ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 19 ΝΟΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ὁ Robert Stanley εἶναι ιρλανδός υπήκοος καί κάτοικος 'Ηνωμένου Βασιλείου. Ἐγεννήθη στίς 8 Μαΐου 1908 καί ἀπό τόν Σεπτέμβριο 1935 μέχρι τόν Ἰανουάριο 1955 εἰργάσθη στην 'Ιρλανδία, υπαγόμενος στό τότε ίσχυσαν εθνικό σύστημα ἀσφαλίσεως μισθωτῶν εργαζομένων. Ἐν συνεχεία μετέβη στό Ἡνωμένο Βασίλειο, ὅπού εἰργάσθη ἐπί δεκαεπτά περαιτέρω ἔτη, υπαγόμενος στίς σχετικές εθνικές διατάξεις περί ἀσφαλίσεως. Στίς 8 Μαΐου 1973, συνεπλήρωσε συντάξιμη ἡλικία καί ἐζήτησε σύνταξη λόγω ἀποχωρήσεως ἀπό τό Department of Health and Social Security, πού εἶναι ὁ ἁρμόδιος φορεύς στό Ἡνωμένο Βασίλειο. 'Ο Insurance Officer ὑπελόγισε τό συνταξιοδοτικό του δικαίωμα εφαρμόζοντας τό άρθρο 46 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/001, σ. 73) καί τοῦ ἐχορήγησε τό κατά τό ἄρθρο 46 παράγραφος 1 ὀφειλόμενο ποσό, διότι ήταν υψηλότερο τοῦ κατά τό άρθρο 46 παράγραφος 2 ὑπολογιζομενου. Στον Stanley ἐχορηγήθη επίσης παροχή λόγω ἀποχωρήσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ National Insurance Act 1965, καθώς καί συμπλήρωμα συντάξεως 'ίσο μέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων των ὁποίων ἐδικαιοῦτο κατά τήν ἀγγλική καί τήν ιρλανδική νομοθεσία καί τοῦ κατ' ἀποκοπήν ποσοῦ τῆς συντάξεως ἡ ὁποία θά κατεβάλλετο κατά τήν ἀγγλική νομοθεσία, ἄν ὅλες οἱ περίοδοι ἀσφαλίσεώς του είχαν συμπληρωθεί στό Ἡνωμένο Βασίλειο. Τό συμπλήρωμα αυτό ἐχορηγήθη κατ' ἐφαρ μογήν, ὅπως εθεωρείτο τότε, τοῦ ἄρθρου 50 τοῦ κανονισμοῦ 1408/71 τῆς 14ης 'Ιουνίου 1971.
Ἐν συνεχεία, ὁ Insurance Officer κατέληξε στην άποψη ὅτι ἡ χορήγηση τοῦ συμπληρώματος ἐβασίσθη ἐπί εσφαλμένης ερμηνείας τοῦ ἄρθρου 50 καί στίς 27 'Ιανουαρίου 1977 ἐμείωσε την σύνταξη τοῦ Stanley κατά τό ποσό τοῦ ἐν λόγω συμπληρώματος. Ό Stanley ἤσκησε ἀνεπιτυχώς έφεση ενώπιον τοπικοῦ δικαστηρίου, περαιτέρω ὅμως προσφυγή του ενώπιον τοῦ Social Security Commissioner ὀνομαζόμενου τότε National Insurance Commissioner έγινε δεκτή. Κατά τήν άποψη τοῦ Commissioner, ἡ έκφραση «Minimum benefit» (ελαχίστη παροχή) στό άρθρο 50 σημαίνει τό μικρότερο ποσό πού καταβάλλεται δυνάμει τῆς νομοθεσίας τοῦ κράτους τῆς κατοικίας γιά ὁλόκληρη τήν περίοδο ἡ ὁποία λαμβάνεται ὑπ' ὄψη ἀπό τόν ἁρμόδιο φορέα. Στην περίπτωση τοῦ Stanley, τό μικρότερο ποσό ήταν τό κατ' ἀποκοπήν ποσό τῆς συντάξεως (μή λαμβανομένης ὑπ' ὄψη τῆς προοδευτικής παροχής), τό όποιο θά κατεβάλετο ἄν όλες οἱ ἀσφαλιστικές του περίοδοι εἶχαν συμπληρωθεί στό Ἡνωμένο Βασίλειο. Φαίνεται ὅτι κατέληξε στην άποψη ὅτι υπάρχει ελαχίστη παροχή ὅπου ὁ υπολογισμός τοῦ δικαιώματος εξαρτᾶται μόνο ἀπό τήν συμπλήρωση ἀσφαλιστικών περιόδων, οἱ δέ εισφορές εἶναι σταθερές καί ὄχι ἀνάλογες των ἀποδοχών.
Προκύπτει ὅτι οἱ διάδικοι δέχονται ὅτι τά κατά τό ἀγγλικό δίκαιο δικαιώματα συντάξεως τοῦ Stanley καθορίζονται σύμφωνα μέ τις διατάξεις τοῦ National Insurance Act 1965 καί τῆς συναφούς νομοθεσίας. Τό άρθρο 30 τοῦ νόμου αυτού ὁρίζει ὅτι ἕνα πρόσωπο δικαιούται συντάξεως λόγω ἀποχωρήσεως ἄν: (i) 'έχει συμπληρώσει συντάξιμη ηλικία (ii) έχει ἀποχωρήσει ἀπό τακτική μισθωτή υπηρεσία καί (iii) πληροί τίς περί εισφορών προϋποθέσεις. 'Η τελευταία προϋπόθεση έχει δύο σκέλη: (α) ὁ αἰτῶν πρέπει νά μή 'έχει καταβάλει λιγότερες ἀπό 156 εβδομαδιαίες εισφορές ἀπό τῆς «ενάρξεως τῆς ἀσφαλίσεως του» μέχρι τοῦ κρισίμου χρόνου (ἐν προκειμένω, τῆς συμπληρώσεως ηλικίας συνταξιοδοτήσεως)' (β) ὁ ετήσιος μέσος ὅρος τῶν εισφορών, τίς όποιες 'έχει καταβάλει ἡ μέ τίς όποιες έχει πιστωθεί, πρέπει νά εἶναι τουλάχιστον 50. Ή σύνταξη καταβάλλεται ἑβδομαδιαίως μέ κατ' ἀποκοπήν ποσό πού καθορίζεται στό παράρτημα 3 τοῦ νόμου. Τό ποσό δύναται νά αυξηθεί ώστε νά ληφθούν ὑπ' ὄψη πχ. τά εξαρτώμενα ἀπό τόν αιτούντα πρόσωπα ἡ νά μειωθεί πχ. ὅταν ὁ αἰτῶν εξακολουθεί νά εργάζεται μετά τήν συμπλήρωση ηλικίας συντάξιοδοτήσεως (βλ. άρθρο 30 (7) τοῦ νόμου). Φαίνεται ὅτι ἡ προοδευτική παροχή πού ἐχορηγήθη στόν Stanley λαμβάνει τήν μορφή αυξήσεως τοῦ ποσοῦ τῆς συντάξεως.
'Εκείνο πού βαρύνει ἀπό πλευράς επιχειρηματολογίας στην παρούσα υπόθεση είναι ὅτι τό κατ' ἀποκοπήν ποσό τῆς συντάξεως ἀποχωρήσεως δύναται νά μειωθεί, ἄν ὁ αἰτῶν δέν πληροί τό δεύτερο σκέλος τῆς τρίτης προϋποθέσεως τοῦ δικαιώματος προς σύνταξη ἀποχωρήσεως. Οἱ National Insurance (Widow's Benefit and Retirement Pensions) Regulations 1972 ὁρίζουν ὅτι, ὅταν ὁ ετήσιος μέσος ὅρός τῶν εἰσφορῶν, τίς όποιες 'έχει καταβάλει ἡ μέ τίς όποιες 'έχει πιστωθεί ὁ αἰτῶν, εἶναι μικρότερος τῶν 50, ὁ τελευταίος δικαιούται μειωμένης συντάξεως. Τό ποσό τῆς μειώσεως εξαρτάται ἀπό τόν ετήσιο μέσο ὅρο τῶν εἰσφορῶν κατά τήν περίοδο ἀπό τῆς ενάρξεως τῆς ἀσφαλίσεως μέχρις, ἐν προκειμένω, τῆς συμπληρώσεως ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. 'Αν εἶναι κατώτερος τῶν 13, δέν υφίσταται καθόλου δικαίωμα συντάξεως. Μεταξύ 13 καί 49, ὁ ετήσιος μέσος ὅρος διαιρείται σέ κλίμακες, τό δέ ὕψος τοῦ δικαιώματος εξαρτάται ἀπό τήν κλίμακα στην ὁποία εμπίπτει ὁ μέσος ὅρος τῶν εἰσφορῶν τοῦ αἰτοῦντος. Τό κατώτερο ὕψος εἶναι τό τοῦ ἐτησίου μέσου ὅρου τῶν 13 μέχρι 17 εισφορών. Προκύπτει ὅτι ὁ συνολικός ἀριθμός εισφορών τίς όποιες κατέβαλε ὁ Stanley καί μέ τίς όποιες ἐπιστώθη, τόσον κατά τό ἀγγλικό ὅσον καί κατά τό ιρλανδικό δίκαιο, διαιρούμενος διά τοῦ ἀριθμού τῶν ετών μεταξύ τῆς ενάρξεως τῆς ασφαλίσεως του στην 'Ιρλανδία καί τῆς ἡμερομηνίας κατά την ὁποία συνεπλήρωσε ἡλικία συνταξιοδοτήσεως, δίνει ἐτήσιο μέσο ὅρο μόλις άνω τῶν 50. Ἐξ ἄλλου, ἄν γίνει ὁ 'ίδιος υπολογισμός γιά τίς εισφορές πού λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψη μόνο κατά τό ἀγγλικό σύστημα καί ἐν ἀναφορά πρός τίς κατά τό σύστημα αυτό περιόδους ασφαλίσεως, ὁ ἐτήσιος μέσος ὅρός κατέρχεται στό 38.
Ὁ Insurance Officer ἐξήτησε τήν ἀκύρωση της ἀποφάσεως τοῦ Commissioner ἀπό τό High Court 'Αγγλίας καί Οὐαλλίας, Queen's Bench Division, Divisional Court. Στίς 18 Δεκεμβρίου 1980, τό Divisional Court ὑπέβαλε, μέ αίτηση περί ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως, τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1.
Υπάρχει ἐλαχίστη παροχή κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 50 ... στην περίπτωση πού ἡ νομοθεσία ἑνός Κράτους μέλους εξαρτά τό δικαίωμα πρός κατ' ἀποκοπή παροχή, λόγω ἀποχωρήσεως, ἀπό τόν ετήσιο μέσο ὅρο των ἑβδομαδιαίων κατ' ἀποκοπή εισφορών, — μέσος ὅρός πού εἶναι τουλάχιστον 50 — πού έχουν καταβληθεί ἡ πιστωθεί ὑπέρ τοῦ αιτούντος, κατά τήν περίοδο ἀπό τήν έναρξη τῆς ἀσφαλίσεως του μέχρι τήν συμπλήρωση ἡλικίας συνταξιοδοτήσεως καί, ἄν ἡ προϋπόθεση αύτη δέν πληρούται, ὁ ετήσιος ὅμως μέσος ὅρος δέν εἶναι μικρότερος ἀπό 13, προβλέπει μειωμένο ποσό παροχής λόγω ἀποχωρήσεως, πού καθορίζεται ἀποκλειστικά ἐν ἀναφορᾶ πρός τό μέσο ὅρο τῶν εισφορών τοῦ αιτούντος γιά τήν περίοδο αυτή;
2.
'Αν ἡ ἀπάντηση στό ερώτημα 1 εἶναι καταφατική, ἀποτελεί ἡ ελαχίστη παροχή:
α)
τό κατώτατο ποσό παροχής, πού δύναται νά καταβληθεί στον ἀσφαλισμένο, κατά τήν νομοθεσία τοῦ ἐν λόγω κράτους, ὅταν δηλ. ὁ μέσος ὅρος εισφορών εἶναι 13
β)
τό ποσό πού θά κατεβάλετο στον αιτούντα, κατά τήν νομοθεσία τοῦ ἐν λόγω κράτους, ἄν ληφθούν ὑπ᾽ ὄψη ὅλες οι ἀσφαλιστικές περίοδοι πού συνεπληρώθησαν κατά τίς νομοθεσίες ὅλων τῶν Κρατών μελών στίς όποιες έχει υπαχθεί αὐτός, ή
γ)
κάποιο άλλο (καί, ἄν ναί, ποιο) ποσό;»
Τό άρθρο 50 τοῦ κανονισμού 1408/71, μαζί μέ τήν επικεφαλίδα του, έχει ὡς έξῆς:
«Χορήγηση συμπληρώματος ὅταν τό ποσό τῶν παροχών πού ὀφείλονται κατά τίς νομοθεσίες τῶν διαφόρων Κρατών μελών δέν φθάνει τό κατώτατο ὅριο πού προβλέπει ἡ νομοθεσία τοῦ κράτους στό έδαφος, τοῦ ὁποίου κατοικεί ὁ δικαιούχος.
Ὁ δικαιούχος παροχών, ἐπί τοῦ ὁποίου εφαρμόζεται τό παρόν κεφάλαιο, δέν δύναται νά εισπράξει, στό κράτος στό όποιο κατοικεί καί κατά τήν νομοθεσία τοῦ ὁποίου τοῦ ὀφείλεται παροχή, ποσό παροχών μικρότερο ἀπό τήν ελάχιστη παροχή πού ὁρίζεται ἀπό τήν ἐν λόγω νομοθεσία γιά περίοδο ἀσφαλίσεως 'ίση μέ τό σύνολο τῶν περιόδων πού ελήφθησαν ὑπ᾽ ὄψη γιά τήν εκκαθάριση σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τῶν προηγουμένων άρθρων. Ό ἁρμόδιος φορέας τοῦ κράτους αυτού τοῦ καταβάλλει, ενδεχομένως, καθ' ὅλη τήν διάρκεια κατοικίας στό έδαφος τοῦ κράτους αὐτού, συμπλήρωμα 'ίσο μέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ ποσοῦ τῶν παροχών πού ὀφείλονται δυνάμει τοῦ παρόντος κεφαλαίου καί τοῦ ποσοῦ τῆς ελαχίστης παροχῆς.»
Κατά την ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση ή 'Επιτροπή ἰσχυρίσθη ὅτι τό άρθρο 50 δέν δύναται νά εξετασθεί χωριστά ἀπό τήν δήλωση στην ὁποία τά Κράτη μέλη ὀφείλουν νά προβούν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ κανονισμοί) 1408/71, διευκρινίζοντας ποιες είναι οἱ ελάχιστες παροχές πού ἀναφέρονται στό άρθρο 50. 'Αν ἡ εθνική νομοθεσία εἶναι διφορούμενη ἤ ἀσαφής ὅσον άφορᾶ τήν ύπαρξη ἐλαχίστης παροχής, ἡ δέ δήλωση ἀναφέρει ὅτι δέν υπάρχει καμμία, πρέπει νά δίδεται μεγάλη βαρύτητα στην τελευταία, ἀκόμα κι ἄν δέν εἶναι ἀποφασιστική. Ή πρώτη σχετική δήλωση στην ὁποία προέβη τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ἀνέφερε, ὑπό τόν τίτλο «ελάχιστες παροχές πού ἀναφέρονται στό άρθρο 50 τοῦ κανονισμοί)», «τά ποσά τῆς κατ' ἀποκοπήν συντάξεως γήρατος καί τῶν παροχῶν επιζῶντος εξαρτώνται ἀπό τόν ἐτήσιο μέσο ὅρο εισφορών, πού κατεβλήθησαν ἡ ἐπιστώθησαν καθ' ὅλη τήν περίοδο ἀσφαλίσεως, προβλέπονται δέ στους κανονισμούς πού ἔχουν εκδοθεί δυνάμει» τοῦ National Insurance Act 1965 καί τῆς τροποποιητικής αὐτοῦ νομοθεσίας (OJ C 43/1 τῆς 18ης 'Ιουνίου 1973, σ. 7). Τό 1975, ὅταν ὁ National Insurance Act ἀντικατεστάθη ἀπό τόν Social Security Act 1975, ἀντικατεστάθη επίσης καί ἡ δήλωση, ἀπό άλλη, ἡ ὁποία εἶχε ὡς έξῆς: «Ἡ ελαχίστη σύνταξη ἀποχωρήσεως, τά επίδομα χήρας, τό επίδομα χήρας μητρός ἤ ἡ σύνταξη χήρας πού προβλέπονται ἀπό τόν Social Security Act 1975 ...» (OJ C 245/2 τῆς 28ης 'Οκτωβρίου 1975). Πάντως τό 1977, ἡ δήλωση ἐτροποποιήθη περαιτέρω καί ἀνέφερε «Μηδέν». (OJ C 89/2 τῆς 14ης 'Απριλίου 1977). Αυτό θεωρείται ὡς μέτρο πού ελήφθη κατόπιν εξετάσεως καί εμπειρίας, ώστε ἀποτελεί ισχυρή ἔνδειξη.
Δέν νομίζω ὅτι αυτή ἡ τροποποίηση τῆς δηλώσεως βοηθεῖ πολύ. 'Ακόμα κι ἄν ἕνα Κράτος μέλος ενδέχεται νά κωλύεται ἀπό τήν δήλωση του νά ἀρνηθεί ὅτι μιά συγκεκριμένη παροχή ἀποτελεί ελαχίστη παροχή ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 50, ἡ δήλωση ὅμως ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι μία παροχή δέν ἀποτελεί ελαχίστη παροχή δέν εἶναι ἀποφασιστική ὑπό τήν έννοια ὅτι πράγματι αυτό συμβαίνει (Υπόθεση 35/77, Beerens κατά Rijksdienst voor Arbeidsvoorziening [1977] ECR 2249 καί υπόθεση 64/77, Torri κατά ONPTS [1977] ECR 2299).
Στό εθνικό δικαστήριο εναπόκειται νά ἀποφασίσει ἄν κατά τό εθνικό δίκαιο ὑπάρχει ελαχίστη παροχή ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 50, ὅπως ερμηνεύεται ἀπό τό Δικαστήριο ὡς ζήτημα κοινοτικοῦ δικαίου.
Ό πληρεξούσιος τοῦ Stanley Ισχυρίζεται ὅτι, σύμφωνα μέ τό ισχύον κατά τόν κρίσιμο χρόνο στό 'Ηνωμένο Βασίλειο σύστημα, ἡ ελαχίστη παροχή γιά ὅλες τίς περιόδους πού πρέπει νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 50 εἶναι, καί θά είναι πάντα, ἡ ἴδια μέ τήν προκύπτουσα ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 46 (2) (α). Τό γεγονός ὅτι τά δύο ποσά εἶναι τά 'ίδια είναι άνευ σημασίας. 'Επίσης στερείται σημασίας τό ὅτι, κατά τήν νομοθεσία άλλων Κρατών μελών, ἡ «ελαχίστη παροχή» δύναται νά ορίζεται κατ' άλλους τρόπους. 'Απαξ καί είναι δυνατός ὁ υπολογισμός συντάξεως χωρίς ἀναφορά σέ μεταβλητούς συντελεστές, διαφορετικούς ἀπό τήν συμπλήρωση περιόδου ἀσφαλίσεως καί τήν καταβολή σταθερών εισφορών γιά τίς περιόδους αυτές, υπάρχει ελαχίστη παροχή κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 50.
Ὁ πληρεξούσιος τοῦ Insurance Officer τονίζει ὅτι τό σύστημα τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου δέν περιέχει διάταξη παρέχουσα σέ άτομο δικαίωμα συντάξεως, ὑπό την μόνη προϋπόθεση νά 'έχει καταβάλει ὁρισμένο ἀριθμό εισφορῶν ἤ νά ὑπηρξε ἀσφαλισμένος ἐπί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Τά πάντα εξαρτῶνται ἀπό τό ἀσφαλιστικό Ιστορικό τοῦ ἀτόμου καί ἀπό τόν συγκεκριμένο ἀριθμό πού προκύπτει ἀπό τήν διαίρεση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εισφορών διά τῆς περιόδου ἀσφαλίσεως πρός εξαγωγή τοῦ σχετικοῦ μέσου ὅρου. «Ἐλαχίστη παροχή» σημαίνει τήν παροχή ή ὁποία εἶναι καταβλητέα ὑπό τόν μοναδικό ὅρο ὅτι τό άτομο έχει: συμπληρώσει μιά περίοδο ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας, ἀνεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων οἱ όποιες ἀπαιτείται ενδεχομένως νά πληροῦνται γιά τήν γένεση τοῦ δικαιώματος.
Ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος τοῦ Stanley προσδίδει μεγάλη ἔμφαση στην χρήση τῆς λέξεως «Determined» — («μικρότερο ἀπό τήν ελαχίστη παροχή πού ὁρίζεται ἀπό τήν έν λόγω νομοθεσία»). Τό ἀγγλικό κείμενο τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, πού περιέχεται στην ειδική έκδοση τῆς Ἐπίσημης Ἐφημερίδας τοῦ Δεκεμβρίου 1972, ἀναφέρει «Fixed» καί ὄχι «determined». Τά έγγραφα, τά σχετικά μέ τήν προσχώρηση στίς Ευρωπαϊκές Κοινότητες, μεταξύ άλλων, τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, περιέχουν, σ' ένα κείμενο πού ἀντικαθιστά τό άρθρο 50, τήν λέξη «determined». Μέ διορθωτικό τοῦ κανονισμοῦ 1408/71, πού ευρίσκεται στό OJ L 82/13 τῆς 27ης Μαρτίου 1980, ἡ λέξη «fixed» ἀντικαθιστά τήν λέξη «determined». Ή διατύπωση τοῦ ἄρθρου 50 σέ άλλες γλῶσσες περιέχει λέξεις πού μεταφράζονται προσφυέστερα μέ τήν λέξη «fixed». Παρά τό ενδιαφέρον τοῦ επιχειρήματος αὐτοῦ, δέν νομίζω ὅτι πρέπει νά προσδοθεί βαρύτητα στίς διακρίσεις μεταξύ τῶν λέξεων «fixed» καί «determined».
Στην υπόθεση 64/77, Torri (ἀνωτέρω), ὁ Torri ἰσχυρίσθη ὅτι, κατά τό βελγικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως, ἡ ελαχίστη παροχή ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 50 ἀντιστοιχοῦσε στό ποσό τῆς θεωρητικής συντάξεως, υπολογιζόμενο σύμφωνα μέ τό άρθρο 46 (2) (α) τοῦ κανονισμοῦ. Καίτοι ἡ υπόθεση εκείνη διαφέρει τῆς παρούσης (κατά τό ὅτι ὁ υπολογισμός τῶν παροχών ἐξηρτᾶτο ἀπό τό ποσό τῶν ἀποδοχών ἡ τοῦ μισθοῦ καί ἀπό τήν διάρκεια τῶν περιόδων ἀσφαλίσεως πού είχαν συμπληρωθεί), εἶναι σαφές ὅτι τό Δικαστήριο ἀπέρριψε τήν γενική αυτή άποψη. Ἐθεώρησε τό άρθρο 50 ως έχον περιορισμένο ἀντικείμενο — καλύπτον, δηλαδή, περιπτώσεις ὅπου οἱ περίοδοι απασχολήσεως τοῦ εργαζομένου κατά τήν νομοθεσία τῶν κρατών στην οποία ὑπέκειτο ήταν «σχετικώς βραχείες μέ ἀποτέλεσμα, τό συνολικό ποσό τῶν καταβαλλομένων ἀπό τά κράτη αυτά παροχών νά μή επιτρέπει ένα εύλογο βιοτικό επίπεδο». Τό Δικαστήριο έκρινε ὅτι ἡ εφαρμογή ἡ μή τοῦ ἄρθρου 50 ἐξηρτᾶτο ἀπό τό ἄν ἡ 'ίδια ἡ νομοθεσία τοῦ κράτους στό όποιο κατοικοῦσε τό άτομο προέβλεπε ελαχίστη παροχή.
Νομίζω ὅτι σκοπός τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ κανονισμοῦ εἶναι νά εξασφαλίζει ὅπως μή θίγεται ὁ εργαζόμενος, ὅσον άφορᾶ τήν σύνταξη του, ἐπειδή ἀπησχολήθη σέ περισσότερα τοῦ ἑνός Κράτη μέλη. Προβλέπει τήν κατανομή μεταξύ Κρατών μελών τῆς ευθύνης για τήν καταβολή τῆς ὑπολογισθείσης συντάξεως. Τό κεφάλαιο 3 τοῦ κανονισμοῦ περιέχει λεπτομερείς διατάξεις προς επίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Εἶναι προφανώς δυνατόν ὅτι ένα συγκεκριμένο Κράτος μέλος ενδέχεται νά προβλέψει τήν καταβολή ἑνός ποσοῦ, γιά περιόδους ἀσφαλίσεως ἤ κατοικίας, υψηλοτερου ἀπό τό σύνολο τῶν παροχών πού προκύπτουν ἀπό τήν εφαρμογή τῶν διατάξεων τοῦ κεφαλαίου 3. Ἀντιμετωπίζοντας τήν δυνατότητα αυτή, τό ἄρθρο 50 έχει διπλό σκοπό: πρῶτο, νά εξασφαλίσει ὅτι ὅλες οἱ περίοδοι ἀσφαλίσεως πού λαμβάνονται ὑπ' ὄψη γιά τόν υπολογισμό τῶν κατά τά ἄρθρα 44 ὥς 49 τοῦ κεφαλαίου 3 καταβολῶν δύνανται νά δημιουργήσουν δικαίωμα πρός ελαχίστη παροχή, στο κράτος ὅπού κατοικεί ὁ δικαιοῦχος καί δεύτερο νά εξασφαλίσουν ὅτι τό ενδιαφερόμενο άτομο δέν χάνει τό πλεονέκτημα τῆς ελαχίστης παροχῆς, μέ τήν εφαρμογή ἀπλώς καί μόνον τῶν ἐν λόγω διατάξεων τοῦ κεφαλαίου 3 πού προηγούνται τοῦ ἄρθρου 50.
Ἡ σχετική ελαχίστη παροχή εἶναι παροχή πού «καθορίζεται (ή προσδιορίζεται) ἀπό τή ἐν λόγω νομοθεσία γιά ὁρισμένη περίοδο ἀσφαλίσεως». Τό άρθρο 1 (σ) τοῦ κανονισμού ὁρίζει ὡς «περιόδους ἀσφαλίσεως τίς περιόδους εισφορών ἤ ἀπασχολήσεως, πού καθορίζονται ἡ ἀναγνωρίζονται ὡς περίοδοι ἀσφαλίσεως ἀπό τήν νομοθεσία, ὑπό τήν ὁποία ἐπραγματοποιήθησαν ἤ θεωρούνται ὅτι ἐπραγματοποιήθησαν, καθώς καί κάθε εξομοιούμενοι πρός αυτές περίοδοι, κατά τό μέτρο πού ἀναγνωρίζεται ἀπό τήν νομοθεσία αυτή ὡς ισοδύναμη προς περίοδο ἀσφαλίσεως».
'Εκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ελαχίστη παροχή είναι μία παροχή πού καθορίζεται ἀπό τήν εθνική νομοθεσία «γιά περίοδο ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας» φαίνεται νά ἀναγνωρίζει σαφώς ὅτι ἡ ελαχίστη παροχή δύναται νά ἐξαρτάται ἀπό τήν συμπλήρωση συνταξίμου περιόδου καί ὅτι τό ποσό δύναται νά ποικίλλει γιά διαφόρους περιόδους. Λέγω «δύναται», διότι ἐπί τοῦ παρόντος δέν μέ ικανοποιεί, ὅπως ὑπε-στηρίχθη ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, τό ὅτι ή ελαχίστη παροχή δέν δύναται νά ἐμπέσει στό άρθρο 50, ἄν καταβάλλεται ἀνεξαρτήτως τῆς συμπληρώσεως συγκεκριμένης συνταξίμου περιόδου, ὅπως φαίνεται νά συμβαίνει μέ τους ἀγρεργάτες στην Ἑλλάδα.
Νομίζω ὅτι ἡ λέξη «fixed» ἡ «determined» ἀναφέρεται μάλλον στό ποσό τῆς παροχής παρά στίς κατάλληλες προϋποθέσεις. 'Ο σκοπός τῆς περιόδου αναφοράς πού ὁρίζεται στό άρθρο 50 εἶναι κυρίως νά ἀντιμετωπισθεί ἡ κατάσταση ὅπού, κατά τήν νομοθεσία Κράτους μέλους, τό ποσό τῆς ελαχίστης παροχής ποικίλλει ἀναλόγως τῆς περιόδου ἀσφαλίσεως ἡ κατοικίας πού 'έχει συμπληρώσει ὁ αἰτών. Στό Λουξεμβούργο πχ. φαίνεται ὅτι καμμία σύνταξη ἀναπηρίας ἤ γήρατος δεν δύναται ἐπί τοῦ παρόντος νά εἶναι κατώτερη ἀπό 107809 φράγκα ετησίως γιά άτομα πού έχουν ἀσφαλισθεί τουλάχιστον ἐπί 10 έτη καί 216657 φράγκα γιά εκείνους πού ἔχουν ἀσφαλισθεί τουλάχιστον ἐπί 35 (καί οἱ δύο αριθμοί ποικίλλουν ἀναλόγως τοῦ δείκτου κόστους ζωής). 'Αν ένα άτομο έχει ἀσφαλισθεί στό Λουξεμβούργο ἐπί 30 έτη καί σέ κάποιο άλλο Κράτος μέλος 5 έτη, τό άρθρο 50 έχει ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι, ἄν ληφθούν ὑπ' ὄψη καί οἱ δύο περίοδοι γιά τόν υπολογισμό τῆς καταβολής κατά τά προηγούμενα άρθρα τοῦ κανονισμού, ἡ εφαρμοστέα ελαχίστη παροχή εἶναι εκείνη πού ισχύει γι' αυτούς πού έχουν ἀσφαλισθεί τουλάχιστον ἐπί 35 έτη.
Δέν δέχομαι ὅτι ἡ ελαχίστη παροχή ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ἁπλώς τό μικρότερο ποσό πού δύναται νά προκύψει ἀπό τήν λειτουργία τοῦ καθιερωμένου συστήματος ἀσφαλίσεως. Στην φράση αύτη πρέπει νά ἀποδοθεί στενότερη έννοια. 'Αν ένα ποσό καθορίζεται γιά μιά περίοδο ἀσφαλίσεως χωρίς νά ἀπαιτείται ή πλήρωση άλλων προϋποθέσεων έκτος τῆς συμπληρώσεως τῆς περιόδου ἀσφαλίσεως, τότε ἀποτελεί ελαχίστη παροχή κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου. Τό «περιορισμένο αντικείμενο» τοῦ ἄρθρου 50 εἶναι νά επιτρέψει στό άτομο τό όποιο δέν δύναται νά συγκεντρώσει τίς κατάλληλες προϋποθέσεις γιά τήν χορήγηση υψηλότερης συντάξεως κατά τά προηγούμενα άρθρα τοῦ κανονισμού νά λάβει, στη χώρα ὅπού κατοικεί, τό ελάχιστο πού καθορίζεται γιά ὅλες τίς περιόδους ἀσφαλίσεως πού λαμβάνονται ὑπ' όψη. Ή ελαχίστη παροχή δύναται νά μήν εκφράζεται κατ' ανάγκην στην νομοθεσία ὡς συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. 'Αποτελεί ενδεχομένως ποσό δεκτικό ὑπολογισμού μέ ἀναφορά σέ ὁρισμένο τύπο. Δέν πρέπει, πάντως, νά εξαρτάται ἀπό ὅρούς διαφορετικούς ἀπό εκείνους πού ἀνέφερα.
Στό πρῶτο ερώτημα πού υπέβαλε τό Divisional Court τοῦ Queen's Bench Division, ή σύνταξη δέν ἀναφέρεται ὡς εξαρτώμενη ἁπλῶς ἀπό τήν συμπλήρωση περιόδου ἀσφαλίσεως. Τό δικαίωμα κατ' ἀποκοπήν παροχής εξαρτᾶται ἀπό τόν ετήσιο μέσο ὅρο τῶν εβδομαδιαίων κατ' ἀποκοπή εισφορών, πού έχουν καταβληθεί ἤ πιστωθεί κατά τήν περίοδο ἀπό τῆς ενάρξεως τῆς ἀσφαλίσεως μέχρι τῆς συμπληρώσεως ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, μέσο ὅρο ὄχι κάτω τῶν 50 ἄν δέν πληροῦται ἡ προϋπόθεση αυτή, τότε καταβάλλεται μειωμένη σύνταξη πού ποικίλλει ἀναλόγως τοῦ ετησίου μέσου ὅρου, ἐφ' ὅσον ὁ μέσος όρος δέν πίπτει κάτω τοῦ 13.
Ἑπομένως, κατά τήν γνώμη μου, δέν 'έχει καθορισθεί ελαχίστη παροχή ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 50 ἀπό τήν νομοθεσία στην ὁποία ἀνεφέρθη τό Δικαστήριο, διότι τό δικαίωμα εξαρτάται ἀπό, καί ποικίλλει ἀνάλογα μέ, τόν ετήσιο μέσο ὅρο εισφορών. 'Αν ὁ μέσος ὅρός δέν εἶναι τουλάχιστον 13, τό πρόσωπο γιά τό όποιο πρόκειται ουδέν λαμβάνει.
Γιά τους λόγους αυτούς, ἡ ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα πού υπέβαλε τό Divisional Court εἶναι κατά τήν γνώμη μου «ἀρνητική», ὁπότε τά λοιπά ερωτήματα καθίστανται άνευ ἀντικειμένου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy