ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS, ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 28 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Τό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου σᾶς υπέβαλε αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως ως πρός τήν ἑρμηνεία τῶν άρθρων 37, 92 ἑπ. καί 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τῆς παραλλήλου διατάξεως, τῆς συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τῆς ΕΟΚ καί της Ελλάδος τοῦ 1961.
Τά περιστατικά εἶναι τά έξης:
Ι —
Υφίσταται εκκρεμής διαφορά μεταξύ της εταιρίας Pabst & Bicharz KG, εἱσαγω-γέως ουδετέρου οινοπνεύματος προελεύσεως οἴνου («Branntwein aus Wein»), καί της 'Ομοσπονδιακῆς Διοικήσεως Οικονομικῶν.
1.
Ή διαφορά αυτή ἀνέκυψε στό πλαίσιο τῶν μεταβατικών μέτρων πού έλαβαν οι ἁρμόδιες ἀρχές τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας κατόπιν τῶν ἀποφάσεων σας τοῦ Φεβρουαρίου 1976, μέ τις όποιες κρίνατε κυρίως ὅτι αντέβαιναν στην συνθήκη οἱ ἀπαγορεύσεις εισαγωγής ( 2 ) καί οἱ φόροι κατά τήν εισαγωγή ( 3 ) υπέρ τῶν ἐθνικών μονοπωλίων, καθώς καί τό μέρος τοῦ φόρου πού επιβαρύνει τά εισαγόμενα οινοπνευματώδη τό όποῖο καλείται «Monopolausgleichspitze» (ὁ ὅρός αυτός συνήθως ἀποδίδεται στά ἑλληνικά ὡς «υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου») (17 Φεβρουαρίου 1976, Rewe, υπόθεση 45/75, Rec. σ. 181).
Βάσει τῶν συνεπειών τῶν ἀποφάσεων αυτῶν, οι γερμανικές ἀρχές κατήργησαν ἀπό την μία μέρα στην άλλη τήν προστασία κατά τής εισαγωγής τῶν ουδετέρων οινοπνευμάτων («Branntwein») προελεύσεως άλλων κρατών τῆς Κοινότητος, Κατ᾿ αυτό τόν τρόπο κατέστη δυνατή ἡ διάθεση στό εμπόριο τῶν οινοπνευμάτων αυτών σέ τιμές χαμηλότερες ἀπό τίς τιμές τῶν οινοπνευμάτων πού ἐπωλοῦντο ἀπό τό μονοπώλιο. Ή διοίκηση τοῦ μονοπωλίου ὑπεχρεώθη, προκειμένου νά εξακολουθήσει νά εἶναι ἀνταγωνιστική, νά μειώσει τίς δικές τῆς τιμές πωλήσεως κατά 150 γερμανικά μάρκα (DM) ἀνά εκατόλιτρο αἰθυλικῆς ἀλκοόλης. 'Επειδή ὅμως οἱ τιμές εξαγοράς τοῦ μονοπωλίου είχαν καθορισθεί διά νόμου πρίν ἀπό τήν μεταβολή αὐτή, προεκλήθη ἀναπο-φεύκτως έλλειμμα, τό όποιο δέν ἠδύνατο νά καλυφθεί παρά μόνο ἀπό τόν κρατικό προϋπολογισμό. Ό νόμος περί τοῦ μονοπωλίου ἐτροποποιήθη στίς 2 Μαΐου 1976, καί κατ' αυτό τόν τρόπο ὁ συντελεστής τοῦ φόρου οινοπνεύματος («Branntweinsteuer ») ηὐξήθη ἀπό τίς 18 Μαρτίου 1976 κατά 150 DM ἀνά εκατόλιτρο αιθυλικής ἀλκοόλης. Κατά συνέπεια, ὁ συντελεστής τοῦ φόρου αὐτοο ἀνά εκατόλιτρο αιθυλικής ἀλκοόλης ἀνήλθε ἀπό 1500 σέ 1650 DM.
Προκειμένου νά ἀποφευχθεί ὁποιαδήποτε διάκριση, ἀπεφασίσθη επίσης νά προσαρμοσθοῦν ἀμέσως ἀναλόγως πρός τόν φόρο οινοπνεύματος τόσο ὁ φόρος πού ἐπεοάρυνε τό εγχώριο οινόπνευμα πού ἀπηλλάσσετο ἀπό τήν υποχρέωση παραδόσεως στό μονοπώλιο («Branntweinaufschlag», τό όποιο μεταφράζεται ὡς «πρόσθετος φόρος οινοπνεύματος»), ὅσο καί ὁ φόρος ἐπί τοῦ εισαγομένου οινοπνεύματος («Monopolausgleich», στά ἑλληνικά «εξισωτικός φόρος μονοπωλίου»), οἱ όποιοι κατ᾿ ἀρχήν ήσαν υψηλότεροι. Κατά συνέπεια, ὅπως εξηγεί καί ή ἐπιτροπή οικονομικών τοῦ Bundestag στην έκθεση τῆς ἐπί τῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου ἐπί τῶν μονοπωλίων οινοπνεύματος (Deutscher Bundestag, έγγραφο 7/4897, σ. 4), ἐξηφανίζετο ipso facto τό μέρος τῶν φόρων αυτών πού αντιπροσώπευε τήν διαφορά μεταξύ τῶν φόρων αυτών καί τοῦ φόρου οινοπνεύματος, τό όποιο ἀπεκαλεῖτο ἀντιστοίχως «υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου», ὅπως εἴδαμε, καί «υπερβάλλον τοῦ προσθέτου φόρου οινοπνεύματος» («Branntweinauflagsspitze»).
Ή αιφνίδια αύξηση τῶν φόρων ἐπί τῶν διαφόρων κατηγοριών οινοπνεύματος ὑπε-χρέωσε τίς ἀρχές νά λάβουν ειδικά μέτρα γιά τα οινοπνευματώδη τά όποια ήσαν τότε εναποθηκευμένα. Πράγματι, τά οινοπνευματώδη αυτά είχαν ἀφ᾿ ενός μέν ἀγορασθεί στην προηγούμενη υψηλότερη τιμή, ἀνεξαρτήτως τῆς κατηγορίας τους (οινοπνευματώδη τοῦ μονοπωλίου, εγχώρια οινοπνευματώδη ἀπηλλαγμένα τῆς υποχρεώσεως παραδόσεως στό μονοπώλιο καί οινοπνευματώδη εισαγωγής), ἀφ᾿ έτερου δέ εἶχαν ἀποτελέσει ἀντικείμενο μακροπροθέσμων συμβάσεων, σύμφωνα με την κρατοῦσα εμπορική πρακτική, βάσει τιμών πού δέν περιελάμβαναν τήν αύξηση τῶν φόρων. Ἑπομένως, οέν ήταν δυνατή η μετακύλιση τῆς αυξήσεως αὐτής, ἀντιθέτως πρός ὅ,τι συνηθίζεται στην περίπτωση τῶν φόρων καταναλώσεως.
Πρέπει επίσης νά διευκρινισθεί ὅτι γιά τά οινοπνευματώδη πού είχαν εισαχθεί καί ἦταν ἀποθηκευμένα σέ ιδιωτικές ἀποθήκες οινοπνεύματος («Branntweineigenlager») εἶχε ήδη καταβληθεί τό υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου κατά τόν χρόνο τῆς καταργήσεως του.
2.
Ὑπό τίς περιστάσεις αυτές ὁ ὁμοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών ἐθέσπισε, μέ ἀποφάσεις («Erlasse») τῆς 23ης Μαρτίου, 15ης 'Απριλίου καί 1ης 'Ιουλίου 1976, μία ρύθμιση ἀπαλλαγών τοῦ οινοπνεύματος πού εὑρισκετο κατά τήν ημερομηνία αναφοράς, δηλαδή τήν 22α Φεβρουαρίου, σέ ιδιωτικές ἀποθήκες οινοπνεύματος («Branntweineigenlager») καί σέ ἀποθήκες τελωνείου («Zolllager») καί γιά τό όποιο υπήρχε ἀναβολή καταβολής φόρου («Steueraufschub»), έκτός ἀπό τίς ποσότητες πού εἶχαν εξέλθει ἀπό τίς ἀποθήκες μιέχρι τίς 17 Μαρτίου 1976. Ή ρύθμιση πού εἶναι κρίσημη γιά τήν κυρία υπόθεση ἐθεσπίσθη μέ τήν ἀπόφαση τῆς 15ης 'Απριλίου (παρατήρηση τῆς Pabst ἡ ὁποία δέν ἠμφισβητήθη, σ. 4).
Γιά τήν εξέταση τῆς ρυθμίσεως αυτής πρέπει νά γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ἀπαλλαγών καί νά διαχωρισθεῖ ἡ περίπτωση τών οινοπνευματωδών πού εὑρίσκοντο στίς ἀποθήκες τελωνείου ἀπό τά οινοπνευματώδη πού εὑρίσκοντο στίς ἰδιωτικές ἀποθήκες οινοπνεύματος.
Μία πρώτη ἀπαλλαγή («Entlastung») 70 DM ἀνά εκατόλιτρο αιθυλικής ἀλκοόλης ἐχορηγήθη γιά τήν λεγομένη «ποσότητα ἀναφορᾶς» («Referenzmenge»). Ή ποσότης ἀναφορᾶς αύτη αντιστοιχοῦσε στό 1/6 της ποσότητος τῶν οινοπνευματωδών πού είχαν εξέλθει ἀπό μία ιδιωτική ἀποθήκη οινοπνεύματος κατά τήν οικονομική χρήση 1974-1975 καί, γιά τίς ἀποθήκες τελωνείου, στό 1/6 τῆς ποσότητος οινοπνεύματος πού είχε εξέλθει ἀπό αυτές κατά τήν χρήση 1975, έκτός ἀπό τίς ποσότητες πού είχαν εξέλθει καί προωρί-ζοντο γιά εξαγωγή. Ὡς ποσότης ἀναφορᾶς επελέγη ὁ κύκλος εργασιῶν δύο μηνῶν πού ἐθεωρήθη ὅτι ἀντιστοιχούσε πρός τίς ποσότητες πού ήσαν εναποθηκευμένες κατά τόν χρόνο τῆς αυξήσεως τῶν φόρων, γιά τίς όποιες δέν ήταν πλέον δυνατή, λόγω τῶν συμβάσεων οἱ όποιες είχαν ήδη συναφθεῖ, ή μετακύλιση τῆς αυξήσεως στους ἀγοραστές. Ή ἀπαλλαγή αυτή τῶν 70 DM σκοπό είχε νά ἀντισταθμίσει τήν αύξηση τῶν φόρων πού ἐπεβάλλοντο μετά τίς 18 Μαρτίου 1976. Όπως βλέπομε, τό ποσό αυτό ἀντιστάθμιζε ἐν μέρει μόνο τήν αύξηση τού φόρου, πού ἀνήρχετο σέ 150 ĎM ἀνά εκατόλιτρο.
Ή δεύτερη ἀπαλλαγή, 80 DM ἀνά ἑκατόλιτρο αἰθυλικῆς αλκοόλης, ἐχορηγήθη μόνο γιά τίς ποσότητες εκείνες πού εὑρίσκοντο σέ ιδιωτικές ἀποθήκες οινοπνεύματος τήν 22α Φεβρουαρίου 1976 καί δέν ἀφοροῦσε τά οινοπνευματώδη πού εὑρίσκοντο στίς αποθήκες τελωνείου. Ἐφηρμόσθη ὅμως στό σύνολο τῶν ἀποθεμάτων αυτών καί περιέλαβε κατ' αυτό τόν τρόπο καί τό μέρος ἐκεῖνο πού υπερέβαινε τήν παραγωγή ἀναφοράς. Ή ἀπαλλαγή αυτή τῶν 80 DM ἐχορηγήθη κατ' ἀποκοπήν, καθ' ὅσον, σύμφωνα μέ τό παραπέμπον δικαστήριο, τά υπερβάλλοντα πού είχαν πράγματι εισπραχθεί ἐπί τῶν οινοπνευματωδών τά όποια ἐναποθηκεύθησαν μετά τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1975 καί μέχρι τίς 22 Φεβρουαρίου 1976 ἐκυ-μάνθησαν μεταξύ 16,05 καί 99,54 DM ἀνά εκατόλιτρο αἰθυλικῆς ἀλκοόλης. Ή συμπληρωματική αύτη ἀπαλλαγή ἀντα-πεκρίνετο, πάντα κατά τό παραπέμπον δικαστήριο, στην ἀνάγκη επιστροφής τῶν υπερβαλλόντων πού είχαν εξοφληθεί κατά τήν εναποθήκευση τῶν οινοπνευματωδών. 'Επειδή κατά τήν έξοδο τῶν ἀποθεμάτων αυτών ἀπό τίς ἀποθήκες μετά τίς 18 Μαρτίου 1976 ἔπρεπε ἐπί πλέον νά εξοφληθεί ὁ φόρος οινοπνεύματος, ὁ όποιος ἐν τῶ μεταξύ εἶχε αὑξηθεῖ, ἡ επιστροφή αυτή ἐπεβάλλετο προκειμένου νά ἀποφευχθεί ἡ επιβάρυνση τους μέ ποσό μεγαλύτερο ἀπό τήν αύξηση τοῦ φόρου.
Προκειμένου νά δοθεί μία συνολική άποψη τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύο αυτών απαλλαγών, κατήρτισα τόν ἀκόλουθο πίνακα:
'Ιδιωτική ἀποθήκη οἰνοπνεύ-ματος
'Αποθήκη τελωνείου
Ποσότης ἀναφορᾶς
150
70
'Απαλλασσόμενο ἀπόθεμα πέραν τῆς ποσότητος αναφορᾶς
80
0
Παρά τίς διαφορές τους οἱ δύο ἀπαλλαγές ἐχορηγήθησαν κατά πανομοιότυπους τρόπους. Γιά πρακτικούς λόγους δέ, ἐπραγματο-ποιήθη συμψηφισμός μέ τους φόρους πού ὠφείλοντο γιά τους μήνες μετά τόν 'Απρίλιο τοῦ 1976.
3.
Ή επιχείρηση Pabst & Richarz KG εκμεταλλεύεται όνα ἀποστακτήριο παραγωγής ἀποστάγματος οἴνου. Διαθέτει μία Ιδιωτική ἀποθήκη οινοπνεύματος — ἡ ὁποία δέν ἀποτελεί τό ἀντικείμενο τῆς κυρίας υποθέσεως — καθώς καί «μία λεγομένη δεξαμενή ἀποθηκεύσεως («ein sogenanntes Tanklager»), ἡ ὁποία ευρίσκεται ὑπό τελωνειακό έλεγχο». Κατά τήν ημερομηνία ἀναφορᾶς ή δεξαμενή ἀποθηκεύσεως αυτή περιείχε 13278 εκατόλιτρα αἰθυλικῆς ἀλκοόλης πρώτου ἀποστάγματος. Τό ἀπόσταγμα αυτό προήρχετο ἀπό Κράτη μέλη τῆς ΕΟΚ (Γαλλία καί Ἰταλία), καθώς καί ἀπό τήν 'Ελλάδα. Κατά τήν ἐναποθήκευση ἡ ἐπιχείρηση εἶχε καταβάλει γιά τό ἀπόσταγμα αυτό τό υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου ὕψους, σύμφωνα μέ τήν διάταξη περί παραπομπής, 80 DM ἀνά ἑκατόλιτρο αἰθυλικῆς ἀλκοόλης. Ό φόρος αυτός τῆς επεστράφη.
Μέ τήν προσφυγή τῆς ἡ ἐπιχείρηση ζητεῖ μία δεύτερη ἀπαλλαγή τοῦ ιδίου ύψους. 'Ας σημειωθεί ὅτι ἐν προκειμένω δέν τίθεται συνεπώς ζήτημα γιά τήν ἀπαλλαγή τῶν 70 DM ἀνά εκατόλιτρο αἰθυλικῆς ἀλκοόλης πού ἀφοροῦσε τά οἱνοπνευματώση πού εὑρίσκοντο στίς ιδιωτικές ἀποθήκες οἰνοπνεύματος καί πού δέν υπερέβαιναν τήν ποσότητα ἀναφορᾶς.
Σύμφωνα μέ τήν επιχείρηση, τά μέτρα ἀπαλλαγών γιά τά ἀποστάγματα πού ήσαν ἀποθηκευμένα στίς ιδιωτικές ἀποθήκες οινοπνεύματος, ύψους 150 DM γιά τήν ποσότητα ἀναφορᾶς καί 80 DM γιά τίς ἐπί πλέον ποσότητες, ὁδήγησαν σέ διάκριση σέ βάρος τῶν εισαχθέντων οινοπνευματωδῶν έναντι τῶν οινοπνευματωδῶν τοῦ μονοπωλίου. Ή διάκριση αυτή προεκλήθη κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο:
—
'Ως πρός τά εισαχθέντα οινοπνευματώδη, γιά τά όποια τό υπερβάλλον τοῦ εξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου εἶχε εξοφληθεί κατά την εναποθήκευση τους, ἡ ἀπαλλαγή ἀπλώς ἀκύρωσε τόν φόρο αυτό, ἄν καί ἡ αύξηση τοῦ φόρου κατά 150 DM παρήγαγε πλήρως τά ἀποτελέσματα της, τουλάχιστον ὅσον άφορᾶ τά ἀποθέματα πού υπερέβαιναν τήν παραγωγή ἀναφοράς: οἱ επιχειρήσεις κατέβαλαν γιά τά οινοπνευματώδη αυτά 1650 DM ἀνά εκατόλιτρο αιθυλικής ἀλκοόλης.
—
Ἀντιθέτως, ὡς πρός τά οινοπνευματώδη τοῦ μονοπωλίου ἡ ἀπαλλαγή τῶν 80 DM πέραν τῆς ποσότητος ἀναφορᾶς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, γιά τά ἀποθέματα πού ἀφορούσε, τήν μείωση τοῦ φόρου οινοπνεύματος, ὁ όποιος κατ' αυτό τόν τρόπο τελικώς έφθασε τό ποσό τῶν 1650 DM μείον 80 DM δηλαδή 1570 DM ἀνά ἐκατόλιτρο. Τό χαμηλότερο αυτό ποσό προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἀπαλλαγή αυτή δέν ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὡς επιστροφή φόρου πού εἶχε εισπραχθεί κατά τόν χρόνο τῆς εναποθηκεύσεως, διότι, σύμφωνα μέ τους ισχυρισμούς τῆς επιχειρήσεως, δέν υφίσταται γιά τά οινοπνευματώδη τοῦ μονοπωλίου ἀντίστοιχο τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ εξισωτικού φόρου μονοπωλίου.
Κατά συνέπεια, ἡ επιχείρηση θεωρεί ὅτι ή διάκριση αὐτή εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τά δικαιώματα πού οἱ Ιδιώτες δύνανται νά επικαλεσθοῦν βασιζόμενοι στό κοινοτικό δίκαιο.
Τό Finanzgericht τοῦ 'Αμβούργου κρίνει καί αὐτό ὅτι τό επίδικο μέτρο ἀντιβαίνει στην κοινοτική έννομη τάξη καί γιά νά επιβεβαιώσει τήν άποψη του σᾶς ὑποβάλλει τρία έρωτήματα μέ τά όποια ζητείται κυρίως νά προσδιορισθεί βάσει ποιᾶς διατάξεως τοῦ κοινοτικού δικαίου πρέπει νά κριθεί τό επίδικο μέτρο καί, σέ περίπτωση πού ἀποφανθεί, σύμφωνα μέ τήν ερμηνεία πού θά δώσετε στην διάταξη αυτή, ὅτι τό επίδικο εθνικό μέτρο εἶναι ἀσυμβίβαστο μέ αυτή, ἄν οἱ ιδιώτες δύνανται νά επικαλεσθούν βάσει τής διατάξεως αυτής δικαιώματα πού τό 'ίδιο είναι υποχρεωμένο νά προστατεύσει.
II —
Μέ τό πρώτο ερώτημά του τό Finanzgericht σᾶς έρωτᾶ ἄν «ένα κρατικό μέτρο, τό όποῖο, σέ συνδυασμό μέ μία αύξηση τῶν φόρων οἰνοπνεύματος καί μέ τήν χορήγηση ενισχύσεως σέ ὁρισμένους εγχώριους οἰνο-πνευματοποιούς γιά τά οινοπνευματώδη πού έχουν διαθέσιμα κατά τόν χρόνο λήψεως τοῦ ἐν λόγω μέτρου καί τά όποια δέν έχουν ἀκόμη ἐπιβαρυνθεί μέ φόρο, διατάσσει τήν χορήγηση ἀπαλλαγής στό πλαίσιο τοῦ συστήματος επιβολής τοῦ φόρου» πρέπει νά θεωρηθεί ἀφ᾿ ἑνός μέν ὡς φορολογικό μέτρο κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης καί τοῦ ἄρθρου 53 παράγραφος 1 τῆς συμφωνίας συνδέσεως μέ τήν 'Ελλάδα ή ὡς μέτρο πού σχετίζεται μέ τό άρθρο 37 τής συνθήκης περί τῶν εθνικών μονοπωλίων πού έχουν εμπορικό χαρακτήρα ἡ ἀφ᾿ έτερου ὡς ἐνισχύσεως κατά τήν έννοια τῶν άρθρων 92 ἑπ. τῆς συνθήκης.
Τό ερώτημα αυτό επομένως άφορᾶ κατά κύριο λόγο τήν ἐπιλογή μεταξύ τῶν κοινοτικών διατάξεων τῶν σχετικών μέ τίς δημόσιες ενισχύσεις καί τῶν άρθρων 37 καί 95, τά όποια βασίζονται καί τά δύο, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν ἀπόφαση σας τῆς 10ης 'Οκτωβρίου 1978, Hansen (υπόθεση 148/77, σκέψη 13, Rec. σ. 1807), «ἐπί τῆς ἰδίας ἀρχής, δηλαδή τῆς εξαλείψεως κάθε διακρίσεως στίς ἀνταλλαγές μεταξύ Κρατών μελών». Θά εξετάσω πάντως καί τό ζήτημα τῆς σχέσεως μεταξύ τῶν άρθρων 37 καί 95, δεδομένου ὅτι κανένα ἀπό τά μέρη δέν ἐτάχθη στην παρούσα διαδικασία υπέρ τῶν διατάξεων τῶν σχετικών μέ τίς ενισχύσεις, άλλά ὑπεστήριξαν ἀντιτιθέμενες ἀπόψεις ὡς πρός τήν επιλογή μεταξύ τοῦ ἄρθρου 95 καί τοῦ άρθρου 37.
1.
Σύμφωνα μέ την διάταξη περί παραπομπής, τό ζήτημα τίθεται σοβαρῶς, ἀπό ἀπόψεως γερμανικοί) δικαίου, ἄν ἡ επίδικη ἀπαλλαγή συνιστᾶ φορολογικό μέτρο ή μέτρο ενισχύσεως. Το Finanzgericht θεωρεί, ἐν ὄψει ιδίως τοῦ σκοποῦ πού επιδιώκεται ἀπό τήν ρύθμιση, ὅτι τό μέτρο αυτό εμφανίζεται στό γερμανικό δίκαιο ὡς μέτρο φορολογικής ἰσότητος. Σύμφωνα ὅμως μέ μία προδικαστική ἀπόφαση τοῦ Bundesfinanzhof τῆς 1ης Ἀπριλίου 1980 (VII R 17/78), ἡ ρύθμιση αὐτή πρέπει μᾶλλον νά χαρακτηρισθεί ὡς μέτρο επιδοτήςεως.
Τό παραπέμπον δικαστήριο ὅμως θεωρεί επίσης ὅτι μόνο ὁ χαρακτηρισμός τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἀπό ἀπόψεως κοινοτικού δια-καίου εἶναι ἀποφασιστικός προκειμένου νά δοθεί ἀπάντηση στά υποβληθέντα ἐρωτήματα. Δέν δυνάμεθα παρά νά δεχθοῦμε τήν ἄποψη αύτη. Ὅπως ὀρθώς παρετήρησε ή 'πιτροπή, ἀκόμη καί ἄν θεωρηθεί ὅτι ἡ επίδικη ἀπαλλαγή συνιστά ἐνίσχυση κατά τό εθνικό δίκαιο, ὁ χαρακτηρισμός αυτός δέν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα γιά τό κοινοτικό δίκαιο. Όπως τόνισε καί τό 'ίδιο τό Finanzgericht, ἡ ὁμοιόμορφη εφαρμογή τοῦ κοινοτικοί) δικαίου σε ὅλα τά Κράτη μέλη προϋποθέτει τήν ἑρμηνεία κατ' αυτόνομο τρόπο. Πράγματι, ἄν ἡ εκτίμηση ἀπό ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου ἑνός μέτρου πού θεσπίζεται ἀπό ἕνα Κράτος μέλος ἐξηρτατο ἀπό τόν χαρακτηρισμό του κατά τό εθνικό δίκαιο τοῦ κράτους αυτού, τό μέτρο αυτό θά ἠδύ-νατο νά θεωρηθεί παραδείγματος χάριν ὡς ενίσχυση στό κράτος αὐτό, ἐνῶ ἕνα ἴδιο μέτρο πού θά ἐλαμβάνετο σέ άλλο Κράτος μέλος ὡς επιστροφή φόρου.
Ή **'ίδια παρατήρηση ισχύει ἐν προκειμένω γιά τόν χαρακτηρισμό τῆς επιδίκου ἀπαλλαγής ὡς ενισχύσεως ἀπό τό Bundesfinanzhof, ἀλλά καί γιά τό ἀπόσπασμα τῆς εκθέσεως τῆς επιτροπής οικονομικῶν τοῦ Bundestag, σύμφωνα μέ τό όποιο ἡ επίδικη ἀπαλλαγή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀντιστάθμιση τοῦ φόρου πού προηγουμένως ἐπεβάλ-λετο ὑπό τήν μορφή τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ προσθέτου φόρου οινοπνεύματος ἡ τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου.
2.
Στό πεδίο τοῦ κοινοτικού δικαίου κανένα ἀπό τά μέρη δέν υπεστήριξε στην παρούσα διαδικασία ὅτι ἡ επίδικη ἀπαλλαγή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς μέτρο ενισχύσεως κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 92 τῆς συνθήκης.
Ή Oberfinanzdirektion ('Ανωτέρα Διεύθυνση Οικονομικών) τοῦ Ἀννοβέρου εἶναι τῆς γνώμης ὅτι πρόκειται γιά μέτρο πού εντάσσεται στό πλαίσιο τῶν κανόνων πού ἀφο-ροῦν τό μονοπώλιο («monopolrechtliche Regelung») καί ἑπομένως εμπίπτει στό άρθρο 37 τῆς συνθήκης. Ή επιχείρηση Pabst & Richarz καί ἡ 'Επιτροπή κλίνουν ἀντιθέτως υπέρ τοῦ χαρακτηρισμοῦ του ὡς φορολογικής διατάξεως κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 95.
Τήν τελευταία άποψη αυτή συμμερίζομαι καί ἐγώ.
Πράγματι, τό άρθρο 95 πρέπει νά ερμηνευθεί ευρέως, ὅπως τονίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση σας Hansen (Rec. σ. 1787), καί επαναλαμβάνεται στην ἀπόφαση σας 'Επιτροπή κατά Γαλλίας, τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1980 (υπόθεση 168/78, Rec. 1980, σ. 347), «ὥστε κατ' αυτό τόν τρόπο νά καλύψει ὅλα τά φορολογικά μέτρα πού θά ἠδύναντο νά θίξουν τήν ισότητα τῆς μεταχειρίσεως μεταξύ εγχωρίων προϊόντων καί εισαγομένων προϊόντων» (ἀπόφαση στην υπόθεση 168/78, σκέψη 5, Rec. σ. 359). Ή διάταξη αυτή ἑπομένως πρέπει νά ἑρμηνευθεί κατά τρόπο ώστε νά καθίσταται παράνομη ἀπό ἀπόψεως κοινοτικοῦ δικαίου οποιαδήποτε φορολογική πολιτική πού συνιστά μέτρο προστατευτισμοῦ, ὑπό οιαδήποτε μορφή καί ἄν παρουσιάζεται.
'Εν προκειμένω εἶναι ἀπολύτως σαφές ὅτι ή επίδικη ἀπαλλαγή ὁδηγεί σέ διάκριση πού ἀπαγορεύεται ἀπό τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθώς καί ἀπό τό άρθρο 53 παράγραφος 1 τῆς συμφωνίας συνδέσεως μέ τήν 'Ελλάδα.
Ή τιμή βεβαίως πού κατεβάλλετο γιά τό οινόπνευμα τοῦ μονοπωλίου πρίν ἀπό τήν εναποθήκευση του περιελάμβανε ἕνα στοιχείο πού ἀντιστοιχοῦσε μέ τό υπερβάλλον τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου, τό όποιο ἀπεκαλεῖτο «τελικό στοιχείο τῆς τιμῆς» («Preisspitze» ), καί πού επίσης ἀνήρχετο σέ 80 DM ἀνά εκατόλιτρο αιθυλικῆς ἀλκοόλης κατά τόν χρόνο τῶν επιδίκων περιστατικῶν καί γιά τό όποιο θά ἠδύνατο νά τεθεῖ τό ζήτημα ἄν καί αυτό δέν είχε φορολογικό χαρακτήρα. Προσφάτως ὅμως απαντήσατε στό Bundesfinanzhof, πού σᾶς εἶχε υποβάλει τό ἴδιο ερώτημα, ὅτι «κατά τήν σύγκριση των φορολογικών επιβαρύνσεων κατά τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δύναται νά ληφθεί ὑπ᾿ ὄψη μόνο τό ποσό τοῦ φόρου οινοπνεύματος πού περιέχεται στην τιμή πωλήσεως τοῦ οινοπνεύματος τοῦ μονοπωλίου» — καί ὄχι επομένως τό ποσό τοῦ τελικοῦ στοιχείου τῆς τιμής (2ο τμήμα, 25 Νοεμβρίου 1981, Andresen, υπόθεση 4/81, σκέψη 18). Κατά συνέπεια, υπάρχει ὁπωσδήποτε διάκριση μεταξύ τῶν οινοπνευματωδῶν τοῦ μονοπωλίου καί τῶν εισαγομένων οινοπνευματωδών, ἀφοῦ δέν ἀμφισβητείται ή φύση τοῦ υπερβάλλοντος τοῦ ἐξισωτικοῦ φόρου μονοπωλίου πού επιβάλλεται στά τελευταία αὐτά.
3.
'Υπό τίς συνθήκες αυτές, ἐν ὄψει τής νομολογίας σας ἐπί τῆς σχέσεως τοῦ άρθρου 95 τῆς συνθήκης μέ τά άρθρα 92 ως 94, παρέλκει πλέον ἡ εξέταση τοῦ ζητήματος ἄν τό ἐν λόγω μέτρο δύναται νά χαρακτηρισθεί καί ὡς μέτρο ενισχύσεως.
Ὅπως ἀπεφάνθητε στην ἀπόφαση σας 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, τῆς 21ης Μαΐου 1980 (ὑπόθεση 73/79, Rec. σ. 1547, σκέψη 9), «τό μέτρο πού εφαρμόζεται μέσω μιᾶς φορολογήσεως πού συνεπάγεται διακρίσεις καί πού εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεί συγχρόνως ὡς μέρος ενισχύσεως κατά τήν ἔωωοια τοῦ άρθρου 92 υπόκειται σωρευτικῶς στίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 95 (...) καί στίς διατάξεις τίς σχετικές μέ τίς κρατικές ενισχύσεις». Στην περίπτωση αυτή πάντως, ἡ διαδικασία πού προβλέπεται στά άρθρα 92 καί 93 «δέν πρέπει ποτέ νά καταλήγει σέ ἀποτέλεσμα ἀντίθετο πρός τίς ειδικές διατάξεις τῆς συνθήκης πού ἀφοροῦν (...) τους εσωτερικούς φόρους» (σκέψη 11, Rec. σ. 1547).
Ἡ υπεροχή τοῦ ἄρθρου 95 έναντι τῶν άρθρων 92 καί 93 ἐπεβεβαιώθη καί μέ τήν ἀπόφαση σας Essevi καί Salengo, τῆς 27ης Μαΐου 1981 (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 142/80 καί 143/80), στην ὁποία ἀπεφάνθητε ὅτι «σύμφωνα μέ το σύστημα τῆς συνθήκης, τά Κράτη μέλη δέν δύνανται νά θεσπίζουν ή νά εγκρίνουν ενισχύσεις ὑπό μορφή φορολογικών διακρίσεων σέ βάρος προϊόντων πού προέρχονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη» (σκέψη 28). Ἑπομένως, ἄν ένα εθνικό μέτρο συνιστά ἀποδεδειγμένως διάκριση κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 95 τῆς συνθήκης, αὐτός πού τό ἐθέσπισε δέν δύναται νά επικαλεσθεί τό γεγονός ὅτι τό μέτρο αυτό δύναται επίσης νά θεωρηθεί ὡς ενίσχυση πού συμβιβάζεται ενδεχομένως μέ τήν κοινή ἀγορά δυνάμει τοῦ ἄρθρου 92 παράγραφος 2 ἡ 3.
4.
Όσον άφορᾶ τά άρθρα 37 καί 95, τό πεδίο εφαρμογής τους ὁροθετήθη μεταξύ άλλων μέ τήν ἀπόφαση σας Peureux, τής 13ης Μαρτίου 1979, σύμφωνα μέ τήν οποία «οί κανόνες πού θεσπίζονται στό άρθρο 37 δέν ἀφοροῦν (...) παρά μόνο τίς δραστηριότητες πού εἶναι ἀρρήκτως συνδεμένες μέ τήν άσκηση τῆς ειδικής λειτουργίας τοῦ επιδίκου μονοπωλίου καί δέν έχουν εφαρμογή ἐπί τῶν εθνικών διατάξεων πού δέν ἀφοροῦν τήν ειδική λειτουργία αὐτή» (υπόθεση 86/78, σκέψη 35, Rec. σ. 913).
'Η χορήγηση ενός κατ' ἀποκοπή ποσού στόν κάτοχο οινοπνευματωδών ὅλων τῶν κατηγοριών (οινοπνεύματος τοῦ μονοπωλίου, εγχωρίου οινοπνεύματος πού ἀπηλλάσσετο ἀπό τήν υποχρέωση παραδόσεως στό μονοπώλιο, εισαγομένου οινοπνεύματος) ὡς επιστροφή φόρων πού είχαν επιβληθεί προηγουμένως ἐπί ορισμένων ἀπό αυτά ὁπωσδήποτε δέν δύναται, κατά τήν γνώμη μου, νά συνιστά «στοιχείο ἀπό τό όποιο εξαρτάται ή επιτέλεση τῆς ειδικής λειτουργίας τοῦ μονοπωλίου», γιά νά παραθέσουμε ἀκριβώς μία άλλη σκέψη τῆς ιδίας ἀποφάσεως (σκέψη 36, Rec. σ. 914—915).
Συνεπώς, ἕνα μέτρο ὅπως αυτό πού περιέγραψε τό Finanzgericht δύναται νά κριθεί μέ γνώμονα μόνο τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης, ὅσον άφορᾶ τά οινοπνευματώδη πού εισάγονται ἀπό την Κοινότητα, καί μέ γνώμονα τό άρθρο 53 παράγραφος 1 τῆς συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τῆς ΕΟΚ καί της **1Ελλάδος, ὅσον άφορᾶ τά οινοπνευματώδη ελληνικής καταγωγῆς.
III —
Μέ τό δεύτερο ερώτημα του, τό Finanzgericht σᾶς έρωτᾶ κυρίως ἄν οἱ διατάξεις αυτές έχουν άμεσο ἀποτέλεσμα, άποψη υπέρ τῆς ὁποίας κλίνει, ἀνεξαρτήτως τοῦ χαρακτηρισμοῦ καί τῆς νομιμότητος ἀκόμη τοῦ μέτρου τῆς επιδίκου ἀπαλλαγής έναντι τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου. Σᾶς θέτει δέ τό 'ίδιο ερώτημα ὅσον άφορᾶ τό άρθρο 37 της συνθήκης.
1.
Κατ' ἀρχάς, λόγω τῆς αυτονομίας τοῦ κοινοτικού δικαίου, τό άμεσο ἀποτέλεσμα μιᾶς διατάξεως πού ἀνήκει στην κοινοτική ἔννομη τάξη δέν επιτρέπεται γενικῶς νά εξαρτάται ἀπό προϋποθέσεις πού ἀνάγονται στό εθνικό δίκαιο.
Σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία σας, τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ἀπονέμει στους πολίτες τῆς Κοινότητος δικαιώματα τά όποια τά εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται νά προστατεύουν (16 'Ιουνίου 1966, Lütticke, υπόθεση 57/65, Rec, σ. 301, 303 — 22 Μαρτίου 1977, Iannelli, σκέψη 22, Rec. σ. 578, 579), καί τό ἴδιο ισχύει καί για τό άρθρο 37 παράγραφος 1 ἀπό τό τέλος τῆς μεταβατικής περιόδου (17 Φεβρουαρίου 1976), Rewe, υπόθεση 45/75, ἡ ὁποία ἀνεφέρθη ἀνωτέρω, σκέψεις 22 ὥς 24, Rec. σ. 197, 198).
2.
Επομένως, λεπτομερέστερη εξέταση ἀξίζει μόνο τό ζήτημα τοῦ ἀμεσου ἀποτελέσματος τοῦ ἄρθρου 53 παράγραφος 1 της συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τῆς ΕΟΚ καί τῆς 'Ελλάδος.
Θά υπενθυμίσω κατ' ἀρχάς ὅτι έχετε ήδη κρίνει ὅτι οἱ διατάξεις τῆς συμφωνίας αυτής «ἀποτελούν ἀναπόσπαστο τμήμα ... τῆς κοινοτικής έννομου τάξεως» καί ἐκηρύχθητε μάλιστα ἀρμόδιοι νά ἀποφανθείτε «προδικαστικῶς» ἐπί τῆς ἑρμηνείας τους (30 'Απριλίου 1974, Haegeman, υπόθεση 191/73, σκέψεις 5 καί 6, Rec. σ. 459,460).
Τό ζήτημα ἄν έχει άμεσο ἀποτέλεσμα μία διάταξη πού περιέχεται σέ διεθνή συμφωνία πού συνάπτεται ἀπό τήν Κοινότητα εξαρτᾶται κατά τήν γνώμη μου ἀπό δύο προϋποθέσεις. 'Η πρώτη προϋπόθεση εἶναι ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη πρέπει νά περιέχει μία σαφή, ρητή καί άνευ ὅρών υποχρέωση, «ή εκτέλεση καί τά ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας δέν εξαρτῶνται ἀπό τήν έκδοση άλλης πράξεως εἴτε τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος εἶτε τῶν Κρατών μελών» (16 'Ιουνίου 1966, Lütticke, ή ὁποία ἀνεφέρθη ἀνωτέρω, Rec. σ. 302).
Ἡ δεύτερη προϋπόθεση ἀντλείται ἀπό τήν ratio τῆς αναγνωρίσεως ἀμεσου ἀποτελέσματος σέ διατάξεις τοῦ είδους αὐτοῦ. Ό λόγος γιά τόν όποιο κατέστη δυνατή ἡ ἀπονομή στους πολίτες τῆς Κοινότητος, βάσει διατάξεων πού χαρακτηρίζονται ὡς διατάξεις τοῦ ἐσωτερικοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, δικαιωμάτων τῶν ὁποίων τήν προστασία οἱ πολίτες αυτοί δύνανται νά ζητήσουν δικαστικώς εἶναι ὅτι «ή Κοινότης ἀποτελεί μία νέα έννομη τάξη διεθνοῦς δικαίου, υπέρ τῆς ὁποίας τά κράτη έχουν περιορίσει — σέ λίγους έστω τομείς — τά κυριαρχικά τους δικαιώματα καί τῆς ὁποίας υποκείμενα δέν εἶναι μόνο τά Κράτη μέλη, ἀλλά καί οι υπήκοοι τους» (5 Φεβρουαρίου 1963, van Gend & Loos, υπόθεση 26/62, Rec. σ. 23). 'Ανάλογο ἀποτέλεσμα δύναται ὑπό ὁρισμένες προϋποθέσεις νά ἀναγνωρισθεί καί στην έννομη τάξη πού δημιουργείται ἀπό τίς διεθνείς συμφωνίες πού συνάπτει ἡ Κοινότης.
3.
Κατά την γνώμη μου οἱ δύο προϋποθέσεις αὐτές πληρούνται ἐν προκειμένω.
Όπως δύνασθε νά διαπιστώσετε, ἡ διατύπωση τοῦ ἄρθρου 53 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τῆς συμφωνίας μέ την Ἑλλάδα εἶναι ουσιαστικώς ἡ ἴδια μέ την διατύπωση τοῦ άρθρου 95 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης:
«Ουδέν Συμβαλλόμενον Μέρος πλήττει ἀμέσως ἡ εμμέσως τά προϊόντα τοῦ έτερου Συμβαλλομένου Μέρους δι' ἐσωτερικών φορολογικών επιβαρύνσεων οἱασδήποτε φύσεως, ἀνωτέρων τῶν πληττουσῶν ἀμέσως ἤ εμμέσως τά ὅμοια εθνικά προϊόντα.»
Κατά συνέπεια, οἱ λόγοι γιά τους ὁποίους τό Δικαστήριο εδέχθη τό άμεσο ἀποτέλεσμα τοῦ ἄρθρου 95 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης Ισχύουν, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, καί για τό άρθρο 53 παράγραφος 1 πρῶτο εδάφιο τῆς συμφωνίας πού υπεγράφη στην 'Αθήνα μέ τήν Ἑλλάδα. Τό άρθρο 53 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τῆς συμφωνίας της 'Αθήνας, ὅπως ακριβώς καί ἡ ἀδελφή διάταξη τῆς συνθήκης, επέβαλλε σ᾿ αυτούς προς τους ὁποίους ἀπηυθύνετο μία σαφής καί ἀπόλυτη ὑποχρέωση γιά τήν ὁποία δέν τίθεται καμμία προϋπόθεση καί ἡ ἐκτέλεση καί τά ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας δέν εξαρτώνται ἀπό τήν ἔκδοση καμμιᾶς πράξεως. Ή υποχρέωση αυτή ήταν «επομένως πλήρης, τέλεια ἀπό νομικῆς ἀπόψεως καί κατά συνέπεια ικανή νά παραγάγει άμεσα ἀποτελέσματα στίς έννομες σχέσεις μεταξύ» τῶν Συμβαλλομένων Μερών «καί τῶν ὑπηκόων τους»(προαναφερθείσα ἀπόφαση Lütticke, Rec. 1966, σ. 302).
4.
Ή συμφωνία τῶν 'Αθηνών ἱκανοποιοῦσε ὁμοίως κατά τό πνεῦμα καί τήν οἰκονομία της καί τήν δεύτερη προϋπόθεση.
Κατά πρώτο, οἱ σκοποί τῆς δείχνουν σαφώς, ὅπως προκύπτουν ἀπό τό προοίμιό της, ὅτι ἀποτελοῦσε κάτι πολύ περισσότερο ἀπό τίς κλασσικές συμφωνίες ελευθέρων ἀνταλλαγών μέ τίς άλλες τρίτες χώρες. Πράγματι, τά Συμβαλλόμενα Μέρη διεκήρυσσαν ὅτι ήσαν ἀποφασισμένα «νά δημιουργήσουν ὁλονέν στενωτέρους δεσμούς μεταξύ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καί τῶν συνηνωμένων εντός της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος λαών», μέ τήν προοπτική τῆς μεταγενε-στέρας προσχωρήσεως τῆς 'Ελλάδος στην Κοινότητα.
Οἱ σκοποί αὐτοί ἀντικατοπτρίζονται στην διάρθρωση καί στό περιεχόμενο τῆς συμφωνίας, πού ἀκολουθοῦν τό πρότυπο της συνθήκης ΕΟΚ. Ή συμφωνία συνδέσεως μέ τήν 'Ελλάδα προέβλεπε — έκτός ἀπό τήν τελωνειακή ένωση, τήν ἀποδοχή ἀπό τήν Ελλάδα τοῦ κοινοῦ δασμολογίου, τήν εξάλειψη τῶν ποσοτικών περιορισμών στίς ἀνταλλαγές — τήν εναρμόνιση τῆς ἀγροτικῆς πολιτικής, τήν ἐλεύθερη κυκλοφορία τῶν εργαζομένων καί τήν χαλάρωση τῶν διατάξεων σχετικά μέ τήν εγκατάσταση ἡ τήν παροχή υπηρεσιών, τῶν διατάξεων σχετικά μέ τόν ἀνταγωνισμό, μέ τήν φορολογία καί μέ τήν προσέγγιση τῶν νομοθεσιών, τόν συντονισμό τῆς οικονομικῆς πολιτικῆς.
Όσον άφορᾶ τά θεσμικά ὄργανα, ή συμφωνία καθιέρωνε ένα συμβούλιο συνδέσεως, τό όποιο είχε τήν εξουσία νά λαμβάνει ἀποφάσεις ὑποχρεωτικοῦ χαρακτῆρος γιά τήν πραγματοποίηση τῶν σκοπών τῆς καί στίς περιπτώσεις πού ἡ 'ίδια προέβλεπε (άρθρο 65). Ή επίλυση τῶν διαφορών ἐρρυθ-μίζετο ὄχι μόνο διά τῆς υποβολῆς τοῦ θέματος ενώπιον τοῦ συμβουλίου τῆς συνδέσεως, ἀλλά καί διά τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ή ὁποία περιελάμβανε τήν δυνατότητα προσφυγῆς στό Δικαστήριο (άρθρο 67). Ή συμφωνία δέν περιείχε διατάξεις σχετικά μέ την καταγγελία της.
Ἀπό την ἴδια την διατύπωση της, τέλος, προκύπτει ὅτι τό άρθρο 53 παράγραφος 1 πρῶτο εδάφιο επέβαλλε στά Κράτη μέλη τῆς Κοινότητος, στην Κοινότητα καί στην Ἑλλάδα ἀμοιβαίες υποχρεωσεις.
'Από τό σύνολο τῶν σκέψεων αυτῶν συνάγεται κατά την γνώμη μου ὅτι ἡ σύνδεση μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς Ελλάδος ήταν ἀρκετά στενή, ώστε πρέπει νά τῆς ἀναγνωρισθεί ἡ ἰδιότης τῆς έννόμου τάξεως, υποκείμενα τῆς ὁποίας δέν ήταν μόνο τά Συμβαλλόμενα Μέρη, ἀλλά καί οἱ ὑπήκοοί τους.
IV —
Ἐν όψει τῆς ἀπαντήσεως μου, στό πρώτο ερώτημα, δέν θά εξετάσω παρά μόνον επικουρικώς τό ζήτημα ἄν τό κοινοτικό δίκαιο ἀπονέμει στον εισαγωγέα, δυνάμει της γενικής ἀρχής τῆς ἰσότητος, τό δικαίωμα να ζητήσει τήν χορήγηση επιδοτήσεων γιά τά οινοπνευματώδη πού εισάγει ἀπό άλλα Κράτη μέλη κατά τό 'ίδιο μέτρο πού χορηγοῦνται γιά τά οινοπνευματώδη πού παράγονται ἡ διατίθενται στην εθνική ἀγορά.
Στό ερώτημα αὐτό νομίζω ὅτι δέν δύναται νά δοθεῖ παρά ἀρνητική μόνο ἀπάντηση.
Σύμφωνα μέ τήν απόφαση σας τῆς 22ας Μαρτίου 1977, Steinike & Weinlig κατά Γερμανίας (υπόθεση 78/76, Rec. σ. 595), ἡ δυνα-τότης νά «ἀμφισβητηθεί ἐνώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων τό ἄν μία ενίσχυση συμβιβάζεται μέ τό κοινοτικό δίκαιο» καί νά «ζητηθεί ἀπό τά δικαστήρια αυτά νά ἀποφανθούν κυρίως ἤ παρεμπιπτόντως ἐπί τοῦ ενδεχομένως ἀσυμβιβάστου» (σκέψη 10, παράγραφος 1, Rec. σ. 610) δέν ἀπονέμεται στους ιδιώτες παρά μόνο ἐφ' ὅσον «οἱ διατάξεις πού ἀναφέρονται στό άρθρο 92 έχουν συγκεκριμενοποιηθεί μέ τίς γενικής ισχύος πράξεις πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 94 ή μέ τίς ἀποφάσεις στίς ειδικές περιπτώσεις πού ἀναφέρει τό άρθρο 93 παράγραφος 2» (σκέψη 10, παράγραφος 2, Rec. σ. 610).
Ἐκτός ἀπό τήν περίπτωση αυτή, ἀπό τήν ἀρμοδιότητα πού τά άρθρα 93 καί 94 ἀπονέμουν στην 'Επιτροπή καί στό Συμβούλιο ὡς πρός τόν έλεγχο τοῦ ζητήματος ἄν οἱ εθνικές ενισχύσεις συμβιβάζονται μέ τήν συνθήκη (ἀπόφαση Steinike & Weinlig, σκέψεις 6 ὡς 9, Rec. σ. 609,610) συνάγεται ὅτι οἱ ενδιαφερόμενοι ιδιώτες δέν έχουν δικαίωμα νά ζητήσουν ἀπό τά εθνικά δικαστήρια νά τους επιδικασθεί ενίσχυση πού χορηγείται στους ἀνταγωνιστές τους.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω νά δοθεί ἡ έξης ἀπάντηση στά ερωτήματα τοῦ Finanzgericht:
1.
Τό άρθρο 95 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τό άρθρο 53 παράγραφος 1 πρῶτο εδάφιο τῆς συμφωνίας συνδέσεως μεταξύ τῆς ΕΟΚ καί τῆς Ἑλλάδος, ή ὁποία υπεγράφη στήν 'Αθήνα στίς 9 'Ιουλίου 1961, έχουν τήν έννοια ὅτι μέ γνώμονα τίς διατάξεις αυτές πρέπει νά κριθεί τό κρατικό μέτρο τό όποιο διατάσσει τήν χορήγηση ἀπαλλαγής στό πλαίσιο τοῦ συστήματος επιβολής τοῦ φόρου, ἐφ' ὅσον τό μέτρο αυτό λαμβάνεται σέ συνδυασμό μέ μία αύξηση των φόρων ἐπί τοῦ οινοπνεύματος καί μέ τήν χορήγηση ενισχύσεως σέ ὁρισμένους εγχώριους οἰνοπνευματοποιούς γιά τά οινοπνευματώδη πού έχουν διαθέσιμα κατά τόν χρόνο λήψεως τοῦ εν λόγω μέτρου καί τά όποια δέν έχουν ἀκόμη επιβαρυνθεί μέ φόρο.
2.
Οἱ διατάξεις αυτές ἔχουν την έννοια ὅτι ἀπονέμουν στους εισαγωγείς τό δικαίωμα νά ζητήσουν τήν ἀπαλλαγή τῶν οινοπνευματωδών πού εισάγονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη ἀπό φόρους καταναλώσεως κατά τό μέτρο πού ἀπαλλάσσονται βάσει γενικών ἀδηγιῶν τά ἐγχώρια οινοπνευματώδη.
3.
Οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 92 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν ἀπονέμουν κανένα δικαίωμα στους εισαγωγεῖς να ζητήσουν, γιά τά εμπορεύματα πού εισάγουν ἀπό άλλα Κράτη μέλη, τήν χορήγηση επιδοτήσεων ἀναλόγων πρός τίς επιδοτήσεις πού χορηγοῦνται γιά ὁρισμένα ἀνταγωνιστικά εθνικά προϊόντα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.
( 2 ) 3 Φεβρουαρίου 1976, Manghera, ὑπόδεση 59/75, Rec. σ. 91.
( 3 ) 17 Φεβρουαρίου 1976, Miritz, ὑπόθεση 91/75, Rec. σ. 217.
Full & Egal Universal Law Academy