80 DM περισσότερο ἀπό ὅσο τό ὁμοειδές εγχώριο προϊόν.
Τό Hauptzollamt ἤσκησε Revision ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof κατά τῆς αποφάσεως τοῦ Finanzgericht. Κατά τήν άποψη του, δέν έχει σημασία γιά τήν σύγκριση τῶν επιβαρύνσεων τό γεγονός ὅτι ἡ πώληση τοῦ οινοπνεύματος ἀπό τό μονοπώλιο πραγματοποιείται βάσει δικαιοπραξιών ἀστικοῦ δικαίου. Τό κριτήριο ἔγκειται μάλλον στό ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ μονοπωλίου οινοπνεύματος εξασφαλίζεται κυριαρχικῶς ἀπό μία δημοσιονομική ἀρχή καί ὅτι τό μονοπώλιο επιδιώκει, μέσω τῆς κανονικής τιμής πωλήσεως, ενός μεγέθους πού καθορίζεται κυριαρχικῶς ἀπό τόν 'Υπουργό Οικονομικῶν, τήν πραγματοποίηση εσόδων γιά τόν ὁμοσπονδιακό προϋπολογισμό, ὑπό τήν μορφή τοῦ φόρου οινοπνεύματος, καθώς καί εσόδων γιά τήν χρηματοδότηση τοῦ μονοπωλίου. Τά τελευταία αυτά δύνανται νά προσδιορισθούν μόνο κατά πολύ γενικό τρόπο, ἄν θεωρηθεί ἡ τιμή βάσεως ὡς ή ἀντιπροσωπευτική τιμή εξαγορᾶς τοῦ μονοπωλίου. 'Επειδή ὅμως για τό υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου Ισχύει ὁ τύπος υπολογισμού: κανονική τιμή πωλήσεως μείον τιμή βάσεως οινοπνεύματος μείον φόρος οινοπνεύματος, δέν δύναται νά γίνει λόγος γιά παραβίαση τοῦ άρθρου 95 ὡς πρός τό συστατικό μέρος αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικής προελεύσεως. Ὡς πρός τό συστατικό μέρος «ἀπόσταγμα οἴνου», πρέπει κατ' αρχήν νά γίνει δεκτό ὅτι τό ἀντίστοιχο εγχώριο προϊόν, ἄν ληφθεί ὁ χαμηλότερος ἀπό τους συντελεστές πού ἀφορούν τά εγχώρια ἀποστα-κτήρια, δέν επιβαρύνεται μέ υπερβάλλον προσθέτου φόρου ύψους 80 DM, άλλά 16,05 DM μόνον, πράγμα πού καθιστά ἀναγκαία τήν ἀνάλογη διόρθωση τῆς φορολογικής ὀφειλής πού καθορίζεται γιά τό εισαγόμενο προϊόν. 'Αν τό υπερβάλλον τοῦ εξισωτικού φόρου μονοπωλίου περιορισθεί στό τελευταίο αυτό ὕψος, τότε ὁπωσδήποτε δέν συνιστά διάκριση. Πράγματι, δέν δύναται νά ληφθεί ὡς βάση ἀκόμη μικρότερος συντελεστής προσθέτου φόρου, πρώτον επειδή τό ἀπόσταγμα οἴνου πού προέρχεται ἀπό κατ' ἀποκοπή ἀποστακτήρια, κατόχους τῆς πρώτης ύλης καί ἀπο-στακτήρια φρουτοπαραγωγικῶν συνεταιρισμών δέν διατίθεται στην ἀγορά καί επειδή δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι τό εισαχθέν προϊόν παρήχθη ἀπό ἀντίστοιχα ἀλλοδαπά μικροαποστακτήρια ἡ μικρούς συνεταιρισμούς ἀποστακτηρίων.
Μέ διάταξη τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1980 τό Bundesfinanzhof, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀνέβαλε τήν δίκη καί υπέβαλε τά ἀκόλουθα ἐρωτήματα πρός έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως:
«Πρέπει νά θεωρείται ὡς φόρος πού ἐπιβάλλεται σέ ὁμοειδή εθνικά προϊόντα, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 95 πρώτο εδάφιο τῆς συνθήκης περί ιδρύσεως τῆς Ευρωπαϊκῆς Οικονομικής Κοινότητος, καί ἡ επιβάρυνση ἡ ὁποία προκύπτει ἀπό τήν τιμή πωλήσεως πού ὁρίζεται ἀπό τήν διοίκηση τοῦ γερμανικοῦ μονοπωλίου οινοπνεύματος γιά τό οινόπνευμα τοῦ μονοπωλίου πού χρησιμοποιείται στην παραγωγή τῶν προϊόντων αυτών;
Μιά τέτοια επιβάρυνση πρέπει νά θεωρείται ὡς φόρος κατά τήν ἀνωτέρω έννοια μόνο ὅταν πρόκειται γιά τό μέρος τῆς τιμῆς πωλήσεως τό όποιο αποδίδει σύμφωνα μέ τίς επιταγές τοῦ νόμου ἡ διοίκηση τοῦ μονοπωλίου στόν κρατικό προϋπολογισμό ὡς φόρο οινοπνεύματος, ἡ ἀποτελεί τέτοιο φόρο καί τό μέρος τῆς τιμής πωλήσεως τό όποιο παρακρατεί ἡ διοίκηση τοῦ μονοπωλίου γιά τήν κάλυψη τῶν εξόδων της;»
Ἐπί τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ ἡ άποψη μου είναι ἡ έξῆς:
1.
Όπως συνάγεται ἀπό τήν διατύπωση τοῦ υποβληθέντος ερωτήματος καί τό σκεπτικό τῆς διατάξεως περί παραπομπής, καί τό Bundesfinanzhof εξετάζει προφανῶς χωριστά τά δύο συστατικά μέρη τοῦ εισαχθέντος μίγματος ἀποσταγμάτων (τήν αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικής προελεύσεως καί τό απόσταγμα οἴνου) καί θεωρεί ὅτι ερμηνεία χρειάζεται μόνο τό ζήτημα ἄν ἠδύ-νατο νά γίνει λόγος, ὅσον άφορα τήν αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικής προελεύσεως, ή ὁποία κατά τήν περίοδο εκείνη ἠδύνατο νά ἀγορασθεί στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας μόνο μέσω τοῦ μονοπωλίου, γιά κυριαρχικῶς επιβαλλομένη επιβάρυνση, 'ίση τουλάχιστον πρός τό υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοί) φόρου μονοπωλίου. Όσον άφορᾶ ἀντιθέτως τό «απόσταγμα οἴνου», γιά τό όποιο ισχύει ἡ ιδιαίτερη μορφή επιβαρύνσεως τοῦ προσθέτου φόρου οινοπνεύματος, επειδή στην Γερμανία ἀπαλλάσσεται τῆς υποχρεώσεως παραδόσεως, τό Bundesfinanzhof δέν βλέπει ιδιαίτερα προβλήματα.Ή νομολογία 'έχει ήδη διασαφηνίσει τά αναγκαία σημεία καί επομένως περιττεύει τό σχετικό ερώτημα περί ἑρμηνείας.
2.
Τό πρῶτο σκέλος τοῦ υποβληθέντος ερωτήματος — ἄν πρέπει νά θεωρηθεί ὡς φόρος πού επιβάλλεται σέ εθνικά προϊόντα καί ἡ επιβάρυνση πού προκύπτει ἀπό τήν τιμή πωλήσεως πού ὁρίζεται ἀπό τήν διοίκηση τοῦ μονοπωλίου οινοπνεύματος — δέν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες, ἀφοῦ ἐδῶ δέν προβάλλονται ἀκόμη οἱ διαφορές τῶν κατ' ἰδίαν στοιχείων τῆς τιμής πωλήσεως.
Σχετικώς δέν χρειάζεται επίσης νά εξετασθούν σέ λεπτομέρειες τά βασικά επιχειρήματα τῶν διαδίκων τῆς κυρίας δίκης. Συνεπώς δέν έχει σημασία τό ὅτι τό μονοπώλιο ὑποχρεοῦται ἀπό τόν νόμο νά τηρεί κατά τίς συναλλαγές ὁρισμένες ἀρχές τοῦ εμπορίου, ὅτι τό μονοπώλιο συνάπτει μέ τους ἀγοραστές συμβάσεις πωλήσεως ἰδιωτικοῦ δικαίου καί ὅτι οἱ ἀξιώσεις ἐκ τῆς τιμής πωλήσεως ἀσκούνται ενώπιον τῶν πολιτικών δικαστηρίων. Δέν έχει επίσης σημασία τό ὅτι τό μονοπώλιο οινοπνεύματος — ὅπως συνάγεται ἀπό τήν νομολογία τοὑ Bundesverfassungsgericht — ἀποτελεί δημοσιονομικό μονοπώλιο καί συνεπώς μία ειδική μορφή επιβολής φόρου. Οὔτε άλλωστε έχει αποφασιστική σημασία τό ὅτι ἡ ὁμοσπονδιακή διοίκηση τοῦ μονοπωλίου ἀποτελεί ὁμοσπονδιακή δημοσιονομική ἀρχή, καί ὅτι οἱ δίκες πού τήν ἀφοροῦν διεξάγονται ἐνώπιον τῶν φορολογικών δικαστηρίων (Finanzgerichte), καθώς καί τό ὅτι οἱ τιμές πωλήσεως, ὁπως καί οἱ τιμές εξαγορᾶς τοῦ μονοπωλίου καθορίζονται κυριαρχικῶς, οἱ ἀπαιτήσεις ἐκ τῆς τιμής πωλήσεως κατατάσσονται κατά τήν πτώχευση ὅπως οἱ φόροι καί εισπράττονται κατά τήν εκτέλεση ὅπως οἱ φόροι καί ή ἀπάτη σέ βάρος τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου επιφέρει τίς 'ίδιες κυρώσεις όπως ἡ φοροδιαφυγή.
Τό κριτήριο ἔγκειται στό ὅτι ἡ τιμή ἀγοράς περιέχει καί τόν φόρο οινοπνεύματος, ὁ όποιος φυσικά ἀποτελεί, κατά παραδοχή ὅλων τῶν ενδιαφερομένων,, φόρο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Τό γεγονός επομένως ὅτι κατά τήν διάθεση τοῦ εγχωρίου οινοπνεύματος τοῦ μονοπωλίου καταβάλλεται μία τιμή ἀγοράς ὁπωσδήποτε δέν σημαίνει ὅτι ἡ παροχή αυτή ἀποκλείεται νά έχει χαρακτήρα φόρου κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 95 καί ὅτι πρέπει νά δοθεί ἀρνητική απάντηση στό γενικό ερώτημα ἄν πρέπει νά θεωρηθεί ὡς επιβάρυνση κατά τήν έννοια τῆς ἀνωτέρω διατάξεως καί ἡ επιβάρυνση πού προκύπτει ἀπό τήν τιμή πωλήσεως πού καθορίζει τό μονοπώλιο.
3.
Τό δεύτερο αντιθέτως σκέλος τοῦ υποβληθέντος ερωτήματος — πού άφορᾶ προφανώς καί τό καθαυτό πρόβλημα τῆς δίκης — παρουσιάζει σαφῶς περισσότερες δυσκολίες. 'Εδώ τίθεται τό ζήτημα ἄν δύναται νά θεωρηθεί ὡς φόρος, έκτός ἀπό τόν φόρο οινοπνεύματος, καί τό μέρος τῆς ὑπό τοῦ μονοπωλίου καθοριζομένης τιμής πωλήσεως τό όποιο προορίζεται γιά τήν κάλυψη τῶν εξόδων τῆς διοικήσεως τοῦ μονοπωλίου. Πρόκειται δηλαδή γιά τό ποσό τῶν 80 DM, τό όποιο ἀναφέρεται μερικές φορές ὡς «τελικό στοιχείο της τιμής» (Preisspitze) καί γιά τό όποιο έγινε ήδη λόγος στην ἀρχή.
α)
Κατ' ἀρχήν πρέπει νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ μέρους αὐτοῦ τῆς τιμής ὡς φόρου δέν δύναται νά ἀποκλεισθεί λόγω τοῦ προορισμοῦ του καί μόνο — κάλυψη τῶν εξόδων διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου. 'Εδώ δέν χρειάζεται νά εξετασθεί ἡ άποψη τῆς καθ' ἧς στην κυρία δίκη ὅτι τό μέρος αυτό τῆς τιμής πωλήσεως δέν ἀποτελεί τίποτε άλλο παρά ένα μέρος τῆς τιμής, τό όποιο υπολογίζεται βάσει ἀρχῶν τοῦ εμπορίου, ὅπως ἀκριβώς γίνεται καί μέ τους ιδιώτες προμηθευτές. 'Αρκεί μάλλον ἡ παραπομπή στην υπόθεση 45/75, Rewe-Zentrale des Lebensmittelgroßhandels GmbH κατά Hauptzollamt Landau/Pfalz (Slg. 1976, σ. 181), καί δέν συνάγεται ἀπό τους ισχυρισμούς στην παρούσα δίκη κανείς λόγος πού νά επιτρέπει νά τεθοῦν σέ ἀμφιβολία οἱ βασικές διαπιστώσεις τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως. Καί σέ εκείνη τήν ὑπόθεση επρόκειτο γιά τήν είσπραξη κατά τήν εισαγωγή τοῦ προσθέτου φόρου οινοπνεύματος, τό υπερβάλλον τοῦ ὁποίου προωρίζετο νά συμβάλει στην κάλυψη τῶν εξόδων διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου. Τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ἐπ' αὐτοῦ ὅτι δέν ἀντιβαίνει στό άρθρο 95 ἡ επιβολή ἐπί εθνικών προϊόντων φόρων, οἱ όποιοι επαυξάνουν ἐν μέρει τά έσοδα ενός μονοπωλίου, καί ἡ επιβολή συγχρόνως μιας ἀντιστοίχου επιβαρύνσεως ἐπί τῶν ομοειδών εισαγομένων προϊόντων, ἡ ὁποία εισρέει φυσικά στό κρατικό ταμείο.
Ἀπό τά ἀνωτέρω δύναται πράγματι νά συναχθεί μόνο τό συμπέρασμα ὅτι δέν ἀποκλείεται ὁ χαρακτήρας τοῦ «τελικοῦ στοιχείου» τῆς τιμής πωλήσεως τοῦ μονοπωλίου ὡς φόρου ἀπό τό γεγονός καί μόνο ὅτι τό μέρος αυτό τῆς τιμής προορίζεται γιά τήν κάλυψη τῶν εξόδων διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου.
β)
Εἶναι ὅμως ἀμφίβολο ἄν εἶναι ὀρθό νά θεωρηθεί ὁλόκληρο τό τελικό στοιχείο τῆς τιμής ὡς φόρος κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 95 καί νά θεωρηθεί κατά συνέπεια ὅτι ἐπετρέπετο καί ἡ επιβάρυνση τοῦ εισαγομένου οινοπνεύματος μέ ὁλόκληρο τό υπερβάλλον τοῦ εξισωτικού φόρου μονοπωλίου.
Γιά νά διαλυθεί ἡ ἀμφιβολία αυτή, ὁπωσδήποτε δέν ἀρκεῖ ἡ ἀναφορά στην ομοιότητα τῶν τύπων υπολογισμού, ἡ ὁποία δείχνει ὅτι τόσο γιά τό τελικό στοιχείο τῆς τιμής, ὅσο καί γιά τό υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου, εἶναι ἀποφασιστικής σημασίας ὁρισμένη σχέση κυριαρχικῶς καθοριζομένων μεγεθών.
Ἐπ' αὐτοῦ πρέπει μάλλον ἀφ' ενός μέν νά γίνει άλλη μία ἀναφορά στην ἀπόφαση 45/75, στην ὁποία τονίζεται ὅτι λαμβάνονται ὑπ' ὄψη γιά τό άρθρο 95 μόνο οι φόροι πού εισάγονται καί καθορίζονται ὡς πρός τό ὕψος τους κυριαρχικῶς καί στην οποία τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ἐπί πλέον ὅτι τό άρθρο 95 δέν επιτρέπει νά αντισταθμίζονται οἱ επιβαρύνσεις διαφορετικής φύσεως, οικονομικής παραδείγματος χάριν, οἱ όποιοι ισχύουν γιά τά εγχώρια προϊόντα, ἀπό τίς φορολογικές επιβαρύνσεις εισαγομένων προϊόντων.
'Εξ άλλου, σημαντικές εἶναι καί οἱ ἀκόλουθες σκέψεις:
—
Τό τελικό στοιχείο τῆς τιμής προκύπτει ἀπό τήν ἀφαίρεση όχι μόνο τοῦ φόρου, άλλά καί τῆς τιμής ἀγορᾶς, ἀπό τήν τιμή πωλήσεως τοῦ μονοπωλίου. Αυτό εἶναι βεβαίως ἀναγκαίο κατά τό άρθρο 95, διότι δέν δύναται νά γίνει φυσικά λόγος γιά φόρο τοῦ ύψους τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος, ή ὁποία ἀποτελεί ἀντιπαροχή γιά τήν τιμή
πωλήσεως. Όπως ὅμως ἀκούσαμε, ἡ τιμή βάσεως τοῦ οινοπνεύματος, ἡ ὁποία ἀφαιρείται σύμφωνα μέ τόν τύπο υπολογισμού, ἀποτελεί ἁπλώς ένα κατ' ἀποκοπή μέγεθος. Πράγματι, τό μονοπώλιο οινοπνεύματος ἀγοράζει — γιά λόγους γεωργικής πολιτικής — σέ διαφορετικές τιμές, ἀναλόγως τοῦ μεγέθους τῶν ἀποστακτηρίων καί των πρώτων υλών πού χρησιμοποιούνται γιά τό οινόπνευμα, ὁπότε ἐνεφανίζοντο κατά τήν κρίσιμη περίοδο πραγματικές τιμές εξαγοράς ἀπό 27,39 DM, 176,38 DM, 231,12 DM καί 257,48 DM μέχρι 629,32 DM. Ἄν κρίνεται σκόπιμη ἡ εξεύρεση τῆς ὀρθής ἀξίας τοῦ προϊόντος, δηλαδή νά τεθούν ὡς ἀφετηρία οἱ μέσες τιμές εξαγορᾶς πού ὄντως κατέβαλε τό μονοπώλιο, τότε γιά τό έτος 1975/76 πρέπει νά ληφθεί ὡς βάση — ὅπως ἀπέδειξε ἡ 'Επιτροπή — μία μέση τιμή εξαγορᾶς 257,10 DM καί νά μειωθεί συνεπώς τό τελικό στοιχείο τῆς τιμής κατά τήν διαφορά μεταξύ αυτής τῆς πράγματι καταβληθείσης τιμής εξαγοράς καί τῆς τιμής βάσεως τοῦ οινοπνεύματος, έκτός ἄν θεωρηθεί — βάσει τῶν σκέψεων πού ἀναπτύσσονται σέ διάφορες ἀποφάσεις, παραδείγματος χάριν στην ἀπόφαση στην υπόθεση 26/80 τῆς 30ής Ὀκτωβρίου 1980, Schneider-Import GmbH & Co. KG κατά Hauptzollamt Mainz, Slg. 1980, σ. 3469 — ὅτι ἡ χρησιμοποίηση τῆς τιμής βάσεως ὡς τῆς μέσης ἀντιπροσωπευτικής τιμής ἀγορᾶς ἀποτελεί μία επιτρεπτή, καθότι ἀναπόφευκτη, κατ' ἀποκοπή εκτίμηση.
—
Ή 'Επιτροπή ὑπεγράμμισε επίσης ὅτι στά έξοδα διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου περιέχονται καί έξοδα γιά τήν μεταφορά, εναποθήκευση, καθώς ενδεχομένως καί γιά τόν καθαρισμό ἡ τήν μετουσίωση τοῦ οινοπνεύματος. Καί τά έξοδα αυτά ἀποκλείονται, ὅσον άφορᾶ τόν προσδιορισμό τοῦ χαρακτῆρος τῶν εξόδων διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου ὡς φόρων, ἀπό τόν ἀνωτέρω υπολογισμό, διότι ἐδῶ πρόκειται περί παραγόντων στους ὁποίους ἀντιστοιχούν οικονομικές καθαρά παροχές τοῦ μονοπωλίου καί οἱ όποιοι δικαίως επιβαρύνουν ἀποκλειστικώς καί μόνο εκείνους πού τίς ἀπολαύουν, δηλαδή τους ἀγοραστές τοῦ οινοπνεύματος τοῦ μονοπωλίου.
—
'Αφού οἱ τιμές πωλήσεως τοῦ μονοπωλίου διαμορφώνονται ἀναλόγως τοῦ σκο-ποῦ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ οινοπνεύματος εἶναι τέλος δυνατόν νά ἀνακύψει τό ἐρώτημα μήπως πρέπει νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη ούτε καί τό μέρος εκείνο τῶν εξόδων διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου τό όποιο προορίζεται νά ἀντισταθμίσει τίς ζημίες «πού υφίσταται ἡ διοίκηση τοῦ μονοπωλίου, επειδή πωλεί ὁρισμένα εἴδη ἀποσταγμάτων πού προορίζονται γιά άλλους σκοπούς κάτω ἀπό τήν τιμή κόστους» (σκέψη 2 τῆς ἀποφάσεως 45/75).
Ὅλα τά ἀνωτέρω ὁδηγοῦν πράγματι στό συμπέρασμα ὅτι ὁπωσδήποτε δέν δύναται ὅλο τό ποσό τοῦ τελικού στοιχείου τῆς τιμής νά θεωρηθεί ὡς φόρος πού λαμβάνεται ὑπ' ὄψη γιά τήν σύγκριση τῶν επιβαρύνσεων κατά τό άρθρο 95. 'Επί πλέον φαίνεται σαφώς ὅτι πρέπει νά ἀποκλεισθεί ὁ χαρακτήρας τοῦ ἐν λόγω υπολοίπου ὡς φόρου καθορισμένου ὕψους, ὁπότε πρέπει νά μή ληφθεί ὑπ' ὄψη ὁλόκληρο τό τελικό στοιχείο τῆς τιμής. Πράγματι, βάσει τῶν ἀνωτέρω σκέψεων, τό ὕψος τῶν ποσών πού εκπίπτονται ποικίλλει καί πάντως μόνο κατά τό τέλος τοῦ οἰκονομικοῦ έτους καί ὄχι ὁποτεδήποτε γίνει ἡ εισαγωγή — ὅπως κατ' ἀρχήν επιβάλλεται ἀπό τό άρθρο 95 — δύναται νά προσδιορισθεῖ μέ ἀκρίβεια ποῖο μέρος τῶν εξόδων διαχειρίσεως ἀποτελεί καθαυτό φόρο καί ποῖο μέρος πρέπει νά ἀφαιρεθεί γιά διαφόρους λόγους πού ἀνε-πτύχθησαν ἀνωτέρω.
4.
Στό σημείο ὅμως αυτό πρέπει, πρίν συναχθούν ὁριστικά συμπεράσματα, νά εξετασθούν ὁρισμένες σκέψεις πού περιλαμβάνονται στό σκεπτικό τῆς διατάξεως περί παραπομπής καί τίς όποιες θεωρεί εύστοχες καί ἡ 'Επιτροπή, δηλαδή τό ζήτημα ἄν δέν δικαιολογείται ἡ ἀφαίρεση ἀπό τό τελικό στοιχείο τῆς τιμῆς, δηλαδή ἀπό τά έξοδα διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου, ἁπλώς καί μόνο τοῦ ποσοῦ τό όποιο δέν συμπεριλαμβάνεται αὔτε καί στόν λεγόμενο πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος κατά την επιβάρυνση τοῦ εγχωρίου οινοπνεύματος πού ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως παραδόσεως. Αυτό θά ἐσήμαινε — ἀφοῦ ἀπό τόν πρόσθετο φόρο οινοπνεύματος ἀφαιρούνται τά έξοδα διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου ὕψους 31 DM — ὅτι πάντως θά ἐπετρέπετο ἡ επιβολή τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ εξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου ύψους 80 DM μείον 31 DM 'ίσον 49 DM.
Ή 'Επιτροπή ἀνεφέρθη σχετικῶς στό σύστημα καί τήν διάρθρωση τοῦ γερμα-νικοῦ μονοπωλίου οινοπνεύματος. 'Εφ' ὅσον σύμφωνα μέ τό σύστημα καί τήν διάρθρωση αυτή γίνεται διάκριση μεταξύ οινοπνεύματος γιά τό όποιο υπάρχει υποχρέωση παραδόσεως καί οινοπνεύματος πού ἀπαλλάσσεται τῆς υποχρεώσεως αὐτης, εἶναι σαφές ὅτι τά εισαγόμενα οινοπνευματώδη ἀντιστοιχοῦν πρός τά εγχώρια προϊόντα πού δέν διακινούνται μέσω τοῦ μονοπωλίου. 'Επί πλέον κατ' αυτό τόν τρόπο ἀποφεύγονται ευκολότερα, κατά τήν 'Επιτροπή, οἱ στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, οἱ όποιες θά ἠδύναντο άλλως νά προκληθοῦν, ὅπως ἀπέδειξε μέ άλλα παραδείγματα. 'Εκτός αὐτοῦ, ἀνέπτυξε καί άλλους συλλογισμούς γιά νά δικαιολογήσει τό ἀποτέλεσμα αυτό, τους ὁποίους θά εξετάσω κατόπιν ἐν λεπτομέρεια.
α)
Κατ' ἀρχάς, ἡ εντύπωση μου ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶναι ὅτι δυσκόλως δικαιολογείται ἡ κατ' ἀρχήν καί ἐν γένει επιβολή τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ εξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου τοῦ ὕψους τοῦ ποσοῦ πού προκύπτει μετά ἀπό ἀφαίρεση τῶν εξόδων διαχειρίσεως πού εξοικονομεῖ τό μονοπώλιο, ὅπως ἐν γένει καθορίζονται στην περίπτωση τοῦ προσθέτου φόρου οινοπνεύματος.
Δικαίως ἡ καθ' ἧς ἀμφισβητεί τό ὅτι τό ἀνωτέρω «κατ' εκτίμηση» ποσό ἀρκεῖ νά περιλάβει πράγματι τά ἐξοικονομηθέντα έξοδα, γιά νά μή ἀναφερθοῦν καί ἡ παρέκκλιση ἀπό τήν πραγματική μέση τιμή εξαγορᾶς, ἡ ζημία λόγω τῆς διαθέσεως οινοπνεύματος σέ μειωμένες τιμές, καθώς καί τά ἔξοδα εναποθηκεύσεως, μεταφοράς καί καθαρισμοῦ. Δέν πρέπει πράγματι νά παραβλεφθεί τό γεγονός ὅτι στό τελικό στοιχείο της τιμής περιλαμβάνεται καί τό κέρδος τοῦ μονοπωλίου, τό όποιο εισρέει στό ὁμοσπονδιακό ταμείο καί τό όποιο ἀντεπροσώ-πευε, κατά τά οικονομικά έτη 1973 καί 1975 παραδείγματος χάριν, σημαντικά ποσά (32 εκατομμύρια μάρκα καί 60 ἑκατομμύρια μάρκα ἀντιστοίχως).
Οἱ ἀναφορές πάντως στην διάρθρωση καί τό σύστημα τοῦ μονοπωλίου οινοπνεύματος, καθώς άλλωστε καί σέ επίφοβες στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, δέν θά ἔπρεπε νά ἀρκοῦν ἁπλώς γά νά εξομοιωθεί τό εισαγόμενο οινόπνευμα, ἀπό ἀπόψεως φορολογήσεως, μέ τό εγχώριο οινόπνευμα πού ἀπαλλάσσεται ἀπό τήν υποχρέωση παραδόσεως. Τό άρθρο 95 πάντως δέν ἀποκλείει, ὅπως άλλωστε ἐτονίσθη ὀρθῶς κατά τήν διάρκεια τῆς δίκης, τήν διάκριση εἰς βάρος τῶν εγχωρίων προϊόντων, ὅσον άφορα τίς υποτιθέμενες στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ.
β)
Τὀ κατά τήν 'Επιτροπή ὀρθό συμπέρασμα θά ἠδύνατο ἑπομένως νά γίνει δεκτό μόνο ὑπό τήν προϋπόθεση — καί ἐδῶ έρχομαι στίς συμπληρωματικές σκέψεις πού ἀνέπτυξε — ὅτι τό εισαχθέν προϊόν θεωρείται ὁμοειδές πρός τό εγχώριο οινόπνευμα πού απαλλάσσεται τῆς υποχρεώσεως παραδόσεως, ὁπότε δέν χρειάζεται νά εξετασθεί περαιτέρω τό λεπτό ζήτημα μέχρι ποίου ύψους πρέπει νά χαρακτηρισθοῦν ὡς φόροι τά έξοδα διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου.
Δύναται νά μᾶλλον νά θεωρηθεί ὅτι ενδείκνυται ἡ επέκταση ἐπί τοῦ εισαγομένου οινοπνεύματος τῆς — λόγω τῆς ἀφαιρέσεως των εξόδων διαχειρίσεως — εὐνοϊκοτέρας φορολογικής ρυθμίσεως πού ισχύει γιά τό εγχώριο οινόπνευμα πού ἀπαλλάσσεται τῆς υποχρεώσεως παραδόσεως.'Υπενθυμίζεται σχετικώς ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 168/78, 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (Slg. 1980, σ. 347), γιά τόν ὅρο «ὁμοειδή» επιβάλλεται ἡ ελαστική καί ευρεία ερμηνεία. Ἐν πάση περιπτώσει, τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι γιά τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης ἀρκεῖ ή ύπαρξη ἑνός μερικοῦ, έμμεσου ἡ δυνητικοί) ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ τῶν ἐν λόγω προϊόντων καί ἡ διαπίστωση υπάρξεως μιᾶς τέτοιας σχέσεως ἀνταγωνισμοῦ σέ μία ή περισσότερες οικονομικές χρήσεις. Τό Δικαστήριο συνεπώς ανεγνώρισε στην ἀνωτέρω ἀπόφαση ὅτι μεταξύ τῶν ἀποσταγμάτων ὑπάρχει ένας ἀπεριόριστος ἀριθμός ποτών, τά όποια θά ἠδύναντο νά χαρακτηρισθοῦν ὡς ομοειδή κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 95 πρῶτο εδάφιο καί έκρινε ὅτι ὅλα τα ἀποστάγματα έχουν κοινά χαρακτηριστικά, εἶναι, τουλάχιστον ἐν μέρει ἤ δυνητικῶς, ἀμοιβαίως ἀνταγωνιστικά, οπότε πάντως τυγχάνει εφαρμογής τό άρθρο 95 δεύτερο εδάφιο (σκέψη 12, Slg. 1980, σ. 363). Συνεπῶς, κατόπιν ὅσων ἀνέπτυξε ή 'Επιτροπή κατά τήν δίκη — δηλαδή ὅτι στην περίπτωση τοῦ καθαροῦ οινοπνεύματος μόνο μέ σημαντική δαπάνη εἶναι δυνατή ἡ εξακρίβωση τῶν χρησιμοποιη-θεισῶν πρώτων υλῶν (οἴνου, σιτηρών, ὀπωρῶν, γεωμήλων) καί ὅτι οἱ πρώτες ύλες αυτές δέν έχουν καμμία σημασία γιά τήν χρησιμοποίηση τοῦ οινοπνεύματος γιά τήν παρασκευή τῶν οινοπνευματωδών ποτών περί τῶν ὁποίων πρόκειται στην κυρία δίκη — δυσκόλως δύναται νά ἀμφισβητηθεί ὅτι ή εισαχθείσα αιθυλική ἀλκοόλη γεωργικής προελεύσεως εἶναι ὁμοειδής πρός τό εγχώριο οινόπνευμα ἐξ οἴνου ἡ ὀπωρῶν τό όποιο ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως παραδόσεως.
Κατά συνέπεια, φαίνεται πράγματι νά δικαιολογείται ἡ κατ' ἀρχήν επιβολή ἐπ' ὐυτής μιας αναλόγου επιβαρύνσεως, δηλαδή ἡ επιβολή φόρου 'ίσου πρός τό υπερβάλλον τοῦ προσθέτου φόρου οινοπνεύματος (49 DM) ἀντί τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου ύψους 80 DM. 'Εξ άλλου, δέν ἀνακύπτει σχετικώς κανένα πρόβλημα ἀπό τό γεγονός — ἀναφέρομαι τώρα στην έκφραση πού χρησιμοποιείται στην ἀπόφαση 45/75 «καθορισμένος ὡς πρός τό ὕψος» — ὅτι τό 'ίδιο τό υπερβάλλον τοῦ προσθέτου φόρου δέν εἶναι καθορισμένο, άλλά υπολογίζεται βάσει ὁρισμένων μεγεθών πού καθορίζονται κυριαρχικῶς.
γ)
Τό μόνο επομένως πού απομένει νά εξετασθεί — καί αυτό όχι μόνο ἀπό της ἀπόψεως τῶν ὅσον ἀνέπτυξε τό Hauptzollamt ενώπιον τοῦ Bundesfinanzhof — εἶναι ἄν στίς μέχρι τώρα διαπιστώσεις πρέπει νά γίνουν επιφυλάξεις καί συμπληρώσεις, λόγω τοῦ ὅτι ὁ πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος δέν ἀποτελοῦσε ενιαίο φόρο, άλλά ἐποίκιλλε — κατόπιν προσθέσεων καί ἀφαιρέσεων ὑπό τήν μορφή ἑκατοστιαίων ποσοστών τῆς τιμής βάσεως — ἀναλόγως τοῦ μεγέθους τῶν ἀποστα-κτηρίων καί τῶν χρησιμοποιουμένων υλών. Αυτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, ὅπως ἀκούσαμε, ὅτι κατά τήν περίοδο εκείνη 'ίσχυσαν γιά τόν πρόσθετο φόρο συντελεστές ἀπό 1149,20 DM μέχρι 1599,54 DM, οἱ όποιοι ἠδύναντο σέ εξαιρετικές περιπτώσεις νά εἶναι ἀκόμη υψηλότεροι.
Προφανώς δέν υπάρχει κανείς λόγος νά ἐργασθοῦμε κατ' αυτό τόν τρόπο, ἀφοῦ ή καθ' ἧς δήλωσε στην προφορική διαδικασία ὅτι δέν ἠδύνατο νά διαπιστώσει ποῦ είχε παραχθεί τό εισαχθέν οινόπνευμα, ὅτι δηλαδή δέν εἶναι σέ θέση νά ἀποδείξει ὅτι πρόκειται γιά προϊόν πού πρέπει νά εξομοιωθεί πρός ένα ἀπολύτως καθορισμένο εγχώριο προϊόν πού παράγεται σέ επιχορηγούμενο μικρό ἀποστακτήριο. Τό θέμα δέν χρειάζεται βεβαίως νά διευκρινισθεί ὁριστικώς κατά τήν παρούσα διαδικασία τῆς παραπομπής, άλλά ενδεχομένως ἀπό τόν εθνικό δικαστή. Χάριν ὅμως πληρότητος, εἶναι ὁπωσδήποτε ἀπαραίτητο νά περιληφθεί στην προδικαστική ἀπόφαση μία συμπληρωματική ἀναφορά στην διαφοροποίηση τοῦ προσθέτου φόρου οινοπνεύματος. Ή ἀναφορά αυτή δύναται νά έχει ὡς ἀντικείμενο ὁρισμένες διαπιστώσεις τῆς ἀποφάσεως 45/75, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν συμβιβάζεται μέ τό άρθρο 95 ἡ επιβάρυνση τῶν εισαγομένων προϊόντων βάσει άλλων μεθόδων υπολογισμοί) καί διατάξεων ἀπό ὅ,τι τά εγχώρια — ἑνιαίο ποσό ἀφ' ενός, προοδευτική επιβάρυνση ἀφ' ἑτερου — καί στην ὁποία ἐτονίσθη επίσης ὅτι ἀρκεῖ γιά την ύπαρξη παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 95 ή υψηλοτερα επιβάρυνση τῶν εισαγομένων προϊόντων νά ἀνακύπτει σέ ελάχιστο μόνο ἀριθμό περιπτώσεων. Ὑπενθυμίζεται σχετικῶς καί ἡ ἀπόφαση τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1978, στην υπόθεση 148/77, Η. Hansen jun. & O.C. Balle GmbH & Co. κατά Hauptzollamt Flensburg — (Slg. 1978, σ. 1787). 'Εδώ ὑπεγραμμίζετο ὅτι τό άρθρο 95 δέν επιτρέπει την ύπαρξη διαφορών ἀπό λόγους κοινωνικούς ἤ άλλους ἤ ἀναλόγως τῆς σημασίας ενδεχομένως ειδικών ρυθμίσεων σέ σχέση μέ την συνήθη φορολογική ρύθμιση καί ὅτι επιβάλλεται μάλλον ἡ επέκταση τῶν ιδιαιτέρων εὐεργετικών διατάξεων μιᾶς εθνικής φορολογικής ρυθμίσεως ἐπί τῶν προϊόντων πού εισάγονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη, σέ περίπτωση πού πληρούνται τά κριτήρια τοῦ ἄρθρου 95 εδάφια 1 καί 2.
5.
Κατόπιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω προτείνω νά δοθεί ἡ έξης ἀπάντηση στό ερώτημα πού υπέβαλε τό Bundesfinanzhof:
α)
Ὡς φόρος επιβαλλόμενος ἐπί ὁμοειδοῦς ἐθνικοῦ προϊόντος κατά την ἔννοια τοῦ ἄρθρου 95 πρῶτο εδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ, δύναται νά θεωρηθεί καί ή ἐπιβάρυνση πού προκύπτει ἀπό την τιμή πωλήσεως πού καθορίζει ἡ διοίκηση τοῦ μονοπωλίου οινοπνεύματος γιά τό οινόπνευμα τοῦ μονοπωλίου πού χρησιμοποιείται κατά την παρασκευή τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Ή επιβάρυνση αυτή ὅμως πρέπει νά χαρακτηρισθεί ὡς φόρος ὑπό την ἀνωτέρω ἔννοια, μόνο ἐφ' ὅσον πρόκειται γιά τό μέρος τῆς τιμής πωλήσεως τό όποιο καταβάλλει ή διοίκηση τοῦ μονοπωλίου ὡς φόρο οινοπνεύματος, ἐνῶ επομένως τό μέρος της τιμής πωλήσεως πού παρακρατεῖ ἡ διοίκηση τοῦ μονοπωλίου πρός κάλυψη τῶν εξόδων τῆς δέν δύναται νά χαρακτηρισθεῖ ὡς τέτοιος φόρος, επειδή πρέπει ἐν μέρει νά χαρακτηρισθεί ὡς «οικονομική επιβάρυνση» καί επειδή τό υπόλοιπο μέρος, τό όποιο δύναται νά ληφθεί ὑπ' ὄψη κατά τήν σύγκριση τῶν επιβαρύνσεων, δέν εἶναι επακριβώς καθορισμένο ὡς πρός τό ὕψος του.
β)
Τό εισαγόμενο οινόπνευμα ἀπό τά άλλα Κράτη μέλη ὅμως ἠδύνατο νά επιβαρύνεται, σύμφωνα μέ τήν ρύθμιση πού 'ίσχυε στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας στίς ἀρχές τοῦ 1976, μέ φόρο 'ίσο πρός τόν πρόσθετο φόρο πού ἴσχυε γιά τό ἀπαλλασσόμενο τῆς υποχρεώσεως παραδόσεως οινόπνευμα, ἐφ' ὅσον επρόκειτο γιά ὁμοειδή προϊόντα κατά τήν ἐννοια τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 168/78 (Slg. 1980, σ. 347). Ἔπρεπε βεβαίως σχετικώς νά επεκταθοῦν οἱ ευεργετικές διατάξεις πού 'ίσχυαν γιά τό εγχώριο οινόπνευμα καί ἐπί τον) εισαγομένου οινοπνεύματος τό όποιο εὑρίσκετο στην ίδια κατάσταση.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy