ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤήΝ 8Η ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Ό Arthur Burton θέτει γιά πρώτη φορά τό Δικαστήριο ἀντιμέτωπο μέ τό γεγονός ὅτι ή ἀρχή τῆς ἰσότητος ἀμοιβῶν μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών γιά όμοια εργασία, πού περιλαμβάνεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τίθεται σέ εφαρμογή μέ τήν ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου 75/117, συνεπάγεται λογικά ότι όχι μόνο οἱ γυναίκες πρέπει νά ἀπολαμβάνουν τά ἴδια πλεονεκτήματα μέ τους άνδρες άλλα καί ἀντιστρόφως, ὅτι οἱ άνδρες δέν πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται δυσμενέστερα ἀπό τίς γυναίκες.
Ἐργαζόμενος στό «British Railway Board», ὁ Burton έκρινε ὅτι, ἐφ᾽ όσον συνεπλήρωσε τήν ηλικία τῶν 58 ετών, ἠδύνατο νά διεκδικήσει γιά τόν λόγο αυτό τήν υφισταμένη γιά τίς εργαζόμενες γυναίκες δυνατότητα νά επωφελοῦνται, μετά τήν συμπλήρωση τῆς ηλικίας τῶν 55 ετών, ἑνός συστήματος εθελουσίας εξόδου καί τῶν σχετικών ωφελημάτων. Τόν Αὔγουστο 1979 υπέβαλε σχετική αίτηση. Κατά τίς σχετικές ὅμως ἐπί τοῦ θέματος διατάξεις τῶν British Railways, δέν ἠδύνατο νά τίς επικαλεσθεί, ὡς εργαζόμενος ἀνδρικοῦ φύλου, πρό τῆς συμπληρώσεως τῆς ηλικίας τῶν 60 ετών. 'Η αἴτησή του συνεπώς ἀπερρίφθη ἀπό τό British Railways. Τά ἀναγόμενα στην εθελουσία έξοδο ὀφέλη συνίστανται κυρίως, ἀλλά ὄχι ἀποκλειστικῶς — ἁπλοποιώ ὀλίγον — στό δικαίωμα τοῦ δικαιούχου νά λαμβάνει γιά μία περίοδο πέντε ετών κατ' ἀνώτατο όριο, πρό τῆς συνταξιοδοτήσεως, παροχές ποσοῦ ίσου μέ αυτό τῆς συντάξεως πού καταβάλλονται κατά τήν συμπλήρωση τῆς ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Ό Burton ἤσκησε έφεση ενώπιον τοῦ «Industrial Tribunal» κατά τῆς ἀρνήσεως νά τοῦ ἀναγνωρισθεί τό δικαίωμα εθελουσίας εξόδου. Στηρίζεται σχετικά στόν «Equal Pay Act 1970» (νόμο τοῦ 70 πού άφορα τήν Ισότητα ἀμοιβῶν), πού ἐτροποποιήθη ἀπό τόν «Sex Discrimination Act 1975» (νόμο τοῦ 1975 περί διακρίσεων βασιζομένων στό φύλο). Όταν διεπιστώθη ὅτι ô «Equal Pay Act» δέν ετύγχανε εφαρμογής διότι τά ὠφελήματα τοῦ συστήματος εθελουσίας εξόδου δέν ήταν συμβατικής φύσεως, ή έφεση ἐστηρίχθη ἀποκλειστικώς στον «Sex Discrimination Act». Ό νόμος αυτός ἀναφέρεται σέ διακρίσεις σέ θέματα μή συμβατικών ὠφελημάτων, στά όποια ἀνήκουν, κατά τό παραπέμπον δικαστήριο, καί τά ὀφέλη πού ἀνάγονται στην εθελουσία έξοδο. Οἱ διατάξεις περί συντάξεως, ἀντιθέτως, δέν εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἐν λόγω νόμου, ὁπως σημειώνεται στό άρθρο του 6 παράγραφος 4. Θά ἐπανέλθω στην συνέχεια στην νομική αυτή διάταξη. Τό «Industrial Tribunal» δέν εδέχθη τους Ισχυρισμούς τοῦ ἐκκαλοῦντος, ὁ όποιος προσέφυγε στην συνέχεια ενώπιον τοῦ «Employment Appeal Tribunal». 'Ενώπιον τοῦ ἐν λόγω δικαστηρίου υπεστήριξε ὅτι ὁ «Sex Discrimination Act» πρέπει νά ἑρμηνευθεί σύμφωνα μέ τό άρθρο 119 τής συνθήκης ΕΟΚ καί μέ τίς ὁδηγίες 75/117 καί 78/207 τοῦ Συμβουλίου.
Τό «Employment Appeal Tribunal» υπέβαλε τότε σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης, τά άκόλουθα περί ερμηνείας ερωτήματα:
«1.
'Εμπίπτει στην έκταση ἐφαρμογής τῆς ἀρχής περί ἰσότητος ἀμοιβών πού περιλαμβάνεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου 75/117/ΕΟΚ, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, ἡ ἀποζημίωση εθελουσίας εξόδου, ἡ ὁποία καταβάλλεται ἀπό ἕνα εργοδότη σέ εργαζόμενο πού επιθυμεί νά ἀποχωρήσει ἀπό την εργασία του;
2.
'Αν ἡ ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα εἶναι καταφατική, έχει ἡ ἀρχή περί ἰσότητος τῶν ἀμοιβών ἀμεσο ἀποτέλεσμα εντός τῶν Κρατῶν μελών ώστε νά παρέχει δικαστικώς ἐπιδιώξιμα δικαιώματα σέ ιδιώτες, ὑπό τίς συνθήκες τῆς παρούσης υποθέσεως;
3.
'Αν ἡ ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα είναι ἀρνητική :
(i)
Ἐμπίπτει μιά τέτοια ἀποζημίωση εθελουσίας εξόδου στην έκταση εφαρμογής τῆς ἀρχής περί ἴσης μεταχειρίσεως ἀνδρών καί γυναικών, ὡς πρός τους “ὅρους εργασίας”, πού περιλαμβάνονται στό άρθρο 1 παράγραφος 1, άρθρο 2 παράγραφος 1 καί άρθρο 5 παράγραφος 1 τῆς ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου 76/207/ΕΟΚ, τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976;
(ii)
'Αν ναί, έχει ἡ ἐν λόγω ἀρχή άμεσο ἀποτέλεσμα εντός τῶν Κρατών μελών ώστε νά παρέχει δικαστικώς έπιδιώξιμα κατά τό κοινοτικό δίκαιο δικαιώματα σέ ιδιώτες, ὑπό τίς συνθήκες τῆς παρούσης υποθέσεως;»
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 20 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμού τοῦ Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις ἐπί τῶν ἐν λόγω ἐρωτημάτων κατέθεσαν ὁ Arthur Burton, τό British Railways Board, ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, ή δανική κυβέρνηση καί ἡ 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Ὅσον άφορᾶ τά λοιπά πραγματικά περιστατικά τῆς δίκης, ἴσως εἶναι χρήσιμο ἀκόμη νά σημειωθεί ἐδῶ ὅτι ὁ Burton εἰργάζετο ήδη στους British Railways ἐπί 42 έτη όταν υπέβαλε τήν αἴτησή του, τό 1979, καί ὅτι τό British Railways δέν εἶναι ούτε υπάλληλος ούτε εκπρόσωπος τοῦ Στέμματος κατά τους ὅρους τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ «Transport Act 1962» (νόμος περί τῶν μεταφορών, τοῦ 1962).
Γιά τά λοιπά πραγματικά περιστατικά τῆς δίκης καί γιά τήν περιληπτική έκθεση τῶν γραπτών παρατηρήσεων παραπέμπω στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. 'Αν παραστεί ἀνάγκη, θά επανέλθω καί στην συνέχεια στά πραγματικά περιστατικά καί τίς υποβληθείσες γραπτές παρατηρήσεις πού άργότερα συνεπληρώθησαν προφορικώς. Ή ἀνάλυση μου θά διαρθρωθεί ὡς έξῆς: Μετά τήν παρούσα εἰσαγωγή, θά σημειώσω κατ' ἀρχάς τίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου πού ενδεχομένως παρουσιάζουν ενδιαφέρον γιά τήν παρούσα υπόθεση περαιτέρω, θά εκθέσω τίς διατάξεις τῶν ὁδηγιών πού ἀνεφέρθησαν στό πλαίσιο τῆς παρούσης δίκης, ἀκολούθως δέ θά ἀναλύσω λεπτομερέστερα τά υποβληθέντα ερωτήματα ὑπί τό φῶς τῶν στοιχείων τῆς δικογραφίας, καί τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου τέλος, θά διατυπώσω τήν κρίση μου ἐπί τῶν υποβληθέντων ερωτημάτων λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τίς γραπτές παρατηρήσεις.
2. Ή σχετική ἐπί τοῦ προκειμένου θέματος νομολογία τοῦ Δικαστηρίου
2.1.
Στην πρώτη σας ἀπόφαση Defrenne (υπόθεση 80/70, Jurispr. 1971, σ. 445), ἐδέχθητε ότι: «Ή καταβαλομένη, στά πλαίσια ενός ὑπό τοῦ νόμου οριζομένου συστήματος κοινωνικής ἀσφαλίσεως, σύνταξη λόγω ἀποχωρήσεως δέν ἀποτελεί όφελος έμμεσα παρεχόμενο ἀπό τόν εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω τῆς ἀπασχολήσεως τοῦ τελευταίου, κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 119 δεύτερο εδάφιο τῆς συνθήκης ΕΟΚ.» Ή ἐν λόγω νομολογία θά μέ κατευθύνει στό νά εμβαθύνω, κατά τήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῶν προτάσεων μου, στην ἀνάλυση τῆς σχέσεως πού υφίσταται μεταξύ ἑνός συστήματος εθελουσίας εξόδου, γιά τό όποιο πρόκειται στην συγκεκριμένη περίπτωση καί τῶν ὑπό τοῦ νόμου ὁριζομένων συστημάτων συνταξιοδοτήσεως. Ή άποψη τῆς κυβερνήσεως τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου στηρίζεται πράγματι κυρίως στην ἐν λόγω σχέση πού τήν θεωρεί ουσιώδη. Ή σχέση αύτη άφορα τόσο τό ποσόν ὅσο καί τήν διάρκεια καταβολής των λόγω εθελουσίας εξόδου παροχῶν. Ό Burton, ἀντιθέτως, ἀπορρίπτει τήν ἰδέα υπάρξεως παρόμοιας σχέσεως.
2.2.
Στην δεύτερη ἀπόφαση σας Defrenne (υπόθεση 43/75, Jurispr. 1976, σ. 455) ἐδέχθητε μεταξύ άλλων ὅτι: «Δύναται να γίνει επίκληση ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών πού ἐθεσπίσθη ἀπό τό άρθρο 119. Τά ἐν λόγω δικαστήρια έχουν καθήκον νά διασφαλίσουν τήν προστασία τῶν δικαιωμάτων πού ἡ ἐν λόγω διάταξη παρέχει στους διαδίκους, ἰδίως στην περίπτωση διακρίσεων πού πηγάζουν ευθέως ἀπό νομοθετικές διατάξεις ἡ συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς καί σέ περίπτωση άνισης ἀμοιβής εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών γιά ὅμοια εργασία, ὅταν αυτή παρέχεται στην ίδια εγκατάσταση ἡ υπηρεσία, ἰδιωτική ἡ δημόσια.» Τήν νομολογία αύτη επικαλούνται ἐν προκειμένω, μέ ἀντιφατικά συμπεράσματα, τόσο ὁ Burton, υποστηριζόμενος σέ αυτό ἀπό τήν 'Επιτροπή, ὅσο καί τό British Railways καί ή κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου. Σημασία γιά τήν παρούσα δίκη παρουσιάζουν τόσο ἡ έννοια τῆς «ἀμοιβής» ὅσο καί ή διάκριση μεταξύ «καταφανών καί ἀμεσων διακρίσεων» ἀφ᾽ ἑνός καί «εμμέσων καί συγκεκαλυμμένων διακρίσεων» ἀφ᾽ έτερου. Οἱ πρώτες εμπίπτουν στην ἀπ᾽ ευθείας εφαρμογή τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων τοῦ ἄρθρου 119, ἐνῶ οἱ δεύτερες ὄχι. Ὑπεμνήσθη σέ πολλές μεταγενέστερες ἀποφάσεις ἡ σημασία τῆς διακρίσεως γιά τήν ἀπ᾽ ευθείας εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 119, εσχάτως δέ καί στην υπόθεση Jenkins (υπόθεση 96/80, πού δέν έχει ἀκόμα δημοσιευθεί στην Συλλογή).
2.3.
Στην τρίτη ἀπόφαση Defrenne (υπόθεση 149/77, Jurispr. 1978, σ. 1365) τό Δικαστήριο σας ἐδέχθη ὅτι: «Τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν δύναται νά ἑρμηνευθεί ὅτι επιτάσσει, πέραν ἀπό τήν Ισότητα τῶν ἀμοιβών καί τήν Ισότητα τῶν λοιπών συνθηκών εργασιών πού εφαρμόζονται στους εργαζομένους άνδρες καί γυναίκες. Κατά τήν εποχή τῶν ὑπό κρίση στην κυρία δίκη περιστατικών, δέν υπήρχαν, ὅσον άφορᾶ τίς σχέσεις εργασίας κατά τό ἐθνικό δίκαιο, κανόνες κοινοτικού δικαίου ἀπαγορεύοντες τίς διακρίσεις μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών στον τομέα τῶν συνθηκών εργασίας έκτός ἀπό τό καθεστώς τῶν ἀμοιβών πού ἀναφέρεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.» 'Οσον άφορᾶ τά ἐν λόγω περιστατικά, πού προεκάλεσαν τήν διαφορά τῆς κυρίας δίκης, τό ερώτημα πού υπεβλήθη στό Δικαστήριο κατά τήν ἐν λόγω διαδικασία ἀναφέρει ιδιαίτερα τό όριο ηλικίας γιά τήν λήξη μιᾶς συμβάσεως εργασίας πού συνήφθη μέ εργαζόμενες γυναίκες, τό ὁποῖο ὅμως δέν υπάρχει στίς συμβάσεις εργασίας πού συνήφθησαν μέ τό άρρεν προσωπικό πού ἀσκεῖ ἀνάλογα καθήκοντα. Τήν ἐν λόγω ἀπόφαση επικαλούνται, μέ ἀντιφατικά συμπεράσματα, ὁ Burton καί ή κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου. Μολονότι τό «Employment Appeal Tribunal» δέν υπέβαλε ρητά ερωτήματα ἐπ᾽ αὐτοῦ, ή διαφορά ως πρός τό όριο ηλικίας έχει πράγματι ἀποφασιστική σημασία στην παρούσα διαφορά, ἄν καί ἀπό διαφορετική ἀπό τήν τρίτη ἀπόφαση Defrenne άποψη. Γιά τόν λόγο αυτό καί ἡ 'Επιτροπή, δικαιολογημένα, αφιερώνει μεγάλο μέρος τῶν γραπτών τῆς παρατηρήσεων ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ (σ. 9-13). Θεωρεί ὅτι ἡ δεύτερη φράση τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου πού μόλις παρέθεσα, υπονοεί σιωπηρώς ὅτι ἡ κρίση περί τοῦ ὁρίου ἡλικίας θά ήταν διαφορετική ἄν ἡ οδηγία 76/207 ήταν ἤδη ἐν ἰσχύι κατά τό ἐν λόγω χρονικό σημείο. Θά επανέλθω πάλι στίς ἀναλύσεις πού ἀφιερώνει ὑπέρ τοῦ ενδιαφέροντος τῆς ἐν λόγω δυνατότητος ὅταν θά εξετάσω τίς διατάξεις τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας πού ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω.
2.4.
Ή ἀπόφαση τῆς 29ης Ἰουλίου 1979 στην υπόθεση Macarthys Ltd. κατά Wendy Smith (υπόθεση 129/79, Jurispr. 1980, σ. 1275) ἀνεφέρετο σέ διαφορά ὡς πρός τίς ἐν στενή έννοια ἀποδοχές καί δέν φαίνεται νά παρουσιάζει ενδιαφέρον γιά την παρούσα υπόθεση.
2.5.
Χρήσιμη ἀντιθέτως γιά τήν παρούσα υπόθεση θεωρῶ τήν ἀπόφασή σας στην υπόθεση Worringham καί Humphreys κατά Lloyds Bank Ltd. (υπόθεση 69/80, πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή). Μέ τήν ἐν λόγω ἀπόφαση, μεταξύ άλλων, ἐδέχθητε ὅτι: «Ή εισφορά σέ ένα σύστημα συνταξιοδοτήσεως, τήν ὁποία καταοάλλει ὁ εργοδότης, ἐπ' ὀνόματι τῶν εργαζομένων πού ἀπασχολεί, διά τῆς προσθήκης ενός ποσοῦ ἐπί τοῦ ἀκαθαρίστου μισθοῦ καί τό όποιο βοηθεῖ στον προσδιορισμό τοῦ ὕψους τοῦ ἐν λόγω μισθοῦ, ἀποτελεί «ἀμοιβή» κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 119 εδάφιο 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.» Ἀπό τήν ἀπόφαση αυτή συνάγεται ὅτι μόνο γι' αυτό τόν λόγο, τά ὀφέλη πού ἀναγνωρίζονται στους εργαζομένους στό πλαίσιο ενός συστήματος συνταξιοδοτήσεως δέν ευρίσκονται πάντοτε έκτός τοῦ πεδίου εφαρμογῆς τοῦ άρθρου 119.
2.6.
Στην ἀπόφαση τέλος, Jenkins κατά Kingsgate (υπόθεση 96/80, πού δέν έχει ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή), τό Δικαστήριο διευκρίνισε ὅτι ἡ διάκριση, πού είναι σημαντική γιά τήν ἀπ' ευθείας εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 119, μεταξύ ἀμεσων καί έμμεσων διακρίσεων, ἡ ὁποια εἶχε γίνει στην δεύτερη ἀπόφαση Defrenne, δέν συμπίπτει μέ μια διαφοροποίηση τοῦ περιεχομένου μεταξύ άμεσων ἡ ρητών διακρίσεων ἀφ' ἑνός καί ἔμμεσων ἡ πραγματικών διακρίσεων ἀφ' έτερου. Τό Δικαστήριο ἐχρησι-μοποίησε τους ἀκόλουθους ὅρούς:
«1.
Διαφορά ἀμοιβής μεταξύ εργαζομένων μέ πλήρες ωράριο καί εργαζομένων μέ μειωμένο ὡράριο δέν συνιστά διάκριση ἀπαγορευόμενη ἀπό τό άρθρο 119 της συνθήκης, παρά μόνο ἄν ἀποτελεί στην πραγματικότητα έμμεσο τρόπο γιά νά μειωθεί τό ὕψος ἀμοιβής τῶν εργαζομένων μέ μειωμένο ὡράριο ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ κατηγορία αυτή εργαζομένων ἀποτελεῖται ἀποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ἀπό γυναίκες.
2.
Οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης έχουν άμεση εφαρμογή στην περίπτωση, πού ὁ εθνικός δικαστής διαπιστώνει, χρησιμοποιώντας τά κριτήρια τῆς όμοιας εργασίας καί της ίσότητος τῶν ἀμοιβών, χωρίς τήν παρεμβολή κοινοτικών ἡ εθνικών μέτρων, ὅτι ενέχει διάκριση μέ βάση τή διαφορά τοῦ φύλου τό γεγονός ὅτι γιά εργασία μέ μειωμένο ὡράριο καταβάλλεται ἀνά ὥρα εργασίας ἀμοιβή κατώτερη ἀπό εκείνη πού καταβάλλεται γιά εργασία μέ πλήρες ωράριο.»
Ἀπό μία ενδιαφέρουσα μελέτη πού ἐδημο-σιεύθη πρόσφατα ἀπό τόν Α. W. Govers (Ή ἰσότης ἀνδρών καί γυναικών στό Ευρωπαϊκό κοινωνικό δίκαιο, «Geschriften van de Vereniging voor Arbeidsrecht», ἀριθ. 6, Alphen a/d Rijn 1981) προκύπτει ὅτι ἡ διάκριση στην ὁποία προέβητε στό σημείο 1, μεταξύ ἀμεσων καί έμμεσων διακρίσεων, ευρίσκεται ὄχι μόνο εντός τοῦ πλαισίου της προηγουμένης νομολογίας σας ὅσον άφορᾶ άλλες μορφές διακρίσεων, άλλά ἀκολουθεί επίσης μιά μακρά διεθνή παράδοση. Ή διάκριση στην ὁποία προέβητε στην δεύτερη ἀπόφαση Defrenne, μεταξύ ἀμέσων καί έμμεσων διακρίσεων, συνδέεται ἀντιθέτως, μέ τήν διάκριση μεταξύ ἀπ' ευθείας καί μή ἀπ' ευθείας εφαρμογῆς, ὅπως διασαφηνίζεται στό δεύτερο σημείο τῆς ἀποφάσεως Jenkins. Δεδομένου ὅτι ἡ ορολογία γιά τίς δύο μορφές διακρίσεων εἶναι ουσιαστικά ταυτόσημη σέ ὁρισμένες κοινοτικές γλῶσσες, ἡ διατήρηση τῆς ὁρολογίας τῆς δεύτερης ἀποφάσεως Defrenne μετά την ἀπόφαση ἐπί τῆς υποθέσεως Jenkins θά ἠδύ-νατο νά ὁδηγήσει σέ παρανοήσεις. Στην συνέχεια τῶν προτάσεων μου θά χρησιμοποιήσω, επομένως, ἐφ' ὅσον υπάρχει ἀνάγκη, ἄλλην ὁρολογία. Εἶναι ἴσως ὀρθό νά γίνεται ἐφ' έξης διάκριση μεταξύ διακρίσεων «πού ὁ δικαστής δύναται νά διαπιστώσει ἀμέσως» καί διακρίσεων «πού ὁ δικαστής δέν δύναται νά διαπιστώσει ἀμέσως» γιά νά διασαφηνισθεί ἡ ὁρολογία πού ἐχρησιμοποιήθη στην ὑπ' ἀριθ. 18 σκέψη τῆς δεύτερης ἀποφάσεως Defrenne.
2.7.
Ή υπόθεση Burton, ἐπί τῆς ὁποίας ἀναπτύσσω σήμερα τίς προτάσεις μου, είναι ἡ πρώτη στό πλαίσιο τῆς ὁποίας θά πρέπει επίσης νά δοθεῖ ἀπάντηση σέ ερωτήματα περί τῆς ἑρμηνείας τῶν οδηγιών πού ἀφοροῦν την ἴση μεταχείριση ἀνδρών καί γυναικῶν.
3. Μερικές παρατηρήσεις ἐπί των ὁδηγιών πού ἀφοροῦν τήν ίση μεταχείριση ἀνδρών καί γυναικών
3.1.
Οἱ διάδικοι στην κυρία δίκη δέχονται ὅτι τό πρώτο άρθρο τῆς ὁδηγίας 75/117/ΕΟΚ (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/002, σ. 42) δέν προσθέτει τίποτα σημαντικό γιά τήν παρούσα διαφορά στό κείμενο τοῦ άρθρου 119 τῆς συνθήκης. Λαμβανομένης ὑπ' ὄψη επίσης τῆς προηγουμένης νομολογίας ἐπί τοῦ θέματος, ἡ ἐν λόγω ὁδηγία δύναται νά παραμείνει, ἑπομένως, έκτος συζητήσεως.
3.2.
'Εντελώς διαφορετική εἶναι ή περίπτωση τῆς ὁδηγίας 76/207/ΕΟΚ (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/002, σ. 70), περί εφαρμογής τῆς ἀρχῆς τῆς ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ἀνδρών καί γυναικών ὅσον άφορᾶ κυρίως τίς συνθῆκες εργασίας. Μετά τό πρώτο άρθρο τῆς ὁδηγίας αὐτῆς, πού διευκρινίζει ὅτι ἡ ὁδηγία αυτή ἀποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ἀνδρών καί γυναικών ὅσον άφορᾶ τίς συνθῆκες εργασίας, τό άρθρο 2 πρώτη παράγραφος διαλαμβάνει ὅτι «κατά τήν έννοια τῶν κατωτέρω διατάξεων, ἡ ἀρχή τῆς ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται τήν ἀπουσία κάθε διακρίσεως πού βασίζεται στό φύλο εἴτε άμεσα εἴτε ἔμμεσα, σέ συσχετισμό, ἰδίως μέ τήν οἰκογενειακή κατάσταση». Τό άρθρο 5 πρώτη παράγραφος, τῆς ίδιας ὁδηγίας ὁρίζει περαιτέρω ὅτι: «Ή εφαρμογή τῆς ἀρχῆς τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ὅσον άφορᾶ τους ὅρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων τῶν ὅρών ἀπολύσεως, συνεπάγεται τήν εξασφάλιση σέ άνδρες καί γυναίκες τῶν αυτών ὅρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στό φύλο.» Τό τρίτο ἐρώτημα τοῦ «Employment Appeal Tribunal» θέτει τό ζήτημα ἄν, σέ περίπτωση εφαρμογῆς τοῦ άρθρου 119, παροχές τοῦ εἴδους, γιά τίς όποιες πρόκειται στην συγκεκριμένη υπόθεση, σέ περίπτωση εθελουσίας εξόδου, υπάγονται στην ούτως διευκρινισθείσα, ἀρχή της ίσης μεταχειρίσεως ἀνδρών καί γυναικών ὅσον άφορᾶ τίς συνθῆκες εργασίας τους.
3.3.
Τέλος, έμμεσα, καί ἡ ὁδηγία 79/7/ΕΟΚ (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/003, σ. 160) περί τῆς προοδευτικῆς εφαρμογῆς τῆς ἀρχής τῆςίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ἀνδρών καί γυναικών σέ θέματα κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, δέν δύναται νά είναι άνευ σημασίας. 'Αναφορικά μέ τό πρώτο άρθρο παράγραφος 2 τῆς ὁδηγίας 76/207/ΕΟΚ πού μόλις ἐξήτασα, τό όποιο προέβλεπε τήν θέσπιση ιδιαίτερης ὁδηγίας ἐπί τοῦ θέματος αύτοῦ, ἡ τρίτη αὐτή ὁδηγία, ὅριζε, μεταξύ άλλων, στην πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 7 ὅτι «δέν θίγει τήν ευχέρεια πού έχουν τά Κράτη μέλη νά ἀποκλείουν ἀπό τό πεδίο εφαρμογῆς της: α) τόν καθορισμό τῆς ηλικίας συνταξιοδοτήσεως γιά την χορήγηση συντάξεων γήρατος καί συντάξεων ἐν γένει καί τίς συνέπειες πού δύνανται νά προκύψουν γιά άλλες παροχές».
'Αν καί ἡ ἐν λόγω ὁδηγία δέν πρέπει νά ἐκτελεσθεί παρά τό 1984, συνάγεται ἐν τούτοις ὅτι κατά τόν χρόνο πού ὁ Burton υπέβαλε την αἴτησή του, τό Συμβούλιο εἶχε ήδη καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι διαφορές στό ὅριο ηλικίας πού περιλαμβάνονται σέ ρυθμίσεις τοῦ εἴδους πού προβλέπει ἡ ἐν λόγω διάταξη τῆς ὁδηγίας, δέν ήταν ἀσυμβίβαστες, κατά τό κοινοτικό δίκαιο, μέ την ἀρχή τῆς ίσης μεταχειρίσεως. 'Επί πλέον, τα Κράτη μέλη έχουν προδήλως τό δικαίωμα νά κάνουν χρήση τῆς ἐν λόγω διατάξεως πρίν ἀπό τό 1984. Θά επανέλθω ἀργότερα στό θέμα ἄν ή παρατεθείσα ἀνωτέρω διάταξη ἀναφέρεται ἐπίσης στίς «redundancy payments» τίς όποιες άφορᾶ ἡ παρούσα διαδικασία. Ἐξ ὀνόματος τοῦ Burton εδόθη ἀρνητική ἀπάντηση ἐπ' αὐτοῦ, κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής συζητήσεως, λόγω τοῦ ὅτι ή δοθείσα μέ τόν τρόπο αυτό στά Κράτη μέλη εξουσιοδότηση δέν δύναται, ἐκ τῆς φύσεως της, νά ἀναφέρεται παρά μόνο σέ θέματα κοινωνικής ἀσφαλίσεως πού ἀνάγονται στό πεδίο εφαρμογής τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας.
4. 'Ανάλυση τῶν τεθέντων ερωτημάτων
Γιά νά δοθεί στά προδικαστικά ερωτήματα ἀπάντηση ὠφέλιμη γιά τόν παραπέμποντα δικαστή, εἶναι σχεδόν πάντοτε ἀπαραίτητο νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη τά κρίσιμα γιά τήν ἐπίλυση τῆς διαφοράς πού εκκρεμεί στην κυρία δίκη πραγματικά περιστατικά. Ἐξ άλλου, μέ τήν νομολογία δύνανται νά διευκρινισθούν πλευρές τῶν υποβληθέντων ερωτημάτων πού ἀπαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.
Αυτό πού συμβαίνει ἀσφαλῶς στην περίπτωση πού ὁ εθνικός δικαστής, ὅπως ἐν προκειμένω, υπέβαλε τά ερωτήματά του κατά πολύ γενικό τρόπο. Μέ τό πρώτο ερώτημα ὁ εθνικός δικαστής ζητεί νά μάθει ἄν ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών τοῦ άρθρου 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς ὁδηγίας 75/117 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, εφαρμόζεται στίς ἀποζημιώσεις εθελουσίας εξόδου, πού καταβάλλονται ἀπό ένα εργοδότη σέ εργαζόμενο πού επιθυμεί νά θέσει τέρμα στην σχέση εργασίας. 'Από τήν παρούσα διαφορά, καί ἀπό τά επιχειρήματα πού ἀνεπτύχθησαν στην έγγραφη καί προφορική διαδικασία, ὅπως καί ἀπό τήν νομολογία σας, συνάγεται ὅτι ὅσον άφορᾶ τίς παροχές αυτές πρέπει νά γίνει διάκριση μεταξύ τῆς φύσεως καί τοῦ περιεχομένου ή τοῦ τρόπου υπολογισμού ἀφ' ενός καί τῆς διάρκειας τῆς ἐν λόγω ἀποζημιώσεως ἡ τοῦ δικαιώματος ἐπί τῆς ἐν λόγω ἀποζημιώσεως, ἀφ' έτερου.
Διευκρινίσεις γιά τήν φύση καί τό περιεχόμενο ἡ τόν τρόπο υπολογισμοί) τῶν «voluntary redundancy benefits» περί τῶν ὁποίων πρόκειται, δέν εδόθησαν παρά κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. Συγκεκριμένα πρόκειται γιά καταβολές πού ἀναφέρονται στά σημεία 24 καί 25 τοῦ έγγράφου τῆς 20ής Σεπτεμβρίου 1978 μέ τίτλο «Redundancy, transfer and resettlement arrangements for railway staff-salaried and conciliation ». Τό ἐν λόγω έγγραφο κατετέθη ἀπό τήν κυβέρνηση τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, ένῶ ή έγγραφη διαδικασία εὑρίσκετο ήδη σέ προχωρημένο στάδιο, σέ προηγούμενο δέ στάδιο είχε γίνει ἀναφορά μόνο σέ ένα ἀπόσπασμα.
Οἱ ἀποκαλούμενες «redundancy payments » ρυθμίζονται στό σημείο 24 τοῦ ἐν λόγω έγγράφου καί περιλαμβάνουν:
—
τήν νόμιμη «lump-sum redundancy payment» πού προβλέπεται ἀπό τό «Redundancy Act 1965» (πού τώρα έχει ἀντικατασταθεί ἀπό τό «Employment Protection (Consolidation) Act 1978», τμήμα VI, άρθρα 81-120)
—
μία «Supplementary Severance Payment» (ἴση μέ μία εβδομάδα κανονικοῦ μισθού γιά κάθε έτος εργασίας τό όποιο έχει ἐργασθεί ὁ ενδιαφερόμενος, πέραν τοῦ 15ου ἔτους ἀπασχολήσεως ἡ μετά τό 45ο έτος τῆς ἡλικίας του, στους βρετανικούς σιδηροδρόμους)
—
ένα ποσό ἴσο πρός τό 25 % τοῦ ποσοῦ τῶν δύο προηγουμένων παροχῶν.
Τό σημείο 25 άφορᾶ:
—
ένα ειδικό καθεστώς προώρου συνταξιοδοτήσεως. 'Οταν ένας εργαζόμενος ἀποχωρεί ἀπό τήν υπηρεσία πέντε έτη πρό τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ελαχίστου ὁρίου τῆς ηλικίας συνταξιοδοτήσεως (55 έτη γιά τίς γυναίκες καί 60 γιά τους άνδρες) διότι ἡ ἀπασχόληση του κατέστη πλεονασματική καί έχει δικαίωμα συντάξεως, τό Board τοῦ καταβάλλει σύνταξη ίση πρός αὐτήν πού θά ελάμβανε ὅταν θά συνεπλήρωνε τό ελάχιστο ὅριο τῆς ἡλικίας συνταξιοδοτήσεως
—
μία προκαταβολή στους άρρενες εργαζομένους ἀπό τήν ἡλικία τῶν 55 ετών καί στους θήλεις ἀπό τήν ἡλικία τῶν 50, ή ὁποία Ισούται μέ τό ἀκαθάριστο ποσό πού θά τους κατεβάλετο ὅταν θά έφθαναν στην κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως ἡ επιστροφή τῆς προκαταβολῆς αυτής εἶναι βεβαίως ἀπαιτητή κατά τήν συμπλήρωση τοῦ ελαχίστου ὁρίου τῆς ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, έχει δέ συνεπώς ἡ προκαταβολή τόν χαρακτήρα δανείου. Σέ περίπτωση τοποθετήσεως τοῦ ποσού τῆς προκαταβολής, ὁ δικαιούχος ἀπολαμβάνει πάντως τους τόκους γιά τήν σχετική περίοδο καί σέ περίπτωση πού τό χρησιμοποιεί έχει τήν δυνατότητα νά τό διαθέσει ἐκ τῶν προτέρων, τό όποιο σέ περίπτωση σημαντικού πληθωρισμού, συνεπάγεται επίσης καί μεγαλύτερη ἀγοραστική ἀξία.
Οἱ λεπτομέρειες τῶν δύο συστημάτων διευ-κρινίσθησαν ἀκόμη σέ ὑπόμνημα τῆς 9ης Μαρτίου 1977, ἐπί τοῦ περιεχομένου τοῦ ὁποίου συνεφώνησαν τό British Railways καί οἱ εργατικές ἑνώσεις. Στό σημείο 6 τοῦ ἐν λόγω υπομνήματος σημειώνεται: «Staff aged 60/55 (male/female) may leave the service under the Redundancy and Resettlement arrangements when the Function in which [they are] employed has been dealt with under Organization Planning» ( 2 ). Ἀπό αυτό συνάγεται ὅτι ἡ διαφορά ἡλικίας γιά τήν ἀπόκτηση δικαιώματος ἐπί τῶν ἀποζημιώσεων εφαρμόζεται επίσης γιά αυτές πού ἀναφέρονται στό σημεῖο 24 τοῦ βασικού έγγράφου. 'Αν καί κατά τήν διάρκεια τῆς προφορικής συζητήσεως εἶχε δηλωθεί ὅτι τό ειδικό σύστημα τῆς πρόωρης συνταξιοδοτήσεως δέν ἀμφισβητείται πλέον, ἡ διαφορά ἀπό τήν ὁποία προέρχεται ἡ παραπομπή, ἀναφέρεται τόσο στίς ἀποζημιώσεις τοῦ σημείου 24 ὅσο καί σέ αυτές τοῦ σημείου 25 τοῦ βασικού έγγράφου. 'Επειδή ή υφισταμένη σχέση μεταξύ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐν λόγω διατάξεων καί τῶν συστημάτων συνταξιοδοτήσεως υπεισέρχεται ἰδίως στό πλαίσιο τοῦ καθεστώτος τῆς πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, θά τήν εξετάσω χωριστά στίς προτάσεις μου.
Ὅσον άφορᾶ τήν ἀπόκτηση τοῦ δικαιώματος ἐπί τῶν ἐν λόγω ἀποζημιώσεων ἡ γιά τήν διάρκεια τους, δύναται κατ' ἀρχάς νά σημειωθεί ὅτι ἡ διαφορά περιορίζεται, οὐσιαστικά, στην πλευρά αυτή τῶν ἀποζημιώσεων ἐν περιπτώσει εθελουσίας εξόδου γιά τήν ὁποία ζητείται ἡ κρίση σας. 'Εξ άλλου, ἀπό τά ἀναπτυχθέντα επιχειρήματα, εγγράφως καί προφορικώς, προκύπτει ὅτι ή ἀπάντηση σας σχετικά μέ αὐτή τήν άποψη τῆς διαδικασίας δέν πρέπει κατ' ἀνάγκη νά έχει τό 'ίδιο περιεχόμενο μέ τήν ἀπάντηση πού θά δοθεί γιά τήν φύση καί τό περιεχόμενο ἡ τόν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων γιά τίς όποιες πρόκειται. Ειδικά γι' αυτό, παραπέμπω στην επιχειρηματολογία τῆς Ἐπιτροπής.
Προέβην ήδη σέ επισκόπηση τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου σχετικά μέ τό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεί. Έκτός ἀπό την εξαίρεση πού έγινε γιά τά συστήματα προβλεπομένων ἀπό τόν νόμο συντάξεων στην πρώτη ἀπόφαση Defrenne, ἡ ἐξαίρεση γιά τους λοιπούς ὅρους ἐργασίας έκτος τῆς ἀμοιβής, πού ἔγινε δεκτή στην τρίτη ἀπόφαση Defrenne, νομίζω ὅτι εἶναι ιδιαίτερα σημαντική ἐν προκειμένω. Στην ἐν λόγω τρίτη ἀπόφαση Defrenne, επίσης, οἱ λοιποί αυτοί ὅροι εργασίας συνίστανται ιδιαίτερα σέ διαφορετικό ὅριο ηλικίας γιά τους άρρενες καί θήλεις εργαζομένους. Τέλος, ή ἀπόφαση σας στην υπόθεση Worringham δέν νομίζω ὅτι παρουσιάζει ενδιαφέρον γιά τήν παρούσα υπόθεση παρά μόνο κατά τό μέτρο πού έκρινε ὅτι ὅλες οἱ εθνικές ρυθμίσεις πού συνδέονται άμεσα μ' ένα σύστημα συνταξιοδοτήσεως δεν εξαιρούνται, γι' αυτό τόν λόγο μόνο, ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119.
Μία εμπεριστατωμένη ἀπάντηση πού θά διακρίνει μεταξύ τῶν διαφόρων πλευρών τοῦ συστήματος ἀποζημιώσεως τήν ὁποία ἐπρότεινα γιά τό πρώτο ερώτημα, δύναται νά έχει επίπτωση στην ἀπάντηση πού θά δοθεί στό δεύτερο ἐρώτημα. Ἐν ἀντιθέσει προς τό πρώτο, ἡ διατύπωση τοῦ δευτέρου ερωτήματος ἀναφέρεται ρητῶς στίς συνθήκες τῆς συγκεκριμένης υποθέσεως καί νομίζω, ἑπομένως, στό θέμα τοῦ ὁρίου ηλικίας πού ήδη έθιξα. Γιά τήν ἀνάλυση τῆς ὁδηγίας 76/207, ἡ ὁποία ενδιαφέρει γιά τό πρῶτο μέρος τοῦ τρίτου ερωτήματος, παραπέμπω σέ αυτά πού ἀνέφερα ἐνωρίτερα ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ.
Όσον άφορᾶ τό δεύτερο μέρος τοῦ τρίτου ερωτήματος, νομίζω, γιά ν' ἀρχίσω, ὅτι δέν στερείται σημασίας, ἡ διαπίστωση ὅτι δέν ζητείται ἄν μία οιαδήποτε διάταξη τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας έχει άμεσο ἀποτέλεσμα, ἀλλά τό ερώτημα ἀναφέρεται ἀποκλειστικώς στό άμεσο ἀποτέλεσμα τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως, ὅσον άφορᾶ τους ὅρους εργασίας, πού περιλαμβάνεται στήν ὁδηγία αυτή. Πιθανόν, εκφραζόμενος έτσι, ὁ παραπέμπων δικαστής νά ἀναφέρεται στην δυνατότητα νά θεωρηθεί ἡ ὁδηγία γιά τήν ὁποία πρόκειται, ως ἐφαρμογή ἑνός θεμελιώδους δικαιώματος ἡ ἑνός παγκόσμια ἀνεγνωρισμένου ἀνθρωπίνου δικαιώματος. Δεδομένου ὅτι ἡ Ἐπιτροπή θεωρεί δυνατόν νά ἀποφευχθεί τό ζήτημα τοῦ ἀμεσου ἀποτελέσματος τῆς ὁδηγίας, δίδοντας στίς διατάξεις τοῦ Sex Discrimination Act 1975, πού ενδιαφέρουν ἐν προκειμένω, μία ερμηνεία σύμφωνη πρός τήν ὁδηγία, νομίζω σκόπιμο νά παραθέσω τίς ἐν λόγω διατάξεις.
Ή διατύπωση τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Sex Discrimination Act έχει ὡς έξῆς: «It is unlawful for a person, in the case of a woman employed by him at an establishment in Great Britain, to discriminate against her:
a)
in the way he affords her access to opportunities for promotion transfer or training, or services or to any other benefits, facilities or by refusing or deliberately omitting to afford her access to them, or
b)
by dismissing her, or subjecting her to any other detriment» ( 3 ).
Ή παράγραφος 4 τοῦ ἄρθρου 6 περιλαμβάνει:
Subsections 1) b) 2) do not apply to provision in relation to death or retirement» ( 4 ).
Πιστεύω, ὅτι οἱ διατάξεις αυτές δέν ἀντιτίθενται ουσιαστικά, καθ' αυτές, στην προταθείσα ἀπό τήν 'Επιτροπή λύση. Οἱ «άλλες μορφές παροχῶν» («other benefits») περιλαμβάνουν επίσης τίς ἀποζημιώσεις πού καταβάλλονται λόγω τῆς εθελουσίας ἐξόδου καί συνδέονται οἱ ἀποζημιώσεις αὐτές μέ «θάνατο ἡ σύνταξη» κατά τήν παρούσα έννοια; Ἰδού δύο ερωτήματα πού, κατά τήν γνώμη μου, δύνανται κάλλιστα νά λάβουν ἀπάντηση ὑπό τό φως τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Πιστεύω ὅτι δέν υπάρχει ἐν προκειμένω πρόδηλος ἀπόκλιση ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο ὅπως διετυπώθη καί διευ-κρινίσθη στις ὁδηγίες ἡ στην νομολογία σας. Ἐπίσης τό γεγονός ὅτι ἡ μόλις παρατε-θεῖσα διάταξη ἀποσκοπεί ἐκ πρώτης ὄψεως μόνο στίς διακρίσεις έναντι τῶν γυναικῶν δέν εμποδίζει νά ἀκολουθηθεί ἡ ἀπό τήν 'Επιτροπή προταθείσα ὁδός. Τό άρθρο 2 τοῦ «Sex Discrimination Act» ὁρίζει πράγματι ὅτι «Section 1, and the provisions of Parts II and III relating to sex discrimination against women, are to be read as applying equally to the treatment of men, and for that purpose shall have effect with such modifications as are requisite» ( 5 ).
Τό άρθρο 6 περιλαμβάνεται στόν τίτλο II τοῦ Sex Discrimination Act. Ή λύση αυτή ἐν τούτοις δέν εἶναι δυνατή, νομίζω, παρά στό μέτρο πού τό δεύτερο μέρος τοῦ ερωτήματος θά ἀναδιατυπωθεῖ ἡ θά ἐρμηνευθεί κατά συγκεκριμένη ἔννοια. Θά ἠδύνατο νά διατυπωθεί ὡς ἑξῆς: «Σέ περίπτωση καταφατικῆς ἀπαντήσεως, οἱ διάδικοι δύνανται σέ αυτή τήν περίπτωση νά επικαλεσθούν ενώπιον τῶν εθνικών δικαστηρίων τήν ἐν λόγω ἀρχή, πού θεσπίζεται μέ τήν ἐν λόγω ὁδηγία, σέ περίπτωση ἐφαρμογής ἐθνικοῦ νόμου πού ἀποβλέπει, κατά κύριο ἡ δευτερεύοντα λόγο, νά εφαρμόσει τήν ὁδηγία αυτή». Ή ἀπάντηση στό οὕτως ἀποσαφη-νισθέν ερώτημα δύναται νά λάβει ὑπ᾿ ὄψη τό ενδεχόμενο, πού ἀνέκυψε κατά τήν διαδικασία, ἑνός ἐκτελεστικοῦ νόμου πού ἀπομακρύνεται ἀπό τήν σχετική ὁδηγία.
5. Προτάσεις ὅσον άφορᾶ τά υποβληθέντα ερωτήματα
5.1.
Πρώτο ἐρώτημα. Υπενθυμίζω κατ' ἀρχάς ὅτι τό πρώτο ἐρώτημα πού σᾶς υπεβλήθη, εἶναι διατυπωμένο ὡς έξῆς: «Εμπίπτει στην έκταση εφαρμογής τῆς ἀρχής περί ἰσότητος ἀμοιβών, πού περιλαμβάνεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί στό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου 75/117/ΕΟΚ τῆς10ης Φεβρουαρίου 1975, ἡ ἀποζημίωση εθελουσίας εξόδου, ή ὁποία καταβάλλεται ἀπό ένα εργοδότη σέ εργαζόμενο πού επιθυμεί νά ἀποχωρήσει ἀπό τήν εργασία του;» Κατά τήν ἀνάλυση τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ ἐσημείωσα ήδη ὅτι ἄν ἐπιθυμοῦμε ἡ ἀπάντηση μας, νά έχει πρακτική χρησιμότητα γιά τήν επίλυση τῆς διαφοράς γιά τήν ὁποία πρόκειται, θά πρέπει νά γίνει σαφής διάκριση μεταξύ τῶν διαφόρων πλευρών τοῦ επιδίκου συστήματος ἀποζημιώσεων. Κατά τήν έγγραφη καί τήν προφορική διαδικασία ἀπεδείχθη πλήρως ὅτι ὅλες οἱ ἐπίδικες καταβολές γίνονται ἀπ᾿ ευθείας ἀπό τόν ἐργοδότη στόν εργαζόμενο καί κατά μεγάλο μέρος, γιά ἴδιο λογαριασμό του. Μόνο γιά τό μέρος πού ἀναφέρεται στό σημείο 24 τοῦ εφαρμοστέου ἐν προκειμένω συστήματος ή ἀπόδοση τοῦ 41 ο/ο τοῦ ποσοῦ τῶν πραγματοποιηθεισών δαπανών δύναται νά ἀναζητηθεί ἐφ' έξῆς ἀπό ένα ταμεῖο χρηματοδοτήσεως στό ὁποίο συμμετέχουν οἱ εργοδότες καί τό όποιο διαχειρίζονται οἱ δημόσιες ἀρχές.
'Απεδείχθη ἐξ άλλου ὅτι οἱ καταβολές δέν πρέπει νά γίνονται ἐδῶ δυνάμει ρυθμίσεων ὑπό τοῦ νόμου, άλλά εἶναι προϊόν ἑκουσίων ἀποφάσεων έπί τοῦ θέματος τών εργοδοτών καί εργαζομένων γιά τους ὁποίους πρόκειται. Αυτό συμβαίνει τόσο στην περίπτωση πληρωμών πραγματοποιούμενων σύμφωνα μέ τό σημείο 24 ὅσο καί μέ τό σημεῖο 25 τοῦ εφαρμοστέου ἐν προκειμένω καθεστώτος. Γιά τήν κρίση περί τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 119, νομίζω ὅτι δέν έχει σημασία ἄν ὁ τρόπος υπολογισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν παροχών ρυθμίζεται ἐν μέρει ἀπό νομικές διατάξεις. Όπως ὀρθῶς παρετηρήθη κατά τήν διαδικασία, οἱ κατώτατοι μισθοί πού καθορίζονται ἀπό τόν νόμο καί πού εισάγουν διάκριση λόγω φύλου, δέν υπάγονται καί αυτοί, σύμφωνα μέ ένα τέτοιο κριτήριο, στό πεδίο ἐφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119. Παρεμφερές κριτήριο ἀπερρίφθη, σαφώς μέ τήν δεύτερη ἀπόφαση Defrenne. Ἀπεφάνθητε, πράγματι, ὅτι ἀντίκεινται στό άρθρο 119 οἱ «διακρίσεις πού πηγάζουν ευθέως ἀπό νομοθετικές διατάξεις ἡ διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ἐργασίας». Ἄλλωστε, οἱ διάδικοι συνεφώνησαν κατά τήν προφορική συζήτηση ὅτι δέν έχει σημασία ως πρός τήν ἀπάντηση στό ερώτημα, ἄν οἱ καταβολές, γιά τίς ὁποιες πρόκειται, έχουν συμβατική ή μή βάση.
Τά μέχρι τούδε εκτεθέντα ἀρκοῦν ήδη γιά νά βεβαιωθεί ὅτι τό σύστημα ἀποζημιώσεων σέ περίπτωση ἐθελουσίας εξόδου, πού ἐθεσπίσθη ἀπό τους British Railways καί γιά τό όποιο πρόκειται, δέν εἶναι δημιουργικό συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού προβλέπονται ἀπό ένα κατά νόμο σύστημα κοινωνικής ἀσφαλίσεως, στά ὁποῖα, ὁπως ἐτονί-σατε μέ τήν πρώτη ἀπόφαση Defrenne, δέν εφαρμόζεται τό άρθρο 119. Γιά τήν έκδοση τῆς ἀποφάσεως σας ἐν προκειμένω, πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ ἐν λόγω άποψη ἐστηρίχθη, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 6 έως 10, στην διαπίστωση ὅτι δέν ἀνάγονται στό πεδίο ἐφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119 «τά συστήματα ... πού ρυθμίζονται ἀμέσως ἀπό τόν νόμο, κατ' ἀποκλεισμό οἱωνδή-ποτε διαβουλεύσεων στους κόλπους τῆς επιχειρήσεως ἡ τοῦ ενδιαφερομένου επαγγελματικοί) κλάδου, τά όποια υποχρεωτικά εφαρμόζονται σέ γενικές κατηγορίες εργαζομένων» καί τά ὁποῖα χρηματοδοτοῦνται μέ εισφορές πού συνδέονται «λιγότερο μέ τήν σχέση εργασίας μεταξύ ἐργοδοτών καί εργαζομένων παρά μέ λόγους κοινωνικής πολιτικής». Ὅσον ἀφορᾶ τήν συγκεκριμένη ρύθμιση ἐν προκειμένω, υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ εργοδότου καί εργαζομένου καί, ἐξ άλλου, πρόκειται γιά ρύθμιση σχετική μέ τήν λήξη τῆς σχέσεως εργασίας, ἡ ὁποία ετέθη σέ εφαρμογή ἑκουσίως ἀπό τόν εργοδότη ἐν συνεννοήσει ή, τουλάχιστον, μετά ἀπό διαβουλεύσεις μέ τίς ενδιαφερόμενες ἐργατικές ενώσεις.
Όσον άφορᾶ τό θέμα ἄν ἡ φύση ἡ ὁ τρόπος ὑπολογισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων εθελουσίας εξόδου γιά τίς όποιες πρόκειται ἐδῶ, ἀποκλείουν τήν εφαρμογή τοῦ άρθρου 119, θά πρέπει νά ληφθεί ὡς βάση τῆς ἀναλύσεως, τό κείμενο τοῦ δευτέρου εδαφίου τοῦ ἄρθρου 119. Στό μέτρο πού δέν πρόκειται γιά συνήθη μισθό, θά πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι πρόκειται γιά άλλο όφελος σέ είδος ἤ χρήματα τό ὁποῖο:
α)
παρέχεται ἀμέσως ἡ εμμέσως ἀπό τόν εργοδότη στόν ἐργαζόμενο
β)
λόγω τῆς σχέσεως εργασίας.
Δέν ἀμφισβητείται, νομίζω, στην προκειμένη ὑπόθεση ότι οἱ ἀποζημιώσεις καταβάλλονται ἀμέσως ἡ εμμέσως ἀπό τόν ἐργοδότη, αυτό δέ άλλωστε ἀποδεικνύεται καί ἀπό τά στοιχεία τῆς δικογραφίας. Όσον άφορᾶ τόν ἀναγκαίο σύνδεσμο μέ τήν σχέση εργασίας, θά ήθελα νά θεωρήσω ὡς καθοριστικό στοιχείο, βάσει τῶν ἀποσπασμάτων τῶν σκέψεων τῆς πρώτης ἀποφάσεως Defrenne πού μόλις παρέθεσα, τό γεγονός ὅτι οἱ ἀποζημιώσεις καταβάλλονται ἀπό τόν εργοδότη στον ενδιαφερόμενο ἐργαζόμενο βάσει μιᾶς σχέσεως ἐργασίας ἡ ὄχι. Τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 119 στην γαλλική καί Ιταλική, όπου ἀναφέρεται ἀντίστοιχα «en raison de l'emploi» καί «in ragione dell'impiego», επισημαίνουν ἐπίσης ὅτι δέν εἶναι καθοριστικό τό ἄν ή πληρωμή εἶναι ἀντιπαροχή ἡ ὄχι παρασχε-θεισῶν υπηρεσιῶν. Μόνο τό ἀγγλικό κείμενο τοῦ ἄρθρου θά ἠδύνατο ενδεχομένως, μέ τίς λέξεις «in respect of his employment» νά παράσχει ένδειξη πλέον περιοριστικῆς προθέσεως. 'Εκείνο, πάντως, πού έχει σημασία κατά τήν γνώμη μου καί στό ἀγγλικό κείμενο ἐπίσης, ἐντός τοῦ πλαισίου μιᾶς λογικῆς ἑρμηνείας τῶν τελευταίων λέξεων τοῦ ἄρθρου 119 δεύτερο εδάφιο, εἶναι κυρίως ὁ ἀδιάρρηκτος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τῆς πληρωμής καί τῆς σχέσεως ἐργασίας.
Ό ἀδιάρρηκτος αιτιώδης σύνδεσμος αυτός μεταξύ τῆς πληρωμής καί τῆς σχέσεως εργασίας, πού εἶναι ἀναγκαία, υφίσταται πάντοτε καί κατά τήν άποψη μου, σέ περίπτωση καταβολής ἀποζημιώσεως λόγω εθελουσίας εξόδου. 'Ελλείψει τέτοιας σχέσεως ἐργασίας, ὁ ἐργαζόμενος δέν δύναται πράγματι νά διεκδικήσει αυτήν τήν ἀποζημίωση. Δέν εἶναι ὡσαύτως ἀναγκαίο στην παρούσα υπόθεση νά ἐγκύψω στό ερώτημα ἄν τά ὀφέλη πού ἐχορηγήθησαν βάσει προηγουμένης ἀπασχολήσεως ἀνάγονται επίσης στό πεδίο εφαρμογής τοῦ άρθρου 119. Γιά τό θέμα αυτό, σᾶς παραπέμπω στίς προτάσεις μου στην υπόθεση Garland. Τό γεγονός ὅτι τό ποσό τῶν ἀποζημιώσεων, πού ἀναφέρονται στά σημεία 24 καί 25 τοῦ συστήματος γιά τό όποιο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, προσδιορίζεται πλήρως ή μερικώς ἀπό συστήματα συντάξεων θεσπισθέντα ὑπό νόμου δέν πρέπει, όπως ἐσημείωσα προηγουμένως, νά παραβλάψει, κατά τήν γνώμη μου, τίς ἐν λόγω συνέπειες πού συνάγονται ἀπό τό κείμενο τοῦ άρθρου 119. Ή πρόταση μου συνεπώς, γιά τήν πλευρά αυτή τοῦ πρώτου ερωτήματος εἶναι ὅτι ἡ αποζημίωση πού καταβάλλεται ἑκουσίως ἀπό τόν ἐργοδότη στόν ἐργαζόμενο, δυνάμει συμβάσεως ἡ ὄχι, κατά τήν εθελουσία έξοδο τοῦ τελευταίου, δέν είναι έκτός τοῦ πεδίου ἐφαρμογής τοῦ άρθρου 119 λόγω τῆς φύσεως ἡ τοῦ περιεχομένου των ἡ λόγω τοῦ τρόπου ὑπολογισμοῦ τους, πού προσδιορίζονται ἐν μέρει ἀπό ρυθμίσεις τοῦ νόμου. 'Απόρροια τοῦ συμπεράσματος αὑτοῦ εἶναι ὅτι μία διάκριση λόγω φύλου, πού γίνεται κατά τό στάδιο τῆς χορηγήσεως τῆς ἀποζημιώσεως ἡ τοῦ υπολογισμού τοῦ ποσοῦ της, ἀντίκειται στό άρθρο 119, ὑπό τήν ἐπιφύλαξη τῶν παρατηρήσεων πού πρέπει νά γίνουν τώρα σχετικά μέ τήν άλλη πλευρά τῆς διαφοράς.
Στήν πραγματικότητα, ἡ κυρία δίκη πάντως ἀναφέρεται ἀποκλειστικώς στην άλλη πλευρά τοῦ συστήματος ἀποζημιώσεως πού ἐπεσήμανα κατά τήν ἀνάλυση τῶν ερωτημάτων πού ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τῆς παραπομπής. Πρόκειται γιά τήν υποτιθέμενη διάκριση λόγω φύλου, πού υφίσταται στην ρύθμιση περί τῆς διάρκειας τοῦ συστήματος ἀποζημιώσεων ἡ τῆς υπαγωγής σέ αυτό. Βάσει τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 119 καί λαμβάνοντας ὑπ' ὄψη τήν τρίτη ἀπόφαση Defrenne, πού ήδη παρέθεσα, θεωρώ αναμφισβήτητο ὅτι ἡ πλευρά αυτή δέν προβλέπεται ἀπό τό άρθρο 119. Όπως καί ή 'Επιτροπή φαίνεται νά ἀποδέχεται σιωπηρώς στίς γραπτές παρατηρήσεις της, ὁ καθορισμός τοῦ ὁρίου ηλικίας πού πρέπει νά έχει συμπληρωθεί γιά νά καταστεί δυνατή ἡ προβολή ἀξιώσεως ἐπί των παροχών τοῦ συστήματος εθελουσίας εξόδου δέν περιέχει παρά ένα ἐπί πλέον ὅρο ἐργασίας κατά τήν έννοια τῆς ὁδηγίας 76/207/ΕΟΚ.
Τέλος, ἡ ἀνάλυση μου τοῦ πρώτου ερωτήματος πού σας υπεβλήθη μέ ὁδηγεί, επομένως, στό συμπέρασμα ὅτι πρέπει νά δοθεῖ σέ αυτό ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση:
«Ή ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών, πού περιλαμβάνεται στό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί στό πρώτο άρθρο τῆς ὁδηγίας 75/117/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, ἐφαρμόζεται στό περιεχόμενο καί στόν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εθελουσίας εξόδου πού καταβάλλεται ἀπό τόν εργοδότη στον εργαζόμενο, ὁ όποιος θέλει νά θέσει τέρμα στην σχέση εργασίας του, ὄχι ὅμως στά ὅρια ἡλικίας πού προβλέπονται γιά τήν κτήση δικαιώματος ἐπί τῆς ἐν λόγω παροχής.»
5.2.
Τό δεύτερο ερώτημα. Τό δεύτερο ερώτημα πού σᾶς υπεβλήθη προϋποθέτει καταφατική ἀπάντηση στό πρώτο, έχει δέ διατυπωθεί ὡς έξῆς: «'Αν ἡ ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα εἶναι καταφατική, έχει ή ἀρχή περί ἰσότητος τῶν ἀμοιβών άμεσο ἀποτέλεσμα εντός τῶν Κρατών μελών ώστε νά παρέχει δικαστικώς ἐπιδιώξιμα δικαιώματα σέ ιδιώτες, ὑπό τίς συνθήκες τῆς παρούσης υποθέσεως;» Ή ἀπάντηση στό ἐν λόγω ερώτημα δύναται, έχοντας ὑπ᾽ ὄψη την δεύτερη ἀπόφαση Defrenne, τήν ἀπόφαση Jenkins και τήν ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα νά διατυπωθεί ὡς έξῆς:
«Στό μέτρο πού ὁ ἐθνικός δικαστής, βοηθούμενος πρός τοῦτο ἀπό κριτήρια περί “όμοιας εργασίας” καί “ἴσης ἀμοιβής”, καί χωρίς νά εἶναι ἀναγκαίες ἐπί τοῦ θέματος κοινοτικές ἡ εθνικές διατάξεις, δύναται νά διαπιστώσει ὅτι τό περιεχόμενο καί ὁ τρόπος υπολογισμού τῶν παροχών γιά τίς όποιες πρόκειται, πού προσδιορίζονται μέ ἀναφορά ἡ ὄχι σέ σχετικές νομοθετικές διατάξεις, ἀπό ένα σύστημα εθελουσίας εξόδου πού εφαρμόζεται οικειοθελώς ἀπό τόν εργοδότη, εἰς εκτέλεση ἡ ὄχι συμβάσεως, περιλαμβάνουν διάκριση λόγω φύλου, οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ έχουν ἀπ᾽ ευθείας ἐφαρμογή στην ἐν λόγω κατάσταση.»
5.3.
Τό τρίτο ἐρώτημα. Δεδομένου ὅτι ή ἀπάντηση μου στό πρώτο ερώτημα είναι ἀρνητική ὅσον άφορᾶ τό καθοριστικό στοιχείο τοῦ ὁρίου ηλικίας, εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ ἀνάλυση τοῦ τρίτου ερωτήματος. Θά τό ἐξετάσω, μελετώντας τό πρώτο στοιχεῖο τοῦ ἐρωτήματος, υπενθυμίζω δέ ὅτι αυτό έχει διατυπωθεί ὡς έξῆς, καί υποβάλλεται γιά τήν περίπτωση ἀρνητικής ἀπαντήσεως στό πρώτο ερώτημα: 'Εμπίπτει μία τέτοια ἀποζημίωση εθελουσίας εξόδου στην έκταση ἐφαρμογής τῆς ἀρχής περί ἴσης μεταχειρίσεως ἀνδρών καί γυναικών, ὡς πρός τους «ὅρους εργασίας», πού περιλαμβάνονται στό άρθρο 1 παράγραφος 1, άρθρο 2 παράγραφος 1 καί άρθρο 5 παράγραφος 1 τῆς ὁδηγίας τοῦ Συμβουλίου 76/207/ΕΟΚ τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976;» Ἀπό τήν ἀπάντηση πού δίδω στό πρώτο ἐρώτημα ἀνάγεται ὅτι τό ἐρώτημα αυτό δέν πρέπει νά εξετασθεί παρά αποκλειστικώς ὅσον άφορᾶ τό ὅριο ηλικίας. Εἶχα πράγματι συναγάγει ἀπό τήν τρίτη ἀπόφαση Defrenne ὅτι τό ὅριο ηλικίας, κατά τό μέτρο πού συνιστά ὅρο γιά τήν κτήση τοῦ δικαιώματος ἐπί τῶν παροχών τοῦ εἴδους τῆς προκειμένης ὑποθέσεως δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι περιλαμβάνεται στό πεδίο ἐφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119.
Πλησιέστερα εξεταζόμενο, τό πρώτο μέρος τοῦ τρίτου ερωτήματος, ὁπως περιορίσθη στην έκταση του, ὑποδιαιρεῖται περαιτέρω σέ δύο ξεχωριστά τμήματα. Τό πρώτο αυτό τμήμα κατ' ἀρχάς, περιλαμβάνει ουσιαστικά τό θέμα ἄν τό ὅριο ηλικίας, πού έχει καθορισθεί ὡς ὅρος κτήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπί τῶν παροχών τοῦ εἴδους τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, εἶναι μέρος τῆς εννοίας «ὅρος εργασίας», κατά τήν έννοια τῆς προπαρατεθείσης ὁδηγίας. 'Εχοντας ὑπ᾽ ὄψη τήν συνήθη διάκριση στό εργατικό δίκαιο, μεταξύ μισθοῦ καί εξομοιουμένων παροχών ἀφ᾽ ενός, καί λοιπών συνθηκών ἐργασίας, ἀφ᾽ έτερου, θεωρώ ὅτι εἶναι κατ' ἀρχάς εύλογο νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση στό ἐν λόγω ἐρώτημα γιά νά καταλήξουμε σέ ένα συνεπές σύστημα. Τό όριο ηλικίας ὅσον άφορᾶ τό δικαίωμα ἐπί ὁρισμένων μισθών, ἡ άλλων παροχών, δυνάμει τῆς εργασίας εἶναι τέτοιας σημασίας γιά τους ἐργαζομένους, ώστε μία ἀρνητική ἀπάντηση στό τμήμα αὐτό τοῦ ερωτήματος θά ἐδημιούργει ἀκατανόητο κενό καί τό όποιο δέν θά ἠδύνατο νά αιτιολογηθεί λογικά μέ τίς πρόσθετες εγγυήσεις περί ίσης μεταχειρίσεως ἀνδρών καί γυναικών, ὅσον άφορᾶ στην ἀπασχόληση τους πού ἡ ὁδηγία 76/207/ΕΟΚ ἀποσκοπεί νά θεσπίσει. Ἡ πολύ γενική έννοια τῶν «ὅρων ἐργασίας» δέν επιβάλλει, σέ καμμία περίπτωση, διαφορετική ἀπάντηση. «Last but not least», δύναμαι πάντως νά ἀναφερθῶ στην τρίτη ἀπόφαση Defrenne στην ὁποία ρητώς ἐχαρακτηρίσατε ὡς «ὅρο ἐργασίας» τό ὅροιο ηλικίας γιά τό ὁποῖο επρόκειτο στήν ἐν λόγω υπόθεση. Ή ἀπόφαση πού μόλις παρέθεσα δέν καθιστά περιττή την επίκληση πρός στήριξη τοῦ στοιχείου αὐτοθ τῶν προτάσεων μου τό τμῆμα τῆς φράσεως «περιλαμβανομένων τῶν ὅρών ἀπολύσεως» πού ἀναφέρεται στό άρθρο 5 παράγραφος 1 τῆς προαναφερθείσης ὁδηγίας. 'Αλλωστε, δέν πρόκειται, κατά τήν ἄποψη μου, περί λόγων ἀπολύσεως ἀλλα περί ὅρών εργασίας πού έχουν σχέση μέ τήν κτήση ὀφελών κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 119.
Ἀντίθετα, εἶναι δυσκολώτερο, κατά τήν γνώμη μου, νά δοθεί ἀπάντηση στό δεύτερο τμῆμα τοῦ τρίτου ἐρωτήματος πού σᾶς ὑπεβλήθη, στό θέμα δηλαδή τῆς ἑρμηνείας τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως ἐπί περιπτώσεων τοῦ είδους τῆς προκειμένης υποθέσεως. Ἐπέστησα ήδη ενωρίτερα τήν προσοχή στό άρθρο 7 παράγραφο πρώτη περίπτωση α) τῆς ὁδηγίας 79/7. Ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη προβλέπει ὅτι ή ὁδηγία δέν θίγει τήν ευχέρεια τῶν Κρατών μελών νά ἀποκλείσουν ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῆς «τόν καθορισμό τῆς ηλικίας συνταξιοδοτήσεως γιά τήν χορήγηση συντάξεων γήρατος καί συντάξεων λόγω ἀποχωρήσεως καί τίς συνέπειες πού δύνανται νά προκύψουν γιά άλλες παροχές». 'Απ' αὐτό έπεται, ὅτι ἡ διαφορά ὡς πρός τήν ηλικία συνταξιοδοτήσεως πού έχει καθορισθεί ἀπό τά Κράτη μέλη γιά τους άνδρες καί τίς γυναίκες ἀντίστοιχα, καί οἱ συνέπειες πού δύνανται νά ἀπορρέουν ἀπό αυτό γιά τίς άλλες παροχές δέν ἀποτελούν μορφή διακρίσεως βασιζόμενης στό φύλο, ή ὁποία ἀπαγορεύεται ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο.
Σέ περίπτωση πού ένα ιδιαίτερο σύστημα περιλαμβάνει τήν διαφορά ηλικίας γιά τήν κτήση δικαιώματος συντάξεως, πού προβλέπεται ἀπό τόν νόμο ἡ πηγάζει ἀπό αυτόν, ή προβλεπόμενη ἀπό τό ἐν λόγω ἰδιαίτερο σύστημα διαφορά δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς ίσης μεταχειρίσεως κατά τό κοινοτικό δίκαιο, ἐνῶ μία ἴδια διάταξη περιλαμβανομένη σέ νομοθετική ρύθμιση πρέπει νά θεωρείται ὡς διάκριση λόγω φύλου μή ἀπαγορευό-μενη ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο.
Ἐξ άλλου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως δυνατό νά υποστηριχθεί ἡ άποψη ὅτι γιά τήν εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἴσης μεταχειρίσεως ἀνδρών καί γυναικών σέ θέματα ἀποζημιώσεως τοῦ είδους τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, σημασία έχει ὄχι μόνο ἀποκλειστικώς ἡ ημερομηνία παραγωγής ἐννόμου ἀποτελέσματος ἀλλά επίσης, καί ἴσως καί κατά κύριο λόγο, οἱ λεπτομέρειες προσδιορισμού τῆς ἐν λόγω ημερομηνίας καί, ἐνδεχομένως, καί ἡ διάρκεια τῶν παροχών γιά τίς όποιες πρόκειται. Δεδομένου ὅτι τόσο ἡ ηλικία κτήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπί κάθε μορφής τῶν ἐπιδίκων ἐν προκειμένω ἀποζημιώσεων ὅσο καί ἡ διάρκεια τῶν παροχών αυτών καθορίζονται μέ κριτήρια νά υποστηριχθεί ὅτι ὑπάρχει ἐν προκειμένω σύγκρουση μέ τήν εφαρμοστέα στην προκειμένη υπόθεση ἀρχή τῆς ίσης μεταχειρίσεως.
Μέ βάση τίς σκέψεις αὐτές, προτείνω τήν ἀκόλουθη ἀπάντηση γιά τό πρώτο μέρος τοῦ τρίτου ερωτήματος: «Ἀκόμη καί ἄν τό ὅριο ἡλικίας γιά τήν υπαγωγή σέ σύστημα εθελουσίας ἐξόδου, τοῦ είδους περί τοῦ ὁποίου πρόκειται στην προκειμένη υπόθεση, καί ὁ καθορισμός τῆς διαρκείας τῆς ἐν λόγω ἀποζημιώσεως ἀνάγονται στην έννοια τῶν “ὅρων ἐργασίας” πού περιλαμβάνονται στό πρώτο άρθρο παράγραφος 1, στό άρθρο 2 παράγραφος 1 καί στό άρθρο 5, παράγραφος 1 τῆς ὁδηγίας 76/207/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976, ένα τέτοιο σύστημα ἀποζημιώσεως δέν ἀντίκειται πρός τήν τελευταία διάταξη τῆς παρατεθείσης ὁδηγίας, ἐφ᾽ ὅσον ἡ ηλικία κτήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπί ὅλων τῶν ἀποζημιώσεων γιά τίς όποιες πρόκειται, καί, ενδεχομένως, ἡ διάρκεια τῶν ἐν λόγω παροχών ἀπορρέει κατά ταυτόσημο τρόπο γιά τους άνδρες καί τίς γυναῖκες ἀπό τήν ηλικία συνταξιοδοτήσεως.»
Λόγω τῆς συμπτώσεως τῶν δύο παροχών πού ἀναφέρονται στά σημεία 24 καί 25 της ρυθμίσεως, θεωρῶ ὅτι δέν εἶναι λογικό νά εξετασθούν χωριστά οἱ δύο τύποι παροχών σέ αυτή την ἀλληλουχία.
Ή ἀπάντηση πού μόλις ἐπρότεινα γιά τό πρώτο μέρος τοῦ τρίτου ἐρωτήματος καθιστά περιττή ἐπίσης τήν εξέταση τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ.
5.4.
Συνοψίζοντας, σᾶς προτείνω ἑπομένως νά ἀπαντήσετε στά ερωτήματα πού σας υπεβλήθησαν, ως έξῆς:
1.
Ή ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών, πού περιλαμβάνεται στό ἄρθρο 119 της συνθήκης ΕΟΚ καί στό πρώτο άρθρο τῆς ὁδηγίας 75/117/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, ἐφαρμόζεται στό περιεχόμενο καί στόν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εθελουσίας ἐξόδου πού καταβάλλεται ἀπό τόν εργοδότη στον εργαζόμενο, ὁ όποιος θέλει νά θέσει τέρμα στην σχέση εργασίας του, ὄχι ὅμως στά ὅρια ηλικίας πού προβλέπονται γιά τήν κτήση δικαιώματος ἐπί τῆς ἐν λόγω παροχής.
2.
Στό μέτρο πού ὁ εθνικός δικαστής, βοηθούμενος πρός τοῦτο ἀπό κριτήρια περί «όμοιας εργασίας» καί «ἴσης ἀμοιβής» καί χωρίς νά εἶναι ἀναγκαίες ἐπί τοῦ θέματος κοινοτικές ἡ εθνικές διατάξεις, δύναται νά διαπιστώσει ὅτι τό περιεχόμενο καί ὁ τρόπος ὑπολογισμοῦ τῶν παροχῶν γιά τίς όποιες πρόκειται, πού προσδιορίζονται μέ ἀναφορά ἡ ὄχι σέ σχετικές νομοθετικές διατάξεις, ἀπό ἔνα σύστημα εθελουσίας εξόδου πού εφαρμόζεται οικειοθελῶς ἀπό τόν εργοδότη, είς εκτέλεση ἡ οχι συμβάσεως, περιλαμβάνουν διάκριση λόγω φύλου, οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἔχουν ἀπ' ευθείας εφαρμογή στην ἐν λόγω κατάσταση.
3.
(1)
Ἀκόμη καί ἄν τό ὅριο ηλικίας γιά τήν υπαγωγή σέ σύστημα εθελουσίας ἐξόδου τοῦ είδους περί τοῦ ὁποιου πρόκειται στην προκειμένη υπόθεση καί ὁ καθορισμός τῆς διαρκείας τῆς ἐν λόγω ἀποζημιώσεως ἀνάγονται στην ἔννοια τῶν «ὅρών εργασίας», πού περιλαμβάνονται στό πρώτο άρθρο παράγραφος 1, στό άρθρο 2 παράγραφος 1 καί στό άρθρο 5 παράγραφος 1 τῆς ὁδηγίας 76/207/ΕΟΚ τοῦ Συμβουλίου, τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976, ένα τέτοιο σύστημα ἀποζημιώσεως δέν ἀντίκειται πρός τήν τελευταία διάταξη τῆς παρατεθείσης ὁδηγίας, ἐφ' ὅσον ἡ ἡλικία κτήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπί ὅλων τῶν ἀποζημιώσεων γιά τίς ὁποιες πρόκειται, καί, ενδεχομένως, ἡ διάρκεια τῶν ἐν λόγω παροχών ἀπορρέει κατά ταυτόσημο τρόπο γιά τους άνδρες καί τίς γυναίκες ἀπό τήν ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
(2)
Τό μέρος αὐτό τοῦ ερωτήματος δέν χρήζει ἀπαντήσεως.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
( 2 ) ΣτΜ : ἀγγλικά στό κείμενο.
«Τά μέλη τοῦ προσωπικού ηλικίας 60/55 (άρρενες/θήλεις) δύνανται νά ἀποχωρήσουν ἀπό τήν υπηρεσία στό πλαίσιο τῶν “Redundancy and Resettlement arrangements” ὅταν τά καθήκοντα τά ὁποία ἀσκοῦν περιλαμβάνονται στον προγραμματισμό ὀργανώσεως.»
( 3 ) ΣτΜ: ἀγγλικά στό κείμενο.
«Είναι παράνομο γιά οἱοδήποτε ἀπασχολεί γυναίκα σέ επιχείρηση στην Μεγάλη Βρετανία, νά εφαρμόζει έναντι τῆς διακρίσεις:
α)
στόν τρόπο παροχῆς ευκαιριών γιά προαγωγή, μετάθεση, εκπαίδευση, υπηρεσίες, σέ ὁποιεσδήποτε άλλες παροχές ἡ ὀφέλη ἡ ἀρνούμενος ἤ εσκεμμένα παραλείποντας νά τῆς τίς χορηγήσει'
β)
ἀπολύοντάς την ἡ προκαλώντας οἱασδήποτε μορφής βλάβη».
( 4 ) «Οἱ παράγραφοι 1 6) καί 2) δέν ἀναφέρονται στίς διατάξεις γιά θέματα θανάτου ἡ συντάξεως».
( 5 ) «Τό τμήμα Ι καί οἱ διατάξεις τῶν τίτλων II καί III περί διακρίσεων ἔναντι γυναικῶν, πρέπει νά θεωρη-θοῦν ὅτι ἐφαρμόζονται ἐπίσης καί ἐπί τῆς μεταχειρίσεως τῶν ἀνδρών, καί πρός τόν σκοπό αυτό Ισχύουν, μέ τίς ἀναγκαίες τροποποιήσεις.»
Full & Egal Universal Law Academy