ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤήΝ 8Η ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στήν ἀφετηρία τῆς ὑπό κρίση υποθέσεως 12/81 ευρίσκεται ἡ εὔλογη επιθυμία της Garland νά εξακολουθεί νά ἀπολαύει, μετά τήν συνταξιοδότησή της, τῶν διευκολύνσεων στίς συγκοινωνίες πού παρέχονται στους συνταξιούχους άρρενες υπαλλήλους τοῦ εργοδότου της, τῆς British Rail Engineering Limited. Των διευκολύνσεων αυτῶν ἀπολαύουν ἐπίσης ἡ σύζυγος καί τά συντηρούμενα τέκνα τῶν ἀνδρῶν συνταξιούχων υπαλλήλων. 'Από επιστολή τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1975, ἡ ὁποία εστάλη ἀπό τήν British Railways Board στά ἐργατικά συνδικάτα καί ἡ ὁποία περιέχεται στην δικογραφία, προκύπτει ὅτι, ἀπό τό 1976, στίς γυναίκες υπαλλήλους ἐπεφυλάσσετο, ὡς πρός τήν παροχή τῶν ἐν λόγω διευκολύνσεων, ἡ ἴδια μεταχείριση ὅπως καί στους άνδρες στην διάρκεια τῆς επαγγελματικής τους δραστηριότητος. Ἐν τούτοις, ἀπό τήν ίδια ἐπιστολή προκύπτει ὅτι μετά τήν συνταξιοδότηση τῶν θηλέων υπαλλήλων έπαυε ἡ παροχή τῶν ἐν λόγω διευκολύνσεων στά μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους. Ή διαφορά τῆς Garland μέ τόν ἐργοδότη της έφθασε στό House of Lords, τό όποιο υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα ἐρωτήματα:
1.
Τό γεγονός ὅτι ένας εργοδότης παρέχει (χωρίς ἐν τούτοις νά υποχρεούται προς τούτο συμβατικῶς) ειδικές διευκολύνσεις στίς συγκοινωνίες, τῶν ὁποίων ἀπολαύουν οἱ πρώην υπάλληλοι ἀφοῦ συνταξιοδοτήσοῦν καί οἱ όποιες ἐνέχουν διάκριση εἰς βάρος θηλέων πρώην υπαλλήλων κατά τόν ἀνωτέρω περιγραφόμενο τρόπο, εἶναι ἀντίθετο πρός:
α)
τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ;
β)
τό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου 75/117/ΕΟΚ;
γ)
τό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου 76/207/ΕΟΚ;
2.
Σέ περίπτωση πού ἡ ἀπάντηση στά ερωτήματα 1(α), 1(β) ἡ 1(γ) εἶναι καταφατική, μήπως τό άρθρο 119 ἡ ἡ μία ἡ ή άλλη ἀπό τίς προαναφερθείσες ὁδηγίες έχουν ἀπ᾿ ευθείας εφαρμογή στά Κράτη μέλη, ούτως ὥστε, νά απονέμουν στους πολίτες κοινοτικά δικαιώματα τά ὁποῖα τά εθνικά δικαιοδοτικά όργανα υποχρεούνται νά προστατεύουν ὑπό τίς προαναφερθείσες συνθήκες;
'Επί τοῦ πρώτου ἐρωτήματος
Γιά μιά περίληψη τῶν επιχειρημάτων πού προέβαλαν στην υπόθεση αυτή ἡ ἀναιρε-σείουσα στην κυρία δίκη, ἡ 'Επιτροπή, ή British Rail Engineering Limited καί ή κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, παραπέμπω, ὁπως συνηθίζεται, στην έκθεση γιά τήν ἐπ᾿ ακροατηρίου συζήτηση.
Φρονῶ, ὁπως καί ἡ ἀναιρεσείουσα στην κυρία δίκη καί ἡ 'Επιτροπή, ὅτι στά ἐν λόγω ερωτήματα δύναται, βάσει τῆς προηγουμένης νομολογίας, νά δοθεί πλήρης ἀπάντηση στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά πρώτο, εξετάζω τό ὑπ᾿ ἀριθμό 1 ἐρώτημα. Ἐν προκειμένω, σημειώνω, κατ' ἀρχάς, ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος των ἀμοιβών, πού ἀναφέρεται στό άρθρο 119, εφαρμόζεται ὄχι μόνο στόν βασικό ἡ στον ελάχιστο μισθό, άλλα επίσης σέ ὅλα τά ὀφέλη σέ χρήμα ἡ σέ εἶδος, ἀρκεῖ νά πληρούνται δύο προϋποθέσεις:
1)
Πρέπει νά καταβάλλονται ἀμέσως ή εμμέσως ἀπό τόν εργοδότη στον εργαζόμενο.
2)
Ή καταβολή αυτή πρέπει νά διενεργείται λόγω τῆς εργασιακής σχέσεως.
Στίς προτάσεις του στην πρώτη υπόθεση Defrenne (υπόθεση 80/70, Jurispr. 1971, σ. 454 ἑπ.), ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Dutheillet de Lamothe εξέθεσε λεπτομερῶς τους λόγους γιά τους ὁποίους, κατ' αυτόν, οἱ συντάξεις πού ὁ εργοδότης καταβάλλει ἀπ᾿ ευθείας, στον συνταξιοδοτηθέντα εργαζόμενο εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τοῦ άρθρου 119. Φρονώ ὅτι τά επιχειρήματα του εἶναι πειστικά καί ὅτι ἐφαρμόζονται επίσης mutatis mutandis στίς διευκολύνσεις γιά τίς όποιες πρόκειται στην ὑπό κρίση υπόθεση. 'Εν τούτοις, θά επανέλθω στό τελευταίο σημεῖο στή συνέχεια τῶν προτάσεων μου. Στην 'ίδια τήν ἀπόφαση ἐπί τῆς πρώτης υποθέσεως Defrenne ἀναφέρεται, στην έκτη σκέψη, ὅτι «ή διάταξη τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου επεκτείνει τήν έννοια τῆς ἀμοιβής σέ ὅλα τά ὀφέλη, σέ χρήμα ἡ σέ εἶδος, τωρινά ἡ μελλοντικά, ἀρκεῖ νά καταβάλλονται, έστω καί εμμέσως, ἀπό τόν εργοδότη στόν εργαζόμενο λόγω τῆς εργασίας τοῦ τελευταίου». Συνεπώς, καί στην ἐν λόγω ἀπόφαση γίνεται δεκτό ὅτι τό άρθρο 119 ἀναφέρεται επίσης στά μελλοντικά ὀφέλη πού πληρούν τίς άλλες προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 119, τίς όποιες προανέφερα. Ό γενικός εἰσαγγελεύς Warner στίς προτάσεις του στην υπόθεση Worringham (ὑπόθεση 69/80 Συλλογή 1981, σ. 796) κατέληξε σέ παρόμοια συμπεράσματα μέ εκείνα τοῦ Dutheillet de Lamothe.
Επομένως, συνάγεται σαφώς ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ὅτι τό άρθρο 119 ἀναφέρεται καί στά μελλοντικά ὀφέλη. Ἐπί πλέον, ἀπό τήν εγκύκλιο BR 7103/6 «Concessions for Retired Staff» (χορηγούμενα στό συνταξιοδοτούμενο προσωπικό ὀφέλη), ἡ ὁποία περιέχεται στην δικογραφία, προκύπτει ὅτι τά ὀφέλη γιά τά όποια πρόκειται, καταβάλλονται ἀπό τόν εργοδότη στόν ἐργαζόμενο, ἀμέσως εντός τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί εμμέσως έκτος αὐτοῦ. Κατά τρίτο, ἀπό τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 119 συνάγεται ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν, πού ἀναφέρεται στην ἐν λόγω διάταξη, δέν περιορίζεται στά ὀφέλη πού συμφωνούνται συμβατικῶς ὑπό την έννοια τοῦ ἐν λόγω άρθρου. Ἐξ άλλου, κατά την διάρκεια τῆς προφορικής διαδικασίας, ἡ British Rail Engineering Limited ἐδέχθη ὅτι οἱ ἐν λόγω διευκολύνσεις στίς συγκοινωνίες πού παρέχονται στό πλαίσιο εργασιακῆς συμβάσεως, πρέπει νά θεωρηθούν ως ἀμοιβή κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 119. Κατά συνέπεια, ἡ μόνη διάσταση ἀπόψεων πού υφίσταται ἀκόμη, ἀναφέρεται στό ζήτημα κατά πόσο ή παροχή τῶν διευκολύνσεων στίς συγκοινωνίες σέ έναν ἐργαζόμενο μετά τήν συνταξιοδότησή του, δύναται νά θεωρηθεί ἐπίσης ὡς όφελος πού χορηγείται «λόγω τῆς εργασίας του». Στην περίπτωση αυτή, ὁ σύνδεσμος μέ τήν εργασία δέν δύναται νά στηρίζεται σέ σύμβαση, σέ ἀντίθεση μέ αυτό πού συμβαίνει στό πλαίσιο τῶν συνταξιοδοτικών συστημάτων τῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐν τούτοις, ἡ παρατήρηση τοῦ Dutheillet de Lamothe στην υπόθεση 80/70 (Defrenne, Jurispr. 1971, σ. 459), κατά τήν ὁποία ὁ συνταξιοδοτηθείς «δύναται νά λαμβάνει τό όφελος αυτό επιπροσθέτως λόγω τῆς εργασίας, πού βεβαίως δέν παρέχει πλέον, άλλά ἀναγκαίως παρείχε», εφαρμόζεται επίσης, κατά τήν γνώμη μου, στίς ἐν λόγω διευκολύνσεις στίς συγκοινωνίες. Δέν υφίσταται κανένα στοιχείο στην δικογραφία ἀπό τό όποιο νά συνάγεται ὅτι οἱ διευκολύνσεις στίς συγκοινωνίες παρέχονται γιά λόγους άλλους έκτός τῆς εργασιακής σχέσεως. 'Αντιθέτως, ἡ προαναφερθείσα ἀνακοίνωση στό προσωπικό φέρει σαφῶς τόν τίτλο «Information for railway staff at the time of their retirement» (πληροφορίες στό συνταξιοδοτούμενο προσωπικό τῶν σιδηροδρόμων). 'Έχω υπογραμμίσει τίς τέσσερις πρώτες λέξεις. Συνεπώς, ἀναγνωρίζεται ρητώς ὁ σύνδεσμος μέ τήν ἐργασιακή σχέση. Ἀπό τήν προαναφερθείσα επιστολή τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1975, ἡ ὁποια προσεκο-μίσθη κατόπιν εντολής τοῦ Δικαστηρίου, προκύπτει ἀκόμη σαφέστερα ὅτι οἱ παρεχόμενες μετά τήν συνταξιοδότηση διευκολύνσεις πρέπει νά θεωρηθούν ὡς ἡ επέκταση τῶν παρεχομένων κατά τήν διάρκεια τῆς εργασιακής σχέσεως διευκολύνσεων στίς συγκοινωνίες. 'Άλλως, δέν ήταν δυνατό νά γίνεται λόγος στην επιστολή αυτή γιά μερική ἀνάκληση τῶν ἐν λόγω διευκολύνσεων. 'Όπως ἀνέφερα, ἡ British Rail Engineering έχει ήδη δεχθεί στην προφορική διαδικασία ὅτι οἱ παρεχόμενες κατά τήν διάρκεια τῆς εργασιακής σχέσεως διευκολύνσεις ἐμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119. Τό ἴδιο πρέπει νά ισχύει στην περίπτωση πού εξακολουθούν νά παρέχονται οἱ διευκολύνσεις αυτές.
Συνεπώς, στό πρώτο ερώτημα πού υπέβαλε στό Δικαστήριο τό House of Lords πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση, ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ διάκριση γιά τήν ὁποία πρόκειται εἶναι ἀντίθετη προς τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
'Επί τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος
Στίς γραπτές παρατηρήσεις της, ή κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ἀναφέρεται στην σκέψη 17 τῆς αποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 96/80 Jenkins κατά Kingsgate (Συλλογή 1981, σ. 911, στην σελίδα 926) καί ἀρνείται ὅτι, στην περίπτωση πού δοθεί στό ερώτημα 1α) καταφατική ἀπάντηση, τό άρθρο 119 δύναται νά έχει ἀπ᾿ ευθείας εφαρμογή στην ὑπό κρίση υπόθεση. Στην ἐν λόγω σκέψη, τό Δικαστήριο έκρινε, ἀφοῦ ἀνεφέρθη στην σχετική μέ τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ νομολογία ὅτι τό άρθρο αυτό «ἐφαρμόζεται άμεσα σέ ὅλες τίς μορφές διακρίσεως πού μπορούν νά διαπιστωθούν μέ τήν βοήθεια μόνο τῶν κριτηρίων τῆς όμοιας εργασίας καί τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών πού περιέχει ἡ διάταξη αύτη, χωρίς γιά τήν εφαρμογή αυτών τῶν κριτηρίων νά είναι ἀναγκαία κοινοτικά ἡ ἐθνικά μέτρα πού νά τά προσδιορίζουν εἰδικότερα». Κατά τήν άποψη τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, τέτοια εθνικά ἡ κοινοτικά μέτρα εἶναι πράγματι ἀναγκαία ἐν προκειμένω πρός επίλυση ζητημάτων πού ἀφοροῦν τίς διαφορές ὡς πρός τίς ἡλικίες συνταξιοδοτήσεως καί τίς βιοτικές προσδοκίες, πού επηρεάζουν άμεσα τό κόστος πού 'έχει τό ὄφελος γιά τόν εργοδότη καί την ἀξία του γιά τόν ἐργαζόμενο.
Ὅσον άφορᾶ τό επιχείρημα αυτό, θά ήθελα κατ' ἀρχάς νά συμφωνήσω μέ τήν παρατήρηση πού έκανε ἡ Ἐπιτροπή στην προφορική διαδικασία, κατά τήν οποία, ἀντιθέτως πρός τήν Burton case (υπόθεση 19/81), ἡ διαφορά ὡς πρός τήν ηλικία συνταξιοδοτήσεως δέν ἀποτελεί τό επίμαχο ἐν προκειμένω θέμα. Τό ερώτημα άφορᾶ τίς διευκολύνσεις στίς συγκοινωνίες πού παρέχονται μετά τήν συνταξιοδότηση στά μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ πρώην ἐργαζομένου, ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορών πού υφίστανται ἡ ὄχι ὡς πρός τήν ηλικία συνταξιοδοτήσεως τοῦ 'ίδιου τοῦ εργαζομένου. Κατά τήν άποψη μου, τά ὀφέλη αυτά εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119. Δέν υπάρχει καμμία ένδειξη στό κείμενο τοῦ άρθρου 119, ἀπό τήν ὁποία νά συνάγεται ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς ἐν λόγω διατάξεως στην ὑπό κρίση υπόθεση εξαρτάται ἀπό τήν ἀπάντηση στά ζητήματα πού προέβαλε ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου. 'Αντιθέτως, ἡ μορφή τῆς διακρίσεως γιά τήν ὁποία πρόκειται ἐδῶ, δύναται ἀπλώς νά ἀναγνωρισθεῖ ὡς τέτοια μέ τήν βοήθεια τῶν κριτηρίων πού ἀναφέρονται στό ἐν λόγω άρθρο. 'Επιπροσθέτως, σημειώνω ὅτι ἄν τά ζητήματα πού προέβαλε τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πράγματι σημαντικά, ή περαιτέρω εξέταση τοῦ ἐπιχειρήματος του συνηγορεί ἀκριβώς κατά τήν άποψη μου υπέρ τῆς ἀπορρίψεως του. Πράγματι, ἄν είναι ἀκριβές ὅτι ἡ διάρκεια ζωής τῶν γυναικών εἶναι μεγαλύτερη τῶν ἀνδρών καί ὅτι πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψη τό φαινόμενο αυτό, ἡ παροχή τῶν διευκολύνσεων στίς συγκοινωνίες στον σύζυγο εργαζομένης δέν έχει μεγαλύτερο, άλλά μικρότερο κόστος ἀπό τήν παροχή τῶν διευκολύνσεων στην σύζυγο εργαζομένου. 'Υπ' αυτό τό πρίσμα, συνεπώς, ἡ ηλικία συνταξιοδοτήσεως τοῦ 'ίδιου τοῦ εργαζομένου εἶναι άνευ σημασίας στην ὑπό κρίση υπόθεση.
Κατά συνέπεια, βάσει τῆς σκέψεως 17 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου στην ἀπόφαση Jenkins κατά Kingsgate πού προανέφερα, καταλήγω στό συμπέρασμα ὅτι στό δεύτερο ερώτημα πού ὑπέβαλε τό House of Lords πρέπει επίσης νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση.
Συμπεραίνοντας, φρονώ ὅτι στά υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει νά δοθοῦν οἱ ἀκόλουθες ἀπαντήσεις:
1)
'Άν ένας εργοδότης εξακολουθεί νά παρέχει διευκολύνσεις στίς συγκοινωνίες σέ πρώην εργαζομένους καί στά μέλη τῆς οἰκογενείας τους, ἀφοῦ συνταξιοδοτηθούν, οἱ διευκολύνσεις αυτές συνιστούν ἀμοιβή κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 119 δεύτερο εδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί πρέπει νά Ικανοποιούν τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν γιά ὅμοια εργασία, κατά τήν έννοια τῆς ἐν λόγω διατάξεως.
2)
Ἄν διαπιστωθεί, συναφῶς πρός τά ἀνωτέρω, ἡ ὕπαρξη τοιαύτης διακρίσεως βάσει τῶν κριτηρίων τῆς όμοιας ἐργασίας καί τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών πού ἀναφέρονται στην ἐν λόγω διάταξη, τό άρθρο 119 έχει ἀπ᾿ εὐθείας εφαρμογή στά Κράτη μέλη, ὑπό την ἔννοια ὅτι γεννᾶ υπέρ τοῦ πρώην ἐργαζομένου πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς διακρίσεως, κοινοτικά δικαιώματα, τῶν ὁποίων δύναται νά ἀπαιτεί την μή προσβολή.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὁλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy