ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εἰσαγωγή
Στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C 225 τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1980, ἐδημοσιεύθη, στή σελίδα 8, προκήρυξη γενικοῦ διαγωνισμοί) COM/LA/315 γιά τήν κατάρτιση πίνακος προσλήψεως μεταφραστῶν μέ κύρια γλώσσα τήν γερμανική, ἀγγλική, γαλλική, ιταλική ἡ ὀλλανδική. Στό σημείο Β.1, ὁ σχετικός μέ τό ὅριο ἡ λικίας ὅρος εἶχε διατυπωθεί ως έξης: «Οἱ υποψήφιοι πρέπει νά έχουν γεννηθεί μετά τήν 15η 'Οκτωβρίου 1948. Τό ὅριο ἡλικίας δέν ισχύει γιά τους ὑποψηφίους οἱ όποιοι, στίς 15 'Οκτωβρίου 1980, εἶναι τουλάχιστον ἀπό ένα έτος, υπάλληλοι τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
Ή Alaimo, ἡ ὁποία ἐγεννήθη τό 1942 καί εργάζεται ἀπό τήν 1η Δεκεμβρίου 1976 στό Ευρωπαϊκό Κέντρο, γιά τήν 'Ανάπτυξη τής 'Επαγγελματικής Καταρτίσεως, υπέβαλε υποψηφιότητα γιά τόν ἐν λόγω διαγωνισμό. Μέ επιστολή ὅμως τῆς 7ης Νοεμβρίου 1980, ὁ Yves Desbois, προϊστάμενος τοῦ τμήματος «προσλήψεις» τῆς 'Επιτροπής, τήν ἐπληροφόρησε ὅτι ἡ εξεταστική επιτροπή τοῦ διαγωνισμού ἀπέρριψε τήν υποψηφιότητα τῆς λόγω τῆς ηλικίας της. Ή ἀπόρριψη αὐτή συνεπάγεται σιωπηρή άρνηση εφαρμογής τῆς προβλεπομένης εξαιρέσεως, ὅσον άφορᾶ τό όριο ηλικίας, υπέρ τῶν εργαζομένων στίς Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
Ή Alaimo άσκησε προσφυγή κατά τῆς ἀπορρίψεως αυτής. Τό παραδεκτό τῆς προσφυγῆς δέν ἀμφισβητείται ἀπό τήν 'Επιτροπή.
Τό Ευρωπαϊκό Κέντρο γιά τήν 'Ανάπτυξη τῆς 'Επαγγελματικής Καταρτίσεως ἐδημιουργήθη ἀπό τό Συμβούλιο μέ τόν κανονισμό 337/75, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975 (ΕΕ, ειδ. ἔκδ. 05/002, σ. 38), βάσει τοῦ άρθρου 235 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Σύμφωνα μέ την αἰτιολογία τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ, τό Κέντρο έχει ὡς ἀποστολή νά επικουρεί τήν 'Επιτροπή κατά τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 118 τῆς συνθήκης, παρά τό γεγονός ὅτι πρόκειται γιά ὀργανισμό ξεχωριστό ἀπό τίς υπηρεσίες τῆς 'Επιτροπής. Ό κανονισμός 1859/76 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 29ης 'Ιουνίου 1976 (PB 1976, L 215 σ. 1) καθορίζει τό εφαρμοστέο καθεστώς στό προσωπικό τοῦ Κέντρου.
2. Οἱ προβαλλόμενοι λόγοι
Τό παράρτημα ΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, τό ὁποῖο φέρει τόν τίτλο «Διαδικασία διαγωνισμών», ἀναφέρει μεταξύ άλλων στό άρθρο 1 :
«1.
Ή προκήρυξη διαγωνισμού ἀποφασίζεται ἀπό τήν ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν επιτροπή ἴσης εκπροσωπήσεως.
Ή προκήρυξη πρέπει νά καθορίζει:
α)
...
...
ζ)
τό ὅριο ηλικίας, καθώς καί τήν παράταση τοῦ ὁρίου ἡλικίας γιά τους υπαλλήλους πού ἀσκούν καθήκοντα ἀπό ἕνα έτος τουλάχιστον.»
Ό ὅρος «υπάλληλοι», τόν όποιο ὑπεγράμ-μισα ἀνωτέρω, δέν ἀκολουθείται ἀπό μιά έκφραση ὅπως «τῆς κοινότητος» ἡ «των ὀργάνων». Στίς προκηρύξεις διαγωνισμών ὅμως, ἡ 'Επιτροπή προσθέτει πάντοτε «των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων».
Ή προσφεύγουσα εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ὑπό τήν ιδιότητά τῆς ὡς υπαλλήλου τοῦ Κέντρου, ἀνήκει στους «υπαλλήλους καί τό λοιπό προσωπικό τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Πρός ὑποστήριξη τῆς γνώμης της προβάλλει τους ἀκόλουθους Ισχυρισμούς:
1.
Τό Κέντρο εἶναι ὀργανισμός κοινοτικού δικαίου, διότι ἐδημιουργήθη μέ κανονισμό στηριζόμενο στό άρθρο 235 τῆς συνθήκης καί εκπληρώνει κοινοτική ἀποστολή, συγκεκριμένα ένα ἀπό τά καθήκοντα, μέ τά ὁποῖα βάσει τοῦ άρθρου 118 έχει επιφορτισθεί ἡ 'Επιτροπή.
2.
Σύμφωνα μέ τό προοίμιο τοῦ Ιδρυτικού του κανονισμού (τελευταία αἰτιολογική σκέψη) τό Κέντρο ἱδρύθη «στά πλαίσια των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
3.
Τό προσωπικό τοῦ Κέντρου ἐκπληρώνει κοινοτική ἀποστολή καί υπόκειται σέ εἰδικές διατάξεις, πού περιέχονται στους κανονισμούς 1859/76 καί 1237/80. Τό πρώτο μέρος τοῦ τρίτου αὐτού Ισχυρισμού εἶναι στην πραγματικότητα επανάληψη τοῦ πρώτου.
Στους ισχυρισμούς αυτούς, ἡ προσφεύγουσα προσθέτει άλλους τρεῖς, «σέ περίπτωση πού οἱ άλλοι δέν θά ήταν επαρκείς»:
4.
Τό άρθρο 16 τοῦ κανονισμοῦ περί δημιουργίας τοῦ Κέντρου ἀναφέρει ὅτι τό πρωτόκολλο ἐπί τῶν προνομίων καί ἀσυλιών εφαρμόζεται ὡς πρός τό Κέντρο, ἐνῶ τό άρθρο 55 τοῦ κανονισμοῦ 1859/76 ὁρίζει ὅτι εφαρμόζονται ὡς πρός τό προσωπικό τοῦ Κέντρου τά άρθρα 12 έως 16 τοῦ ἐν λόγω πρωτοκόλλου.
5.
Τό άρθρο 55, εδάφιο 1 καί τό άρθρο 56 τοῦ κανονισμοῦ 1859/76 ὁρίζει ὅτι εφαρμόζεται στίς ἀμοιβές τοῦ προσωπικού τοῦ Κέντρου, τό κοινοτικό φορολογικό σύστημα.
6.
Κατά τό άρθρο 44 τοῦ κανονισμοῦ 1859/76, τό Δικαστήριο εἶναι αρμόδιο νά ἀποφαίνεται ἐπί πάσης διαφοράς μεταξύ τοῦ Κέντρου καί τῶν μελών τοῦ προσωπικοῦ του.
Τέλος, ἡ προσφεύγουσα εκθέτει επίσης άλλες δύο ἀπόψεις:
1.
Στό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 1237/80, ὁ όποιος ἐτροποποίησε τόν κανονισμό 1859/76 (PB 1980, L 127, σ. 1) εκφράζεται ἡ ἰδέα ὅτι ἐνδείκνυται ἡ εναρμόνιση ὁρισμένων διατάξεων τοῦ εφαρμοστέου στό προσωπικό τοῦ Κέντρου καθεστῶτος μέ τίς Ισχύουσες γιά τους υπαλλήλους τῶν Κοινοτήτων. Γιατί νά πραγματοποιηθεί αυτή ἡ εναρμόνιση, διερωτάται ἡ προσφεύγουσα, ἄν τό προσωπικό τοῦ Κέντρου δέν ἀποτελεί μέρος τοῦ προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων;
2.
Μέ ἀπόφαση τῆς 19ης Σεπτεμβρίου 1980, τό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (PB 1980, C 265, σ. 93) επέμεινε γιά τήν βελτίωση τῆς κινητικότητος τῆς ἀπασχολήσεως μεταξύ τοῦ Κέντρου καί τῶν ὀργάνων των Κοινοτήτων.
Ή Ἐπιτροπή θεωρεί ὅτι ὁ χαρακτηρισμός «υπάλληλοι ἤ λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων» δέν ἀναφέρεται στό προσωπικό τοῦ Κέντρου. Συνάγει τό συμπέρασμα τοῦτο ἀπό τίς ἀκόλουθες σκέψεις:
1.
Τό Κέντρο δέν εἶναι «όργανο» τῶν Κοινοτήτων, άλλα χωριστός ὀργανισμός, πού ἐδημιουργήθη βάσει τοῦ ἄρθρου 235 τῆς συνθήκης.
2.
Τό Κέντρο έχει δική του νομική προσωπικότητα (κανονισμός 337/75, άρθρο 1).
3.
Ή πρόσληψη τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Κέντρου δέν υπόκειται στίς 'ίδιες εγγυήσεις μέ τήν πρόσληψη τοῦ προσωπικοῦ των «ὀργάνων».
4.
Στην ἀνταπάντηση της, ἡ 'Επιτροπή παραπέμπει στό άρθρο 29, παράγραφος 1, γ) τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Καθ' ὅσον ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, ἡ ἐν λόγω διάταξη 'έχει ὡς έξῆς:
«1.
Γιά τήν πλήρωση τῶν κενών θέσεων σέ όργανο, ἡ ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή [εξετάζει]:
α)
...
β)
...
γ)
τίς αἰτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων ὀργάνων τῶν τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
Γενικώτερα, ἀπό τά υπομνήματά της δύναται να συναχθεί ὅτι ἡ 'Επιτροπή φρονεί ὅτι τό προσωπικό τῶν ὀργανισμών πού ἐδημιουργήθησαν δυνάμει τοῦ άρθρου 235 τῆς συνθήκης ευρίσκεται σέ εντελώς διαφορετική κατάσταση ἀπό αυτή τοῦ κανονικού προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων.
3. Τά νομικά προβλήματα
3.1.
Ή παροῦσα διαφορά εγείρει δύο συναφή νομικά προβλήματα. Πρώτον, πρέπει νά προσδιορισθεί ἡ έννοια «λοιπό προσωπικό», στό άρθρο 1, παράγραφος 1, ζ) τοῦ παραρτήματος III τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή τό προσωπικό πεδίο εφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ. Δεύτερον, πρέπει νά προσδιορισθεί ἡ ἔννοια τῆς εκφράσεως «τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων», τήν ὁποία χρησιμοποιεί ἡ 'Επιτροπή στίς προκηρύξεις διαγωνισμών. Οἱ προβληθέντες ἀπό τήν προσφεύγουσα έξη Ισχυρισμοί θά εξετασθούν κατά τήν ἀνάλυση τῶν δύο αυτών προβλημάτων.
3.2.
Κατά τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οἱ κανόνες του εφαρμόζονται στά «όργανα τῶν Κοινοτήτων» καί στους εξομοιούμενους μέ αυτά ὀργανισμούς, δυνάμει τῆς ρητής διατάξεως τῆς τελευταίας φράσεως τοῦ ἐν λόγω άρθρου, ὁπως ἡ Οικονομική καί Κοινωνική 'Επιτροπή καί τό 'Ελεγκτικό Συνέδριο. Οἱ λοιπές διατάξεις τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως περιέχουν επίσης πάντοτε, ὡς σημείο ἀναφορᾶς, τήν λέξη «όργανα». Ὁ ὅρος αὑτός, καθ' όσον ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, διευκρινίζεται στό άρθρο 4 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, στην σύμβαση περί ὁρισμένων κοινών ὀργάνων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων καί στή συνθήκη περί Ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου καί ἐνιαίας 'Επιτροπής τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων.
Τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως περιλαμβάνει ρητή διάταξη εξομοιώσεως ὅσον ἀφορᾶ τήν Οικονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή καί τό 'Ελεγκτικό Συνέδριο. Ἐξ αὐτοῦ δύναται νά συναχθεί ὅτι γιά τοῦς λοιπούς ὀργανισμούς, πού δέν είναι όργανα τῆς κοινότητος, παρόμοια διάταξη ἐξομοιώσεως εἶναι επίσης ἀναγκαία. Ἔτσι, τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού ὑπηρε-διακῆς καταστάσεως δέν ἀναφέρει τήν Ευρωπαϊκή Τράπεζα 'Επενδύσεων, ἡ ὁποία ἔχει δικό τῆς κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Μεταξύ τῶν λοιπών ὀργανισμών, πρέπει Ιδιαίτερα, ἐξ άλλου, νά γίνει μνεία τῶν ὀργανισμών πού ¿δημιουργήθησαν βάσει τοῦ ἄρθρου 235 τῆς συνθήκης, μεταξύ τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται κυρίως τό Κέντρο. Λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τό σύστημα αυτό τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ὅσον άφορᾶ τό προσωπικό πεδίο εφαρμογής του, είναι πρόδηλο ὅτι οἱ λέξεις «λοιπό προσωπικό» πού χρησιμοποιείται στό άρθρο 1, παράγραφος 1, ζ) τοῦ παραρτήματος III τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει επίσης νά ερμηνευθεί κατ' αυτή τῆν έννοια.
Σχετικά μέ τους τρεις πρώτους ισχυρισμούς τῆς προσφευγούσης, εἶναι, συνεπώς, δυνατόν νά λεχθεί τό έξῆς. Ό πρώτος ισχυρισμός τῆς προσφευγούσης, ὁ όποιος συνίσταται στό ὅτι τό Κέντρο εἶναι ὀργανισμός κοινοτικοί) δικαίου καί ὅτι ἐκπληροῖ κοινοτική ἀποστολή, δέν σημαίνει ἀφ' εαυτοί) τίποτε γιά τό προσωπικό πεδίο ἐφαρμογής τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Τό κριτήριο αὐτό εφαρμόζεται επίσης καί γιά τήν Ευρωπαϊκή Τράπεζα 'Επενδύσεων, στην ὁποία ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως σαφώς δέν εφαρμόζεται, ὁπως ήδη ἐσημείωσα.
Ό ίδιος συλλογισμός δύναται νά ἀκολουθηθεί καί γιά τόν δεύτερο ισχυρισμό τῆς προσφευγούσης, κατά τόν ὁποῖο τό Κέντρο ἰδρύθη «στά πλαίσια τῶν Κοινοτήτων». Ό τρίτος ἰσχυρισμός, ὅτι δηλαδή ἐθεσπίσθη ιδιαίτερο καθεστώς ἀπό τους κανονισμούς 1839/76 καί 1237/80, δύναται ἐνδεχομένως νά χρησιμοποιηθεί ὡς επιχείρημα υπέρ τοῦ γεγονότος ὅτι τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τό άρθρο 1, παράγραφος 1, ζ) τοῦ παραρτήματος III ἀφορούν μόνο τα όργανα καί τους ρητά εξομοιούμενους ὀργανισμούς.
3.3.
Οἱ σκέψεις αυτές επιτρέπουν ήδη νά λεχθεί, κατά τήν άποψη μου, ὅτι τό άρθρο 1, παράγραφος 1, ζ) τοῦ παραρτήματος ΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως ἀναφέρεται μόνο στους ὀργανισμούς πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, καί ὄχι κατά συνέπεια στό Κέντρο.
Μία επιπλοκή πάντως προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ἀνέφερε, στην προκήρυξη τοῦ ἐν λόγω διαγωνισμού, «... τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Είναι ἀληθές ὅτι ἀπό τό υπόμνημά τῆς φαίνεται ὅτι μέ τή διατύπωση αυτή ήθελε νά πεῖ τό ἴδιο πράγμα μέ τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, υπάρχουν ὅμως ισχυροί λόγοι υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ή έκφραση αυτή δύναται, ἡ ἀκόμη καί πρέπει, νά ερμηνευθεί μέ ευρύτερη έννοια.
Κατά πρώτον, τό άρθρο 16 τοῦ κανονισμοῦ 337/75, περί δημιουργίας τοῦ Κέντρου, ὁρίζει ὅτι ἐφαρμόζεται στό Κέντρο τό πρωτόκολλο ἐπί τῶν προνομίων καί ἀσυλιών. Δεδομένου ὅτι ὁ πλήρης τίτλος είναι «Πρωτόκολλο ἐπί τῶν προνομίων καί ἀσυλιών τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», αυτό προσφέρει ένα επιχείρημα γιά νά υπολογισθεί τό Κέντρο μεταξύ αυτών. Τό επιχείρημα αυτό ενισχύεται ἀπό τήν ἀκόλουθη σκέψη. Τό προοίμιο καθώς καί τό άρθρο 22 τοῦ πρωτοκόλλου ἀναφέρουν ὅτι οἱ κανόνες του εφαρμόζονται επίσης στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα 'Επενδύσεων. 'Εξ αὐτοῦ δύναται νά συναχθεῖ ὅτι, δεδομένου ὅτι τό άρθρο 4 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθώς καί ἡ συνθήκη καί ἡ σύμβαση περί συγχωνεύσεως τῶν ὀργάνων δέν ἀναφέρουν τόν ὀργανισμό αυτό, πρέπει νά υπάρχει ειδική διάταξη εξομοιώσεως γιά νά χαρακτηρισθεί τό πρωτόκολλο εφαρμοστέο καί στό Κέντρο. "Αν καί τό πρωτόκολλο δέν προβλέπει παρόμοια δυνατότητα επεκτάσεως, τό Συμβούλιο περιέλαβε σχετική διάταξη στό ἐν λόγω άρθρο 16 τοῦ κανονισμοῦ περί δημιουργίας τοῦ Κέντρου, ὁ όποιος ἐθεσπίσθη βάσει τοῦ ἄρθρου 235 τῆς συνθήκης ξεκινώντας προφανώς ἀπό την ἰδέα, μέ τήν ἀναφορά αύτη, ὅτι τό Κέντρο υπάγεται επίσης στίς «Ευρωπαϊκές Κοινότητες». Πρόσθετο ἔρεισμα γι' αυτό τό επιχείρημα δύναται νά ἀνευρεθεῖ στην απόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 110/75 (Mills κατά Τραπέζης Ἐπενδύσεων, Jurispr. 1976, σ. 955). Σύμφωνα μέ την 13η σκέψη τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως («ἐκ τοῦ γεγονότος αυτού»), ἡ εφαρμογή τοῦ πρωτοκόλλου στην Τράπεζα 'Επενδύσεων ἐχρησι-μοποιήθη ἀπό τό Δικαστήριο ὡς κύριο επιχείρημα γιά νά υπαχθεί ὁ ἐν λόγω ὀργανισμός στην έννοια τῆς «Κοινότητος», κατά τό άρθρο 179 τῆς συνθήκης. 'Επί πλέον, ὁ κανονισμός 1859/76 ὁρίζει ρητά ὅτι εφαρμόζεται στό Κέντρο τό κεφάλαιο V τοῦ πρωτοκόλλου (άρθρα 12 έως 16), πού επιγράφεται «υπάλληλοι καί λοιπό προσωπικό τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων».
Κατά δεύτερο λόγο, ὁ κανονισμός 260/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμοῦ τῶν ὅρων καί τῆς διαδικασίας επιβολής τοῦ φόρου τοῦ θεσπισθέντος υπέρ τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ἐκηρύχθη εφαρμοστέος ὡς πρός τό Κέντρο. Τό άρθρο 12 τοῦ κανονισμού αυτού ἀναφέρει ἐπίσης τήν Ευρωπαϊκή Τράπεζα 'Επενδύσεων χωριστά καί δέν προβλέπει ρητά δυνατότητα επεκτάσεως. 'Εν τούτοις, επικαλούμενο τό άρθρο 235 τῆς συνθήκης, τό Συμβούλιο υπήγαγε επίσης τό Κέντρο στό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἐν λόγω κανονισμού.
Κατά τρίτο λόγο, τό άρθρο 44, τοῦ κανονισμού 1859/76 κηρύσσει τό Δικαστήριο ἀρμόδιο νά ἀποφαίνεται ἐπί διαφορών μεταξύ τοῦ Κέντρου καί τοῦ προσωπικοῦ του. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 179 τῆς συνθήκης, τό Δικαστήριο 'εἶναι αρμόδιο ἐπί ὁποιασδήποτε διαφορᾶς μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῶν υπαλλήλων της, εντός τῶν ὁρίων καί σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις πού ὁρίζει ὁ κανονισμός περί τῆς υπηρεσιακής τους καταστάσεως ἤ πού προκύπτουν ἀπό τό καθεστώς πού τους διέπει». Τά μέρη τῆς διατάξεως αυτής πού υπογράμμισα δείχνουν ἐκ νέου ὅτι τό Κέντρο θεωρείται υπαγόμενο στην έννοια τῆς «Κοινότητος» κατά τό ἐν λόγω άρθρο.
4. Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας, νομίζω ἑπομένως ὅτι τό Κέντρο υπάγεται στην έννοια τῆς «Κοινότητος», ἡ τῶν «Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», ὅπως χρησιμοποιείται στό άρθρο 179 τῆς συνθήκης, στό πρωτόκολλο καί στους παρατεθέντες κανονισμούς. Ή χρήση τῶν ὅρών αυτών στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ ἠδύνατο επομένως νά δημιουργήσει στην προσφεύγουσα τήν εντύπωση ὅτι ἠδύνατο καί αύτη νά υπαχθεί στό άρθρο 1, παράγραφος 1 ζ) τοῦ παραρτήματος ΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
'Η συμπεριφορά αυτή τῆς Ἐπιτροπῆς δέν συνιστά πάντως λόγο γιά νά ἀναγνωρισθεί στην ἐν λόγω διάταξη τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως προσωπικό πεδίο εφαρμογής, διαφορετικό ἀπό αυτό πού ἀπορρέει ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά συνέπεια, τό άρθρο 1, παράγραφος 1 ζ) τοῦ παραρτήματος ΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἀναφέρεται στους υπαλλήλους τοῦ Κέντρου. Λόγω τῶν προσδοκιών πού ήγειρε στην προσφεύγουσα μέ τήν ἀπατηλή προκήρυξη της, ἡ 'Επιτροπή πρέπει πάντως νά καταδικασθεί, κατά τήν γνώμη μου, στό σύνολο τῶν δικαστικών εξόδων, κατ' εφαρμογή τῆς πρώτης φράσεως τοῦ ἄρθρου 69, παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού διαδικασίας. Τά βαρύνοντα επιχειρήματα πού συνηγοροῦν υπέρ τοῦ νά ἑρμηνευθοῦν οἱ ὅροί πού ἡ 'Επιτροπή ἐχρησιμοποίησε στην προκήρυξη της, ἐξεταζόμενοι καθ' ἑαυτούς κατά τήν έννοια πού τους έδωσε ἡ προσφεύγουσα, συνιστοῦν ένα ἐπί πλέον λόγο γιά νά ἐκτιμηθοῦν οἱ δημιουργηθεῖσες προσδοκίες ὡς εξαιρετικές λόγου κατά τήν έννοια τῆς προαναφερθείσης διατάξεως. Τό γεγονός ὅτι ἡ πλήρης ἀνάλυση τῆς ὑποθέσεως δείχνει ὅτι μία τροποποίηση πάντως τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακῆς καταστάσεως θά ήταν δυστυχώς ἀναγκαία, γιά νά γίνουν δεκτοί οἱ προβληθέντες ἀπό την προσφεύγουσα Ισχυρισμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν μέρει πολύ βάσιμοι, δέν ἀλλάζει σέ τίποτα την ἐν λόγω πρόταση περί κατανομῆς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Κατά τήν γνώμη μου, μόνο μία τροποποίηση τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως θά επέτρεπε πράγματι, μεταξύ άλλων, νά καθορισθεί σαφώς μέχρι ποιοῦ σημείου εἶναι επιθυμητή ή επέκταση τοῦ προτιμησιακοῦ καθεστώτος, πού τό άρθρο 1, παράγραφος 1, ζ) τοῦ παραρτήματος ΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως, χορηγεί στό «λοιπό προσωπικό», στά «παρακοινοτικά όργανα», πολύ διαφορετικής φύσεως, τά όποια ἐδημιουργήθησαν ἀπό τῆς θεσπίσεως τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στην παρούσα μορφή του, ἐπί τή βάσει ποικίλων νομικών διατάξεων.
Γι' αυτό προτείνω:
1.
Νá ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή
2.
Νá καταδικασθεῖ ἡ Ἐπιτροπή στά δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν εξόδων τῆς προσφευγούσης.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy