ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 15 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Μετά ἀπό επιτυχή συμμετοχή του σέ διαγωνισμό τοῦ 1974, ὁ προσφεύγων στην υπόθεση ἐπί τῆς ὁποίας εκθέτω σήμερα τίς προτάσεις μου εισήλθε στην υπηρεσία της Ἐπιτροπής Ἐλέγχου ὡς έκτακτος υπάλληλος μέ βαθμό Α7 κλιμάκιο 2. Μέ ἀπόφαση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1976, διορίσθη δόκιμος υπάλληλος ἀπό 1ης Όκτωβρίου 1976 γιά εννέα μήνες, χωρίς μεταβολή τοῦ βαθμοῦ του. Μέ ἀπόφαση τῆς 14ης Ἰουνίου 1977, ἡ ὁποία ἴσχυε ἀπό 1ης Ἰουλίου 1977, ἐμονιμοποιήθη στό βαθμό Α7. Τό 1978, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, τό όποιο συνεστήθη μέ τήν συνθήκη τῆς 22ας Ἰουλίου 1975 καί ἀντικατέστησε τήν Ἐπιτροπή Ἐλέγχου, προκήρυξε διαγωνισμό γιά πέντε θέσεις τῆς σταδιοδρομίας Α7/Α6, πού έπρεπε να πληρωθούν, σύμφωνα μέ τό άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο γ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, μέ μετάταξη υπαλλήλων ἄλλων ὀργάνων. Ό προσφεύγων, ὁ όποιος υπέβαλε αἴτηση συμμετοχής, μετετάγη στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο μέ τήν ἀπό 18 Ἀπριλίου 1978 ἀπόφαση τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ, ή ὁποία ἴσχυσε ἀπό 1ης Μαΐου 1978, κατετάγη δέ στό βαθμό Α7 κλιμάκιο 3. Ό προσφεύγων προήχθη στό βαθμό Α6/1 ἀπό 1ης Μαΐου 1979, ἡ δέ ἀρχαιότης του στό πρῶτο κλιμάκιο τοῦ βαθμού Α6 καθορίσθη τήν 1η Ἀπριλίου 1977.
Κατά τόν χρόνο αυτό, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο εἶχε επίσης αυξήσει τό προσωπικό του μέ τήν πρόσληψη υπαλλήλων, οἱ όποιοι δέν υπηρετούν ήδη στίς Κοινότητες. Ή κατάταξη τους καθορίσθη, ἀπό τῆς 21ης Φεβρουαρίου 1980, μέ ἀπόφαση πού έλαβε τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι ἐν τω μεταξύ ἐτροποποιήθη δύο φορές καί άφορᾶ τά κριτήρια κατατάξεως καί διορισμού τοῦ προσωπικοῦ. Σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγω ἀπόφαση, ὁ διορισμός σέ βαθμό άλλο ἀπό τόν βασικό βαθμό τῆς βασικής σταδιοδρομίας μιᾶς κατηγορίας δύναται νά γίνει ἄν, μετά τή λήψη τοῦ διπλώματος πού παρέχει δυνατότητα προσβάσεως στην σταδιοδρομία, ὁ υποψήφιος δύναται νά δικαιολογήσει συγκεκριμένη ελάχιστη επαγγελματική πείρα, ἡ ὁποία ἀνέρχεται παραδείγματος χάρη σέ τέσσερα χρόνια γιά τό βαθμό Α6. Σέ περίπτωση μεγαλύτερης επαγγελματικής πείρας, εἶναι δυνατό νά χορηγηθεί ἀνώτερο κλιμάκιο, ὅπως εμφαίνεται στόν πίνακα πού περιέχεται σέ παράρτημα τῆς ἀποφάσεως.
Κατά τόν προσφεύγοντα, τά ἀνωτέρω εἶχαν ὡς πρακτικό ἀποτέλεσμα ὅτι υπάλληλοι, πού κατετάγησαν βάσει τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως, έτυχαν σαφῶς εὐνοϊκότερης μεταχειρίσεως ἀπ' ὅ,τι οἱ υπάλληλοι πού είχαν μεταταγεῖ ἀπό άλλα όργανα στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο. Στίς 12 Μαΐου 1980, υπέβαλε στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου αίτηση, βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων. Στην αίτηση αυτή, ἐτόνιζε ὅτι υπάλληλοι, πού είχαν εισέλθει πρόσφατα στην υπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καί εἶχαν δέκα ετών επαγγελματική πείρα λιγότερη ἀπό αυτόν, εἶχαν καταταγεί στόν βαθμό Α6/1 ἡ Α6/2, δηλαδή στον ἴδιο βαθμό καί κλιμάκιο (Α6/2) πού αυτός ἐν συνεχεία έλαβε ἐζήτησε δέ νά εξετασθεί ἡ δυνατότης θεραπείας τῆς ἀνωμαλίας αυτής.
Ή αἴτησή του ἀπερρίφθη.
Στό ἀπό 25 Ἰουλίου 1980 υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀμφισβητεῖται ὁποιαδήποτε ἀντικανονικότητα, ὅσον άφορα τήν κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος. Βεβαίως, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο καθόρισε ἴδια κριτήρια κατατάξεως γιά τό νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό, στηριζόμενα στην επαγγελματική πείρα. Στην περίπτωση ὅμως τοῦ προσφεύγοντος, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται, ὅσον άφορᾶ τήν προαγωγή τοῦ τελευταίου, ἀπό τό άρθρο 46 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων καί, συνεπῶς, πρέπει νά λάβει ὑπ' ὄψη τήν υφισταμένη ήδη κατάταξη, μέ ἀποτέλεσμα νά μή δύναται τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο νά ἀσκήσει σχετικῶς καμία εξουσία εκτιμήσεως.
Στίς ἀρχές τοῦ έτους 1980, ὁ προσφεύγων, συμβουλευθείς τόν ἀτομικό του φάκελο, έλαβε γνώση ενός υπηρεσιακού σημειώματος πού τό υπεύθυνο γιά τό προσωπικό καί τή διοίκηση μέλος τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου εἶχε συντάξει, κατόπιν τῆς αιτήσεως τοῦ προσφεύγοντος, καί ἀπευθύνει στον πρόεδρο τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Στό ἐν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα, τοῦ ὁποίου ὁ προσφεύγων εἶχε λάβει ἀντίγραφο (πού ἀφηρέθη ἐν τῶ μεταξύ ἀπό τόν ἀτομικό του φάκελο) ἀναφέρεται μεταξύ άλλων ὅτι τά κριτήρια κατατάξεως πού καθόρισε τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο καταλήγουν στό νά ευνοούν τους υπαλλήλους πού εισέρχονται στην υπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου, χωρίς νά έχουν προηγουμένως υπηρετήσει στίς Κοινότητες, ἄν συγκριθεί ή κατάταξη τους μέ τήν κατάταξη τῶν υπαλλήλων στους ὁποίους ἐφηρμόζετο τό άρθρο 46 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τά ἀνωτέρω εκτίθενται λεπτομερώς γιά τή σταδιοδρομία Α5/Α4 καί — στή σελίδα 3 τοῦ ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος — γιά τό βαθμό Α6.
Στίς 15 Σεπτεμβρίου 1980, ὁ προσφεύγων υπέβαλε ένσταση, βάσει τοῦ ἄρθρου 90, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου. 'Υποστήριξε ὅτι ἀπό τό ἀνωτέρω υπηρεσιακό σημείωμα συνάγεται ὅτι, παρά τήν ηλικία καί τήν ἀρχαιότητά του, κατετάγη σέ χαμηλότερο κλιμάκιο ἀπ' ὅλους τους υπαλλήλους μέ βαθμό Α6, δεδομένου ὅτι, σύμφωνα μέ τό υπηρεσιακό σημείωμα, ἀκόμη καί ένας δόκιμος υπάλληλος 30 ἐτών ελάμβανε μισθό ὑπαλλήλου Α6/4. Ό προσφεύγων θεωρεί ὅτι μία τέτοια πρακτική, ἡ ὁποία συνίσταται στην χορήγηση πρός τους προσληφθέντες μέ σύμβαση υπαλλήλους — ὅταν μονιμοποιοῦνται—καλυτέρας κατατάξεως ἀπ' ὅ,τι στους υπαλλήλους πού προήχθησαν βάσει τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, συνιστά παράβαση τοῦ άρθρου 5, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως συνεπώς, θά πρέπει νά διορθωθεί ἡ κατάταξη του κατά τρόπο ὥστε νά εἶναι ἀνάλογη μέ εκείνη τῶν συναδέλφων του πού έχουν τήν ἴδια ηλικία καί τήν ἴδια επαγγελματική πείρα μέ αυτόν.
Καί ἡ ἀνωτέρω ένσταση ἀπερρίφθη. Μέ υπηρεσιακό σημείωμα τῆς 13ης Νοεμβρίου 1980, ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοῦ ἐγνώρισε οτι, ἐφ' ὅσον εἶχε ἀποδεχθεί τό 1974 ένα συγκεκριμένο βαθμό, δέν ήταν πλέον δυνατό νά γίνει διόρθωση' κατά συνέπεια, ἡ ένσταση του έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς πρός τό σημείο αυτό ὡς ἀπαράδεκτη. Ἐπίσης, δέν ήταν δυνατό νά γίνει λόγος γιά παράβαση τοῦ άρθρου 5, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Σύμφωνα πάντοτε μέ τό ἐν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα, ὁ προσφεύγων εἶχε ἀρκετές ευκαιρίες νά μετάσχει σέ διαγωνισμούς γιά θέσεις τῆς σταδιοδρομίας Α5/Α4 καί γιά θέσεις Α3. Τέλος, τό σημείωμα πού ἀναφέρει ὁ προσφεύγων ἀποτελεί ἁπλώς μιά προπαρασκευαστική γνώμη καί, συνεπώς, δέν δύναται νά δεσμεύσει τήν ἁρμοδία για τους διορισμούς ἀρχή.
Ἔτσι, ὁ προσφεύγων ἤσκησε στίς 14 Ἰανουαρίου 1981 προσφυγή μέ τήν ὁποία ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:
α)
νά κρίνει ὅτι τά κριτήρια κατατάξεως πού εφαρμόζονται ἀπό τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις, καθ' ὅσον χορηγοῦν στους νεοπροσλαμβανομένους υψηλότερους βαθμούς ἀπό εκείνους πού χορηγοῦνται στό προσωπικό πού υπηρετεί ήδη στην Κοινότητα,
β)
νά κρίνει ὅτι τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο πρέπει νά χορηγήσει στόν προσφεύγοντα, ἀπό τῆς καταθέσεως της παρούσης προσφυγῆς, βαθμό τουλάχιστον ἀνάλογο μέ τόν τῶν συναδέλφων του πού έχουν την ἴδια ἡλικία, πανεπιστημιακούς τίτλους τοῦ αὐτοῦ επιπέδου καί την ἴδια ἐπαγγελματική πείρα,
γ)
νά ἀκυρώσει την ἀπόφαση τῆς 13ης Νοεμβρίου 1980, καί
δ)
νά υποχρεώσει τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, λόγω τοῦ υπηρεσιακοῦ του πταίσματος, νά καταβάλει ὡς ἀποζημίωση τό ποσό τοῦ 1080000 BFR, εντόκως πρός 6 ο/ο ἀπό τῆς καταθέσεως τῆς προσφυγῆς.
Τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, έχοντας πεισθεί ὅτι ἡ προσφυγή ήταν ἀπαράδεκτη γιά διαφόρους λόγους, προέβαλε ένσταση ἀπαραδέκτου, σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, ἡ ὁποία, μέ διάταξη τῆς 19ης Μαΐου 1981, ἀπεφασίσθη νά συνεκδικασθεῖ μέ τήν ουσία τῆς υποθέσεως. Τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ισχυρίζεται ἐπί πλέον ὅτι, ἐν πάση περιπτώσει, ἡ προσφυγή πρέπει νά ἀπορριφθεί ὡς ἀβάσιμη.
Οἱ ἀπόψεις μου ἐπί τῆς ὑπό κρίση διαφορᾶς εἶναι οἱ ἀκόλουθες.
Ι — Ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ
Τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ἀμφισβητεί γιά διαφόρους λόγους τόσο τό παραδεκτό της προσφυγῆς ὅσο καί τό παραδεκτό ὁρισμένων ἐκ τῶν αιτημάτων της.
α)
Τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο θεωρεί πρό πάντων ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι εκπρόθεσμη. Ὁ προσφεύγων προσβάλλει κυρίως τήν νομιμότητα τῆς βαθμολογικής κατατάξεως του ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ σημείου, πάντως, οἱ σχετικές ἀποφάσεις είχαν ληφθεί προγενεστέρως, δηλαδή ὅταν προσελήφθη ἀπό τήν Ἐπιτροπή Ἐλέγχου, ὅταν μετετάγη στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο καί τέλος ὅταν προήχθη στό βαθμό Α6. Ό προσφεύγων ὤφειλε νά προσβάλει τίς ἐν λόγω ἀποφάσεις καί, ἐφ᾿ ὅσον δέν τό έπραξε, δέν δύναται πλέον νά ἐπανέλθει στά ζητήματα πού συνδέονται μέ αυτές.
β)
Κατά τό μέτρο πού ὁ προσφεύγων ἀναφέρεται στην βαθμολογική κατάταξη νεοπροσλαμβανομένων ἀπό τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο μονίμων καί μή μονίμων υπαλλήλων, οἱ πράξεις αυτές δεν εἶναι βλαπτικές γιά τόν προσφεύγοντα.
γ)
Κατά τό μέτρο πού ὁ προσφεύγων ζητεί τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς ενστάσεως του, εἶναι προφανές ὅτι αυτή δέν συνιστᾶ βλαπτική καί δυναμένη νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο προσφυγής πράξη, άλλά δύναται νά θεωρηθεί μόνον ὡς ἐπιβεβαιωτική προηγουμένης ἀποφάσεως πράξη.
δ)
Τέλος, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο θεωρεί ἀκόμη ὅτι ἡ προσφυγή στερείται έγκυρου ἀντικειμένου, γιά τόν λόγο ὅτι ὁ προσφεύγων δέν ἀναφέρει ένα βλαπτικό γι' αυτόν μέτρο καί, ἐν πάση περιπτώσει, ή προσφυγή εἶναι πολύ ἀόριστη.
Φρονώ ἐν τούτοις ὅτι ὅλες αυτές οἱ επιφυλάξεις δέν επιτρέπουν τελικῶς τήν ἀπόρριψη τῆς προσφυγής ἡ ὁρισμένων ἀπό τά αιτήματά τῆς ὡς ἀπαραδέκτων.
1.
Ό προσφεύγων δέν ισχυρίζεται ὅτι οἱ σχετικές μέ τήν βαθμολογική κατάταξη του προηγούμενες αποφάσεις ήταν εσφαλμένες καί οτι, συνεπῶς, πρέπει νά διορθωθεί ή κατάταξη του, πράγμα πού δέν εἶναι βεβαίως πλέον δυνατόν. Ἀντιθέτως, υποστηρίζει ὅτι, ἀφ᾿ ὅτου τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο έλαβε στίς ἀρχές τοῦ 1980 μία γενική ἀπόφαση, μέ τήν ὁποία καθορίσθησαν τά κριτήρια βαθμολογικής κατατάξεως τοῦ νεοπροσλαμβανομένου προσωπικοῦ καί ἡ ὁποία ἐφαρμόσθη στην πρακτική μέ ἀτομικές ἀποφάσεις, θά έπρεπε νά επανεξετασθεί καί ἡ κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος καί νά προσαρμοσθεί στά νέα κριτήρια ex nunc, ὥστε νά μή υφίσταται άνιση μεταχείριση. Αυτό ἀκριβώς ἐζήτησε μέ τήν αἴτησή του τῆς 12ης Μαΐου 1980. Προς τοῦτο, ἐστηρίχθη σέ νέα γεγονότα, γεγονός πού επιτρέπει τώρα τόν δικαστικό έλεγχο τῆς περί ἀπορρίψεως ἀποφάσεως.
Έχω την γνώμη ὅτι δυσχερῶς δύναται νά αντικρουσθεί τό επιχείρημα αὐτό. Πράγματι, δέν εἶναι δυνατό νά θεωρηθεί ὅτι, άπαξ καί ληφθούν οἱ περί βαθμολογικής κατατάξεως ἀποφάσεις, πρέπει νά παραμένουν στό διηνεκές ἐν ἰσχύι, ἐφ᾿ ὅσον δέν ἀπετέλεσαν εμπροθέσμως ἀντικείμενο προσφυγής. Ἀντιθέτως, εἶναι δυνατό νά ὑποστηριχθεί ὅτι κατ' ἀρχήν σέ περίπτωση μεταβολής τῶν ουσιωδῶν συνθηκών, δύναται νά ζητηθεί τροποποίηση, τουλάχιστον γιά τό μέλλον, ὅπως αυτό έγινε δεκτό π.χ. μέ την ἀπόφαση πού εξεδόθη στην υπόθεση 28/72 ( 2 ). 'Ἀν, στην περίπτωση αύτη, ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή εμμένει στην προηγουμένη ἀπόφαση, αυτό στην πραγματικότητα Ισοδυναμεί μέ νέα ἀπόφαση επιδεχόμενη προσφυγή καί ὄχι ἁπλώς μία πράξη επιβεβαιωτική τῆς ἀποφάσεως πού ἐλήφθη προηγουμένως στό πλαίσιο άλλης έννόμου καταστάσεως. Ἐν προκειμένω, ὁ προσφεύγων ἠδύνατο ἀναμφιβόλως νά στηριχθεί σέ νέα γεγονότα. Σχετικώς, δέν εἶναι ἀναγκαίο νά κριθεί τώρα, στό πλαίσιο τῆς εξετάσεως τοῦ παραδεκτοῦ, τό ζήτημα ἄν αυτό συνεπάγεται πράγματι υποχρέωση τῆς ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής νά διορθώσει τή βαθμολογική κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος ἀντιθέτως, ἀρκεῖ ἡ σχετική προβολή βασίμων Ισχυρισμών, οἱ όποιοι βεβαίως δέν ἐλλείπουν ἐν προκειμένω. Ό προσφεύγων ενήργησε επίσης ἀμέσως μετά τήν επέλευση τῶν νέων γεγονότων, μάλιστα δέ πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τῆς ἀποφάσεως πού ελήφθη τό Φεβρουάριο τοῦ 1980 — εντός τῆς προθεσμίας υποβολής ενστάσεως — ἄν καί αυτό δέν εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν υποβολή τῆς αιτήσεως. Ἐπί πλέον, ὅταν έλαβε τήν ἀπορριπτική τῆς αιτήσεως ἀπόφαση στίς 25 Ἰουλίου 1980, δηλαδή πρό τῆς εκπνοής τῆς προθεσμίας τῶν τεσσάρων μηνών πού προβλέπεται στό άρθρο 90, υπέβαλε ένσταση κατά τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως στίς 15 Σεπτεμβρίου 1980, δηλαδή εντός τῆς τασσομένης προθεσμίας τῶν τριών μηνών, μετά δέ τήν ἀπόρριψη τῆς ενστάσεως του, στίς 13 Νοεμβρίου 1980, δηλαδή πρό τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας τῶν τεσσάρων μηνών, προσέφυγε στό Δικαστήριο εντός τῆς προθεσμίας τῶν τριών μηνών πού προβλέπεται γιά τήν άσκηση προσφυγής.
Ὑπ᾿ αυτές τίς συνθήκες, δέν δύναται βεβαίως νά τεθεί ζήτημα εκπροθέσμου τῆς ὑπό κρίση προσφυγής.
2.
Κατά συνέπεια, εἶναι ἐπίσης προφανές ὅτι ὁ Ισχυρισμός πού προέβαλε τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, κατά τόν όποιο οἱ σχετικές μέ τή βαθμολογική κατάταξη τῶν νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων ἀποφάσεις δέν συνιστοῦν βλαπτικές γιά τόν προσφεύγοντα πράξεις, δέν ἀσκεῖ επιρροή. Πράγματι, ὁ προσφεύγων δέν προσβάλλει τίς ἀποφάσεις αυτές ως μή νόμιμες· ἀντιθέτως, τίς θεωρεί ὡς νόμιμες καί τίς επικαλείται πρός υποστήριξη τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, ὅτι ἀπαιτείται ἡ διόρθωση τῆς βαθμολογικής κατατάξεως του πρός τό συμφέρον τῆς ἴσης μεταχειρίσεως.
3.
Καμία ἀντίρρηση δέν δύναται νά προβληθεί κατά τοῦ Ισχυρισμού τοῦ Ελεγκτικοί) Συνεδρίου σέ ἀπάντηση τοῦ αἰτήματος τοῦ προσφεύγοντος περί ἀκυρώσεως τῆς σχετικής μέ τήν ένσταση του ἀποφάσεως, ὅτι δηλαδή ἡ απόφαση αὐτη συνιστά πράξη ἐπιβεβαιωτική τῆς ἀπορρίψεως τῆς αἰτήσεως πού υπέβαλε ὁ προσφεύγων τόν Μάϊο τοῦ 1980 καί οτι, συνεπώς, δέν δύναται νά προσβληθεί μέ προσφυγή. Σχετικώς, δύναται νά γίνει ἀναφορά, πλην τής προηγουμένης νομολογίας (ἀπόφαση πού εξεδόθη στίς υποθέσεις 33/79 καί 75/79 ( 3 ), στην οἰκονομία τῶν άρθρων 90 καί 91 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, σύμφωνα μέ τά ὁποῖα ή διαφορά πρέπει νά άφορᾶ βλαπτική πράξη ὡς τέτοια ἀπόφαση πρέπει νά θεωρείται μία ρητή ἀπόφαση ἡ ἡ παράλειψη λήψεως ἀποφάσεως, κατά τῆς ὁποίας υποβάλλεται ἡ ένσταση, καί ὄχι ἡ ἐπί τῆς ενστάσεως ἀπόφαση. Ἐπίσης δέν εἶναι πειστικός ὁ Ισχυρισμός τοῦ προσφεύγοντος ὅτι ἀνεφέρθη, μέ τήν ἀπό 15 Σεπτεμβρίου 1980 ένσταση του, στό υπηρεσιακό σημείωμα πού συνέταξε ἐν τῶ μεταξύ μέλος τοῶ Ελεγκτικοῦ Συνεδρίου καί ἀφοροῦσε τό πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολεί ἐν προκειμένω, καθώς καί στίς ἀποφάσεις περί βαθμολογικῆς κατατάξεως πού ελήφθησαν ἐν τω μεταξύ καί οἱ όποιες ἐδημοσιεύθησαν μόλις τόν Μάϊο τοῦ 1980, περιστατικά στά όποια δέν ήταν δυνατόν νά ἀναφερθεί στην αίτηση πού υπέβαλε στίς 12 Μαΐου 1980. Τά περιστατικά αυτά ήταν ήδη, ἐν πάση περιπτώσει, γνωστά στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ὅταν ἀπέρριψε τήν αίτηση τοῦ προσφεύγοντος καί, συνεπώς, δέν ήταν νέα, ὅταν ἡ ἐν λόγω ἀρχή έλαβε τήν ἀπόφαση τῆς ἐπί τῆς ενστάσεως.
Φρονῶ, ἐν τούτοις, ὅτι τά σχετικά μέ τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής επιχειρήματα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δέν εἶναι ὀρθά. Πράγματι, ἀπό τό σύνολο τῆς προσφυγής καθώς καί τά αιτήματα, προκύπτει ὅτι δύναται νά διακριβωθεῖ, άνευ ἑτερου, ή πραγματική αιτίαση πού προσάπτει ὁ προσφεύγων, δηλαδή ἡ άρνηση τροποποιήσεως τῆς βαθμολογικής του κατατάξεως. Γι᾽ αυτό δέν νομίζω ὅτι ενδείκνυται νά κριθεί ἁπλῶς ἀπαράδεκτο τό σχετικό αίτημα ἀντιθέτως, θά πρέπει νά ερμηνευθεῖ διαφορετικά, κατά τόν προαναφερθέντα τρόπο, ὡς ἀποβλέπον στην πραγματικότητα, στην ἀκύρωση τῆς ἀπορρίψεως τῆς αιτήσεως πού υπέβαλε ὁ προσφεύγων τό Μάϊο τοῦ 1980.
4.
Τέλος, ἀπό ὅλες τίς προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ὅτι δέν δύναται επίσης νά ἀμφισβητηθεί τό παραδεκτό τῆς προσφυγής λόγω ἐλλείψεως ἐγκυρου ἀντικειμένου τῆς διαφορᾶς ἡ λόγω τοῦ ὅτι τό ἀντικείμενο τῆς διαφορᾶς περιγράφεται κατά τρόπο πολύ ἀόριστο. Κατά τήν γνώμη μου, δέν ενδείκνυται ἐν προκειμένω ἡ κατά τρόπο αυστηρώς τυπικό εξέταση τῶν προϋποθέσεων πού καθορίζονται στό ἄρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας. Πράγματι, ἀπό τό εισαγωγικό τῆς δίκης δικόγραφο προκύπτει σαφώς ὅτι, κατά τό μέτρο πού γίνεται ἀναφορά σέ προηγούμενες πράξεις, ὁ προσφεύγων ἀναφέρεται στην υποχρέωση πού υπέχει τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, μετά τόν καθορισμό γενναιόδωρων κριτηρίων βαθμολογικής κατατάξεως γιά τό νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό, νά επιφυλάσσει τήν ἴδια μεταχείριση καί στους υπαλλήλους πού μετε-τάγησαν ἀπό άλλα όργανα τῆς Κοινότητος.
II — Ἐπί τῆς ουσίας
Ὅσον άφορᾶ τό βάσιμο τῆς προσφυγής, θά πρέπει πρώτον νά εξετασθεί ἄν ἡ πρακτική πού ἀκολούθησε στίς ἀρχές τοῦ 1980 τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο σχετικά μέ τή βαθμολογική κατάταξη τοῦ προσωπικοῦ δύναται νά χαρακτηρισθεί ὡς συνεπαγόμενη διακρίσεις καί ἄν, σέ καταφατική περίπτωση, ἀπαιτεῖται νά τύχει ὁ προσφεύγων, ἀπό τῆς καταθέσεως τῆς προσφυγής, κατατάξεως ἀναλόγου μέ τήν κατάταξη τῶν νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων. Δεύτερον, πρέπει νά διερευνηθεί ἄν πρέπει νά επιδικασθεί στόν προσφεύγοντα ἀποζημίωση γιά υπηρεσιακό πταίσμα τῆς διοικήσεως.
1.
Πρός υποστήριξη τῶν ἀπόψεων του, ὁ προσφεύγων ἀνεφέρθη λεπτομερώς στό ιστορικό τῆς βαθμολογικής κατατάξεως του. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς σταδιοδρομίας του, δέν έτυχε καλυτέρας κατατάξεως, διότι ὁ προηγούμενος εργοδότης του, ἡ Ἐπιτροπή Ἐλέγχου, δέν εἶχε εφαρμόσει τήν ἀπόφαση της Ἐπιτροπῆς, τῆς 6ης Ἰουνίου 1973, πού ἀφοροῦσε τήν ἀναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας. Ἐπί πλέον, ἀντιθέτως πρός τήν προηγουμένη πρακτική της, ἡ Ἐπιτροπή Ἐλέγχου παρέλειψε, ὅταν τόν διώρισε ὡς μόνιμο υπάλληλο, νά τόν προάγει στό βαθμό Α6, δεδομένου ὅτι τό 1977 ελήφθη ἀπόφαση ἀναστολής τῶν προαγωγών ἐν ἀναμονή τῆς συστάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Συνεπώς, θά πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι ήδη κατά τά έτη 1974 έως 1978 ὁ προσφεύγων έτυχε χαμηλής βαθμολογικής κατατάξεως, πού δέν ἀνταπεκρίνετο στά καθήκοντα πού ἀσκοῦσε στην Ἐπιτροπή Ἐλέγχου.
Ἐξ άλλου, εἶναι προφανές ὅτι οἱ νέοι υπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τυγχάνουν πάντοτε καλυτέρας βαθμολογικῆς κατατάξεως. Τοῦτο συνάγεται σαφῶς, κατά τόν προσφεύγοντα, ἀπό την ἀπόφαση τοῦ Φεβρουαρίου 1980 περί τοῦ καθορισμού των κριτηρίων βαθμολογικῆς κατατάξεως. Οἱ νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι ετύγχαναν κατά τόν τρόπο αυτό προνομιακής μεταχειρίσεως, ἡ ὁποία ἐξακολουθούσε καί μετά την μονιμοποίηση τους, πού ἐστηρίζετο στη διεξαγωγή ἀμφισβητουμένων διαγωνισμῶν. Συνέπεια τῶν ἀνωτέρω δέν ήταν μόνον ἡ ύπαρξη διακρίσεων στό βαθμό τοῦ προσφεύγοντος (Α6), ἀλλα καί ή κατάταξη σέ ανωτέρους βαθμούς νέων υπαλλήλων μέ ἀνάλογη πείρα καί τίτλους.
α)
Ὅσον άφορᾶ τόν ἀνωτέρω ισχυρισμό, εἶναι κατ' ἀρχάς ἀναγκαίο νά τεθούν κατά μέρος ὅλα τά θέματα πού κατά την γνώμη μου δέν δύνανται νά εξετασθούν στην παρούσα υπόθεση.
αα)
Αυτό ισχύει ἀναμφιβόλως γιά τά επιχειρήματα πού ἀφορούν τήν ἐξέλιξη της σταδιοδρομίας τον προσφεύγοντος στην πρώην Ἐπιτροπή Ἐλεγχου. Πράγματι, δέν είναι πλέον δυνατό νά εξετασθεί τώρα, ἄν ὅλες οἱ διαδικασίες διεξήχθησαν τότε κανονικώς, διότι οἱ ἀντίστοιχες πράξεις καί ή μεταγενέστερη συμπεριφορά τῆς Ἐπιτροπής Ἐλέγχου δέν ἀπετέλεσαν τότε ἀντικείμενο προσφυγής εντός τῶν τασσομένων προθεσμιών. Πρέπει λοιπόν νά θεωρηθούν τά μέτρα αὐτά ὡς νόμιμα καί, συνεπώς, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο δέν δύναται πλέον νά ὑποχρεωθεί νά λάβει ὑπ' ὄψη τήν οποιαδήποτε δήθεν πλημμέλεια τῆς Ἐπιτροπής Ἐλέγχου ὅσον άφορᾶ τή σταδιοδρομία τοῦ προσφεύγοντος, ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι τό αίτημα αυτό θά έπρεπε νά εἶχε υποβληθεί τό ἀργότερο κατά τήν ημερομηνία μετατάξεως τοῦ προσφεύγοντος στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο.66) Τό ἴδιο ισχύει ὅσον άφορᾶ τίς σιωπηρές καί ἀνοικτές επικρίσεις τοῦ προσφεύγοντος σχετικά μέ τήν διεξαγωγή διαγωνισμών στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, τό όποιο διευκόλυνε, σέ ὁρισμένο βαθμό, τήν κατάληψη ευνοϊκών θέσεων μονίμων υπαλλήλων ἀπό προσωπικό πού είχε προσληφθεί μέ σύμβαση. Ἐκτός τοῦ ὅτι δέν φαίνεται νά έχουν τά επιχειρήματα αυτά καμία σχέση μέ τόν επιδιωκόμενο ἀπό τόν προσφεύγοντα σκοπό, καί μόνο τό γεγονός ὅτι οἱ ἐπικρινόμενοι διαγωνισμοί δέν προσεβλήθησαν τότε εμπροθέσμως καί, συνεπώς, ἡ διεξαγωγή τους πρέπει νά θεωρηθεί τώρα ὡς νόμιμη, ἀρκεῖ γιά νά μή ληφθούν ὑπ' ὄψη τά ἀνωτέρω επιχειρήματα.
γγ)
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τό γεγονός ὅτι ὁ προσφεύγων συγκρίνει τή βαθμολογική κατάταξη του μέ εκείνη τῶν υπαλλήλων πού έχουν ἀνώτερο βαθμό καί τό συνακόλουθο συμπέρασμα, ὅτι δηλαδή θά πρέπει, βάσει τῶν τίτλων του καί τῆς επαγγελματικής του πείρας, νά καταταγεί ὁ προσφεύγων στη σταδιοδρομία Α5/Α4 ή ἀκόμη στό βαθμό A3, φρονώ ὅτι θά πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι κωλύεται νά επιδιώξει ένα τέτοιο ἀποτέλεσμα στην παροῦσα δίκη.
Γιά νά πληρωθούν οἱ θέσεις πού αναφέρει ὁ προσφεύγων, προκηρύχθηκαν ἀρκετοί διαγωνισμοί, σέ μερικούς ἀπό τους οποίους μετέσχε καί ὁ προσφεύγων. Ὅπως καί άλλοι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι, ὁ προσφεύγων εἶχε συνεπώς τήν εὐκαιρία νά καταλάβει θέσεις ἀνωτέρου βαθμοῦ, γεγονός πού ὁδηγεί στό συμπέρασμα, ἐφ' ὅσον δέν υπεβλήθη ένσταση ούτε προσφυγή, ὅτι ὅλοι οἱ διαγωνισμοί διεξήχθησαν κανονικώς. Ὑπ' αυτές τίς συνθήκες, δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι ὁ προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον πού χρήζει προστασίας καί πού τοῦ ἐπιτρέπει, επικαλούμενος τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως καί παρακάμπτοντας τήν προβλεπομένη ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως διαδικασία, νά λάβει ἀνώτερο βαθμό.
β)
Συνεπώς, τό μόνο σημαντικό ερώτημα εἶναι τό κατά πόσο δύναται ὁ προσφεύγων, ἀναφερόμενος στην ἀπόφαση πού έλαβε τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο περί τῶν κριτηρίων βαθμολογικῆς κατατάξεως καί στην συνακόλουθη πρακτική του, νά ἀξιώσει ἀντίστοιχη κατάταξη του στό βαθμό Α6.
Πρός τοῦτο, ὁ προσφεύγων ἐπικαλείται τη βασική διάταξη τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ἡ ὁποία έχει ὡς ἀκολούθως:
«Οἱ υπάλληλοι πού ἀνήκουν στην ἴδια κατηγορία ἡ στόν ἴδιο κλάδο υπόκεινται ἀντίστοιχα στίς ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως καί ἐξελίξεως τῆς σταδιοδρομίας.»
Κατά τόν προσφεύγοντα, ἀπό τήν ἀνωτέρω διάταξη συνεπάγεται ἡ ὑποχρέωση ἐφαρμογής τῶν ἰδίων κριτηρίων σέ ὅλους τους υπαλλήλους όχι μόνο κατά τήν πρόσληψη τους, άλλα καί κατά τήν μεταγενέστερη εξέλιξη τῆς σταδιοδρομίας τους, προκειμένου νά αποφεύγεται ἡ δημιουργία τῆς καταστάσεως πού προέκυψε στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, κατά τήν ὁποία ἡ εὐνοϊκότερη κατάταξη τῶν νεοπροσλαμβανομένων ὑπαλλήλων καταλήγει στή στασιμότητα τῆς σταδιοδρομίας τῶν υπαλλήλων πού μετετάγησαν ἀπό άλλα όργανα τῆς Κοινότητος. Συγκεκριμένα, ὁ προσφεύγων ἀναφέρει ὅτι κατέχει δίπλωμα οἰκονομικῶν επιστήμων μέ ειδίκευση στή δημόσια οἰκονομική καί στή λογιστική, είχε δέ ήδη, όταν εισήλθε στην υπηρεσία τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐλέγχου τό 1974, δώδεκα έτη επαγγελματικῆς πείρας. Κατά συνέπεια, στό πλαίσιο τῆς σταδιοδρομίας Α7/Α6, εἶχε καλύτερη κατάρτιση καί μεγαλύτερη πείρα στή λογιστική ἀπό ὅ,τι άλλοι υπάλληλοι μέ μεγαλύτερο βαθμό, διαθέτει δέ, ὅσον άφορᾶ τήν κατάρτιση του, περισσότερα προσόντα ἀπό 53 ἐκ των 65 ὑπαλλήλων στους ὁποίους έχουν ἀνατεθεί καθήκοντα έλεγχου.
Ἀπαντώντας στά ἐπιχειρήματα αυτά, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ισχυρίζεται κυρίως ὅτι ἐδεσμεύετο, ὡς πρός τή βαθμολογική κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος, ἀπό τόν κανόνα πού ἀναφέρεται στό άρθρο 46 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Συνεπώς, ἡ υπηρεσιακή κατάσταση τοῦ προσφεύγοντος δεν ήταν δυνατό νά συγκριθεί μέ τήν κατάσταση των υπαλλήλων, οἱ ὁποίοι εισήλθαν στην υπηρεσία κατόπιν διαγωνισμών πού προκήρυξε τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο καί γιά τους ὁποίους ἴσχυε μόνον ἡ ἀπόφαση τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1980. Ἐπί πλέον, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ὑπεστήριξε, μόνο κατά τήν διάρκεια τῆς γραπτής διαδικασίας, ὅτι κακῶς ὁ προσφεύγων ισχυρίζεται ὅτι διαθέτει καλύτερη κατάρτιση καί μακρότερη επαγγελματική πείρα ἀπ' ὅ,τι οἱ νεοπροσληφθέντες υπάλληλοι μέ βαθμό Α6.
Ὅσον άφορᾶ τό ἀνωτέρω κρίσιμο σημείο τῆς διαφορᾶς, πρέπει βεβαίως νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 5, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, μέ τήν ὁποία καθιερώνεται ἡ ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, έχει ιδιαίτερη σημασία γιά τό δίκαιο τῆς δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας. Ή ἀρχή αύτη υλοποιείται συνήθως άνευ ἑτερου μέ τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πού ἀναφέρονται λεπτομερῶς στην εξέλιξη τῶν σταδιοδρομιών, μεταξύ άλλων καί τοῦ άρθρου 46, τό όποιο εφαρμόζεται στίς προαγωγές, ἐφ' όσον οἱ σταδιοδρομίες έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπο ενιαίο ἀπό τήν ἀρχή. Ἐν τούτοις, τό πράγμα έχει διαφορετικά όταν ένα νεοσυσταθέν ὄργανο προσλαμβάνει μέρος τοῦ προσωπικοί) μέ μετάταξη ἀπό άλλα όργανα τῆς Κοινότητος, όπου ἡ σταδιοδρομία του διείπετο ἀπό συγκεκριμένη πρακτική, καί μέρος τοῦ προσωπικοί) έκτος τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἐπί τοῦ ὁποίου εφαρμόζονται αυτοτελείς κανόνες βαθμολογικής κατατάξεως, πού δέν υφίστανται, ὑπό τήν μορφή αυτή, στά άλλα όργανα. Ὑπ' αυτές τίς συνθήκες καί ἐφ' όσον ἀποδεικνύεται ότι ή τυφλή προσήλωση στους σχετικούς μέ τήν ἐξέλιξη μιᾶς σταδιοδρομίας κανόνες τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ἐνῶ εφαρμόζονται ταυτοχρόνως γενναιόδωρα κριτήρια βαθμολογικής κατατάξεως γιά τό νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό, δέν ἐπιτρέπει τήν ἐπίτευξη τῶν στόχων τοῦ άρθρου 5, παράγραφος 3, θεωρώ ότι διατάξεις ὅπως αὐτή τοῦ ἄρθρου 46 πρέπει νά ὑποχωροῦν ἐνώπιον τῆς υπερτερούσης αρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ἡ ὁποία πρέπει νά ἐπικρατήσει ἀμέσως μέ τή λήψη καταλλήλων διορθωτικών μέτρων. Συνεπώς, ἀφοῦ τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο καθιέρωσε μία νέα πρακτική ὅσον άφορᾶ την κατάταξη τῶν νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων, δέν δύναται νά επικαλείται, έναντι των υπαλλήλων οἱ σταδιοδρομίες των ὁποίων άρχισαν ὑπό δυσμενέστερους ὅρούς, τους αυστηρούς κανόνες τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, πού εφαρμόζονται σ᾽ αυτούς καί πού δικαιολογούν δήθεν τήν μή δυνατότητα συγκρίσεως των δύο καταστάσεων. Ἀπεναντίας, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ὑποχρεοῦται, πρός τό συμφέρον τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ἡ ὁποία εξαρτάται, στό ἴδιο τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, μόνο ἀπό τά ἐκτελούμενα καθήκοντα καί ὄχι ἀπό τήν ύπαρξη διαγωνισμοί), νά τροποποιήσει τή βαθμολογική κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη τά προσφάτως καθιερωθέντα κριτήρια.
Ἐξ άλλου, ὁ προσφεύγων θά άξιζε καλυ-τέρας κατατάξεως στόν βαθμό Α6, ἄν ἐφηρ-μόζοντο τά κριτήρια πού περιέχονται στην ἀπόφαση τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1980. Ἀν δέν κάνω λάθος, τό ἀποφασιστικό κριτήριο, σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση αυτή, είναι ἡ ἐπαγγελματική πείρα, δηλαδή εκείνη πού ἀποκτάται μετά τήν λήψη τοῦ πτυχίου πού ἀπαιτείται γιά τήν εἴσοδο στην ὑπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καί γιά τήν άσκηση ὁρισμένων καθηκόντων στό ὄργανο αυτό. Ἀντιθέτως, ή τωρινή κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος στόν βαθμό Α6 εξηγείται ἀπό τήν πείρα τῶν έξι ετών περίπου στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων. Ἀν ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ἡ επαγγελματική του πείρα πρό τῆς εἰσόδου του στην υπηρεσία — ὁ προσφεύγων ἀναφέρει ὅτι πρέπει νά τοῦ ἀναγνωρισθούν δώδεκα έτη — θά πρέπει νά τοῦ χορηγηθεῖ ἀνώτερο κλιμάκιο, ιδίως διότι δέν εἶναι νοητό (ούτε προεβλήθη παρόμοιος ισχυρισμός) ὅτι αυτή ή επαγγελματική πείρα δέν ἠδύνατο νά ληφθεῖ ὑπ᾽ ὄψη ἀπό τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο κατά τήν λήψη τῆς ἀποφάσεως περί βαθμολογικής κατατάξεως τοῦ προσφεύγοντος. Ή άποψη αυτή επιβεβαιώνεται επίσης ἀπό τό ήδη ἀναφερθέν υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ ἁρμοδίου μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, στό όποιο θίγεται τό πρόβλημα των διακρίσεων πού προβάλλει ὁ προσφεύγων. Στό ἐν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα ἀναφέρεται σαφώς ὅτι οἱ νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι κατετάσ-σοντο κατά κανόνα καλύτερα βαθμολογικῶς ἀπό ὅ,τι ήταν δυνατό, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, γιά τους μετατασσομένους ἀπό άλλα όργανα υπαλλήλους. Όσον άφορα ἰδίως τόν βαθμό Α6, υφίσταται μία εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ τῆς κατατάξεως τοῦ προσφεύγοντος καί τῆς κατατάξεως άλλων υπαλλήλων πού ἀσκοῦν προφανώς τά ἴδια καθήκοντα καί οἱ όποιοι, ἐπί πλέον, είχαν διορισθεί τότε ως δόκιμοι υπάλληλοι. Σχετικῶς, ἀναφέρω μόνο τό γεγονός ὅτι ένας δόκιμος υπάλληλος, νεώτερος κατά δέκα έτη, έτυχε σύμφωνα μέ τά κριτήρια αυτά τῆς ἴδιας βαθμολογικής κατατάξεως μέ τόν προσφεύγοντα καί ὅτι ένας άλλος δόκιμος υπάλληλος, επίσης νεώτερος κατά δέκα έτη, έλαβε δύο κλιμάκια περισσότερο ἀπό τόν προσφεύγοντα, γεγονός πού δέν δύναται σέ καμία περίπτωση νά εξηγηθεί ἀπό τήν ύπαρξη μεγαλύτερης ἐπαγγελματικής πείρας, δεδομένου ὅτι δέν ετίθετο θέμα ἐν προκειμένω ἀνώτερων πανεπιστημιακῶν τίτλων. Ἐπί πλέον, υπενθυμίζω ὅτι κατά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση ὁ εκπρόσωπος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐδέχθη ὅτι ὁ προσφεύγων θά ελάμβανε δύο κλιμάκια περισσότερα καί ὅτι, συνεπώς, θά εὑρίσκετο τώρα στό βαθμό Α6, πέμπτο κλιμάκιο, ἄν ἐφηρμόζετο σ᾽ αυτόν ἡ ἀπόφαση τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1980.
Ὑπό τίς συνθήκες αυτές καί δεδομένου ὅτι τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο δέν υἱοθέτησε τήν πρόταση, πού περιέχεται στό υπηρεσιακό σημείωμα τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1980, νά επιδιώξει κάποια ἀντιστάθμιση παρέχοντας προτίμηση στίς προαγωγές ὁρισμένων υπαλλήλων, φρονώ ὅτι δέν δύναται νά μή θεωρηθεί δικαιολογημένη ἡ άποψη τοῦ προσφεύγοντος ὅτι θά πρέπει νά ἐξαλει-φθοῦν οἱ διαφορές βαθμολογικής κατατάξεως μέ τήν εφαρμογή ἐπ᾽ αὐτοῦ τῶν κριτηρίων κατατάξεως πού προβλέπονται στην ἀπόφαση τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1980. Βεβαίως, τό Δικαστήριο δέν εἶναι ἁρμόδιο νά καθορίσει τήν ἀκριβή κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος· αυτό εἶναι θέμα τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου, τό όποιο πρέπει νά εξετάσει προσεκτικῶς την επαγγελματική πείρα τοῦ προσφεύοντος καί, ἄν παρίσταται ἀνάγκη, τους τίτλους του. Τό Δικαστήριο δύναται νά περιορισθεί, δεδομένου ὅτι σ᾽ αυτό ἀποβλέπουν καί τα αιτήματα τοῦ προσφεύγοντος, στό νά κρίνει ὅτι ὀρθῶς ὁ προσφεύγων ἀξίωσε, στίς ἀρχές τοῦ 1980, διόρθωση τῆς βαθμολογικής κατατάξεως του καί ὅτι ἡ ἄρνηση τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου νά προβεί στή διόρθωση αὐτή καί, συνεπώς, νά κατατάξει τόν προσφεύγοντα κατά τρόπο ἀνάλογο μέ εκείνο τῶν νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων, δέν εἶναι δικαιολογημένη.
2.
Ἀκολούθως, ἀπομένει ἡ εξέταση τοῦ αιτήματος τοῦ προσφεύγοντος περί εκδικάσεως ἀποζημιώσεως, λόγω τοῦ υπηρεσιακοῦ πταίσματος στό όποιο ὑπέπεσε τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο καί τό όποιο συνίσταται, κατ' αυτόν, στην συνεπαγομενη δυσμενῆ διάκριση βαθμολογική κατάταξη του.
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὁ προσφεύγων υπερβαίνει σαφῶς τό ἀντικείμενο τοῦ αιτήματος πού μόλις ἐξητάσθη. Γιά νά δικαιολογήσει τό ποσό πού ζητεί (1080000 BFR), ἀναφέρει, στό εισαγωγικό τῆς δίκης δικόγραφο, ὅτι ἀπό τήν εἴσοδό του στην ὑπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου ἠναγκάσθη νά υποστεί μισθολογική ἀπώλεια. Ἀν είχε καταταγεί τότε στην σταδιοδρομία Α5/Α4, ὁπως οἱ συνάδελφοι του πού ἀσκοῦν ἀνάλογα καθήκοντα, θά εισέπραττε ἐπί τρία ἔτη, 30000 περίπου BFR περισσότερο μηνιαίως, δηλαδή τό ποσό, τήν καταβολή τοῦ ὁποίου ζητεί. Στην ἀπάντηση του, προέβη στόν ἴδιο ὑπολογισμό, πού στηρίζεται όμως στην προϋπόθεση ὅτι θά έπρεπε νά καταταγεί στό βαθμό Α6, κλιμάκιο 8, ισχυρίζεται δέ σχετικῶς ὅτι ἡ κατάταξη αυτή ήταν ἡ ἐλαχίστη δυνατή, δεδομένου ὅτι τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο εἶχε κατατάξει κατά τρόπο πολύ γενναιόδωρο τους ὑπαλλήλους πού εἶχαν προσληφθεί μόλις πρίν ἀπό τήν λήψη της ἀποφάσεως τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1980.
Ἐν τούτοις, δέν δύναμαι νά ἀκολουθήσω τήν ἄποψη τοῦ προσφεύγοντος στό σημείο αυτό, διότι δέν βλέπω μέ ποιό τρόπο δύναται νά δικαιολογηθεί πραγματικά μία διόρθωση τῆς βαθμολογικής κατατάξεώς του γιά τό χρονικό διάστημα πού προηγείται τῆς καταθέσεως τῆς αιτήσεώς του τό Φεβρουάριο τοῦ 1980.
Ὁ προσφεύγων ζητεί πράγματι τήν ἀναδρομική καταβολή τῶν μή καταβληθέντων μισθών γιά τό χρονικό διάστημα τῶν τριών ετών πού προηγείται τῆς ημερομηνίας καταθέσεως τῆς προσφυγής, δεδομένου ὅτι ισχυρίζεται ὅτι θά έπρεπε νά εἶχε καταταγεί σέ υψηλότερο βαθμό ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 1978, δηλαδή, πρίν ἀκόμη μεταταγεῖ στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, μετάταξη ἡ οποία έγινε τό Μάιο τοῦ 1978. Ἐν προκειμένω, ὀρθώς τίθεται τό ερώτημα πώς τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο θά διορθώσει μία φερομένη πλημμελή βαθμολογική κατάταξη, γιά τήν ὁποία ουδόλως εὐθύνετο τότε.
Ἀν ληφθεί ὡς σημείο ἀναφοράς ἡ μετάταξη τοῦ προσφεύγοντος στίς υπηρεσίες τοῦ Ἐλεγκτικού Συνεδρίου, ὁ ισχυρισμός, στον όποιο στηρίζεται πράγματι τό αἴτημά του, εἶναι ὅτι δέν είχε λάβει τότε τόν δέοντα βαθμό καί κλιμάκιο.
Όμως οχι μόνον κανένα στοιχείο δέν προεβλήθη πρός υποστήριξη τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ μετάταξη καί οἱ συνακόλουθες μεταγενέστερες συνέπειες δέν ἐπραγματοποιήθησαν κανονικώς, άλλά δύναται επίσης νά υποστηριχθεί οτι, έφ' οσον ὁ προσφεύγων δέν προσέβαλε τήν βαθμολογική κατάταξη του, νά δύναται νά επιδιώξει τό ἴδιο ἀποτέλεσμα μέσω τοῦ αιτήματος περί αποζημιώσεως.
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τό ερώτημα ἄν ἡ ἐφαρμογή μιᾶς νέας πρακτικής περί τῆς βαθμολογικής κατατάξεως δύναται νά επιφέρει ἀναδρομικῶς τή διόρθωση τῆς κατατάξεως τοῦ προσφεύγοντος, δύναμαι νά διαπιστώσω μόνον ὅτι κανένα ἀκαταμάχητο επιχείρημα δέν προεβλήθη σχετικώς καί ὅτι, ιδίως, δέν εἶναι δυνατό νά προσαφθεί στό Ἐλεγκτικό Συνέδριο, γιά αυτή τήν παράλειψη, ὅτι υπέπεσε σέ υπηρεσιακό πταίσμα. Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, θά πρέπει νά ἀναφερθεί ἀκόμη, ὅτι, ὅσον άφορᾶ τό βαθμό πού θά πρέπει νά χορηγηθεί στον προσφεύγοντα βάσει τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, δέν εἶναι δυνατό νά θεωρηθεί οτι εἶναι ἀναγκαίο νά καταταγεί ὁ προσφεύγων στό βαθμό Α5, ὅπως ἤδη επεχείρησα νά δείξω μέ τίς παρατηρήσεις πού ἀνέπτυξα στό πλαίσιο τοῦ πρώτου τμήματος τῆς εξετάσεως τοῦ βασίμου τῆς προσφυγής. Ἐπί πλέον, δέν ἀπεδείχθη ὅτι θά πρέπει ο προσφεύγων νά καταταγεί στό ὄγδοο κλιμάκιο τοῦ βαθμοῦ Α6. Τό ζήτημα αυτό δέν μπορεί νά κριθεί μέ δικαστική ἀπόφαση, ἀλλά θά πρέπει νά λυθεῖ ἀπό τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ὑπό τό φως ὅλων των κρισίμων ἐν προκειμένω στοιχείων.
Συνεπῶς, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι τό αίτημα τοῦ προσφεύγοντος, πού στηρίζεται στην εὐθύνη τῆς διοικήσεως, δέν εἶναι βάσιμο. Κατά τό μέτρο πού ἡ κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος ήταν δυσμενής, φρονώ ὅτι τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο υποχρεούται νά προβεί στην κατάλληλη διόρθωση ἀναθεωρώντας τή βαθμολογική κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος. 'Ως πρός τό αἴτημα περί ἀποζημιώσεως, πρέπει τό πολύ νά γίνει δεκτό ὅτι ἡ διόρθωση αυτή θά ἀνατρέχει ὄχι στην ημερομηνία καταθέσεως τῆς προσφυγής, ἀλλά στην ημερομηνία υποβολής τοῦ αιτήματος τοῦ προσφεύγοντος καί ὅτι ἡ σχετική ἀναδρομική καταβολή μισθῶν θα πρέπει νά γίνει εντόκως ἀπό τῆς ἡμερομηνίας κατά τήν ὁποία κατέστη κάθε μισθός ἀπαιτητός.
ΙΙΙ —
Προτείνω συνεπῶς ὅτι τό Δικαστήριο πρέπει νά κάνει δεκτή τήν προσφυγή καί νά κρίνει ὅτι τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο ὑποχρεοῦται νά διορθώσει τή βαθμολογική κατάταξη τοῦ προσφεύγοντος, μέ ἰσχύ ἀπό τό Μάιο τοῦ 1980, τηρώντας τά κριτήρια πού ἀναφέρονται στην ἀπόφαση τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1980, καί νά καταβάλει ἀναδρομικῶς τους μισθούς πού προκύπτουν ἀπό τή διόρθωση αύτη, εντόκως πρός 6 % ἀπό τῆς ημερομηνίας πού κατέστη ἀπαιτητός κάθε μισθός. Σέ περίπτωση εκδόσεως μιᾶς τέτοιας ἀποφάσεως, τό Ἐλεγκτικό Συνέδριο πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά ἔξοδα, δεδομένου ὅτι ἡττήθη ὡς πρός τους ουσιώδεις του Ισχυρισμούς.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 12ης Ἰουλίου 1973 στην υπόθεση 28/72 Leandro Tontodonati κατά Ἐπιτροπής, Slg. 1973, σ. 779.
( 3 ) Ἀπόφαση τῆς 28ης Μαίου 1980 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 33 καί 75/79 — Richard Kuhner κατά Ἐπιτροπῆς, Slg. 1980, σ. 1677.
Full & Egal Universal Law Academy