ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 21 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Καλούμεθα, ἐκ νέου σήμερα, νά εξετάσουμε πραγματικά περιστατικά, τά όποια, τουλάχιστον ὡς πρός τά κύρια στοιχεία τους, μας εἶναι ἤδη γνωστά ἀπό τήν υπόθεση 112/80 (Firma Anton Dürbeck κατά Hauptzollamt Frankfurt am Main-Flughafen, ἀπόφαση τῆς 5ης Μαΐου 1981, πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή).
Πρόκειται γιά τή λήψη μέτρων προστασίας ἐπί τῶν εισαγωγών μήλων ἀπό τή Χιλή, τά όποια ἐθεσπίσθησαν, ἀπό τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 687/79 (ABI. L 86 τῆς 6ης 'Απριλίου 1979, σ. 18), 797/79 (ABl. L 101 τῆς 24ης Απριλίου 1979, σ. 7) καί 1152/79 (ABI. L 144, τῆς 13ης 'Ιουνίου 1979, σ. 13), τήν άνοιξη τοῦ 1979.
Εξ αἰτιας τῶν κανονισμών αυτών, ἡ προσφεύγουσα στην παρούσα δίκη εἶχε ἀσκήσει προσφυγή ενώπιον τοῦ Finanzgericht τοῦ Land τῆς Ἔσσης, τό όποιο, μέ διάταξη τῆς 24ης Μαρτίου 1980, ἀπευθύνθη προδικαστικῶς στό Δικαστήριο γιά νά ἀποφανθεί περί τοῦ κύρους τῶν ἀνωτέρω τριών κανονισμῶν. Μετά ἀπό ὁμολογουμένως εξονυχιστική διαδικασία τό Δικαστήριο, τό όποιο δύο φορές πρός πλήρη διασαφήνιση τῶν πραγματικῶν περιστατικών ἀπεύθυνε ερωτήματα στους διαδίκους κατά τήν διαδικασία, εξέδωσε, τήν 5η Μαΐου 1981, προδικαστική ἀπόφαση, μέ τήν ὁποία έκρινε ὅτι ἀπό τήν εξέταση τοῦ υποβληθέντος ερωτήματος δέν προέκυψαν στοιχεία Ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος τῶν τριών ἀναφερθέντων κανονισμών.
Λίγο πρίν ἀπό τό πέρας τῆς ἐν λόγω διαδικασίας, ήτοι τήν 21η 'Ιανουαρίου 1981, ή ενάγουσα προσέφυγε ἀπ' ευθείας στό Δικαστήριο μέ ἀγωγή ἀποζημιώσεως, στηριζομένη στό άρθρο 215 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί έτσι άρχισε ἡ δίκη, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεί σήμερα. Τό ἀντικείμενο τῆς διαφοράς εκτίθεται στή σελίδα 1 τοῦ δικογράφου τῆς ἀγωγής. Σύμφωνα μέ αυτό ζητείται ἡ ἀποκατάσταση «τῶν ζημιών πού ή ενάγουσα υπέστη ἡ δύναται νά υποστεί ἐκ τῶν δυσχερειών πού δημιουργούνται σ' αυτή ἀπό τήν λήψη τῶν μέτρων διασφαλίσεως ἐπί τῶν εισαγωγών επιτραπέζιων μήλων καταγωγής Χιλής, τά όποια ἐθε-σπίσθησαν μέ τόν κανονισμό ΕΟΚ 687/79, ἐν συνδυασμῶ μέ τους τροποποιητικούς κανονισμούς ΕΟΚ 797/79 καί 1152/79».
Ἀναλυτικώτερα (βλ. σ. 10 ἐπ. τοῦ δικογράφου τῆς ἀγωγής), ἡ ενάγουσα ισχυρίζεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή προεκάλεσε τίς ἀκόλουθες δυσμενείς συνέπειες:
—
επειδή δέν ἠδυνήθη νά παραλάβει μία υπολειπομενη ποσότητα, δυνάμει συμβάσεως, ὀφείλει ἀποζημίωση ύψους 300000 δολλαρίων ΗΠΑ (USD) στους χιλιανούς προμηθευτές,
—
ὀφείλει τό ποσό τῶν 100000 USD λόγω καταγγελίας τῆς συμβάσεως ναυλώσεως ενός φορτηγού,
—
δεδομένου ὅτι δέν ἠδυνήθη νά πωλήσει τήν υπόλοιπη ποσότητα, στην ὁποία ἀνεφέρετο ἡ σύμβαση, τό διαφυγόν κέρδος ἀνέρχεται σέ 169500 γερμανικά μάρκα (DM), τό όποιο μέ τιμή μετατροπής 1,75 DM πρός 1 USD, ισοδυναμεί πρός 96850 USD,
—
ἐπί πλέον, υπέστη άλλες ζημίες, υπολογιζόμενες σέ 10000 USD, ἐκ τού γεγονότος ὅτι, δυνάμει τοῦ δευτέρου τροποποιητικού κανονισμού 1152/79, ἕνας ἀνταγωνιστής ἠδυνήθη νά εισαγάγει μήλα Χιλής κατά τόν Μάιο καί Ἰούνιο 1979, ήταν δέ κατ' αυτό τόν τρόπο γιά ὁρισμένη χρονική περίοδο ὁ μόνος ἐπιχειρηματίας πού διέθετε εμπόρευμα Χιλῆς στην Κοινή 'Αγορά.
Τό σύνολο τῶν ζημιών αυτών ἀνέρχεται στό ποσό τῶν 506850 USD. Μέ τό ἀρχικώς διατυπωθέν κύριο αίτημα τῆς ἀγωγῆς ἐζη-τεῖτο ἡ καταδίκη τῆς Ἐπιτροπῆς στην πληρωμή τοῦ ἐν λόγω ποσοῦ στην ενάγουσα, προσηυξημένου κατά τους τόκους πρός 6 % ἀπό τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀγωγῆς. 'Αργότερα, επειδή ἡ 'Επιτροπή προέβαλε ὅτι, ἐπί τοῦ παρόντος, ἡ ενάγουσα δέν ὑπέστη ἀκόμη ζημία, ἡ ενάγουσα συ-νεπλήρωσε τόν ισχυρισμό τῆς στην ἀπάντησή τῆς ὑπό τήν ἔννοια ὅτι, επικουρικώς, ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά βεβαιώσει ὅτι ἡ 'Επιτροπή υποχρεοῦται νά καταβάλει ποσό ἀποζημιώσεως, πού θά καθορίζεται κατά τόν χρόνο τῆς ἀναλήψεως υποχρεώσεως ἀπό τήν ενάγουσα ή κατά τήν στιγμή πού μία τέτοια υποχρέωση θά ἐβεβαιοῦτο δικαστικώς.
'Επί πλέον, ἡ ενάγουσα φοβᾶται ὅτι εἶναι θύμα καί άλλης ζημίας διότι, ἀφ' ενός μέν, ή χιλιανή τῆς προμηθεύτρια επιχείρηση της ἐγνώρισε ὅτι ἡ πλοιοκτήτρια εταιρία τοῦ ναυλωθέντος φορτηγοῦ τῆς ζητεί ἀποζημίωση, ἀφ' ἑτερου δέ, διότι τῆς ἐζητήθη ἕνα ὁρισμένο ποσό μέσω τῆς «Schutzvereinigung deutscher Reeder» (Ἕνωση γιά τήν Προάσπιση τῶν Συμφερόντων τῶν Γερμανών Εφοπλιστών), τό όποιο ἀποτελεί ἀκόμη ἀντικείμενο διαμάχης στη Χιλή. Ἐν ὅψει αὐτών, ἡ ενάγουσα ζητεί ἀκόμη ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ εναγομένη υποχρεούται να ἀποκαταστήσει επίσης ὅλες τίς ζημίες πού ἡ ενάγουσα δύναται ἀκόμη νά υποστεί λόγω της λήψεως τῶν προσβαλλόμενων μέτρων διασφαλίσεως.
Οἱ ἐν λόγω ισχυρισμοί πού, κατά τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς, πρέπει νά ἀπορριφθοῦν ὡς ἀπαράδεκτοι καί, ἐν πάση περιπτώσει, ὡς ἀβάσιμοι, δεν μετεβλή-θησαν μετά τήν δημοσίευση τῆς προαναφερθείσης προδικαστικῆς ἀποφάσεως. Κατά τήν συζήτηση, ἡ ενάγουσα ἐδήλωσε ἁπλώς ὅτι δέν επιμένει πλέον ἐπί μιᾶς σειράς λόγων πού ἀναφέρονται στην υποτιθεμένη ἀκυρότητα τῶν ληφθέντων ἀπό τήν Επιτροπή μέτρων. Ἐν τούτοις, εμμένει στήν άποψη τῆς ὅτι ἡ Επιτροπή παρεβίασε τήν ἀρχή τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καί τήν ἀρχή τοῦ μή επιτρεπτού τῶν διακρίσεων καί μόνο ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος υποχρεοῦται νά ἀποζημιώσει τήν ενάγουσα. Επί πλέον, κατά τήν συζήτηση, ή ενάγουσα προσεπάθησε νά ἀποδείξει ὅτι ὁ Ισχυρισμός τῆς εἶναι επίσης δικαιολογημένος καί στήν περίπτωση πού ἡ συμπεριφορά τῆς Ἐπιτροπῆς θά εθεωρείτο νόμιμη διότι τότε, ἀπό ἀπόψεως προσβολῆς της εμπορικῆς δραστηριότητος καί επεμβάσεως σ' αὐτήν, ἡ 'Επιτροπή υποχρεοῦται νά καταβάλλει στην ἐνάγουσα ἀποζημίωση επειδή υπέστη ιδιαίτερη ζημία, ἡ ὁποία τήν διακρίνει ἀπό τό σύνολο τῶν λοιπών εισαγωγέων.
Ἐπί τῆς παρούσης υποθέσεως, ἡ θέση μου εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
1.
Εἶναι σαφές ὅτι ἀρχικά ἡ ἀγωγή εἶχε ουσιαστικά χαρακτῆρα ἀγωγής ἀποζημιώσεως, στηριζομένη σέ παράνομη συμπεριφορά τῆς 'Επιτροπῆς, ἤτοι τήν παράνομη θέσπιση τῶν τριών κανονισμών πού ἀναφέρονται στην ἀρχή. Τοῦτο ἀπορρέει ἀπό τόν προσδιορισμό τοῦ ἀντικειμένου τῆς διαφοράς στην ἀρχή τοῦ δικογράφου της ἀγωγης. Σχετικά, εἶναι επίσης χαρακτηριστικό ὅτι ἡ ενάγουσα προβάλλει ως ζημία τίς δυσμενείς συνέπειες πού υπέστη, επειδή ή 'Επιτροπή ἀνέστειλε τήν εισαγωγή μήλων καί ἠρνήθη νά θεσπίσει μεταβατικές διατάξεις, καθώς καί άλλες δυσμενείς συνέπειες στό πεδίο τοῦ ἀνταγωνισμοί), επειδή, δυνάμει τοῦ δευτέρου τροποποιητικοί) κανονισμοί), μόνο μία ἀνταγωνιστική επιχείρηση εἶχε εξουσιοδοτηθεί νά προβεί σέ εισαγωγές. Σ' αὐτό, ἐξ άλλου, στηρίζεται τό οὐσιαστικώτερο μέρος τῶν ισχυρισμών πού προεβλήθησαν πρός στήριξη τῆς ἀγωγῆς, ὅπως ἀναπτύσσονται στην ἀγωγή καί τήν ἀπάντηση. Περιορίζομαι νά υπενθυμίσω ὅσα εκτίθενται στην σελίδα 15 τῆς ἀγωγῆς, ὅπού γίνεται λόγος γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ζημίας πού προεκλήθη ἀπό τήν λήψη τῶν μέτρων προστασίας καί ἀπαριθμοῦνται οἱ λόγοι, ἀπό τους ὁποίους δύναται νά ἀποδειχθεί ὅτι ἡ λήψη τῶν μέτρων προστασίας καί ἡ άρνηση προβλέψεως μεταβατικών διατάξεων γιά τήν ενάγουσα είναι παράνομα. Ὑπενθυμίζω επίσης ὅσα ἀναφέρονται στην ἀπάντηση, ὅτι δηλαδή ἡ λήψη των μέτρων προστασίας πρέπει νά θεωρηθεί ὡς κατάφωρη παραβίαση τοῦ δικαίου, ὅτι τά μέτρα διασφαλίσεως δέν δικαιολογοῦνται ἀπό καμμία άποψη καί ὅτι πρέπει, συνεπῶς, νά θεωρηθεί ὅτι ή 'Επιτροπή, θεσπίζοντας τους ἐν λόγω κανονισμούς, υπερέβη καταφανῶς τά ὅρια τῆς διακριτικής τῆς ευχέρειας.
2.
Ἐπί πλέον, εἶναι σαφές, κατά τήν γνώμη μου, ὅτι ἀπαγορεύεται κατά κανόνα στην ενάγουσα νά επανέλθει πλέον στά κριθέντα ἀπό τήν προδικαστική ἀπόφαση ἐπί τῆς ὑποθέσεως 112/80, ὅτι δηλαδή δέν υφίσταται κανένα στοιχείο πού νά δύναται νά επηρεάσει τό κῦρος τῶν τριών ἀναφερθέντων κανονισμών ἐν προκειμένω, πρέπει επίσης νά ληφθεί ὡς δεδομένο τό κῦρος τῶν επιδίκων κανονισμών καί νά ἀγνοηθεί ἀπό τους ισχυρισμούς τῆς ενάγουσας, κάθε τι πού θά ἠδύνατο νά θέσει ἐν ἀμφιβόλω τά κριθέντα ἀπό τήν προδικαστική ἀπόφαση.
Θεωρώ ὅτι πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ αυστηρή αυτή άποψη κατά μείζονα λόγο, διότι κατά τήν διάρκεια τῆς προδικαστικής διαδικασίας, στην υπόθεση 112/80, εδόθη επαρκώς ή ευκαιρία νά εξετασθεί τό ζήτημα τοῦ κύρους τῶν τριών προαναφερθέντων κανονισμών τῆς Επιτροπής, εἶμαι δέ πεπεισμένος ὅτι ένας διάδικος δέν πρέπει νά 'έχει τήν δυνατότητα, κατά κάποιο τρόπο, χάρις σε μία κατάλληλη διαδικαστική μεθόδευση — κίνηση μιας εθνικής διαδικασίας πού καταλήγει σέ αίτηση προδικαστικής ἀποφάσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177, ἀφ᾿ ἐνός, καί μεταγενέστερη άσκηση ἀγωγής ἀποζημιώσεως, ἀφ᾿ έτερου — νά υποβάλλει μιά προδικαστική ἀπόφαση σέ επανέλεγχο. Τοῦτο δέν εἶναι σύμφωνο πρός τήν οικονομία τοῦ συστήματος έννόμου προστασίας πού θεσπίζει ἡ συνθήκη ἐπί πλέον, ἡ ἐν λόγω δυ-νατότης προκαλεί σοβαρές σκέψεις ἐξ ἐπό-ψεως ἀσφαλείας τοῦ δικαίου, Ιδίως ὅταν, ὅπως ἐν προκειμένω, ἡ προδικαστική ἀπόφαση ἐξεδόθη ἀπό τό Δικαστήριο ἐν ὁλομέλεια, ἐν συνεχεία δέ, ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως παρεπέμφθη πρός ἐξέταση σέ τμήμα.
Ή κατάσταση θά ἠδύνατο νά εἶναι διαφορετική ἄν ένας διάδικος ἐπεκαλεῖτο νέα πραγματικά γεγονότα. Ἐν τούτοις, δέν τίθεται, ἐν προκειμένω, τέτοιο ζήτημα. Προδήλως, οἱ ισχυρισμοί στην παροῦσα διαδικασία ταυτίζονται μέ αυτούς πού ἐπε-καλέσθη ἡ ενάγουσα στην προδικαστική διαδικασία. Δέν δύναται ιδίως νά θεωρηθεί ὡς νέο πραγματικό γεγονός, ὅπως ἐχαρα-κτηρίσθη στην ἀπάντηση, ἡ μνεία μιας συζητήσεως πού έγινε περί τά μέσα Μαρτίου 1979, μεταξύ ὑπαλλήλων τῆς Ἐπιτροπής καί εκπροσώπων τῶν εισαγωγέων, κατά τήν διάρκεια τῆς ὁποίας ετέθη θέμα γιά ὁρισμένα φορτία ὑπό διαμετακόμιση, καθώς καί ἡ παραπομπή σ᾿ ένα τηλετύπημα τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῆς «European Union of the Fresh Fruit and Vegetable Import, Export and Wholesaletrade» τῆς 4ης 'Απριλίου 1979, τό όποιο ἀνεφέρετο επίσης σέ ὁρισμένα φορτία ὑπό διαμετακόμιση καί προέτεινε στην Ἐπιτροπή νά γνωστοποιεί μέ ἡμερήσιο δελτίο τίς ὑπό διαμετακόμιση ποσότητες. Ἐν προκειμένω εἶναι σημαντικό ὅτι τό πρώτο στοιχείο ἀνεφέρθη ἤδη κατά τήν ἐπ᾿ ἀκροατηρίου συζήτηση στην προδικαστική διαδικασία, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν σελίδα 13 τῶν πρακτικών τῆς συνεδριάσεως, τοῦτο δέ ἠδύνατο ὁμοίως νά συμβεί ὡς πρός τό ἐν λόγω τηλετύπημα.
'Επί πλέον, φαίνεται εξαιρετικά ἀμφισβητήσιμο ὅτι οἱ ἐν λόγω ἀνακοινώσεις πρός τήν 'Επιτροπή ἠδύναντο νά τήν ὁδηγήσουν σέ διαφορετική εκτίμηση για τίς ποσότητες τῶν μήλων πού ήταν ακόμη δυνατόν νά εἰσαχθοῦν μετά τήν 5η 'Απριλίου 1979 καί πού ἠδύναντο, έτσι, νά εγείρουν ἀμφιβολίες ὡς πρός τό κῦρος τοῦ πρώτου κανονισμού τῆς 'Επιτροπῆς. Εἶναι επίσης δύσκολο νά προσαφθεί στην Ἐπιτροπή ὅτι δέν έκρινε ὡς επαρκή τά στοιχεία πού τῆς παρε-σχέθησαν ἀπό εμπορικούς επιχειρηματικούς κύκλους ἀλλά ὅτι ἐστηρίχθη σέ επίσημες ἀνακοινώσεις τῶν χωρών ἐξαγωγῆς, γιά τίς ὁποίες ὅμως ήταν βέβαιο ὅτι κατά τήν στιγμή τῆς θεσπίσεως τοῦ πρώτου κανονισμοί) δέν παρείχαν καμμία υπεύθυνη πληροφορία περί τῶν ποσοτήτων μήλων πού έπρεπε νά εἰσέλθουν στην Κοινότητα μόνο ὡς εμπόρευμα ὑπό διαμετακόμιση.
3.
Ἐξ άλλου, εἶναι δυνατόν νά δημιουργηθεί ἡ εντύπωση ὅτι ἡ ἴδια ἡ ενάγουσα ἀναγνωρίζει κατά τό μάλλον ή ήττον ὡς δικαιολογημένη τήν ἀρχή πού μόλις διετύπωσα. Τοῦτο συνάγεται τουλάχιστον ἀπό τό γεγονός ὅτι, κατά τήν συζήτηση, ἐδήλωσε σαφώς ὅτι δέν ἐπιθυ-μοθσε νά εμμείνει στους λόγους πού εἶχε προβάλλει πρός υποστήριξη τῆς ἀγωγῆς της καί οἱ οποίοι άνεφέροντο στό κϋρος τῶν κανονισμῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καί ὅτι οἱ απόψεις πού εξέφραζε δέν ἐσκόπουν νά θέσουν ὑπό ἀμφισβήτηση, κατ' ουσία, τήν προδικαστική ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου, στην υπόθεση 112/80.
Γιά τόν λόγο αυτό πρέπει νά εξετασθεί λεπτομερώς ἄν οἱ ισχυρισμοί ἐπί των οποίων εμμένει ἡ ενάγουσα πρός υποστήριξη τῆς ἀγωγής τῆς εντάσσονται πράγματι στό πλαίσιο αυτό καί ἄν δύνανται νά θεμελιώσουν ἐπιδίκαση αποζημιώσεως λόγω συμπεριφοράς τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία δέν έγκειται στην λήψη τῶν ὑπό κρίση μέτρων διασφαλίσεως άλλά ἀπλώς συνδέεται μέ αυτή κατά κάποιο τρόπο — ὅπως ή ἀνταλλαγή ἀλληλογραφίας μέ τήν ενάγουσα, ἡ ἐφαρμογή μεταγενεστέρων τροποποιητικῶν κανονισμών ἡ ἡ συμπεριφορά τῆς Ἐπιτροπῆς πρό τῆς λήψεως τῶν θεσπισθέντων μέτρων διασφαλίσεως.
4.
Είναι ἀπόλυτα δυνατή ἡ κρίση ἐπί τῶν ἀπόψεων τῆς ἐναγούσης πού ἀναφέρονται στίς σκέψεις 52 έως 54 τῆς ἀποφάσεως στην υπόθεση 112/80.
Οἱ ἐν λόγω σκέψεις ἀφοροῦν τό θέμα ἄν οἱ κανονισμοί ΕΟΚ 797/79 καί 1152/79 πρέπει νά θεωρηθούν ὡς συνιστῶντες διάκριση, διότι ἡ ἐφαρμογή τους δέν ἐπεξε-τάθη στίς εισαγωγές, γιά τίς όποιες ή προσφεύγουσα ἐζήτησε εξαίρεση ἀπό τά θεσπισθέντα μέτρα διασφαλίσεως. Ή ἀπάντηση στό ἐν λόγω ερώτημα ήταν ἀρνητική μέ τήν αἰτιολογία ὅτι οἱ ὑπό κρίση κανονισμοί είχαν ὡς μόνο σκοπό νά προσαρμόσουν τό μέτρο διασφαλίσεως στά εμπορεύματα, τά όποια κατά τόν χρόνο τῆς θέσεως του σέ ίσχύ εὑρίσκοντο καθ' ὁδόν, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 2707/72 (ABl. L 291, τῆς 28ης Σεπτεμβρίου 1972, σ. 3). 'Εν προκειμένω, ὅμως, τά εμπορεύματα πού ή ἐνάγουσα ἐπιθυμοῦσε νά εἰσαγάγει δέν εὑρίσκοντο σέ ἀνάλογη κατάσταση.
Ή ἐνάγουσα, ὑποστηρίζοντας τώρα ὅτι ή ἀναφερομένη διαπίστωση στηρίζεται σέ πραγματική πλάνη, επειδή εἶναι πράγματι πασίδηλο ὅτι τό εμπόρευμα τοῦ ὁποίου επετράπη ἡ εισαγωγή βάσει τοῦ κανονισμοῦ ΕΟΚ 1152/72 ἐτέθη ὑπό μεταφορά μόνο μετά τήν 12η 'Απριλίου 1979, ἐπιδιώκει νά συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἀναφερθείς κανονισμός δέν δικαιολογείται, ὅπως θεωρεί τό Δικαστήριο, άλλα ὅτι πρέπει ἀκριβώς γι' αυτό τόν λόγο νά θεωρηθεί ὡς συνιστών διάκριση καί, συνεπώς, παράνομος διότι δέν προέβλεψε τήν εφαρμογή μιας διαδικασίας ἀναφοράς ἀπό τήν ὁποία θά ἠδύνατο, επίσης, νά επωφεληθεί ἡ ενάγουσα. 'Αν γίνει δεκτή ή άποψη πού εξέθεσα προηγουμένως, δέν είναι πλέον πράγματι δυνατόν νά επιτραπεί στην ενάγουσα νά επικαλεσθεί αυτή τήν άποψη.
Πάντως, δύναται ἀκόμη νά προστεθεί ὅτι ή διόρθωση, πού θεωρεῖται ὀρθή ἀπό τήν ενάγουσα, δέν καταλήγει κατ' ἀνάγκη στην διαπίστωση περί υπάρξεως διακρίσεως, ή ὁποία θά ἠδύνατο νά ἀποφευχθεί μόνο ἄν οί ποσότητες τῶν μήλων, τῶν οποίων επετράπη ἀκόμη ἡ εισαγωγή μέ τόν κανονισμό ΕΟΚ 1152/79 είχαν κατανεμηθεί μεταξύ ὅλων τῶν ενδιαφερομένων εισαγωγέων κατά τήν διάρκεια μιᾶς διαδικασίας ἀναφορᾶς. Είμαι πεπεισμένος ὅτι δέν δύναται νά επικριθεί ἡ Ἐπιτροπή ὅτι δέν έλαβε ὑπ᾿ ὄψη, ὅταν διεπίστωσε, ἀρχάς Μαΐου 1979, ἀφοθ ἔλαβε σαφείς πληροφορίες γιά τά ὑπό διαμετακόμιση εμπορεύματα, ὅτι οἱ ἐπιτρα-πεῖσες πρός εισαγωγή ποσότητες προελεύσεως Χιλής δέν εἶχαν ἀκόμη ἐξαντληθεί παρά μόνο τά εμπορεύματα, τῶν ὁποίων προεξοφλεῖτο ἡ άφιξη τους στην Κοινότητα ἐντός βραχείας προθεσμίας, καί ὅτι δέν προέβλεψε μία διεξοδική διαδικασία ἀναφοράς γιά μία μικρή ἀπομένουσα ποσότητα μερικών χιλιάδων τόννων, μέ κατανομή μεταξύ μιας σειρᾶς εισαγωγέων, οἱ περισσότεροι ἀπό τους ὁποίους έπρεπε ἀκόμη νά λάβουν μέτρα γιά τήν εισαγωγή.
'Ως πρός αυτό, εμμένω στίς προτάσεις μου στην υπόθεση 112/80, δηλαδή ὅτι δέν πρόκειται ἐδῶ γιά μία μορφή διακρίσεως, πού χαρακτηρίζεται ἀπό βάναυση ἀνισότητα μεταχειρίσεως, ἡ οποία έγκειται σέ κατάχρηση εξουσίας καί δύναται, σέ περίπτωση ἀποδοχής τῆς ἀκυρότητος τοῦ κανονισμού, νά θεμελιώσει ἐπί πλέον καί ἀξίωση αποζημιώσεως λόγω ἀστικής ευθύνης τῆς διοικήσεως (σελίς 39 τῶν προτάσεων στην γερμανική γλώσσα, τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1980).
5.
Κατά τήν γνώμη μου, εἶναι επίσης δυνατόν νά εκτιμηθεί σαφώς ἡ ἀντίφαση, στην ὁποία εμμένει ἀκόμη ἡ ενάγουσα, ὅσον άφορα τήν οιάκριση ὑπό τήν μορφή πού ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, ήτοι τό παραδεκτό τῶν ισχυρισμών πού ἀφορούν στην πραγματικότητα τό κῦρος τῶν θεσπισθέντων μέτρων διασφαλίσεως. Πράγματι, μία ἀκριβέστερη ἀνάλυση καταδεικνύει ὅτι καί ὁ ἰσχυρισμός αυτός ἀποβλέπει στην πραγματικότητα στό νά διαπιστωθεί ὁ μή έγκυρος χαρακτήρας τῶν θεσπισθέντων μέτρων καί δέν δύναται, κατά συνέπεια, νά ληφθεί ὑπ᾿ ὅψη.
Περί αυτού πρόκειται χωρίς ἀμφιβολία, δεδομένου ὅτι στην ἀγωγή ἀναφέρεται ὅτι τά θεσπισθέντα μέτρα εἶναι ἀντίθετα πρός τήν ἀρχή τῆς μή διακρίσεως, διότι στην πραγματικότητα δέν ἀποτελούν παρά ἀντίδραση στην προβληθεῖσα ἀπό τήν Χιλή άρνηση νά συνάψει συμφωνία αυτοπεριορισμού καί διότι γιά τήν Χιλή προβλέπουν μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση ἀπ᾿ ὅ, τι γιά τίς ἄλλες χώρες τοῦ νοτίου ημισφαιρίου (σελίς 31 τῆς ἀγωγής). Ἐπ᾿ αυτού δέν εἶναι ἀνάγκη νά λεχθεί τίποτε πλέον, γι' αυτό δέ άλλωστε ἡ προσφεύγουσα δέν επανήλθε σ' αυτό τό σημείο κατά τήν συζήτηση.
Κάτι ανάλογο πρέπει επίσης νά γίνει δεκτό καί ὡς πρός τήν αἰτίαση τῆς ἐναγούσης ὅτι, παρά τίς αιτήσεις τῆς μέ τηλετυπήματα τῆς 10ης καί12ης 'Απριλίου 1979, δέν προ-εβλέφθη κανένα ιδιαίτερο μεταβατικό καθεστώς γιά τά ἐμπορεύματα πού έπρεπε νά φορτωθοῦν σέ φορτηγά τήν 18η καί 20ή Ἀπριλίου 1979 καί τά όποια ἠδύναντο νά φθάσουν στην Κοινότητα μεταξύ 10 καί 15 Μαΐου 1979 καί ὡς πρός τόν ισχυρισμό της ὅτι τά μεταβατικά μέτρα πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό ΕΟΚ 1152/79 ευνόησαν μεροληπτικῶς έναν εισαγωγέα, ἄν καί, ὅπως προκύπτει ἀπό ένα τηλετύπημα τῆς 9ης Μαΐου 1979, ἡ ενάγουσα ήταν επίσης σέ θέση νά εισαγάγει στην Κοινότητα τήν υπολειπομενη ποσότητα πού προεβλέπετο στην σύμβαση έως τήν 25η Μαΐου. Μέ τόν ισχυρισμό αυτό, ἀμφισβητεί τήν θέσπιση ή, μέ άλλους λόγους, τό κῦρος εἴτε τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 687/79 εἴτε τοῦ πρώτου τροποποιητικού κανονισμοῦ ΕΟΚ 797/79, γιά τόν όποιο είναι γνωστό ὅτι εξεδόθη ἐν ὄψει τῶν φορτηγών πού εἶχαν ήδη ληφθεί ὑπ᾿ ὅψη κατά τήν θέσπιση τοῦ κανονισμοί) ΕΟΚ 687/79 καί τῶν ὁποίων ἡ άφιξη στην Κοινότητα εἶχε ἀναβληθεί' ἐξ άλλου, πρόκειται προφανώς ἐδῶ γιά τό κῦρος τοῦ δευτέρου τροποποιητικοῦ κανονισμού ΕΟΚ 1152/79. Ὑπ᾿ αυτή τήν έννοια πρέπει νά γίνει ἀντιληπτό τό τηλετύπημα τῆς ἐνα-γούσης τῆς 12ης 'Απριλίου 1979. Τούτο ἀπορρέει επίσης καί ἀπό τίς παρατηρήσεις πού διατυπώνονται στην ἀγωγή, ὅπου ἡ ἐνάγουσα ἰσχυρίζεται ὅτι κακώς ἀπεκλείσθη ἀπό τήν εφαρμογή τῶν θεσπισθεισῶν μεταβατικών διατάξεων καί ὅτι οἱ μεταβατικές λύσεις εἶναι αντίθετες πρός τήν ἀρχή τῆς μή διακρίσεως. Ὑπ' αυτήν τήν έννοια δέν δύνανται νά δώσουν λαβή σέ παρανόηση ούτε οἱ ισχυρισμοί πού περιέχονται στην ἀπάντηση, ὅπού ἡ ενάγουσα υπογραμμίζει, ἐπί παραδείγματι, ὅτι κατά τήν θέσπιση τοῦ πρώτου τροποποιητικού κανονισμού ΕΟΚ 797/79, ἡ 'Επιτροπή συμπεριεφέρθη αυθαιρέτως, χωρίς νά λάβει ὑπ' ὄψη τά συμφέροντα τῆς ενάγουσας ἡ ὅταν υποστηρίζει, παραπέμποντας στόν κανονισμό ΕΟΚ. 1152/79, ὅτι ἡ 'Επιτροπή επέτρεψε ἀκόμη τήν εισαγωγή εμπορευμάτων, τά όποια κατά τήν θέσπιση τοῦ πρώτου κανονισμού δέν εὑρίσκοντο ἀκόμη καθ' ὁδόν, ἀπέκλεισε δέ αυθαιρέτως τήν προσφεύγουσα ἀπό τήν εφαρμογή τῆς ἐν λόγω ρυθμίσεως, ἡ ὁποία εὐνόησε μόνο μία επιχείρηση, ἐνῶ, ἄν εἶχε ενημερωθεί εγκαίρως καί ἡ προσφεύγουσα, θά ἠδύνατο επίσης νά εισαγάγει τό εμπόρευμα ὑπό τους ὅρους πού ἐθέσπισε ὁ κανονισμός ΕΟΚ 1152/79. Οἱ ἀπόψεις πού διετυπώθησαν κατά τήν συζήτηση δέν κατέστη δυνατόν νά προκαλέσουν διαφορετική εντύπωση, επειδή καί αυτές περιεστρέφοντο περί τῶν επικρίσεων, αναμφίβολα σχετικών πρός τό κῦρος τῶν ληφθέντων μέτρων, ήτοι ὅτι μέ τήν θέσπιση τῶν δύο τροποποιητικών κανονισμών, ή 'Επιτροπή επέτρεψε ἀκόμη τήν εισαγωγή εμπορευμάτων πού δέν ἦταν καθ' ὁδόν κατά τόν χρόνο λήψεως τοῦ πρώτου μέτρου καί δέν ἔλαβε ὑπ' ὄψη τά συμφέροντα τῆς ἐναγούσης, παρέλειψε δέ νά καταρτίσει τους τροποποιητικούς κανονισμούς κατά τρόπο πού οἱ ἀπομένουσες ποσότητες, τίς όποιες προέβλεπαν, νά κατανεμηθούν ἐξ ἴσου μεταξύ ὅλων τῶν εισαγωγέων.
6.
Δέν εἶναι τόσο σαφής καί ἀπλή ἡ κρίση ἐπί τῶν ισχυρισμών πού ἡ ενάγουσα προέβαλε στό πλαίσιο τῆς αιτιάσεως, ἐπί τῆς ὁποίας επίσης εμμένει, σχετικά μέ τήν παραθίαση τῆς ἀρχής τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
α)
Πάντως, εἶναι ἀναμφίβολα δυνατόν νά λεχθεί ὅτι μέρος τῶν ἐν λόγω ισχυρισμών άφορᾶ στην πραγματικότητα τό κῦρος τῶν θεσπισθέντων ἀπό τήν 'Επιτροπή μέτρων καί, επομένως, δέν πρέπει πλέον νά ληφθούν ὑπ' ὅψη ἐδῶ.
Κατά τήν γνώμη μου, αυτό ἰσχύει ὡς πρός τόν ισχυρισμό ὅτι ἡ 'Επιτροπή υποχρεούται νά προβλέπει μεταβατικές διατάξεις ὅταν επεμβαίνει σέ ισχύουσες συμβάσεις, ἐφ' ὅσον — ὁπως ἐν προκειμένω, ἐν ὄψει τῶν ποσοστώσεων εἰσαγωγῆς τῶν προηγουμένων ετών — δέν δύναται αυτό νά προεξοφληθεί, καί ὅτι κακώς δέν συνεμορφώθη μέ τήν υποχρέωση αυτή κατά τήν λήψη τῶν μέτρων προστασίας, τήν άνοιξη τοῦ 1979. Τό 'ίδιο ισχύει επίσης καί γιά τήν προβαλλόμενη ἀπό τήν ενάγουσα αιτίαση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή δέν έλαβε ύπ' ὄψη τήν ἀπαίτηση αυτή ούτε κατά τήν μεταγενέστερη προσαρμογή τῶν μέτρων διασφαλίσεως επειδή ἠρνήθη νά τά διαμορφώσει κατά τρόπο πού θά ἐπετρέ-πετο καί στην ενάγουσα νά εισαγάγει τίς κατά τίς συμβάσεις τῆς εναπομένουσες ποσότητες. Οἱ εκφράσεις πού περιέχονται στην ἀγωγή, ὅτι, δηλαδή, ἡ 'Επιτροπή παρέβη τήν ἀρχή τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λαμβάνοντας τά μέτρα διασφαλίσεως (σελίς 29) καί ὅτι ἡ ενάγουσα διεψεύσθη γιά δεύτερη φορά στην δικαιολογημένη τῆς εμπιστοσύνη μέ τήν θέσπιση τῶν δύο τροποποιητικών κανονισμών, καταδεικνύουν ὅτι ὄντως πρόκειται γιά θέματα σχετικά μέ τό κῦρος τῶν ληφθέντων μέτρων.
β)
Τό 'ίδιο πρέπει νά γίνει δεκτό στό μέτρο πού, κατά τήν συζήτηση, ἐπί τοῦ θέματος τῆς προστασίας τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ἡ ενάγουσα επέμεινε στό γεγονός ὅτι ἐπανηπαύθη στίς ενδείξεις πού έδωσε ἡ 'Επιτροπή ὅτι θά ἐπετρέπετο ή εισαγωγή μόνο τῶν εμπορευμάτων πού εὑρίσκοντο ήδη καθ' ὁδόν καί πού προσάπτει στην 'Επιτροπή ὅτι δέν τό έλαβε ὑπ' ὄψη κατά τήν θέσπιση τοῦ δευτέρου τροποποιητικού κανονισμοῦ.
Ἐν τούτοις, ἄν ὁ ισχυρισμός αυτός πρέπει, τουλάχιστον ἐν μέρει, νά εκληφθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι, μέ τίς ἀπαντήσεις τῆς στά τηλετυπήματα τῆς ἐναγούσης, ἡ 'Επιτροπή δέν θά έπρεπε νά τήν είχε ὠθήσει νά ἀκολουθήσει μία ὁρισμένη συμπεριφορά, ήτοι νά καταγγείλει τίς συμβάσεις, άλλα έπρεπε μάλλον νά τήν ἀφήσει νά ἀντιληφθεί ὅτι ή ἀναστολή τῶν εισαγωγών δέν ήταν, ενδεχομένως, ἀκόμη ὁριστική καί ὅτι τά φορτωθέντα μετά τήν 12η Ἀπριλίου 1979 εμπορεύματα ἠδύναντο ἀκόμη νά εἰσα-χθοῦν, γεννῶνται ἀμέσως ἀμφιβολίες ὡς πρός τό ἄν εἶναι πράγματι δυνατόν νά θεμελιωθεί κατ' αυτόν τόν τρόπο ἡ προ-βληθεῖσα ἀξίωση ἀποζημιώσεως. 'Οταν ή Ἐπιτροπή ἀπήντησε στά τηλετυπήματα τῆς ἐναγούσης πού εστάλησαν στίς ἀρχές 'Απριλίου 1979, ἐστηρίζετο πράγματι στό γεγονός ὅτι (καί δεν ήταν σέ θέση νά προβεί σέ διαφορετική ἐκτίμηση ἐν ὄψει των στοιχείων πού ἐκοινοποίησε ἡ χιλιανή κυβέρνηση), οἱ ποσότητες τῶν μήλων πού θά εγκατέλειπαν τήν Χιλή στίς 12 'Απριλίου 1979 θά εξαντλοῦσαν τήν ποσόστωση πού εθεωρείτο ἡ κατάλληλη γιά τή χώρα αὐτή. Δέν ήταν, ἑπομένως, σκόπιμο νά διατυπώσει ἡ 'Επιτροπή επιφυλάξεις ὑπό τήν έννοια πού προτείνει ἡ ενάγουσα, ἡ δέ παράλειψη αυτή δέν ἀποτελεί, συνεπώς, σφάλμα γιά τό όποιο δύναται νά επικριθεί ἡ 'Επιτροπή. Πάντως, δύσκολα θά ἠδύνατο ἡ ενάγουσα νά επωφεληθεί ἀπό μία εντελώς αόριστη ένδειξη περί ἀπλής πιθανότητος εγκρίσεως εισαγωγής άλλων ποσοτήτων μήλων. Ή ἐν λόγω ένδειξη δέν θά τήν ἀπέτρεπε ἀναμφίβολα ἀπό τήν καταγγελία τῶν συμβάσεων ούτε καί θά τῆς έδιδε τήν δυνατότητα νά ἀποτρέψει τήν ζημία πού επήλθε ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος.
γ)
Τέλος, ὡς πρός ένα τρίτο σημεῖο πού ενδιαφέρει στά πλαίσια τοῦ λόγου περί παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, θά πρέπει ἀσφαλώς νά ἀναγνωρισθεί ὅτι δέν άφορᾶ τό κῦρος τῶν ληφθέντων μέτρων διασφαλίσεως καί ἡ εξέταση του δέν δύναται, επομένως, νά ἀποκλεισθεί κατά τήν παροῦσα διαδικασία ἄν καί, ὁπως προκύπτει ἀπό τίς προτάσεις μου στην υπόθεση 112/80, σελίδα 33, συ-νεζητήθη στην προδικαστική διαδικασία. 'Αναφέρομαι στην παρατήρηση τῆς ενάγουσας ὅτι, ήδη ἀπό τόν Ὀκτώβριο 1978, ή 'Επιτροπή ἠδύνατο νά προβεί σέ δύο πρώτες ἐκτιμήσεις τῆς συγκομιδής καί ὅτι είχαν ήδη γίνει πρώτες εκτιμήσεις περί τῶν ἐνδεχομένων εισαγωγών, καθώς καί στην σχετική αἰτίαση τῆς ενάγουσας, ήτοι ὅτι ούτε κατά τίς συνεδριάσεις τῆς συμβουλευτικής επιτροπής γιά τά φρούτα, τόν 'Ιανουάριο καί Φεβρουάριο 1979, ούτε κατά τήν συνάντηση μέ τους ἀντιπροσώπους τῶν ἐνδιαφερομένων εἰσαγωγέων, τόν Μάρτιο 1979, ἡ Ἐπιτροπή ἀνέφερε τά σχεδιαζόμενα μέτρα διασφαλίσεως.
Ἐν τούτοις, εἶναι σαφές ὅτι ἀκόμη καί ή άποψη ὅτι, δίδοντας εγκαίρως τίς ἀπαραίτητες ενδείξεις, ἡ 'Επιτροπή θά ἠδύνατο νά αποτρέψει τήν ενάγουσα ἀπό τήν σύναψη συμβάσεων ἀγορᾶς καί ναυλώσεως καί έτσι θά ἀπεφεύγοντο οἱ σχετικές συνέπειες, δέν δύναται νά θεμελιώσει ἀξίωση πρός ἀποκατάσταση τῆς προβαλλομενης ζημίας, ὁ σχετικός δέ ισχυρισμός δέν άφορα προφανώς παρά μέρος τοῦ συνόλου τῆς ζημίας.
Σύμφωνα μέ τά στοιχεία πού ἡ ἴδια ἡ ενάγουσα εκθέτει — ὑπενθυμίζω τήν δήλωση στην ἀγωγή, ὅτι, δηλαδή, οἱ συμβάσεις πωλήσεως καί ναυλώσεως είχαν συναφθεί αντιστοίχως ήδη ἀπό τόν 'Οκτώβριο καί Νοέμβριο 1978, υπενθυμίζω δέ καί τό περιεχόμενο τοῦ τηλετυπήματος τῆς ἐναγούσης τής 12ης 'Απριλίου 1979, ἀπό τό όποιο προκύπτει ὅτι οἱ συμβάσεις συνήφθησαν τόν Δεκέμβριο 1978 καί 'Ιανουάριο 1979 —, εἶναι πρόδηλο ὅτι οἱ σχετικές ενδείξεις πού παρέσχε ἡ 'Επιτροπή κατά τίς συνεδριάσεις τῆς συμβουλευτικής επιτροπής γιά τά φροῦτα, τόν 'Ιανουάριο καί Φεβρουάριο 1979, ήρθαν πολύ ἀργά. Ἐν τούτοις, δέν δύναται νά προσαφθεί στην 'Επιτροπή ὅτι δέν ἀνέφερε τήν ενδεχομένη λήψη μέτρων διασφαλίσεως ήδη ἀπό τόν 'Οκτώβριο 1978. Περισσότερο ἀξιόπιστο φαίνεται ὅτι μία ἀσφαλής εκτίμηση, ὅπως ἡ ἀπαιτουμένη γιά την λήψη μέτρων διασφαλίσεως ἀπό πολλές ἀπόψεις, έπί παραδείγματι κατά τόν κανονισμό 2707/72, έγινε μόλις τόν Μάρτιο 1979 ὅταν είχε διαμορφωθεί σαφώς ή εικόνα τῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς στην Κοινότητα (ἀποθέματα, ἀποσύρσεις ἀπό τήν ἀγορά, εξέλιξη τῶν τιμῶν). Πάντως, μετά ἀπό αυτό τό χρονικό σημείο, ή Ἐπιτροπή δέν καθυστέρησε ὑπαιτίως τήν θέσπιση τῶν μέτρων διασφαλίσεως.
7.
Ἐφ' ὅσον, 'έτσι, γίνεται σαφές ὅτι τό αἴτημα τῆς ἐναγούσης περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας πού υπέστη λόγω τῆς ἀναστολής τῶν εἰσαγωγῶν καί τῆς ζημίας πού υποτίθεται ὅτι υπέστη λόγω τῆς ἐνυπαρ-χούσης στόν κανονισμό ΕΟΚ 1152/79 διακρίσεως δέν δύναται νά θεμελιώσει οὔτε τους προβαλλόμενους στην ἀγωγή καί στην ἀπάντηση Ισχυρισμούς οὔτε τήν συμπληρωματική ἀνάπτυξη κατά τήν συζήτηση, μοῦ απομένει τώρα πλέον νά εξετάσω μόνο τό ζήτημα τοῦ πώς θά εκτιμηθεί τό νέο επιχείρημα πού προεβλήθη κατά τήν συζήτηση πρός ὑποστήριξη τῆς προβαλλόμενης ἀπαντήςεως ὅτι, δηλαδή, ἡ Κοινότης ὑποχρεούται σέ ἀποζημίωση ἀκόμη καί ὅταν ή συμπεριφορά τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι νόμιμη, διότι προεκλήθη στην ενάγουσα ιδιαίτερη ζημία.
Ή 'ίδια ἡ ενάγουσα ἀναγνωρίζει ὅτι, παραπέμποντας στή νομολογία περί προστασίας τοῦ δικαιώματος τῆς ιδιοκτησίας, περί ἀποκαταστάσεως γιά οιονεί ἀπαλλοτρίωση, καθώς καί στην έννοια τῆς επεμβάσεως στίς επιχειρηματικές δραστηριότητες, προβάλλει εντελώς νέους ισχυρισμούς προς θεμελίωση τῆς ἀγωγής της. Πράγματι, κανένα ἀπό τα στοιχεία αυτά δέν περιλαμβάνεται στην ἀγωγή. Είναι επίσης δύσκολο νά γίνει δεκτό ὅτι μία τέτοια ἐπιχειρηματολογία εἶχε εγκύρως προβληθεί στην ἀπάντηση, μέ τήν αἰτίαση, ενδεχομένως, πού ευρίσκεται σέ συνάρτηση μέ τους ισχυρισμούς περί τοῦ παρανόμου τῶν θεσπισθέντων μέτρων ἀπό τήν 'Επιτροπή, ὅτι ή 'Επιτροπή επενέβη στό δικαίωμα πού τά άρθρα 2 καί 12 τοῦ Θεμελιώδους Νόμου τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἀναγνωρίζουν στην ενάγουσα, τῆς ελεύθερης ἀσκήσεως τοῦ επαγγέλματός της, ή μέ τήν θέση πού ἀναπτύσσεται στή σελίδα 41 τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ἀκόμη καί σέ περίπτωση ἐγκυρότητος τοῦ κανονισμού ΕΟΚ 687/79, ἡ ἐνάγουσα δικαιούται ἀποζημιώσεως λόγω «τῆς προφανοῦς καί καταφωρου παραβιάσεως τῆς ἀρχής τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καί τῆς ἴσης μεταχειρίσεως».
α)
Σχετικώς τίθεται κατ' ἀρχάς τό ζήτημα, τό όποιο έθεσε καί ἡ 'Επιτροπή, τοῦ παραδεκτοῦ τέτοιων νέων ισχυρισμών προς υποστήριξη τοῦ αἰτήματος, πρᾶγμα πού πρέπει ἀσφαλώς νά θεωρηθεί ὡς μεταβολή τῆς ἀγωγής, ἀκόμη καί ἄν έτσι, ὅπως θεωρεί ἡ ενάγουσα, παραμένει εντός τοῦ πλαισίου εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 215 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
'Εχω σοβαρότατες ἀμφιβολίες ὡς πρός τήν δυνατότητα ἀναγνωρίσεως τοῦ παραδεκτοί) τοῦ ἐν λόγω ισχυρισμοί), ἀκόμη καί άν γίνει δεκτή ἡ ἀρχή (δέν υφίσταται ἀκόμη παγία νομολογία ἐπί αὐτοῦ τοῦ θέματος) ὅτι μεταβολές τοῦ ἀρχικοῦ αἰτήματος δέν ἀποκλείονται τελείως κατά τήν διαδικασία ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Πρέπει ὅμως, τουλάχιστον, νά ἀπαιτείται ἡ μεταβολή τοῦ ἀρχικοῦ αἰτήματος νά διευκολύνει τήν εξέλιξη τῆς διαδικασίας: στό γερμανικό δίκαιο, γίνεται ἐδῶ λόγος γιά τήν έννοια τῆς «χρησιμότητος». Ή θέση πού ἀνέπτυξε, ἐν τούτοις, ἡ ενάγουσα περιέχει πολύπλοκα νομικά ζητήματα πού ἀπαιτοῦν εἰς βάθος έρευνες συγκριτικού δικαίου καί γιά τά όποια δέν υπάρχει ἀκόμη νομολογία, ἄν ἐξαιρεθοῦν ὁρισμένες ενδείξεις περί ευθύνης λόγω μή παράνομης συμπεριφοράς σέ περίπτωση ασυνήθους καί Ιδιαίτερης ζημίας πού περιέχονται στίς ἀποφάσεις ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 54 έως 60/76 ( 2 ), καθώς καί
στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 9 καί 11/71 ( 3 ). Δέν δύναται ἀσφαλώς νά θεωρηθεῖ ἡ εναγομένη ὅτι ὑποχρεοῦται νά εξετάσει τά ζητήματα αυτά, μόνο κατά την διάρκεια τῆς συζητήσεως. Σημασία, ἐν τούτοις, 'έχει επίσης ὅτι, κατά τήν ἀνάθεση τῆς υποθέσεως στό τμήμα, τό ἐν λόγω θέμα δέν εἶχε ἀκόμη ἀναφανεί, εἶναι δέ δύσκολο νά θεωρηθεί ὅτι τό Δικαστήριο, μετά τήν ἀπόφαση στην υπόθεση 112/77 ( 4 ), στην ὁποία ἀπέρριψε αιτήματα ἀποζημιώσεως μέ τήν αιτιολογία ὅτι ἡ ὑπό κρίση κανονιστική ρύθμιση ήταν έγκυρη, ἐγκατέλειψε στην κρίση τοῦ τμήματος τό θέμα τῆς ευθύνης λόγω νόμιμης συμπεριφοράς.
Ἐξ άλλου, ἡ παρατήρηση τῆς ἐναγούσης ἐν προκειμένω, ὅτι, δηλαδή, κατά τόν χρόνο ἀσκήσεως τῆς ἀγωγής δέν εἶχε ἀκόμη αποδειχθεί ὅτι οἱ ὑπό κρίση κανονισμοί ήταν ἔγκυροι καί ὅτι δέν ὑφίστατο ἀκόμη ή ἀνάγκη νά στηρίξει τά επιχειρήματα τῆς σ' αυτή τήν βάση, δέν ευσταθεί. Ἡ 'Επιτροπή ὀρθώς ἀπήντησε, σχετικῶς, ὅτι, δεδομένου ὅτι ἡ ενάγουσα δέν ἀπειλεῖτο ἀπό συμπλήρωση τοῦ χρόνου παραγραφής, ἠδύ-νατο νά ἀναμείνει τήν έκβαση τῆς διαδικασίας σχετικά μέ τό κῦρος τῶν κανονισμών ΕΟΚ 687/79, 797/79 καί 1152/72 γιά νά εγείρει ἀγωγή ἀποζημιώσεως.
6)
'Επί πλέον, δύναται νά δημιουργηθεῖ ή εντύπωση ὅτι οἱ ισχυρισμοί τῆς ἐναγούσης δἐν παρέχουν, σέ καμμία περίπτωση, ἀρκετά σταθερή βάση γιά νά καταδικασθεί ή 'Επιτροπή. Ἔτσι, κατά τήν γνώμη μου, δἐν ἀπέδειξε σαφώς ὅτι τό γεγονός ὅτι δἐν ὁλοκληρώθη μία εμπορική συναλλαγή — ἐν προκειμένω δέν πρόκειται γιά τίποτα περισσότερο — πρέπει νά θεωρείται ὡς παρέμβαση στίς δραστηριότητες μιᾶς υφισταμένης επιχειρήσεως, στίς όποιες περιλαμβάνονται οἱ εμπορικές σχέσεις τῆς μέ τους χιλιανούς προμηθευτές καί ἡ θέση της στην ἀγορά καί ἀκόμη λιγώτερο ἐπίσης ὅτι μία τέτοια συμπεριφορά πρέπει νά θεωρηθεί ὡς οἱονεί ἀπαλλοτρίωση πού γεννᾶ υποχρέωση ἀποζημιώσεως. 'Ιδίως, καί αυτή εἶναι ἡ τελευταία παρατήρηση, δέν ἀπέδειξε σαφώς ὅτι στίς έννομες τάξεις τῶν Κρατών μελών ὑφίσταται μία κοινή ἀρχή, πού επιβάλλει υποχρέωση ἀποζημιώσεως σέ περιπτώσεις ὅπως ἡ ὑπό κρίση.
8.
Γιά τους λόγους αὐτούς, δέν δύναμαι ἐν συμπεράσματι παρά νά προτείνω τήν ἀπόρριψη τῆς ἀγωγῆς ὡς ἀβασίμου (ἐφ᾿ ὅσον μάλιστα οι πρός υποστήριξη της ισχυρισμοί δυνατόν νά θεωρηθούν ὡς παραδεκτῶς προβαλλόμενοι), νά καταδικασθεί δέ ἡ ενάγουσα στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Compagnie industrielle et agricole du comté de Loheac καί λοιποί κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής, ἀπόφαση τῆς 31ης Μαρτίου 1979, Slg. 1977, σ. 645.
( 3 ) Compagnie d'approvisionnement, de transport et de crédit SA καί Grands Moulins de Paris SA κατά 'Επιτροπῆς, ἀπό-φαση τῆς 13ης'Ιουνίου 1972, Slg. 1972, σ. 391.
( 4 ) August Töpfer & Co. GmbH κατά 'Επιτροπῆς, ἀπόφαση τῆς 3ης Μαΐου 1978, Slg. 1978, σ. 1019 καί 1033.
Full & Egal Universal Law Academy