ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 15 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Ή προκειμένη προδικαστική υπόθεση θέτει πρόβλημα ερμηνείας τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως ἀποφάσεως ἐπί ἀστικῶν καί εμπορικῶν υποθέσεων, πού υπεγράφη στίς Βρυξέλλες στίς 27 Σεπτεμβρίου 1968. Τό Δικαστήριο ἠσχολήθη προσφάτως μέ τό ἴδιο πρόβλημα στά πλαίσια μιας άλλης διαδικασίας, τῆς ἰδίας φύσεως, τήν προδικαστική υπόθεση 150/80, Elefanten Schuh, ἐπί τῆς ὁποίας εξέδωσε την ἀπόφαση του στίς 24 Ίουνίου 1981. Αυτό θά μοῦ επιτρέψει νά είμαι σύντομος.
Θά ἀρχίσω ὑπενθυμίζοντας τά πραγματικά περιστατικά. Ή εταιρία Ossberger Turbinenfabrik, πού έχει την έδρα τῆς στό Weißenburg, στην Βαυαρία ἐνήγαγε ενώπιον τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach έναν ἀπό τους γάλλους πελάτες της, τήν ἐπιχείρηση Établissements Rohr SA μέ έδρα τίς Sarcelles στό Val d'Oise ζητώντας νά υποχρεωθεί εἰς εξόφληση ὁρισμένου αριθμού τιμολογίων, πού εἶχαν μείνει ἀνεξόφλητα. Γιά νά στηρίξει την ἀρμοδιότητα τοῦ δικαστηρίου, ή ενάγουσα ἐβασίσθη σέ μία ρήτρα περί παρεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος, πού περιεί-χετο στους γενικούς ὅρους πωλήσεως. Ή επιχείρηση Rohr περιωρίσθη νά ἀμφισβητήσει τήν ἁρμοδιότητα ratione loci, χωρίς νά προβάλει κανένα ισχυρισμό ἀμύνης ἐπί τῆς οὐσίας. Τό Landgericht τοῦ Ansbach έκρινε ὅτι ἡ ρήτρα περί παρεκτάσεως ἁρμοδιότητος ήταν έγκυρη (δυνάμει τοῦ άρθρου 17 τῆς ανωτέρω ἀναφερθείσης συμβάσεως τῶν Βρυξελλών) επειδή ἡ εναγομένη δέν ἀμφισβήτησε τό βάσιμο τῆς ἀγωγής, τήν ὑπεχρέωσε νά καταβάλει στην ἐνάγουσα τό αἰτηθέν ποσόν καθώς καί τά δικαστικά έξοδα.
Στην κατ' έφεση διαδικασία ενώπιον τοῦ Oberlandesgericht τῆς Νυρεμβέργης, ἡ επιχείρηση Rohr προέτεινε ἐκ νέου τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος καί ἀπέφυγε πάλι νά προβάλει ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας. Ή αἴτηση ἀναιρέσεως ενώπιον τοῦ Bundesgerichtshof τελικώς ἐκρίθη μέ διάταξη τῆς 19ης Μαρτίου 1980 ὡς ἀπαράδεκτη, επειδή δέν ἠσκήθη εμπροθέσμως.
Κατόπιν αἰτήσεως τῆς εταιρίας Ossberger, ὁ πρόεδρος τοῦ Tribunal de grande instance τοῦ Pontoise ἐκήρυξε, ἐν τῶ μεταξύ εκτελεστή στην Γαλλία τήν καταδικαστική ἀπόφαση πού εξέδωσε τό Landgericht τοῦ Ansbach καί τήν σχετική διάταξη περί πληρωμής τῶν δικαστικών εξόδων.
Ἐνώπιον τοῦ Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών ή ἑταιρία Rohr προέβαλε, κατά τῆς διατάξεως αυτής, τό επιχείρημα ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως δέν ήταν δυνατόν ὁ εναγόμενος, ὁ όποιος ἀμφισβητεί τήν ἁρμοδιότητα τοῦ δικαστοῦ, νά προβάλει ταυτοχρόνως τους ἰσχυρισμούς του ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας. Τό γεγονός ὅτι τά γερμανικά δικαστήρια ὄχι μόνον ἀπέρριψαν τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος, άλλα, στην προκειμένη περίπτωση, έκριναν καί ἐπί τῆς ουσίας, ἀποτελεῖ κατάφωρη προσβολή τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως καί, κατά συνέπεια, τῆς δημοσίας τάξεως, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 27 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών. Κατά τήν άποψη αυτή ἡ ἀναγνώριση στην Γαλλία, τῆς ἀποφάσεως τοῦ Landgericht τοῦ Ansbach πρέπει νά ἀποκλείεται.
Μέ ἀπόφαση τῆς 26ης Νοεμβρίου 1980, τό Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών ἀνέστειλε τήν πρόοδο τῆς δίκης καί υπέβαλε στό Δικαστήριο κατ' ἐφαρμογή τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3ης Ίουνίου 1971 περί ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως τῶν-Βρυξελλῶν τό ἀκόλουθο προδικαστικό ἐρώτημα:
«Πρέπει νά γίνει δεκτό, ἐν ὄψει καθ' ἑνός ἀπό τά κείμενα τῆς συμβάσεως (τῶν Βρυξελλῶν) τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 πού ἔχουν ἀντιστοίχως συνταχθεί στην γαλλική, γερμανική, ιταλική καί ὀλλανδική γλώσσα, συμφώνως πρός τό άρθρο 68 τῆς συνθήκης, ὅτι τό άρθρο 18 τῆς ἰδίας διεθνοῦς συμβάσεως ἀπαγορεύει τήν προβολή, ταυτοχρόνως άλλα ἐπικουρικώς, ισχυρισμών ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας, ὅταν ή ένσταση ἀναρμοδιότητος πού προβλέπει τό άρθρο αὐτό ἕχει προβληθεί, ὥστε νά κριθεί, ὁριστικώς, τό ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος πρίν ἀπό κάθε συζήτηση ἐπί τῆς ουσίας, ή τό ἐν λόγω άρθρο 18 επιτρέπει, ἄν καί δέν τό διευκρινίζει, τήν προβολή τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος πού προβλέπει, ταυτοχρόνως άλλά επικουρικώς μέ προτάσεις ἐπί τῆς ουσίας, ώστε νά επιφυλάσσεται στον δικαστή πού έχει επιληφθεί ἡ δυνατότης νά ἀποφανθεί, ἄν συντρέχει λόγος, μέ μιά μόνο ἀπόφαση, τόσο ἐπί τῆς ουσίας ὅσο καί ἐπί τῆς ενστάσεως, ὅπως ἐπί παραδείγματι προβλέπει ρητώς τό άρθρο 76 τοῦ νέου κωδικός πολιτικής δικονομίας, προστατεύοντας τό δικαίωμα τῆς υπερασπίσεως.»
2.
Τό άρθρο 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών ὁρίζει:
«Τό δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους, πλην τῶν περιπτώσεων κατά τίς όποιες ή ἁρμοδιότης του προκύπτει ἐξ άλλων διατάξεων τῆς παρούσης συμβάσεως, καθίσταται ἁρμόδιο καί ὅταν ὁ εναγόμενος παρίσταται ενώπιόν του. Ό κανόνας αυτός δέν ἐφαρμόζεται ἄν ἡ παράσταση τοῦ εναγομένου ἀποβλέπει στην ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος ἤ ἄν υφίσταται αποκλειστική ἁρμοδιότης άλλου δικαστηρίου δυνάμει τοῦ άρθρου 16 1.»
Στό σκεπτικό τῆς ἀποφάσεως περί παραπομπής, τό Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών ἐφιστᾶ τήν προσοχή ἐπί τῆς διαφοράς πού υπάρχει μεταξύ τοῦ γαλλικού κειμένου τοῦ ἀνωτέρω παρατεθέντος κανόνος καί τοῦ ιταλικού, ὀλλανδικού καί γερμανικοί) κειμένου. Πράγματι, τό γαλλικό κείμενο τοῦ άρθρου 18 δεύτερη φράση ὁρίζει: «Ό κανόνας αυτός δέν εφαρμόζεται ἄν ἡ παράσταση τοῦ εναγομένου ἀποβλέπει στην ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος», ἐνῶ κατά τήν διατύπωση τῶν κειμένων στίς τρεις άλλες γλώσσες ἡ διάταξη πού περιέχεται στην πρώτη φράση δέν εφαρμόζεται «ἄν ή παράσταση τοῦ εναγομένου ἀποβλέπει μόνον στην ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος ...».
Ή διαφορά αὐτή μεταξύ τῶν τεσσάρων κειμένων τοῦ ἄρθρου 18 εἶχε ήδη ὁδηγήσει τό βελγικό Cour de cassation νά ζητήσει ἀπό τό Δικαστήριο, μέ ἀπόφαση τῆς 9ης Ίουνίου 1980, νά ἀποφανθεί ἐπί τοῦ ερωτήματος ἄν ἡ ἁρμοδιότης πού προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 18 «έχει εφαρμογή, ὅταν ὁ εναγόμενος ὄχι μόνον ἀμφισβητεί τήν ἁρμοδιότητα, άλλα ἐπί πλέον προβάλλει ισχυρισμούς καί ἐπί τῆς ουσίας τῆς υποθέσεως». Όπως προανεφέρθη, τό ερώτημα αυτό υπήρξε αφορμή γιά τήν προδικαστική υπόθεση 150/80, Elefanten Schuh καί τήν ἀναφερθείσα ἀπόφαση τῆς 24ης Ίουνίου 1981, στην οποία ελέχθη μεταξύ άλλων «ὅτι ἡ έννοια τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως εἶναι ὅτι ὁ κανόνας ἁρμοδιότητος πού θεσπίζει ἡ διάταξη αύτη δέν έχει εφαρμογή ὅταν ὁ εναγόμενος ὄχι μόνο ἀμφισβητεί τήν ἁρμοδιότητα, άλλά προβάλλει καί ισχυρισμούς ἐπί τῆς ουσίας τῆς διαφοράς, ὑπό τόν ὅρο ὅτι ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος, ἐφ' ὅσον δέν προηγήθη οιασδήποτε πράξεως ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας, δέν έπεται χρονικώς τῆς ενεργείας, μέ τήν ὁποία ὁ εναγόμενος λαμβάνει θέση ἐπί τῆς υποθέσεως καί ἡ ὁποία λογίζεται ἀπό τό εθνικό δικονομικό δίκαιο ὡς ἡ πρώτη πράξη ἀμύνης ἐνώπιον τοῦ επιληφθέντος δικαστηρίου».
Ἀξίζει νά ἀναφερθεί ὅτι ἐπ' αὐτοῦ τοῦ σημείου αυτό πού τό Δικαστήριο εδέχθη στην σκέψη 14, ὅτι δηλαδή ἡ λύση πού συνίσταται στό παραδεκτό τῆς ταυτόχρονης ἀμφισβητήσεως τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ επιληφθέντος δικαστοῦ καί τοῦ βασίμου τῆς ἀγωγῆς «είναι περισσότερο σύμφωνη μέ τους σκοπούς καί τό πνεύμα τῆς συμβάσεως. Πράγματι, σύμφωνα μέ τό ἀστικό δικονομικό δίκαιο ὡρισμένων συμβαλλομένων κρατών, ὁ ἐναγόμενος πού θέτει μόνο ζήτημα αρμοδιότητος ενδέχεται νά ἀποκλεισθεί τῆς προβολῆς ισχυρισμών ἐπί τῆς οὐσίας σέ περίπτωση ἀπορρίψεως ἀπό τό δικαστήριο τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος. Μία ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 18 πού θά κατέληγε σέ ένα τέτοιο ἀποτέλεσμα, θά ήταν ἀντίθετη πρός τήν προστασία τοῦ δικαιώματος τῆς υπερασπίσεως στην ἀρχική διαδικασία, προστασία πού ἀποτελεί έναν ἀπό τους σκοπούς τῆς συμβάσεως». Κατόπιν, τό Δικαστήριο έθεσε περιοριστικῶς μία μόνο προϋπόθεση λέγοντας ὅτι: «Ἐν τούτοις, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος δέν δύναται νά έχει τό ἀποτέλεσμα πού τῆς προσδίδει τό ἄρθρο 18 παρά μόνο ἄν δοθεί ἡ δυνατότης στον ενάγοντα καί στό επιληφθέν δικαστήριο νά ἀντιληφθοῦν, ἀπό τήν πρώτη πράξη ἀμύνης τοῦ εναγομένου, ὅτι ἡ άμυνα αυτή ἀποσκοπεί στην ἀπόκρουση τῆς αρμοδιότητος».
Ή ιδέα πού ὡδήγησε στην ἀπόφαση αυτή εἶναι, κατά τήν γνώμη μου, ἀποδεκτή χωρίς επιφυλάξεις. Εἶναι γνωστό ὅτι τό άρθρο 18 σκοπεί τήν ρύθμιση «τῆς σιωπηρᾶς παρεκτάσεως» τῆς αρμοδιότητος (βλ. τήν έκθεση ἐπί τῆς συμβάσεως, τήν λεγομένη έκθεση Jenard, σ. 65) καί πρός τόν σκοπό αυτό, ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ εναγόμενος παρίσταται, συνάγει ὅτι αυτός ἀναγνωρίζει ὡς ἁρμόδιο τόν επιληφθέντα δικαστή, ὁ όποιος θεωρείται ὅτι επελέγη ἀπό τόν ενάγοντα ἀνεξαρτήτως τῶν περιπτώσεων πού προβλέπονται ἀπό άλλους κανόνες τῆς συμβάσεως. Γιά νά ἀποκλεισθεί, στην πράξη, ή περίπτωση νά θεωρηθεί ὅτι ἡ παράσταση συνιστά σιωπηρή δήλωση βουλήσεως περί ἀποδοχής τῆς ἁρμοδιότητος, ἀρκεῖ ἀντίθετη σαφής δήλωση βουλήσεως: δηλαδή ή προβολή ενστάσεως ἀναρμοδιότητος. Ἀλλά, ἀφοῦ προβληθεί ἡ ένσταση, δέν συντρέχει λόγος, γιά τόν όποιο θά έπρεπε νά ἀπαγορεύεται στον εναγόμενο νά προβάλει, επικουρικώς, ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας, γιά περίπτωση πού ὁ δικαστής θά ἐκήρυσσε ἑαυτόν ἁρμόδιο. Βεβαίως, κύριος σκοπός τῆς παραστάσεως παραμένει ἡ προβολή τῆς ενστάσεως ἀναρμοδιότητος (επομένως τό γαλλικό κείμενο τοῦ ἄρθρου 18 έχει διατυπωθεί ὀρθῶς, κατ' ἀντίθεση προς τά άλλα κείμενα) άλλά τί νόημα θά εἶχε, ἄν ἀπηγόρευε στόν ἐναγόμενο νά υιοθετήσει μια στάση συνέσεως προβάλλοντας ἰσχυρισμούς, οἱ όποιοι θά ελαμβάνοντο ὑπ' ὄψη μόνον σέ περίπτωση ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως;
3.
Στό σκεπτικό τῆς ἀποφάσεως περί παραπομπής, ὁ δικαστής a quo ἐξήρτησε, δικαίως, ἀπό τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 18, τήν ἀπάντηση στό ζήτημα πού έθεσε ἡ επιχείρηση Rohr κατά τήν διαδικασία περί εκτελέσεως τῆς γερμανικής ἀποφάσεως: πρόκειται γιά τό ἄν υπάρχει ἡ ὄχι κώλυμα γιά τήν ἀναγνώριση τῆς ἀποφάσεως αυτής λόγω ἀντιθέσεως πρός τήν δημοσία τάξη τοῦ κράτους τοῦ τόπου τῆς εκτελέσεως (άρθρο 27 περίπτωση 1 τῆς συμβάσεως των Βρυξελλών). Όπως ἀνεφέρθη, ἡ δήθεν ἀντίθεση προέρχεται, κατά τήν επιχείρηση Rohr, ὅταν τό άρθρο 18 ἑρμηνεύεται λαμβανόμενο ὑπό τήν έννοια ὅτι ἀποκλείεται ή προβολή ισχυρισμών ἐπί τῆς ουσίας (διότι, κατά τήν Rohr, μέ αυτόν τόν τρόπο παραβιάζεται ἡ ἀρχή τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων υπερασπίσεως) ὅταν ὅμως ἡ ερμηνεία αυτή δέν γίνεται ἀποδεκτή, δέν συντρέχει πλέον κανένας λόγος νά θεωρηθεί, ὅτι τό άρθρο 27 περίπτωση 1 εἶναι εφαρμοστέο στην προκειμένη υπόθεση. Στην πραγματικότητα, εσφαλμένη ερμηνεία τοῦ άρθρου 18 τῆς συμβάσεως ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Rohr καί ὄχι ἐκ μέρους τῶν γερμανών δικαστών εἶναι προφανές ὅτι ένα σφάλμα τακτικής τοῦ ενδιαφερομένου ἐπί δικονομικών θεμάτων δέν εἶναι δυνατόν νά συνεπάγεται τήν μή ἀναγνώριση τῆς εἰς βάρος του καταδικαστικής ἀποφάσεως!
Ἐπιτρέψτε μου, ἐν τούτοις, νά εκφράσω δύο σκέψεις. Ἀφ' ἑνός δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει επίκληση τῆς δημοσίας τάξεως, γιά νά επιτευχθεί, στά πλαίσια τῆς διαδικασίας περί εκτελέσεως, ἕνα είδος έλέγχου τῆς ἀρμοδιότητος τῶν δικαστῶν τοῦ κράτους, ὅπού εξεδόθη ἡ ἀπόφαση: τό ἄρθρο 28 τελευταία παράγραφος τῆς συμβάσεως ἀποκλείει ρητῶς έναν τέτοιο έλεγχο — επιφυλασσομένων τῶν διατάξεων τῆς πρώτης παραγράφου — καί ὁρίζει ὅτι «οἱ κανόνες περί ἁρμοδιότητος δέν ἀφοροῦν την δημοσία τάξη πού ἀναφέρεται στό άρθρο 27 περίπτωση Ι» ( 2 ). Κατά την έννοια τοῦ άρθρου 28 πρώτη παράγραφος, εἶναι δυνατόν νά γίνει έλεγχος τῆς ἀρμοδιότητος τοῦ δικαστού, ὁ όποιος εξέδωσε την ἀπόφαση, τῆς ὁποίας ζητείται ἡ εκτέλεση, μόνον σέ περίπτωση παραβάσεως των κανόνων περί ἀρμοδιότητος πού προβλέπονται στά τμήματα 3, 4 καί 5 τοῦ τίτλου ΙΙ (άρθρα 7-16), ἀλλά αυτό επιβεβαιώνει a contrario ὅτι γιά τό άρθρο 18 δέν υπάρχει αύτη ἡ δυνατότης. Υπάρχει μία περίπτωση παραβιάσεως τῶν δικαιωμάτων ὑπερασπίσεως, πού εἶναι δυνατόν νά ἐμποδίσει την ἀναγνώριση ἀλλοδαπῆς ἀποφάσεως, ἀλλα άφορα μιά ὁρισμένη περίπτωση: πρόκειται γιά την περίπτωση πού «τό εισαγωγικό της δίκης έγγραφο... δέν ἐπεδόθη ἤ ἐκοινο-ποιήθη στον ἐρημοδικήσαντα εναγόμενο προσηκόντως καί εμπροθέσμως ὥστε νά τοῦ παρασχεθεί ἡ δυνατότης υπερασπίσεως» (άρθρο 27 περίπτωση 2) ( 2 ). Εἶναι προφανές ὅτι ἡ περίπτωση αύτη δέν έχει καμμία σχέση μέ την προκειμένη υπόθεση εἶναι δυνατόν νά συναχθεί μόνον ὅτι οἱ συντάκτες τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών ἐνδιεφέρθησαν γιά την προστασία τῶν δικαιωμάτων τῆς υπερασπίσεως, σέ μία ἀπό τίς ειδικές εφαρμογές της, μέσω μιᾶς διατάξεως πού εἶναι διαφορετική ἀπό εκείνη πού άφορᾶ τήν δημοσία τάξη.
Ἀφ' ἑτερου — καί ἡ παρατήρηση, αυτή έχει πολύ μεγαλύτερη σχέση μέ τήν προκειμένη υπόθεση — γεννάται τό ερώτημα ἐπί ποιᾶς βάσεως θά ἦτο δυνατόν νά θεωρηθεί ἐφαρμοστέο τό άρθρο 18 στην διαδικασία ενώπιον τοῦ Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών. Ἐκ τῶν στοιχείων τῆς δικογραφίας συνάγεται ὅτι ἡ ἑταιρία Ossberger ἐπεκαλέσθη τήν ἁρμοδιότητα τοῦ δικαστού (ή ὁποία έγινε δεκτή ἀπό τό δικαστήριο) μέ τήν αιτιολογία ὅτι κατά τό χρονικό σημείο πού έγινε ἡ παραγγελία τά μέρη συνεφώνησαν ρητώς παρέκταση τῆς ἀρμοδιότητος. Βεβαίως ἡ επιχείρηση Rohr θά ἠδύνατο νά προβάλει ένσταση ἀναρμοδιότητος, ἀμφισβητώντας γιά έναν ὁποιοδήποτε λόγο τό κύρος τῆς ρήτρας καί επικαλούμενη τό άρθρο 17 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών· άλλά ἀκριβώς επειδή υπήρχε μιά τέτοια ρήτρα, δέν υπάρχει περίπτωση σιωπηρᾶς παρεκτάσεως τῆς ἀρμοδιότητος, στην ὁποία καί μόνον ἀναφέρεται τό άρθρο 18. Γενικώς, αυτό σημαίνει ὅτι τό άρθρο 18 δέν άφορᾶ ὅλες τίς περιπτώσεις κατά τίς όποιες ὁ εναγόμενος θεωρεί ὅτι δύναται νά προβάλει ένσταση ἀναρμοδιότητος, άλλά αντιθέτως μόνον τήν περίπτωση πού θέλει νά μή διατρέξει τόν κίνδυνο ἡ παράσταση του νά ερμηνευθεί ὡς σιωπηρή ἀποδοχή αρμοδιότητος, πού στερείται ὁποιασδήποτε άλλης βάσεως.
4.
Προτείνω λοιπόν στό Δικαστήριο, νά ἀπαντήσει στό προδικαστικό ερώτημα πού τοῦ υπεβλήθη ἀπό τό Cour d'appel τῶν Βερσαλλιών μέ ἀπόφαση του της 26ης Νοεμβρίου 1980, ἀποφαινόμενο ὅτι τό άρθρο 18 τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών περί ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικών υποθέσεων, επιτρέπει στον εναγόμενο, ὁ όποιος προβάλλει ένσταση ἀναρμοδιότητος τοῦ δικαστοῦ πού επελήφθη κατόπιν ἀγωγής, νά προβάλει ταυτοχρόνως, επικουρικώς, τους ισχυρισμούς του ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
( 2 ) Ἀνεπίσημη μετάφραση.
Full & Egal Universal Law Academy