ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 29 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε
κύριοι δικαστές,
Ἡ προσφυγή, ἐπί τῆς ὁποίας εκφέρω γνώμη κατωτέρω, στρέφεται κατά τοῦ καθορισμού ποσοστώσεων παραγωγης γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981 βάσει τῆς ἀποφάσεως (ΕΚΑΧ) 2794/80 τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς 31ης Όκτωβρίου 1980, περί θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος γιά τίς επιχειρήσεις τῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος (ΕΕ ειδ. ἐκδ. 13/010, σ. 50 καί τῆς ἀποφάσεως ΕΚΑΧ 3381/80 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 13/010, σ. 88), ἡ ὁποία καθορίζει τήν ποσοστιαία μείωση γιά τήν ἐν λόγω περίοδο. Δοθέντος ὅτι τό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής εἶναι γνωστό στό Δικαστήριο, περιορίζομαι νά υπενθυμίσω τίς σχετικές μέ τήν παρούσα υπόθεση διατάξεις.
Τό ἄρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 περιέχει τίς μεθόδους υπολογισμού τῆς παραγωγής ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία χρησιμεύει ὡς βάση τῆς ποσοστιαίας μειώσεως. Ἐνῶ οἱ παράγραφοι 1 καί 2 αυτής τῆς διατάξεως ἀναφέρονται στην πραγματική παραγωγή ἀναφορᾶς κατά τήν περίοδο ἀναφορᾶς, οἱ παράγραφοι 3, 4 καί 5 ρυθμίζουν ἀντιθέτως περιπτώσεις, οἱ όποιες επιτρέπουν διόρθωση τῆς πραγματικής παραγωγής ἀναφορᾶς. Ἔτσι, ἡ παράγραφος 3 ὁρίζει:
«Ὡστόσο, ἐάν κατά τή διάρκεια τῆς περιόδου ἀπό 'Ιούλιο 1977 μέχρι 'Ιούνιο 1980, τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως των δυνατοτήτων παραγωγής μιας επιχειρήσεως βρίσκεται 10% ἡ περισσότερο κάτω ἀπό τό μέσο ποσοστό χρησιμοποιήσεως των ἰδίων εγκαταστάσεων τῶν άλλων ἐπιχειρήσεων τῆς Κοινότητος κατά τη διάρκεια τῶν ἐτών 1977, 1978, 1979, ἡ Ἐπιτροπή θά προσαρμόζει τίς παραγωγές ἀναφοράς γιά κάθε επιχείρηση σέ επίπεδο πού ἀντιστοιχεί σέ ποσοστό χρησιμοποιήσεως 5 % χαμηλότερο τοῦ ἐν λόγω μέσου ποσοστοῦ των άλλων ἐπιχειρήσεων:
—
ἐάν ἡ επιχείρηση συμμετείχε ἀπό 'Ιούλιο 1977 μέχρι 'Ιουνίου 1980 στά προγράμματα παραδόσεως πού κατάρτισε ἡ Ἐπιτροπή,
—
ἐάν ὁ καθορισμός τοῦ προγράμματος γιά την επιχείρηση αὐτή ἐβασίσθη στό ἔτος 1974, καί
—
ἐάν κατά τή διάρκεια τοῦ τελευταίου αὐτοῦ έτους οἱ εγκαταστάσεις τῆς επιχειρήσεως δέν ετέθησαν ἡ ετέθησαν μερικῶς σέ λειτουργία.»
Παράλληλα μέ αυτές τίς γενικές δυνατότητες διορθώσεως τό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως 2794 προβλέπει δυνατότητα διορθώσεως γιά μεμονωμένες περιπτώσεις.
Ή παράγραφος 1 αυτής τῆς διατάξεως ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ἐάν οἱ περιορισμοί παραγωγής ἡ παραδόσεως πού επιβάλλονται ἀπό τήν παρούσα ἀπόφαση καί τά μέτρα εφαρμογής τους δημιουργοῦν γιά μία επιχείρηση εξαιρετικές δυσκολίες, ἡ τελευταία δύναται νά προσφύγει στην Ἐπιτροπή, μαζί μέ ολα τά δικαιολογητικά τεκμήρια.»
Στίς 5 Ἰανουρίου 1981 ἡ προσφεύγουσα, ή επιχείρηση Alpha Steel Ltd, ἡ ὁποία παράγει καί ἐπεξεργάζεται χάλυβα, έλαβε σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 παράγραφος 2 τῆς ἀποφάσεως μία ἀνακοίνωση μέ ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 1980. Ώς παραγωγή ἀναφορᾶς γιά τους ρόλλους καί τά ἐλασματοποιη-θέντα ἐν θερμῶ φύλλα σέ εξειδικευμένες συστοιχίες κατά τήν έννοια τῆς ὁμάδας 1 τοῦ ἄρθρου 2 τῆς ἀποφάσεως ελήφθησαν 102993 τόννοι, ὅπού, μετά ἀπό ἀφαίρεση τής ποσοστιαίας μειώσεως κατά 27,73 %, πρέκυψε μία ποσόστωση παραγωγής 74433 τόννων γι' αυτά τά προϊόντα. Γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα ελήφθησαν ὡς παραγωγή ἀναφοράς 87500 τόννοι, πράγμα πού ὡδήγησε κατόπιν εφαρμογής ενός ποσοστοῦ μειώσεως ὁμοίως κατά 27,73 % σέ μία ποσόστωση παραγωγής ἀπό 63236 τόννους γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981. Στην ἀνακοίνωση περιεῖχετο, ἀκριβώς ὅπως καί στην προηγουμένη ἀνακοίνωση, ή ὁποία ἀφοροῦσε τό τελευταίο τρίμηνο τοῦ 1980, ρητή μνεία ὅτι οἱ παραγωγές αναφοράς κατά τό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως εἶχαν προσαρμοσθεί.
Μέ τηλετύπημα ὅμως τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1980, άρα, πρίν ἀπό τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων, περί τῶν ὁποίων πρόκειται ἐδῶ, ἡ Ἐπιτροπή εἶχε ἀνακοινώσει στην προσφεύγουσα ὅτι τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τῆς ἀποφάσεως εἶχε εφαρμοσθεί πεπλανημένοως, επειδή τό πρόγραμμα παραδόσεως πού εἶχε καταρτισθεί γιά τήν προσφεύγουσα δέν εἶχε διαμορφωθεί μέ βάση τό έτος 1974. Κατά συνέπεια, ἡ προσαρμογή τῶν παραγωγών ἀναφοράς είχε στηριχθεί στό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως.
Ἐπειδή ἡ προσφεύγουσα δέν συμφωνούσε οὔτε μέ τόν καθορισμό ποσοστώσεων γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981, ἀπηυθύνθη μέ επιστολή τῆς 19ης Ἰανουαρίου 1981 στην Ἐπιτροπή καί ἐζήτησε νά καθορισθοῦν στό έξης οἱ ποσοστώσεις μέ βάση τήν συνολική ικανότητα τῆς επιχειρήσεως της. Αυτό εἶναι σωστό, επειδή πρόκειται γιά μία νέα επιχείρηση, ἡ παραγωγή τῆς ὁποίας άρχισε μόλις κατά τόν χρόνο ἀναφορᾶς πού χρησιμοποίησε ἡ Ἐπιτροπή καί, ἐπί πλέον, μέ τίς ελάχιστες τιμές πού είχαν καθορισθεί τότε, παρημποδίσθη στην ἀνάπτυξη της.
Ἤδη πρίν κριθεί αύτη ἡ αἴτηση, προσέφυγε ή προσφεύγουσα τήν 29η Ἰανουαρίου 1981 στό Δικαστήριο, συμφώνως πρός τό άρθρο 33 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, καί ἐζήτησε νά ἀκυρωθεί ἡ ἀπόφαση τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980. Ή προσφεύγουσα προέβαλε τήν ελλιπή αιτιολογία τῶν ἀτομικών ἀποφάσεων, τό παράνομο τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80 πού ἀποτελεί τό νόμιμο έρεισμα, καθώς καί την μη εφαρμογή τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 3 καί τοῦ ἄρθρου 14 αυτής τῆς ἀποφάσεως.
Μετά τήν ἄσκηση τῆς προσφυγής ἡ Ἐπιτροπή ἀνεκοίνωσε στην προσφεύγουσα μέ επιστολή τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 ὅτι εἶχε εφαρμόσει πεπλανημένως τό ἐν λόγω άρθρο 4 παράγραφος 3. Όρθό θά ήταν νά ληφθεί ὡς βάση κατά τόν καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγή ἀναφορᾶς ἀπό 63537 τόννους γιά τά ἐλασματοποιηθέντα προϊόντα καί ἀπό 40153 τόνους γιά τόν ἀκατέργαστο χάλυβα. Κατ' εφαρμογή ὅμως τοο ἄρθρου 14 τῆς γενικής ἀποφάσεως ή ποσοστιαία μείωση καί γιά τά δύο προϊόντα εἶχε ὁρισθεί στό μηδέν μέ τήν συνέπεια ὅτι οἱ ποσοστώσεις καθωρίσθησαν στό ὕψος τῆς παραγωγής ἀναφοράς. Αυτή ἡ ἀπόφαση κατήργησε καί αντικατέστησε τήν προηγουμένη ἀπόφαση τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980.
Ή προσφεύγουσα τότε μετέβαλε στην ἀπάντηση τῆς τό αἴτημά τῆς καί ζητεί τώρα τήν ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως τῆς καθ᾿ ἧς, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980, ὅπως ἐτροποποιήθη στίς 24 Φεβρουαρίου 1981, καί νά καταδικασθεί ἡ καθ' ἧς στά δικαστικά έξοδα.
Ή Ἐπιτροπή ζητεί νά κριθεῖ ὅτι παρέλκει ή έκδοση ἀποφάσεως ἐπί τῆς προσφυγής καί νά κανονισθεί τό θέμα τῶν δικαστικών εξόδων κατά τήν κρίση τοῦ Δικαστηρίου συμφώνως πρός τό άρθρο 69 παράγραφος 5 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
Ή θέση μου ἐπί τῶν αιτημάτων αυτών εἶναι ή έξῆς:
Ι — Ἐπί τοῦ ἄν παρέλκει ἡ έκδοση ἀποφάσεως ἐπί τῆς προσφυγής
Κατά τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπής, ἡ προσφυγή κατέστη άνευ ἀντικειμένου λόγω τῆς ἀνακλήσεως τῆς ἀτομικής ἀποφάσεως τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 καί συνεπῶς παρέλκει ἡ έκδοση ἀποφάσεως. Ἐπειδή ή ἀπόφαση αύτη εἶναι εσφαλμένη ἀπό κάθε άποψη, έπρεπε κατόπιν σταθμίσεως των συμφερόντων τῆς προσφευγούσης μέ τά συμφέροντα τῶν άλλων επιχειρήσεων, πού πλήττονται ἀπό τήν ρύθμιση περί ποσοστώσεως, νά ἀνακληθεί. Τά συμφέροντα ὅμως τῆς προσφευγούσης δέν ἐθίγησαν ή ἐθίγησαν ἐπουσιωδῶς, επειδή ἡ ἀνάκληση ἀκολούθησε εντός ευλόγου χρόνου καί ή προσφεύγουσα κατ' αυτό τό χρονικό σημείο εἶχε ήδη ὁπωσδήποτε εξαντλήσει τίς ποσοστώσεις κατά 10 %.
Ἐπειδή ἰδίως τό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως δέν έπρεπε νά εφαρμοσθεί ὡς πρός τήν προσφεύγουσα καί ó καθορισμός τῆς παραγωγής ἀναφοράς, ἀκόμη καί ὑπό τό φῶς αυτής τῆς διατάξεως, ήταν ἐσφαλμένος, κατέστη ἀναπότρεπτο νά ἀντικατασταθεί ἡ ἀρχική ἀπόφαση μέ μία ἐξ ὁλοκλήρου νέα ἀπόφαση, ἡ ὁποία διεκρίνετο ἀπό τήν πρώτη τόσο ὡς πρός τήν αιτιολογία ὅσο καί ὡς πρός τίς ἐφαρμοσθεῖσες διατάξεις, τήν παραγωγή αναφοράς πού ελήφθη ὡς βάση καί τήν ρύθμιση περί ποσοστώσεως. Ἐπειδή ἡ ἀπόφαση τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 δεν προσεβλήθη αυτοτελῶς καί ἡ πρώτη ἀπόφαση ἀνεκλήθη, ή προσφυγή πρέπει σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου νά θεωρηθεί ὡς άνευ ἀντικειμένου.
Ή προσφεύγουσα, ἀντιθέτως, θεωρεί τήν ἀπόφαση τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 ἀπλώς καί μόνο ὡς διορθωτική τῆς ἀρχικής αποφάσεως, μέ τήν ὁποία συνεπληρώθη ή ελλιπής αιτιολογία καί συνεπώς έγινε ἐπανυπολογισμός τῶν ποσοστώσεων. Ἀπό τό τηλεγράφημα τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1980, τό όποιο ὡς καθωμολογήθη, αναφέρεται στό τελευταίο τρίμηνο τοῦ περασμένου έτους, συνάγεται σαφώς ὅτι ἐπί τῆς προσφευγούσης δέν έπρεπε νά εφαρμοσθεί τό άρθρο 4 άλλά τό άρθρο 14. Ή επιστολή τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 ἁπλώς ἐπεβεβαίωσε αύτη την διαπίστωση ἡ ὁποία λογικῶς πρέπει νά ίσχυε καί γιά τό πρῶτο τρίμηνο τοῦ 1981. Ό προβαλλόμενος κύριος λόγος τῆς προσφυγῆς, καθώς καί τό επικουρικώς προβληθέν παράνομο τῆς ἀποφάσεως 2794/80, ἡ άρνηση νά εφαρμοσθεί τό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς προσφευ-γούσης καί ἡ εσφαλμένη εφαρμογή τοῦ άρθρου 14, ἀντιθέτως διετηρήθησαν. Ἐξ άλλου, έχοντας ὑπ᾽ ὄψη τήν νομολογία ὁρισμένων Κρατών μελών εἶναι περισσότερο ἀπό ἀμφίβολο ἄν μία ἀρχή, μετά ἀπό άσκηση προσφυγής καί μετά ἀπό τήν πάροδο τῶν προθεσμιών ἀσκήσεως προσφυγής δύναται νά ἀνακαλέσει μία πλημμελή ἀπόφαση γιά νά τήν ἀντικαταστήσει μέ μία άλλη πλέον δυσμενή.
Κατά τήν εξέταση τοῦ ζητήματος ἐν τούτοις, ἄν ἡ προσφυγή κατέστη άνευ ἀντικειμένου κατ' ουσία μέ τήν ἀνακοίνωση τῆς Ἐπιτροπής, τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981, δέν πρόκειται, ὁπως θεωρώ, γιά τήν κρίση, σέ τελευταία ἀνάλυση, περί αυτής τῆς νομικής πράξεως. Περάτωση κατ' ουσία τῆς υποθέσεως λόγω ελλείψεως αντικειμένου πρέπει πράγματι νά θεωρείται ὅτι συντρέχει μόνο ὅταν ἡ βλαπτική πράξη, κατά τῆς ὁποίας στρέφεται ἡ προσφυγή, δέν υφίσταται πλέον. Καί ἄν ἡ επιστολή τῆς 24ης Φεβρουαρίου θεωρηθεί, σέ συμφωνία μέ τήν προσφεύγουσα, ὡς μή αυτοτελής ἀπόφαση άλλά ἁπλώς ὡς διορθωτική τῆς ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981, ἐν πάση περιπτώσει, εξακολουθούν νά υφίστανται οἱ αιτιάσεις ὡς πρός τήν νομιμότητα τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80, τήν μή εφαρμογή τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 3 αυτής τῆς ἀποφάσεως, καθώς καί ἡ εσφαλμένη εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 14 αυτής τῆς ἀποφάσεως.
'Ἀν ἀντιθέτως ἀκολουθήσει κανείς τήν καθ' ης καί θεωρήσει τήν ἀνακοίνωση τῆς 24ης Φεβρουαρίου ὡς νέα ἀπόφαση, ή ὁποία ἀντικαθιστά τήν πρώτη ἀπόφαση, τότε πρέπει νά θεωρηθεί τό μεταβληθέν αίτημα τῆς προσφευγούσης στην ἀπάντηση της ὡς μεταβολή τῆς προσφυγής, ἡ ὁποία λόγω τοῦ στενοῦ νομικοῦ καί οὐσιαστικοῦ συνδέσμου μέ τό ἀρχικό ἀντικείμενο τῆς διαφοράς πρέπει γιά λόγους οικονομίας τῆς δίκης νά θεωρηθεί ὡς πρόσφορος γιά τήν παροῦσα εκδίκαση καί συνεπώς ὡς θεμιτή.
Ἐδώ, δέν χρειάζεται νά εξετασθεί τό ζήτημα ἄν ἡ ἀρχική ἀπόφαση ἀνεκλήθη κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας καί μετά τήν πάροδο τῶν προθεσμιών ἀσκήσεως προσφυγής καί ἄν ἀντεκατεστάθη μέ μία νέα ἀπόφαση πλέον δυσμενή. Ἀποφασιστική σημασία ἕχει ἐδῶ ἁπλώς καί μόνο τό ὅτι ἡ επιστολή τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 παράγει ἔννομα ἀποτελέσματα. Καθ' ὅσον ἡ ἀπόφαση θίγει τήν προσφεύγουσα, ή δίκη δέν εἶναι κατ' ουσία άνευ ἀντικειμένου.
Ἐν προκειμένω, οἱ ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1955 στην υπόθεση 4/54 — Industrie Siderurgiche Associate (ISA) κατά Ἀνωτάτης Ἀρχής τῆς ΕΚΑΧ (Slg. 1954-55, σ. 188) καί τῆς 1ης Ἰουνίου 1961 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 5, 7 καί 8/60 Meroni e C. καί λοιποί κατά Ἀνωτάτης Ἀρχής ΕΚΑΧ (Slg. 1961, σ. 217), τις ὁποῖες επικαλείται ἡ καθ' ἧς καί μέ τίς όποιες τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι οἱ ἀντίστοιχες προσφυγές είχαν καταστεί άνευ ἀντικειμένου λόγω ελλείψεως βλαπτικής πράξεως, εἶναι άσχετες.
II — Ἐπί τῆς ουσίας
Δοθέντος ὅτι ἡ προσφεύγουσα δέν επέμεινε ρητώς κατά τήν προφορική διαδικασία στόν πρώτο τῆς λόγο προσφυγής — παράβαση τῆς συνθήκης καί ουσιωδών τύπων λόγω ἐλλιποῦς ἡ ἀντιφατικής αιτιολογίας τῆς ἀτομικής ἀποφάσεως δύναμαι νά στραφώ ἀμέσως στόν δεύτερο λόγο ἀκυρώσεως — ἡ προσφεύγουσα ἀμφισβητεί μέ αυτό ὡς γνωστό τήν νομιμότητα τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80. Ή προσφεύγουσα προβάλλει ἐν προκειμένω παράβαση ουσιωδών τύπων, παράβαση τῆς συνθήκης καί κατάχρηση εξουσίας.
1. Επί τῆς αιτιάσεως τῆς ελλιποῦς αιτιολογίας και' τῆς παραδάοεως τοῦ ἄρθρου 58 παράγραφος 1 καί τον ἄρθρου 74 της συναήκης Ε Κ ΑΧ
Ἡ προσφεύγουσα προσάπτει στην Ἐπιτροπή ὅτι παρέβη τίς ἀνωτέρω διατάξεις, ἐπειδή δέν ἐξήτασε στό πλαίσιο τῆς θεσπίσεως τῶν ποσοστώσεων παραγωγής τήν δυνατότητα λήψεως ἀμυντικῶν μέτρων φύσεως εμπορικής πολιτικής κατά τό άρθρο 74 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Τό ἄρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει πράγματι ἐπιτακτικῶς, ὅταν συντρέχουν οἱ ἐκεῖ ἀναφερόμενες προϋποθέσεις, τήν θέσπιση ενός συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής «συνοδευόμενο, στό βαθμό πού εἶναι ἀναγκαίο, ἀπό τά μέτρα πού προβλέπονται στό ἄρθρο 74». Καί οἱ δύο διατάξεις συνδέονται στενῶς μεταξύ τους ὡς μέσα χαλι-ναγωγήσεως τῶν κρίσεων. Ἀπό τόν επιτακτικό δέ χαρακτήρα τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ ἀπορρέει ὅτι τό άρθρο αυτό δέν πρέπει νά εφαρμόζεται, χωρίς νά ελέγχεται τό ἀναγκαίο τῶν προβλεπομένων στό άρθρο 74 συνθήκης ΕΚΑΧ μέτρων. Στην προκειμένη περίπτωση ὅμως πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ ύπαρξη τέτοιας ἀνάγκης. Ἀκόμα καί ἄν ἡ Ἐπιτροπή έκανε αυτό τόν έλεγχο, παρέβη ἐν πάση περιπτώσει τό καθήκον αιτιολογήσεως τῶν νομικών πράξεων πού ἐθέσπισε, τό όποιο προκύπτει ἀπό τό άρθρο 15 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, καθ' ὅσον δέν έκανε σχετική μνεία. Τό καθήκον αιτιολογήσεως πρέπει νά τηρείται μέ τόσο μεγαλύτερη αυστηρότητα, καί αυτό ὄχι μόνο πρός τό συμφέρον τοῦ δικαστικοί) έλεγχου, ὅσο μεγαλύτερο εἶναι τό πα-ραχωρηθέν πεδίο διακριτικής εξουσίας.
Ή Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπί τῆς ουσίας λαμβάνει θέση μόνο επικουρικῶς, τονίζει ἀντιθέτως ὅτι ἡ θέσπιση ποσοστώσεων παραγωγής συνοδεύθη ήδη επαρκώς ἀπό αμυντικά μέτρα εμπορικῆς πολιτικῆς, μεταξύ τῶν ὁποίων καί μέτρα κατά τό άρθρο 74 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Ή ὀρθότης, τέλος, αυτής τῆς εκτιμήσεως επιβεβαιώνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ εισαγωγή ἐλασματοποιηθέντων προϊόντων ἐμειώθη σημαντικῶς κατά τό έτος 1980.
Ἡ Ἐπιτροπή ἀποκρούει τήν αιτίαση τῆς ἐλλιποῦς αιτιολογίας, επειδή δέν υπήρχε κανένας λόγος νά μνημονευθεί τό άρθρο 74 στην αιτιολογία τῆς γενικής ἀποφάσεως. 2794/80, πού στηρίζεται στό άρθρο 58. Ἐλαβα ήδη διεξοδικώς θέση στίς σημερινές μου προτάσεις ἐπί τῆς υποθέσεως 258/80 — Rumi — στό μέρος II ἀριθμός 3 ἐπί τοῦ ζητήματος τῆς σχέσεως τοῦ ἄρθρου 58 προς τό άρθρο 74.
Ἐξ άλλου ἡ προσφεύγουσα δέν ἀπέδειξε τίς αιτιάσεις τῆς ούτε ὡς πρός τό ζήτημα τῆς καταχρήσεως εξουσίας ούτε ὡς πρός τό ζήτημα τῆς προφανοῦς μή ὀρθής εφαρμογής τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης.
Ή υποχρέωση τηρήσεως τοῦ καθήκοντος αιτιολογήσεως θα ήταν υπερβολική, ἄν ἀπαιτείτο ἐν προκειμένω νά ἀναλυθεί ή περίπλοκη διαδικασία τῆς σταθμίσεως, ἐνῶ ἀντιθέτως τίποτα δέν θά ἀπεκομίζετο, ὡς πρός τήν δυνατότητα έλεγχου τοῦ καθορισμοῦ τῶν ποσοστώσεων, μέ τήν ἀπλή διαπίστωση ὅτι ἠλέχθη ἡ ἀναγκαιότης λήψεως τῶν κατά τό άρθρο 74 μέτρων.
Οἱ ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, τίς ὁποῖες επικαλείται ἡ προσφεύγουσα, τῆς 20ής Μαρτίου 1959 στην υπόθεση 18/57 — Ἐπιχείρηση Ι. Nold KG κατά Ανωτάτης Ἀρχής τῆς ΕΚΑΧ — (Slg. 1958-1959, σ. 89) καί τῆς 15ης Ἰουλίου 1960 στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 36, 37, 38 καί 40/59 — «President» κλ. κατά Ανωτάτης Ἀρχής ΕΚΑΧ (Sig. 1960, σ. 885) εἶναι άσχετες μέ τήν παρούσα υπόθεση, καθ' ὅσον τό Δικαστήριο στίς ὑποθέσεις αὐτές έπρεπε νά ἀποφανθεί περί τῆς νομιμότητος ἀδειων πού χορηγοῦνται βάσει τοῦ ἄρθρου 65 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, οἱ όποιες επιτρέπεται νά χορηγοῦνται μόνο ἐφ᾿ ὅσον συντρέχουν οι ἐκεῖ ἀναφερόμενες προϋποθέσεις.
Ἀντιθέτως, ἐν προκειμένω εἶναι σχετική ή αμέσως ἀνωτέρω μνημονευθείσα ἀπόφαση στην υπόθεση «Isa» καί ἡ ἀπόφαση της 20ῆς Μαρτίου 1957 στην υπόθεση 2/56 — «Geitling» κατά Ἀνωτάτης Ἀρχῆς ΕΚΑΧ (Slg. 1957, σ. 9) ἀπό τίς όποιες σαφῶς συνάγεται ὅτι πρέπει νά ἀναφέρονται μόνο οἱ λόγοι, οι όποιοι ώθησαν την Ἐπιτροπή νά θεσπίσει τόν κανόνα δικαίου, περί τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ἐπειδή καμμία διάταξη τῆς ἀποφάσεως 2794/80 δέν στηρίζεται στό άρθρο 74 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, δέν ἐχρειάζετο συνεπῶς, μνεία αυτής τῆς διατάξεως.
Συνεπώς, ἡ προβαλλόμενη παράβαση τῆς συνθήκης, καθώς καί ουσιωδών τύπων πρέπει νά ἀπορριφθεί ὡς ἀβάσιμη.
2. Ἐπί τῆς αιτιάσεως τῆς παραβάσεως τοῦ ἄρθρον 58 παράγραφος 2 συνθήκης ΕΚΑΧ
α)
Κατά τήν γνώμη τῆς προσφευγούσης, ή γενική ἀπόφαση 2794/80 δέν συμβιβάζεται ούτε μέ τό άρθρο 58 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά τό όποιο ἡ Ἀνωτάτη Ἀρχή καθορίζει «ποσοστώσεις ἐπί ευλόγου βάσεως». Συνεπώς, ὁ καθορισμός ποσοστώσεων παραγωγης δέν ἔγινε ἐπί ευλόγου βάσεως, κατά τήν έννοια αὐτῆς τῆς διατάξεως, επειδή λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψη τήν παραγωγή κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς ἀπό τόν Ἰούλιο 1977 μέχρι τό 1980. Αυτό πιθανόν νά έβλαψε τίς επιχειρήσεις ἡ παραγωγή τῶν οποίων εἶχε ἀρχίσει μόλις κατά τήν διάρκεια τῆς ἀνωτέρω περιόδου ἡ οἱ όποιες κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς μόνο ἐν μέρει ἐξεμεταλλεύθησαν τήν ικανότητα παραγωγης τους. Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, τό ἐν λόγω σύστημα ὁδηγεί σέ ἀδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση τῶν επιχειρήσεων, οἱ όποιες χωρίς νά λαμβάνουν ὑπ᾿ ὄψη τους κανόνες τῆς ἀποδοτικότητος, πχ. γιά λόγους ἀπασχολήσεως, παρήγαγαν χάλυβα σέ υπερβολική ποσότητα καί, τέλος, προεκάλεσαν ἕτσι τήν κρίση στόν τομέα αυτό. Ὅσον πιό ὀγκώδης λοιπόν ήταν ή παραγωγή μιας επιχειρήσεως τόσο περισσότερο ανταμείφθηκε μέσω τῶν ποσοστώσεων πού συνδέονται μέ τήν παραγωγή αυτή. Τό ἀποτέλεσμα αυτό θά ἠδύνατο, κατά τήν άποψη τῆς προσφευγούσης, νά ἕχει ἀποφευχθεί μέ τό νά ἐξηρτᾶτο ἡ ρύθμιση τῶν ποσοστώσεων ἀπό τήν Ικανότητα παραγωγῆς πού διαθέτει μιά επιχείρηση.
Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, ἡ Ἐπιτροπή τονίζει ὅτι μόνο μία ρύθμιση αὐτοῦ τοῦ είδους θά ἀνταπεκρίνετο στό πνεῦμα καί στόν σκοπό τῆς θεσπίσεως ποσοστώσεων παράγωγης, δηλαδή στην ἀποκατάσταση τῆς ισορροπίας μεταξύ προσφοράς καί ζητήσεως στόν τομέα τοῦ χάλυβος εντός τῆς Κοινής Ἀγοράς κατά Ικανοποιητικό τρόπο καί έχοντας ὑπ᾿ ὄψη τίς ἀρχές πού ἀναφέρονται στά άρθρα 2, 3 καί 4. Μία γραμμική μείωση τῆς παραγωγῆς δύναται κάλλιστα νά επιτευχθεί μέ τό νά λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψη ή μέχρι τώρα παραγωγή τῆς επιχειρήσεως καί ὄχι ἡ ικανότητά τῆς παραγωγης. Ή δύσκολα ἀντιληπτή ἔννοια τῆς ικανότητος παραγωγης, ἡ ὁποία σέ ἀντίθεση πρός τήν ἔννοια τῆς πραγματικής παραγωγής στηρίζεται σέ υποθέσεις, πρέπει νά χρησιμοποιείται μόνο ὅταν δέν υπάρχουν ἡ δέν ευρίσκονται διαθέσιμοι συγκεκριμένοι ἀριθμοί.
Εἶμαι καί ἐγώ τῆς γνώμης μέ τήν Ἐπιτροπή ὅτι οἱ μέθοδοι υπολογισμού γιά τήν παραγωγή ἀναφοράς πού περιέχονται στό άρθρο 4 παράγραφοι 1 καί 2 τῆς ἀποφάσεως 2794/80 δέν δύνανται νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο μομφής.
Ἐδώ, πρέπει κατά πρώτον νά ἀναφερθεί ὅτι τό άρθρο 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ ρυθμίζει μόνο τίς προϋποθέσεις, ὑπό τίς όποιες δύναται νά θεσπισθεί ἕνα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής. Τήν διαμόρφωση αὐτοῦ τοῦ συστήματος στίς λεπτομέρειες του ἀφήνει ἡ διάταξη, ἀντιθέτως, στην Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐδῶ, ὁπως σέ ὅλες τίς κανονιστικές πράξεις παραγώγου κοινοτικοί) δικαίου, διαθέτει ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας. Τήν διακριτική τῆς ευχέρεια πρέπει νά ἀσκεῖ ἡ Ἐπιτροπή σύμφωνα μέ τίς ἀρμοδιότητες τῆς καί στά ὅρια πού θέτει ἡ συνθήκη, δηλαδή, πρέπει νά ενεργεί προπάντων πρός τόν σκοπό γιά τόν όποιο της δίδεται ἡ εξουσιοδότηση.
Ό σκοπός γιά τόν όποιο δίδεται ἡ εξουσιοδότηση τοῦ ἄρθρου 58 συνθήκης ΕΚΑΧ έγκειται στην ἀντιμετώπιση τῆς κρίσιμης μειώσεως τῆς ζητήσεως στον τομέα τοῦ χάλυβος καί στην ἀποκατάσταση ισορροπίας μεταξύ ζητήσεως καί προσφοράς στην ἀγορά. Ό σκοπός αυτός μπορεί νά επιτευχθεί κυρίως μέ τήν μείωση τῆς ἀρχικής πλεονασματικής παραγωγής επιβάλλοντας ποσοστώσεις παραγωγής σέ κάθε χαλυβουργία. Οί ποσοστώσεις πρέπει, ὅπως ἀναφέρεται στό κείμενο τῆς συνθήκης νά καθορίζονται «ἐπί ευλόγου βάσεως», σχετικῶς δέ πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ ἀρχές πού αναφέρονται στά άρθρα 2, 3 καί 4 — μεταξύ τῶν ὁποίων ἰδίως καί τό μή επιτρεπτό τῶν διακρίσεων.
Σ᾽ αυτόν τόν στόχο ἀνταποκρίνεται ἀπολύτως ἡ παροῦσα ρύθμιση, καθ' ὅσον λαμβάνει ὑπ' ὅψη μία ὁρισμένη παραγωγή ἀναφορᾶς τῆς ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως. Ἀν επιδιώκεται ἡ μείωση τῆς πραγματικῆς παραγωγής εἶναι συνεπές νά ληφθοῦν ὡς βάση κατά τήν μείωση αὐτά τά κριτήρια. Ή εφαρμογή ποσοστιαίων συντελεστῶν μειώσεως ὁδηγεί περαιτέρω στό νά πλήττονται ὅλες οἱ επιχειρήσεις ὁμοίως καί ἑνιαίως ἀπό τά μέτρα μειώσεως σέ σχέση μέ τήν προηγουμένη παραγωγή τους. Αὐτό πάλι ἕχει σάν συνέπεια ὅτι ἡ μείωση τῆς παραγωγής επιτυγχάνεται ένιαίως κατά επιχείρηση καί περιοχή καί ἀποφεύγονται ἀπό οικονομικής καί κοινωνικής ἀπόψεως ἀνισότητες μεταξύ τῶν επιχειρήσεων καί των περιοχών.
Ἀντίστοιχο ἀποτέλεσμα δέν θά ἐξασφαλί-ζετο άνευ έτερου ἄν υἱοθετεῖτο ἡ πρόταση πού προβάλλεται μέ τήν προσφυγή καί οἱ ποσοστώσεις καθωρίζοντο σέ σχέση μέ τήν ικανότητα παραγωγής μιᾶς επιχειρήσεως. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό ὅτι ένα τέτοιο μέγεθος, σέ διαφορά μέ τήν πραγματική παραγωγή, πρέπει ἀναγκαστικά νά στηρίζεται σέ εξαιρετικά μεγαλύτερη έκταση σέ υποθέσεις καί ἀστάθμιτους παράγοντες, ἡ μείωση των ἱκανοτήτων παραγωγής τῶν μεμονωμένων επιχειρήσεων δέν ὁδηγεί ὁπωσδήποτε στην επιδιωκόμενη μείωση τῆς παραγωγής λόγω τοῦ διαφορετικού βαθμού εκμεταλλεύσεως τους. Μία ρύθμιση περί ποσοστώσεων προσανατολισμένη πρός τήν ικανότητα παραγωγής θά έθιγε συνεπώς εντονότερα τίς επιχειρήσεις, οἱ όποιες λειτουργούν μέ υψηλό βαθμό εκμεταλλεύσεως ἀπό τίς επιχειρήσεις, οἱ όποιες, ἀνεξάρτητα ἀπό ποιο λόγο, εκμεταλλεύονται τίς παραγωγικές τους δυνατότητες μόνο ἐν μέρει. Ή συνέπεια ἑνός τέτοιου μέτρου θά ήταν ἡ μεταβολή τοῦ μεριδίου πού έχει κάθε μεμονωμένη επιχείρηση στην ἀγορά καί, συνεπώς, επέμβαση στην ελεύθερη λειτουργία τῆς ἀγοράς μέ τήν περαιτέρω συνέπεια ὅτι, ἀντιθέτως πρός τόν στόχο πού τίθεται στό άρθρο 3 παρ. ε, δέν θά έπρεπε νά ἀποκλείονται ἀπολύσεις εργαζομένων.
Δέν εἶναι τέλος δυνατόν ἡ λειτουργία τῆς ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων πού έπρεπε νά θεσπισθεί σχετικώς ταχέως, νά έγκειται στην λύση τῶν δυσκόλων καί περιπλόκων ζητημάτων τῆς ἀνταγωνιστικής ἱκανότητος μικροτέρων ιδιωτικών επιχειρήσεων έναντι μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων. Ὅπως ήδη υπέδειξα στίς προτάσεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως Rumi, χρειάζονται, γιά νά ἀντιμετωπισθεί τό ζήτημα τῆς επιδοτήσεως τῆς χαλυβουργίας, πού θίγει ἡ προσφεύγουσα κατά τρόπο πάντως ἀσαφή, μέτρα πρός άλλη κατεύθυνση, τά όποια δέν ευρίσκονται σέ καμμία άμεση σχετική συνάρτηση μέ τήν ρύθμιση περί ποσοστώσεων. Ἐν πάση περιπτώσει ἡ έλλειψη τέτοιων μέτρων δέν δύναται νά θεμελιώσει τό παράνομο τῆς ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων, πού πρέπει νά θεσπισθεί σύμφωνα μέ τό άρθρο 58 συνθήκης ΕΚΑΧ.
Περαιτέρω δέν δύναται επίσης νά ἀποτελέσει ἀντικείμενο μομφῆς, τό ὅτι ἡ ἀπόφαση εξευρίσκει τήν περίοδο ἀναφοράς ἀπό τους μήνες τοῦ σχετικοῦ τριμήνου μέ τήν υψηλότερη παραγωγή κατά τό χρονικό διάστημα μεταξύ Ἰουλίου 1977 καί Ἰουνίου 1980. Ὅπως τονίζεται δικαίως στίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς ἀποφάσεως, ἡ περίοδος αύτη έπρεπε ἀφ᾿ ενός νά μήν εὑρίσκεται πολύ μακριά ώστε νά συμπεριλαμβάνονται οἱ τωρινές δομές καί, ἀφ᾿ έτερου, ἔπρεπε νά είναι ἀρκετά μακρά ώστε νά λαμβάνονται ὑπ᾿ ὄψη οἱ μήνες, κατά τους ὁποίους δέν συνέβησαν οὔτε επεισόδια τεχνικής φύσεως ούτε ἀπεργίες. Συνεπώς, ἀπό τόν σκοπό τῆς διατάξεως, δηλαδή νά συναχθεί μία ὅσο τό δυνατό ἀκριβής ἀντίληψη τῆς πραγματικής παραγωγής, ἀπορρέει ὅτι ἡ διάταξη δέν δύναται νά εἶναι πλημμελής, επειδή οἱ επιχειρήσεις, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγή άρχισε μόλις κατά τήν διάρκεια αυτής τῆς περιόδου, δέν ἠδυνήθησαν νά στηριχθούν κατά τόν καθορισμό τῆς παραγωγής τους ἀναφοράς στό σύνολο τῆς χρονικής περιόδου.
Γιά τήν περίπτωση ὅμως πού ἡ εφαρμογή αυτής τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ὅπως κάθε άλλος κανόνας έχει ἀφηρημένο καί γενικό περιεχόμενο, σέ επιχειρήσεις, ἡ παραγωγή των ὁποίων κατά τήν διάρκεια αὐτής τῆς περιόδου δέν εἶχε ἀρχίσει πλήρως, θά εἶχε ὡς συνέπεια εξαιρετικές δυσκολίες, ἡ ρήτρα δικαιοσύνης τοῦ ἄρθρου 14 τῆς ἀποφάσεως προβλέπει μία διαδικασία, ἡ ὁποία επιτρέπει κατόπιν λήψεως ὑπ᾿ ὄψη τῶν ιδιαιτέρων περιστάσεων, τήν παροχή συνδρομής. Ἐφ᾿ ὅσον αυτή ἡ διάταξη περί διακριτικής ευχέρειας ἐπιτρέπει ἀπόκλιση ἀπό τήν γενική ρύθμιση, ήταν συνεπές νά εξαρτηθεί ἡ εφαρμογή τῆς ἀπό τήν ύπαρξη ἀσυνηθών δυσκολιών, οἱ όποιες προεκλήθησαν ἀπό τήν ρύθμιση περί ποσοστώσεων. Ή διαφορετική μεταχείριση επιχειρήσεων, οἱ όποιες δέν ἀποδεικνύουν ἀντίστοιχες δυσκολίες, εἶναι ἀντιθέτως ἀντικειμενικώς δικαιολογημένη καί συνεπώς, ὑπό τό πρίσμα τοῦ μή επιτρεπτού τῶν διακρίσεων, ἀντιθέτως πρός τήν άποψη τῆς προσφευγούσης, ἀνεπίδεκτες μομφής.
β)
Ἐπειδή, συνεπώς, εἶναι βέβαιο ὅτι τό ἐν λόγω σύστημα ποσοστώσεων, τό όποιο λαμβάνει ὡς βάση τήν πραγματική παραγωγή ἀναφοράς ὡς μέγεθος ἀναγωγής, αυτό καθ' εαυτό δέν ἀντιβαίνει πρός τήν συνθήκη, απομένει νά εξετασθεί ἄν ἡ σύνδεση τῆς ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων, μέ τήν πλασματική παραγωγή ἀναφοράς, πού πρέπει νά υπολογισθεί σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 3, εἶναι σύμφωνη μέ τήν συνθήκη.
Κατά τήν άποψη τῆς προσφευγούσης οἱ προϋποθέσεις πού ἀναφέρονται ἐκεῖ έχουν τεθεί έχοντας ὑπ᾿ ὄψη μία ὁρισμένη μικρή ὁμάδα χαλυβουργιών μέ τήν συνέπεια ή θέση τους νά εἶναι καλύτερη έναντι τῶν επιχειρήσεων, οἱ ὁποῖες, ὅπως ἀκριβώς ή προσφεύγουσα, συμμετείχαν εκουσίως στά προγράμματα παραδόσεως, οἱ όποιες ὅμως δέν δύνανται νά τηρήσουν τίς τεθείσες προϋποθέσεις, επειδή ἡ έναρξη παραγωγής τους τοποθετείται μετά τό 1974. Συνεπώς, ή διάταξη αυτή θά ήταν σύμφωνη μέ τήν ἀπαγόρευση διακρίσεως πού θεσπίζει ή συνθήκη, ἄν, ἀντιθέτως πρός τό γράμμα της, ἐφηρμόζετο καί στίς επιχειρήσεις αυτές. Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ ρύθμιση αὐτή, ἡ ὁποία επιτρέπει νά ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη ὁ βαθμός εκμεταλλεύσεως τῶν ἱκανοτήτων παραγωγής μιᾶς επιχειρήσεως, πρέπει νά εὕρει εφαρμογή μέσω τοῦ ἄρθρου 14 ἄν ὁ λόγω τῆς ἑκουσίας συμμετοχής σέ προγράμματα παραδόσεως κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφοράς ὁπωσδήποτε χαμηλός βαθμός εκμεταλλεύσεως μειώνεται ἀκόμη περισσότερο ἐξ αιτίας τῆς συνδέσεως τῆς ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων μέ τήν πραγματική παραγωγή κατά τή διάρκεια τῆς ἐν λόγω περιόδου.
Ἀντιθέτως, ἡ Ἐπιτροπή τονίζει ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη ἀπό τό γράμμα τῆς καί μόνο δέν δύναται νά έχει εφαρμογή ἐπί τῆς προσφευγούσης. Σκοπός τῆς διατάξεως εἶναι νά ἀντισταθμισθούν ὁρισμένα μειονεκτήματα, τά όποια ἀπεδέχθησαν ἑκουσίως οἱ επιχειρήσεις, οι όποιες συνεκέ-ντρωναν τίς τρεις προϋποθέσεις. Συνεπῶς, δέν δύναται νά γίνει λόγος περί δυσμενοῦς μεταχειρίσεως άλλων επιχειρήσεων, οἱ όποιες δέν συνεκέντρωναν αυτές τίς προϋποθέσεις.
Ὁπως μοῦ φαίνεται, καί σ' αυτό τό σημείο ή Ἐπιτροπή διαθέτει τά καλύτερα επιχειρήματα γιά τήν άποψη της. Καί ἐδῶ επίσης δέν δύναται νά μήν δοθεί προσοχή στό ὅτι δέν δύναται νά γίνει λόγος περί διακρίσεως, ὅταν μία διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται ἀντικειμενικώς, ιδίως ἐν όψει τῶν στόχων τῆς ἐν λόγω ρυθμίσεως.
Ή ἔννοια ὅμως καί ὁ σκοπός της παραγωγής ἀναφοράς πού υπολογίζεται κατά τό άρθρο 4 παράγραφος 3 έως 5 πλασματικῶς εἶναι προφανώς νά διορθώνονται οἱ στρεβλώσεις, οι όποιες θά προέκυπταν, ἄν ἐλαμβάνετο ὡς βάση ἡ πραγματική παραγωγή ἀναφορᾶς ὁρισμένων επιχειρήσεων. Μία ὁρισμένη συμπεριφορά επιχειρήσεων, ἡ ὁποία δύναται νά ἕχει θετική επίδραση στους γενικούς σκοπούς τῆς πολιτικής στον τομέα τοῦ χάλυβα, πρέπει κατά τόν καθορισμό τῶν ποσοστώσεων, νά μήν ἀποβαίνει εἰς βάρος αὐτών τῶν ἐπιχειρήσεων.
Πρός κατανόηση τῶν τριών προϋποθέσεων, οι όποιες πρέπει νά πληροῦνται ταυτοχρόνως γιά νά δύναται μία επιχείρηση νά ἀποκομίζει τά ἀπό τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τῆς ἀποφάσεως ὀφέλη, πρέπει νά λεχθεί ὅτι στά προγράμματα παραδόσεως ἐλήφθησαν ὑπ᾽ ὄψη ἀπό τήν ἀρχή οι ικανότητες παραγωγής ὅλων τῶν επιχειρήσεων, οἱ όποιες άρχισαν τήν παραγωγή τους μετά ἀπό τό 1974, επειδή δεν ήταν δυνατόν ἐν προκειμένω νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ή πραγματική παραγωγή. Διαφορετική ήταν, ἀντιθέτως, ἡ κατάσταση ὡς πρός τίς ἐπιχειρήσεις πού υπήρχαν ήδη κατ' αὐτόν τόν χρόνο, τόν τελευταίο κανονικό, πού γι' αὐτό καί ἐχρησίμευσε ὡς περίοδος ἀναφοράς. Γι' αυτές τίς επιχειρήσεις ελήφθησαν ὡς βάση οἱ πραγματικές παραδόσεις, δέν ελήφθησαν δέ ὑπ᾽ ὄψη οἱ υπάρχουσες εγκαταστάσεις, οἱ όποιες δέν ήταν σέ λειτουργία. Ὁ στόχος τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 3 τῆς ἀποφάσεως έγκειται πλέον στην άρση τῆς δυσμενοῦς θέσεως, στην ὁποία ευρέθησαν αυτές οἱ επιχειρήσεις λόγω τῆς ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων, επειδή ἀπεδέχθησαν εκουσίως τά προγράμματα παραδόσεως, γιά τά όποια ἐγνώριζαν ὅτι ἡ νέα τους ἱκανότης παραγωγής δέν ελήφθη ὑπ᾽ ὄψη.
Συνεπώς, ἀπό τήν ἔννοια καί τόν σκοπό αυτής τῆς διατάξεως έπεται ὅτι εἶναι ἀντικειμενικώς δικαιολογημένη ἡ διόρθωση τῆς παραγωγής ἀναφοράς μόνο ὡς πρός τίς επιχειρήσεις, οἱ όποιες συγκεντρώνουν τίς ἀνωτέρω τρεις προϋποθέσεις καί ἕτσι, σέ περίπτωση συνδέσεως τῆς ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων μέ τήν πραγματική παραγωγή, ευρίσκονται σέ μειονεκτική θέση, στην ὁποία δέν εὑρίσκονται άλλες επιχειρήσεις.
Τέλος, δέν μπορεί νά προσαφθεί στην Ἐπιτροπή οὔτε ὅτι παρέβη τήν ἀρχή τοῦ μή ἐπιτρεπτοῦ τῶν διακρίσεων, επειδή προέβλεψε στην ἀπόφαση διόρθωση της παραγωγής ἀναφοράς μόνο γιά τίς ἐκεῖ ἀναφερόμενες περιπτώσεις ὄχι ὅμως καί γιά τήν περίπτωση πού προσιδιάζει στην προσφεύγουσα. Ἐδώ πρέπει εντελώς γενικώς νά σημειωθεί ὅτι μέ μία τόσο εὐρεία προνομιακή ἀντιμετώπιση Ιδιαιτέρων περιστάσεων δέν πρέπει νά ἐμπο-δισθεῖ ἡ επίτευξη τοῦ στόχου τῆς ἀποφάσεως, δηλαδή ἡ προσαρμογή τῆς παραγωγής στην μειωμένη ζήτηση. Γιά τόν λόγο αυτό πρέπει νά θεωρηθεί ὡς επαρκές τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή προέβλεψε κατά ἀφηρημένο καί γενικό τρόπο μία διόρθωση τῶν μειονεκτημάτων, τά όποια — προβλέψιμα ἀπό αυτή — ἀνεφάνησαν σέ ένα μεγάλο ἀριθμό περιπτώσεων ὡς κατά κάποιο τρόπο ἀναπόφευκτη συνέπεια αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ὡς πρός τά ποικιλοτρόπως παρουσιασθέντα ελαττώματα στην μεμονωμένη περίπτωση πρέπει, ἀντιθέτως νά θεωρηθεί ἀρκετό τό ὅτι ελήφθησαν ὑπ᾿ ὄψη οἱ ιδιαίτερες περιστάσεις βάσει μιᾶς ρήτρας δικαιοσύνης.
3. Ἐπί τῆς αιτιάσεως τῆς παραβάσεως τοῦ άρθρου 14 συνθήκης ΕΚΑΧ καί επί τῶν λοιπών αιτιάσεων
Κατά τήν άποψη τῆς προσφευγούσης συντρέχει επίσης καί ἀπό άλλη άποψη λόγος ἀμφισβητήσεως τῆς συμφωνίας τοῦ άρθρου 4 παράγραφος 3 τῆς ἀποφάσεως μέ τήν συνθήκη. Ή αύξηση τῆς παραγωγης ἀναφοράς επιφυλάσσεται κατά τήν διάταξη αυτή μόνο στίς επιχειρήσεις, οἱ όποιες εἶχαν συμμετάσχει εκουσίως στά ἐκεῖ αναφερόμενα προγράμματα παραδόσεως, ἐνῶ άλλες επιχειρήσεις, οἱ όποιες δέν εἶχαν συμμετάσχει ἡ δέν εἶχαν δυνηθεί νά συμμετάσχουν, δέν ἠδυνήθησαν νά ἀντλήσουν όφελος ἀπό αυτή τήν ρύθμιση. Ό τρόπος αυτός ενεργείας παραβιάζει τήν αρχή «nulla poena sine lege », δέν λαμβάνει ὑπ' όψη τόν μή δεσμευτικό χαρακτήρα τῶν προγραμμάτων, πού ἀπορρέει ἀπό τό άρθρο 14 συνθήκης ΕΚΑΧ καί παραβιάζει, ἐξ άλλου, τήν αρχή τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Τό άρθρο 14 τῆς συνθήκης παραβιάζεται, ἐξ άλλου, καί ἀπό τό άρθρο 4 παράγραφος 4 τῆς ἀποφάσεως, επειδή συνάγονται νομικές συνέπειες ἀπό τίς επίσης μή δεσμευτικοῦ χαρακτῆρος ἀρνητικές γνωμοδοτήσεις.
Ἐπειδή ἡ προσφεύγουσα, ἐάν ἀντιλαμβάνομαι ὀρθῶς θεωρεί τό τελευταίο ὡς άνω επιχείρημα σέ σχέση μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 4 τῆς υποθέσεως μόνο ὡς παράδειγμα, παρέλκει νά ερευνηθεί λεπτομερέστερα αυτή ἡ αιτίαση. Ἐν πάση περιπτώσει, ἡ αιτίαση αυτή πρέπει, επειδή για πρώτη φορά προβάλλεται στην ἀπάντηση, νά ἀπορριφθεῖ ὡς όψιμος. Ἀλλά καί πέρα ἀπό αυτό πρέπει νά θεωρηθεί ἀπαράδεκτη καί γιά τόν λόγο ὅτι ούτε ή ἀνακοίνωση τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 ούτε ή ἀνακοίνωση τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 στηρίζονται στην επίδικη διάταξη καί συνεπώς δέν συνιστούν περίπτωση εφαρμογῆς αυτού τοῦ γενικού κανόνος.
Ὡς πρός τήν αιτίαση τῆς ελλείψεως συμφωνίας τοῦ ἄρθρου 4 ἀριθμός 3 τῆς ἀποφάσεως μέ τό άρθρο 14 τῆς συνθήκης, καθώς καί μέ τίς άλλες ἀρχές τοῦ δικαίου πρέπει νά λεχθεί ὅτι ἡ ἀπάντηση προκύπτει ήδη άπό ὅσα ἀνέφερα ἀνωτέρω περί της ἐννοίας καί τοῦ σκοπού αὐτης τῆς διατάξεως. Ἐν προκειμένω συμφωνώ μέ τήν Επιτροπή ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τῆς δυσμενοῦς θέσεως, στην ὁποία ευρέθησαν οἱ επιχειρήσεις, πού υπάγονται σ' αυτή τήν διάταξη, ή ὁποία διετηρήθη μέ τήν ρύθμιση περί ποσοστώσεων, δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς κύρωση όσον ἀφορᾶ άλλες ἐπιχειρήσεις, οἱ όποιες δέν υπεβλήθησαν σέ παρόμοια θυσία. Γιά τόν λόγο αυτό επίσης ἀντεδεί-κνυται νά γίνεται λόγος γιά παραβίαση της ἀπό τόν τομέα τοῦ ποινικού δικαίου λαμβανομένης ἀρχῆς «nulla poena sine lege»
Όσον ἀφορᾶ τήν προβαλλόμενη ἀπό τήν προσφεύγουσα παραβίαση τοῦ συστήματος θεσπίσεως πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος, ὅπως ἰδίως εκφράζεται στό άρθρο 14 τῆς συνθήκης, πρέπει νά παραδεχθούμε τό ὀρθό τῆς ἀπόψεως τῆς προσφευγούσης, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή μέ τά προγράμματα πού κατήρτισε ἀσκεῖ καθήκοντα κατευθυντήριας φύσεως καί ἀφήνει κατ' ἀρχήν ελεύθερες τίς επιχειρήσεις νά τά ἀκολουθήσουν ή ὄχι. Αυτός ὁ μή δεσμευτικός χαρακτήρας δέν τίθεται ἐν ἀμφιβόλω λόγω τοῦ διορθω-τικοῦ κανόνος τοῦ ἄρθρου 4 παράγραφος 3 της ἀποφάσεως. Ἐν προκειμένω συνδέονται πράγματι συνέπειες απλώς καί μόνο μέ τό πραγματικό γεγονός τῆς βλάβης πού προέκυψε ἀπό τήν εφαρμογή αυτών τῶν προγραμμάτων. Γιά τόν λόγο αυτό δέν δύναται επίσης νά λεχθεί ὅτι υπάρχει παραβίαση τῆς ἀρχῆς τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επειδή οἱ επιχειρήσεις, οἱ όποιες δέν συμμετείχαν στά ἐν λόγω προγράμματα καί συνεπώς δέν υπέστησαν βλάβη, δύσκολα θά ἠδύναντο νά ἀναμένουν ὅτι θα ἐτίθεντο σέ πλεονεκτικότερη θέση ἀπό τίς επιχειρήσεις πού είχαν ἀποδεχθεί τίς δυσμενείς αυτές συνέπειες.
4. 'Ως πρός τήν αιτίαση τῆς παραβάσεως τῆς ἀποφάσεως 2794/80
α)
Ἐκτός ἀπό τους λόγους ἀκυρώσεως πού ἐξητάσθησαν μέχρι τώρα και οἱ όποιοι ἀφοροῦν τήν νομιμότητα τῆς γενικῆς ἀποφάσεως ἀμφισβητεί ἡ προσφεύγουσα τήν συμφωνία τῶν δύο ἀνακοινώσεων πού τῆς ἀπηυθύνθησαν μέ την χρησιμεύουσα ὡς ἔρεισμά τους γενική ἀπόφαση. Κατά την άποψη της, ἡ Ἐπιτροπή έπρεπε λογικά νά εφαρμόσει τό άρθρο 4 παράγραφος 3 αὐτής τῆς ἀποφάσεως στην περίπτωση τῆς προσφευγούσης, επειδή καί αυτή κατά τήν διάρκεια τῆς ἐν λόγω περιόδου ἀναφοράς εἶχε συμμετάσχει μέ τίς νέες εγκαταστάσεις της στά προγράμματα παραδόσεως τῆς Ἐπιτροπής. Τό ἔτος ὅμως 1974 δέν μπορεί νά έχει γιά τήν ιδιάζουσα περίπτωση της ἀποφασιστική σημασία. Ἐξ ἄλλου, στην πραγματικότητα ελήφθη ὡς βάση ἡ ικανότης παραγωγής της, επειδή σ᾿ αυτό τό έτος ἡ παραγωγή ισοδυναμοῦσε μέ τήν ικανότητα τῆς ἐπιχειρήσεως.
Ὅπως ὅμως ήδη εἴδαμε, τά αιτήματα τῆς προσφευγούσης δέν συνάδουν ούτε μέ τήν έννοια οὔτε μέ τόν σκοπό αυτής τῆς διατάξως. Δύναμαι ἐδῶ νά περιορισθῶ στην παρατήρηση ὅτι τά προγράμματα πού ἀναφέρονται στην ἐν λόγω διάταξη λαμβάνουν ὡς βάση όχι τήν παραγωγή οὔτε τήν ἱκανότητα παραγωγής τῆς επιχειρήσεως, άλλα τήν διάθεση. Ἐξ άλλου, ἡ προσφεύγουσα, ὅπως ὀρθώς τονίζει ἡ Ἐπιτροπή, δέν πληροί οὔτε τήν πρώτη προϋπόθεση, επειδή συμμετείχε στά προγράμματα διαθέσεως ὄχι κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναφορᾶς πού περιέχεται στην ἐν λόγω διάταξη άλλά μόνο ἀπό τό τρίτο τρίμηνο τοῦ 1978.
β)
Γιά τόν 'ίδιο λόγο ἡ Ἐπιτροπή ἐδιόρθωσε τό ἀναφερόμενο στην ἀνακοίνωση της, τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980, νόμιμο έρεισμα. Αύτη ἡ διόρθωση τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 συνιστά κατά τήν γνώμη μου ἀπό ουσιαστικής ἀπόψεως ἀνάκληση τῆς πλημμελούς ἀποφάσεως τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980 καί τήν έκδοση κατά διακριτική εξουσία μιᾶς νέας ἀτομικής ἀποφάσεως, πού στηρίζεται στό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως. Ὑπέρ αυτής τῆς ἀπόψεως συνηγορεί, μεταξύ άλλων, ἡ σκέψη ὅτι σέ ἀντίθεση πρός μία κατά διακριτική εξουσία εκδοθείσα ἀπόφαση, πού στηρίζεται στό άρθρο 14, ἡ αύξηση τῆς παραγωγής ἀναφοράς σύμφωνα μέ τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τῆς ἀποφάσεως δέν ἀπαιτεί άσκηση διακριτικής εξουσίας ἀπό τήν Ἐπιτροπή άλλά ἀποτελεί ἁπλή ἐφαρμογή τῶν κριτηρίων πού ἀναφέρονται σ᾿ αυτή τήν διάταξη. Μία τέτοια πράξη, ἡ ὁποία στηρίζεται στην ἁπλή εφαρμογή τοῦ δικαίου, δέν δύναται νά μεταβληθεί κατά τήν φύση τῆς μέ πρόσθετες αιτιολογικές σκέψεις.
Ή ἀνάκληση μιᾶς πλημμελούς διοικητικής πράξεως, πού γέννᾶ δικαιώματα, εἶναι επιτρεπτή, ὅπως έχει ήδη δεχθεί τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση του τῆς 12ης 'Ιουλίου 1957 ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 7/56 καί 3 έως 7/57 — Dineke Algera καί 4 άλλοι προσφεύγοντες κατά Κοινής Συνελεύσεως τῆς ΕΚΑΧ — (SLG. 1957, σ. 83), κατά τό δίκαιο ὅλων τῶν Κρατῶν μελών καί συνεπώς, καί κατά τό κοινοτικό δίκαιο, επειδή «ή έλλειψη ἀντικειμενικού νομίμου ερείσματος τῆς διοικητικής πράξεως ... επηρεάζει καί τό δικαίωμα τοῦ ενδιαφερομένου ...»
Στην προκειμένη περίπτωση, ἡ ἀνάκληση ήταν ἰδίως δικαιολογημένη, ἀκριβώς επειδή τό δημόσιο συμφέρον ὡς πρός τήν ἀνάκληση αυτής τῆς πλημμελούς πράξεως (ή επιχείρηση τῆς προσφευγούσης θά ετύγχανε έτσι ἀδικαιολογήτου προτιμήσεως σέ βάρος τῆς συνολικής ρυθμίσεως περί ποσοστώσεων) υπερίσχυσε τοῦ έννόμου συμφέροντος τῆς προσφευγούσης, ἡ ὁποία κατά τό ἐν λόγω τρίμηνο εἶχε εξαντλήσει συνολικώς κατά 10 % τίς ποσοστώσεις πού τῆς ἐχορηγήθησαν, περί διατηρήσεως αυτής τῆς πράξεως. Λόγος προστασίας τῆς δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τῆς προσφευγούσης θά ὑφίστατο μόνο ἄν καί καθ' ὅσον ἐπανεπαύετο δικαιολογημένως στην νομιμότητα τῆς ἀνακοινώσεως τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980, πράγμα ὅμως πού δέν συνέβη, επειδή ἡ προσφεύγουσα ἤδη λόγω τοῦ τηλετυπήματος τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1980 ἠδύνατο νά λάβει ὡς δεδομένο τό πλημμελές αυτής τῆς ἀνακοινώσεως, ὅπως πράγματι καί τό ἔλαβε, καθώς ἀποδεικνύεται ἀπό τήν μετέπειτα συμπεριφορά της. Δέν υπάρχει επίσης κανένας λόγος νά γίνει δεκτή ἡ ύπαρξη δικαιολογημένης ἐμπιστοσύνης κατά τήν έννοια ὅτι δέν επρόκειτο νά ἐκδοθούν περαιτέρω διοικητικές πράξεις επιβαρυντικοῦ χαρακτῆρος.
Ὡς πρός τίς προϋποθέσεις τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας ἀνακλήσεως, τό Δικαστήριο, ήδη στην υπόθεση Algera, κατόπιν επισταμένης κατά τό συγκριτικό δίκαιο ἐρεύνης, εδέχθη κατ' ἀρχήν τό επιτρεπτό τῆς ἀνακλήσεως παρανόμων διοικητικών πράξεων «τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου». Στην ἀπόφαση αυτή ευρίσκεται, γιά νά ἀναφερθοῦμε σέ μία ἀντίρρηση τῆς προ-σφευγούσης, ρητή ἀναφορά στό ὅτι τό γαλλικό δίκαιο ἀπαιτεί, «ή ἀνάκληση τῆς παρανόμου διοικητικής πράξεως νά γίνεται πρίν ἀπό τήν πάροδο τῆς προθεσμίας πού προβλέπεται γιά τήν κατ' αυτής άσκηση προσφυγής καί, σέ περίπτωση πού ἔχει ἤδη ασκηθεί ἡ προσφυγή, πρίν ἐκδοθεῖ ἀπόφαση». Στην προκειμένη ὅμως περίπτωση, ή ἀνάκληση τοῦ μέτρου τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980, τό όποιο λόγω τῆς κατ' αὐτοῦ ἀσκηθείσης προσφυγής δέν κατέστη ὁριστικό, ἔγινε κατά τήν διάρκεια τῆς δίκης, δηλαδή πρίν εκδοθεί ἡ ἀπόφαση.
Ἐπειδή ἡ προσφεύγουσα κατ' αυτό τό χρονικό σημείο ὁπωσδήποτε ἐξήντλησε τίς ποσοστώσεις της, ἀκόμα καί ὅσον άφορᾶ τόν νέο καθορισμό τους, μόνο κατά ένα ελάχιστο μέρος δέν δύναται συνεπώς νά ἀμφισβητηθεί τό κανονικό τῆς προθεσμίας.
γ)
Ἀπό τά ἀνωτέρω, τέλος, συνάγεται επίσης καί ἡ ἀπάντηση ἐπί τῆς τελευταίας αιτιάσεως τῆς προσφευγούσης, μέ τήν ὁποία ισχυρίζεται ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έκανε εσφαλμένη χρήση τῆς διακριτικής ευχερειας πού τῆς εδόθη μέ τό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως, ἐπειδή δέν καθόρισε υψηλότερα τήν πραγματική παραγωγή κατά τό άρθρο 1 παράγραφος 3 τῆς ἀποφάσεως. Δέν θά εξετάσω ἐν προκειμένω τό ὅτι, ὅπως τονίζει καί ἡ Ἐπιτροπή, ἡ έννοια καί ὁ σκοπός αυτής τῆς διατάξεως δέν εἶναι ή θέσπιση στην γενική ἀπόφαση τῆς ἱκανότητος παραγωγής ἀντί τῆς πραγματικής παραγωγής ὡς μεγέθους ἀναφοράς. Ή Ἐπιτροπή έπρεπε μάλλον νά κάνει χρήση τῆς διακριτικής τῆς εξουσίας ἀντικειμενικώς κατά τήν έννοια ὅτι έπρεπε, ἀφ᾽ ενός, νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη τόν σκοπό τῆς γενικής ἀποφάσεως — μείωση τῆς πραγματικής παραγωγης — καί, ἀφ᾽ έτερου, τίς δυσκολίες πού σχετικώς προκύπτουν στίς μεμονωμένες περιπτώσεις. Βεβαίως δέν δύναται νά προσαφθεί στην Ἐπιτροπή τό ὅτι, λαμβάνοντας ὑπ᾽ ὄψη τό γεγονός ὅτι μία κανονική μείωση θά συνεπήγετο γιά τήν προσφεύγουσα έναν βαθμό εκμεταλλεύσεως κατά 17,6 %, εδέχθη τήν ύπαρξη ἀσυνηθών δυσχερειών καί έτσι δέν προχώρησε σ᾽ αυτήν τήν μείωση. Ἀφ' ἑτερου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν τό άρθρο 14 ἐπιτρέπει μία τέτοια μέθοδο, δέν υπήρχε γιά τήν Ἐπιτροπή κανένας λόγος, ἐν ὄψει τοῦ ελαχίστου βαθμοῦ χρησιμοποιήσεως των μέχρι τώρα ποσοστώσεων ἀπό τήν προσφεύγουσα, νά υπολογίσει υψηλότερα ἀπό τήν πραγματική παραγωγή τήν παραγωγή ἀναφοράς.
Συνεπώς δυνάμεθα νά λάβομε ὡς δεδομένο τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή στην ἀνακοίνωση της τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1981 ερμήνευσε ὀρθῶς τό άρθρο 14 τῆς ἀποφάσεως καί ὅτι δέν δύναται νά τῆς προσαφθεί ὅτι ὤφειλε νά έχει εφαρμόσει τό άρθρο 4 παράγραφος 3.
III — Ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων
'Ως πρός τήν κρίση περί τῶν δικαστικών εξόδων πρέπει, συνεπώς, νά ληφθεί ὡς
βάση τό ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι ἀβάσιμος. Ἀφ' ἑτερου, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι ἡ προσφυγή κατά τῆς ἀνακοινώσεως τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980, τουλάχιστον ὅσον άφορᾶ την ἐλλιπή αιτιολογία αυτής τῆς ἀνακοινώσεως, θά ἠδύνατο νά γίνει δεκτή. Χωρίς νά χρειάζεται νά κηρυχθεί ἡ υπόθεση ὡς περαιωθεῖσα λόγω ελλείψεως ἀντικειμένου ἐξ αἰτίας τῆς μεταβολής τῆς προσφυγής πού επακολούθησε, νομίζω ὅτι ενδείκνυται, κατ' εφαρμογή τῆς βασικής εννοίας τοῦ ἄρθρου 69 παράγραφος 5 τοῦ κανονισμού διαδικασίας, νά ὁρίζεται στην ἀπόφαση ὅτι ἡ καθ' ης, καίτοι ἐνίκησε, φέρει τό 1/3 τῶν δικαστικών εξόδων.
ΙV —
Προτείνω, συνεπῶς, νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή ὡς ἀβάσιμη καί νά καταδικασθεί ἡ προσφεύγουσα στά 2/3, ἡ δέ καθ' ἧς στό 1/3 τῶν δικαστικών εξόδων.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy