ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 29 'ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1.
Τά προβλήματα πού ἀνέκυψαν στην υπόθεση αύτη ἀφοροῦν τό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα καί, εἰδικώτερα, ὁρισμένες λεπτομέρειες τῆς εφαρμογής του πλεονεκτήματος πού παρέχει τό ἄρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII του κανονισμοί) ὑπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, σ' εκείνον ὁ όποιος εισέρχεται στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων, μετά τήν λήξη τῶν καθηκόντων του σέ διοίκηση, σέ εθνικό ἡ διεθνή ὀργανισμό ἡ σέ επιχείρηση. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ευρισκόμενος στην κατάσταση αυτή «έχει τήν ευχέρεια, κατά τόν χρόνο τῆς μονιμοποιήσεώς τον, νά καταβάλει στίς Κοινότητες: εἴτε τό στατιστικό ισοδύναμο τῶν δικαιωμάτων ἐπί της συντάξεως ἀρχαιότητας πού εἶχε ἀποκτήσει στή διοίκηση, τόν ἐθνικό ή διεθνή οργανισμό ἡ τήν ἐπιχείρηση, οπού ὑπαγόταν, εἴτε τό κατ' ἀποκοπή ποσό της ἐξαγορᾶς πού του ὀφείλεται ἀπό τό ταμείο συντάξεως αὐτῆς τῆς διοικήσεως, του ὀργανισμού ἡ τῆς ἐπιχειρήσεως κατά τόν χρόνο της αποχωρήσεώς του». Τό δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αὐτῆς ὁρίζει: «σέ παρόμοια περίπτωση, τό όργανο, στό όποιο υπηρετεί ὁ υπάλληλος, καθορίζει, λαμβάνοντας ὑπόφη τόν βαθμό μονιμοποιήσεως, τόν ἀριθμό τῶν συνταξίμων ετῶν πού συνυπολογίζει σύμφωνα μέ τό καθεστώς πού τόν διέπει, βάσει του ποσοῦ του στατιστικού ισοδυνάμου ἡ του κατ' ἀποκοπή ποσοῦ της εξαγοράς».
Τό κεντρικό σημείο τῆς παρούσης διαφοράς εἶναι νά διευκρινισθεί, ποιός «βαθμός μονιμοποιήσεως» πρέπει νά ληφθεί ὑπ' όψη, στην περίπτωση ενός ἀτόμου πού άρχισε νά εργάζεται στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, μέ ἕνα συγκεκριμένο βαθμό, πρίν ἀπό τήν θέση σέ ισχύ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικοί), κατά τήν 1η 'Ιανουαρίου 1962, καί πού, ἀφοῦ ἐν τῶ μεταξύ ἔλαβε ἀνώτερο βαθμό, ἐμονιμο-ποιήθη ἀπό τῆς ανωτέρω ημερομηνίας, μέ τόν τελευταίο αυτό βαθμό, κατ' εφαρμογή του ἄρθρου 102 του κανονισμοί). Πράγματι, κατά τό άρθρο αυτό «τά μέλη τον) προσωπικοί) πού κατέχουν μόνιμη θέση σέ ἕνα ἀπό τά όργανα τῶν Κοινοτήτων κατά τήν έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμοί) δύνανται, μέ απόφαση τῆς αρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής, νά μονιμοποιηθούν στόν βαθμό καί στό κλιμάκιο τοῦ καθεστώτος ἀποδοχών, τό όποιο ὁρίζεται ἀπό τόν παρόντα κανονισμό καί οἱ όποιες ἀντιστοιχούν στόν βαθμό καί στό κλιμάκιο πού εἶχαν λάβει, ρητά ἡ σιωπηρά πρίν ἀπό τήν υπαγωγή τους στον κανονισμό», ἀρκεῖ νά πληρούν τίς προϋποθέσεις πού προβλέπονται ἀπό τό άρθρο 28 περιπτώσεις α, β, γ, δ, ε καί στ, νά ευρίσκονται στην υπηρεσία τῶν Κοινοτήτων περισσότερο ἀπό ἕξι μήνες κατά τόν χρόνο ἐνάρξεως της ισχύος του κανονισμού, καί νά μή έχει εκφρασθεί γιά τό πρόσωπό τους δυσμενής γνώμη ἀπό τήν επιτροπή εντάξεως πού προβλέπεται στό 'ίδιο άρθρο 102 (οἱ δύο τελευταίες προϋποθέσεις δέν ἐφαρμόζονται στά μέλη του προσωπικού πού έχουν βαθμό Α Ι ή Α 2).
2.
Συνοψίζω τά πραγματικά περιστατικά: ὁ Henri Étienne ἀνέλαβε υπηρεσία, την 27η 'Οκτωβρίου 1958, στό τμήμα βιομηχανίας της γενικής διευθύνσεως εσωτερικής ἀγοράς τῆς Ἐπιτροπής, ἐνταχθείς στόν βαθμό Α 6. Όταν διωρίσθη βοηθός προϊστάμενος γραφείου ενός μέλους τῆς Ἐπιτροπής, την 12η 'Απριλίου 1960, ἔλαβε τόν βαθμό Α 3 ἀπό Ι ης επομένου Μαΐου. Γιά τόν λόγο αυτό, ἡ μονιμοποίηση του έγινε μέ τόν τελευταίο αυτό βαθμό, κατά την έναρξη της ισχύος του καθεστῶτος του κανονισμού (την 1η Ἰανουαρίου 1962, ὅπως ἤδη ἀνέφερα). Κατά τό 1980, ἀφοῦ τό δίκαιο του Λουξεμβούργου ἐπέτρεψε τελικῶς (μέ νόμο τῆς 14ης Μαρτίου 1979) την μεταφορά στίς Κοινότητες τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού έχουν κτηθεῖ στό πλαίσιο εθνικού συστήματος βασισμένου σέ εισφορές, ὁ Étienne ἔκαμε χρήση της εὐχερειας πού προβλέπεται στό προαναφερθέν άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, προβάλλοντας την προηγουμένη (ἀπό 1954 έως 1958) περίοδο ἀπασχολήσεως του στήν υπηρεσία επιχειρήσεως ἐγκατεστημένης στό Μεγάλο Δουκάτο. Μέ ἀπόφαση της 17ης 'Απριλίου 1980, τό τμήμα προσωπικού της Ἐπιτροπῆς εδέχθη την μεταφορά στό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα τῶν εθνικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού εἶχε ἀποκτήσει ὁ ενδιαφερόμενος ἀποφασίζοντας ὅτι ἡ ημερομηνία ἀναφορᾶς γιά τόν υπολογισμό τῶν δικαιωμάτων αὐτών ήταν ἡ 1η 'Ιανουαρίου 1962. Ό Étienne, πεπεισμένος ὅτι, ἀντιθέτως, έπρεπε νά ληφθεί ὑπ' όψη ὁ χρόνος εισόδου του στην υπηρεσία ('Οκτώβριος 1958), ἤσκησε διοικητική ένσταση κατά τῆς αποφάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ὅμως δέν ευδοκίμησε. "Ετσι ἠναγκάσθη νά προσφύγει κατά τῆς 'Επιτροπής, γιά νά επιτύχει τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως μέ τήν ὁποια εἶχε ἀπορριφθεί ή ένσταση του.
3.
Οἱ θέσεις τῶν διαδίκων εἶναι οἱ επόμενες: ὁ προσφεύγων υποστηρίζει ὅτι ὁ «βαθμός μονιμοποιήσεως» πού πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη γιά τήν εφαρμογή του προαναφερθέντος ἄρθρου 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VΙΙΙ εἶναι ὁ βαθμός Α 6, ὁ όποιος του εδόθη ἀπό 27ης 'Οκτωβρίου 1958, δηλαδή όταν άρχισε νά ἐργάζεται στην 'Επιτροπή: 'Αντιθέτως, ἡ τελευταία υποστηρίζει ὅτι τό ὀρθό σημείο ἀναφοράς εἶναι ὁ βαθμός Α 3 πού εἶχε ὁ ενδιαφερόμενος κατά τόν χρόνο τῆς μονιμοποιήσεως, δηλαδή τήν 1η 'Ιανουαρίου 1962. "Αν γίνει δεκτή ἡ πρώτη άποψη, ἡ συνέπεια εἶναι ὅτι ή ληπτέα ὑπ' ὄψη περίοδος γιά τόν υπολογισμό τῆς κοινοτικής συντάξεως, δυνάμει της μεταφοράς τῶν κεκτημένων στην ἀρχική ἐθνική επιχείρηση δικαιωμάτων εἶναι 17 μήνες ἀντί περιόδου 10 μηνών καί 20 ήμερῶν πού προκύπτει ἀπό τόν βάσει της ἀντιθέτου ἀπόψεως υπολογισμό. Γιά νά εξηγηθεῖ ἡ διαφορά αύτη, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι, σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 παράγραφος 3 τῶν γενικών διατάξεων πρός εκτέλεση του προαναφερθέντος ἄρθρου 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VΙΙΙ, ὁ ἀριθμός τῶν ληπτέων ὑπ' ὄψη συνταξίμων ετών υπολογίζεται μέ μετατροπή του μεταφερθέντος ποσοῦ σέ θεωρητική πρόσοδο, ἐν συνεχεία δέ, μέ μετατροπή της προσόδου αὐτης σέ συντάξιμα κατά τόν κανονισμό έτη, αναλόγως τοῦ βασικοῦ ετησίου μισθοῦ πού αντιστοιχεί στόν βαθμό μονιμοποιήσεως.
Ἡ σκέψη ἐπί τῆς όποιας στηρίζεται ὁ προσφεύγων εἶναι ὅτι ἡ υπηρεσιακή του κατάσταση κατά τήν πρό του κανονισμού περίοδο ισοδυναμοῦσε μέ τήν υπηρεσιακή κατάσταση μονίμου υπαλλήλου. Ή άποψη αὐτή μου φαίνεται πάντως ἀπαράδεκτη. Τό άρθρο 246 παράγραφος 3 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τό άρθρο 212 στό όποιο παραπέμπει (καί τό όποῖο, ἐν συνεχεία, κατηργήθη ἀπό τό ἄρθρο 24 παράγραφος Ι της συνθήκης περί συγχωνεύσεως τῶν ἐκτελεστικῶν οργάνων) προβλέπουν μεν ὅτι τό Συμβούλιο ὀφείλει νά καταρτίσει τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των ὑπαλλήλων καί τό καθεστώς πού ἐφαρμόζεται στό λοιπό προσωπικό τῶν Κοινοτήτων, πλην ὅμως τό ἴδιο άρθρο 246 παράγραφος 3 ορίζει ὅτι, μέχρι τῆς καταρτίσεως των κειμένων αυτῶν, «κάθε όργανο προσλαμβάνει τό ἀναγκαίο προσωπικό καί συνάπτει γιά τόν σκοπό αυτό συμβάσεις ὁρισμένου χρόνου». 'Η διάκριση μεταξύ του κανονισμού καθεστώτος, συμβατικής φύσεως, καί του καθεστώτος κατά τόν κανονισμό, τό όποιο ἠκολούθησε εἶναι λοιπόν τελείως σαφής. Ή διάκριση αυτή σημαίνει ὅτι πρό τῆς ἐνάρξεως τῆς ισχύος του κανονισμού, ἡ ΕΟΚ δέν ἠδύνατο νά ἔχει μονίμους υπαλλήλους. Πράγματι, δέν νοεῖται ὁριστική μονιμοποίηση μελών τοῦ προσωπικού δημοσίας διοικήσεως παρά βάσει κανονιστικής πράξεως δημοσίου δικαίου, ή ὁποία διέπει ὀργανικά τίς θέσεις καί τίς σταδιοδρομίες τοῦ προσωπικού.
Ό προσφεύγων ἀντιτάσσει ὅτι προσελήφθη βάσει συμβάσεως πού δέν προέβλεπε κανένα χρονικό ὅριο. Αὐτό, ὅμως, δέν ήταν ἱικανό νά τοῦ προσδώσει τήν ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου κατά τήν πρόσληψη του, δεδομένου ὅτι μιά υπηρεσιακή κατάσταση τοῦ είδους αυτού θα ήταν ἀσυμβίβαστη πρός τό άρθρο 246 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό ἀκριβώς εδέχθη ήδη τό Δικαστήριο μέ τίς ἀποφάσεις του της 15ης 'Ιουλίου 1960 ἐπί τῶν υποθέσεων 43, 45 καί 48/59, Lachmüller κλ. (Rec. 1960, σ. 935) καί τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1961, ἐπί της υποθέσεως 12/61, Gorter (Rec. 1961, σ. 535). 'Αφού ἐθεώρησε ὅτι ἡ ἀνωτέρω διάταξη ἀπηγόρευε τήν σύσταση, ρητή ή σιωπηρή, μονίμων σχέσεων εργασίας πρό της θεσπίσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι τά μέλη του προσωπικού της ΕΟΚ δέν ἠδύναντο καλοπίστως νά ελπίζουν, κατά τήν πρό τοῦ κανονισμού περίοδο, ὅτι ὁ κανονισμός θά ἐφηρμόζετο ἐπ᾽ αυτών. "Αν τά όργανα τῆς ΕΟΚ συνήψαν, ἐν τούτοις, συμβάσεις ἐργασίας ἀορίστου διαρκείας, αὐτό εξηγείται, σύμφωνα μέ τήν προμνημονευθείσα ἀπόφαση Lachmüller ἀπό τό ὅτι ήταν ἀδύνατο νά προβλεφθούν, κατά τήν σύναψη τῶν συμβάσεων αυτών, οἱ ἀνάγκες τῶν διαφόρων υπηρεσιών πού άρχιζαν τότε νά λειτουργούν καί ἀπό τήν ἐντεύθεν δυσχέρεια νά προσδιορισθεί ἐκ τῶν προτέρων ἡ διάρκεια τῶν συμβάσεων εργασίας. Πάντοτε, κατά τό Δικαστήριο, παρόμοιες συμβάσεις δέν ἠδύναντο σέ καμμιά περίπτωση νά περιέχουν νομίμως τήν πρόθεση τῶν μερών, νά συστήσουν μόνιμη σχέση εργασίας, δεδομένου ὅτι παρόμοια πρόθεση θά ήταν σαφώς ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή πού διατυπώνει τό ἀνωτέρω άρθρο 246 παράγραφος 3.
Πρέπει, ἐξ άλλου, νά παρατηρηθεί ὅτι τό προσωπικό πού εἶχε προσληφθεί κατά τήν πρό τοῦ κανονισμού περίοδο βάσει συμβάσεων ἀορίστου διαρκείας δέν είχε καμμία ἐγγύηση σταθερότητος. Τό όργανο ἠδύνατο ἀνά πάσα στιγμή νά θέσει τέρμα στην σχέση εργασίας, μέ ἁπλή προειδοποίηση ενός μηνός, σύμφωνα μέ ὅ,τι προεβλέπετο γενικώς στίς συμβάσεις προσλήψεως. Ἐν προκειμένω, ἡ 'Επιτροπή εἶχε ρητώς επιστήσει τήν προσοχή τοῦ προσφεύγοντος, μέ επιστολή τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1958, ἐπί τοῦ γεγονότος «ὅτι κατά τήν παρούσα φάση τῆς οργανώσεως τῆς Κοινότητος, ἡ πρόσληψη αὐτή δέν δύναται νά έχει παρά προσωρινό χαρακτήρα». Αὐτό έπρεπε νά ἀρκεῖ γιά νά διαλύσει τίς ἀμφιβολίες πού εἶχαν ενδεχομένως δημιουργηθεί ἀπό τήν «γνωστοποίηση ἀναλήψεως καθηκόντων» τῆς 19ης Νοεμβρίου 1958, στην οποία ὁ προσφεύγων ἐχαρα-κτηρίζετο ὡς «υπάλληλος» (βλ. παράρτημα VΙΙ τοῦ εισαγωγικού τῆς δίκης έγγράφου). Κατά τά λοιπά, ἡ χρήση ἑνός τέτοιου χαρακτηρισμού ἐξηγείται ευκόλως ἀπό τήν πρακτική πού ἠκολούθουν οἱ τότε κοινοτικές διοικήσεις, ἡ ὁποία συνίστατο στην ἀναφορά στην ὁρολογία τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων ΕΚΑΧ, πού έκανε χρήση τοῦ όρου «έκτακτοι ὑπάλληλοι» (άρθρο 2 παράγραφος 3).
Ὁ προσφεύγων δέν δύναται νά ἐπικαλεσθεί τήν ἐκ τῶν ύστερων διαπίστωση τῆς ἐκ τῶν πραγμάτων σταθερότητος πού εἶχε, ἐν τέλει καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς πρό τῆς θεσπίσεως του κανονισμού υπηρεσίας του. Τό γεγονός αυτό δέν δύναται νά ἐξομοιωθεί, ούτε κατά τό δίκαιο ούτε πράγματι, μέ την υπηρεσιακή κατάσταση του μονίμου υπαλλήλου. Γνωρίζομε πράγματι ὅτι, δυνάμει του προαναφερθέντος ἄρθρου 102 του κανονισμού, ἡ μονιμοποίηση τῶν προσληφθέντων επί συμβάσει μελών του προσωπικού ἕγινε κατόπιν διαδικασίας πού περιελάμβανε ἀτομική εκτίμηση κάθε μέλους του προσωπικού καί πού ἀπέκλειε, ἑπομένως, κάθε αυτόματο χαρακτήρα.
4.
"Ένα άλλο επιχείρημα πού προβάλλει ὁ προσφεύγων εἶναι ὅτι ὁ χρόνος κατά τόν ὁποίο άρχισε νά υπάγεται στό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνέπεσε μέ τήν εἵσοδό του στην υπηρεσία τῆς Κοινότητος, άρα προηγήθη τῆς μονιμοποιήσεῶς του. Δέν νομίζω, πάντως, ὅτι τό γεγονός αυτό δύναται νά ἀσκήσει επιρροή ἐπί του προσδιορισμοῦ τῆς ημερομηνίας πού πρέπει νά ληφθεί ὑπ' όψη γιά τόν, κατά τό άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, καθορισμό τῶν ληπτέων ὑπ' ὄψη συνταξίμων ετῶν ὡς προϋπηρεσίας. Γνωρίζομε ὅτι κατά τήν πρό του κανονισμού περίοδο, τά μέλη του προσωπικού της ΕΟΚ, ὑπήγοντο μέν σέ κοινοτικό καθεστώς προνοίας, στό ὁποίο ὅμως δέν ἠδύναντο νά μεταφέρουν τά εθνικά τους συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Ή εὐχέρεια αύτη τους παρεσχέθη γιά πρώτη φορά ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως του 1962. Θεσπίζοντάς την ὁ κοινοτικός νομοθέτης ήταν ελεύθερος νά ὁρίσει τίς λεπτομέρειες τῆς καί, συγκεκριμένα, νά λάβει ὡς βάση γιά τόν ἀνωτέρω υπολογισμό ημερομηνία ἀναφορᾶς διάφορη εκείνης ἀπό τῆς ὁποίας είχε υπαγάγει στό συνταξιοδοτικό σύστημα τά, πρό τῆς θεσπίσεως του κανονισμού, προσληφθέντα μέλη τοῦ προσωπικού. Δέν υπάρχει, ἑπομένως, γιά τόν ἐρμηνεύοντα, κανένας σοβαρός λόγος νά θεωρήσει ὡς ἑνιαῖο ὅ,τι ὁ νομοθέτης ηθέλησε νά διαχωρίσει (δηλαδή ἀφ' ενός τήν μονιμοποίηση καί τόν ἀντίστοιχο βαθμό μονιμοποιήσεως καί, ἀφ' έτερου, τήν ἀρχική ημερομηνία τῆς υπαγωγής στό κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα).
Ὁ προσφεύγων προβάλλει επίσης υπέρ αὐτοῦ τό γεγονός ὅτι διέκοψε τήν ἀσφάλιση του στό εθνικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως μόλις εισήλθε στην υπηρεσία της ΕΟΚ. Ἐπ' αὐτοῦ πρέπει νά σημειωθεί ὅτι, κατά τήν πρό τοῦ κανονισμού περίοδο, οἱ ενδιαφερόμενοι είχαν τήν ευχέρεια νά συνεχίσουν τήν ἀσφάλιση τους στό οικείο ἐθνικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως. Γιά τόν λόγο αυτό, πιστεύω — ἀφαιρουμένου κάθε άλλου επιχειρήματος — ὅτι δέν είναι καθόλου εύλογο νά εξαρτᾶται ἡ κρίσιμη ημερομηνία, γιά τόν ἀνωτέρω υπολογισμό, ἀπό τήν ελεύθερη εκλογή του καθενός.
5.
Κατά τήν γνώμη μου, ἡ ὀρθή ερμηνεία των ἐν προκειμένω ἐφαρμοστέων διατάξεων ὁδηγεί ἀναγκαίως στην ἀπόρριψη της ἀπόψεως τοῦ προσφεύγοντος. Πράγματι, ἀφ' ενός, ὅπως προκύπτει ἀπό τό πλαίσιο ἐντός τοῦ ὁποίου τοποθετείται τό άρθρο 11 παράγραφος 2 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμού, ὁ «βαθμός μονιμοποιήσεως», πού πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, εἶναι ὁ βαθμός τόν όποιο είχε ὁ υπάλληλος κατά τόν χρόνο τῆς μονιμοποιήσεῶς τον, ὅταν, δηλαδή, ήδύνατο νά ἀσκήσει τήν ευχέρεια πού προβλέπει ἡ διάταξη. Τό προαναφερθέν άρθρο 3 παράγραφος 3 τῶν εκτελεστικών διατάξεων παρέχει μία πρόσθετη ἀπόδειξη περί αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι ὁμιλεί περί «βαθμού μονιμοποιήσεως». Ἀφ' έτερου, σύμφωνα μέ τό άρθρο 246 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ, εἶναι ἀδύνατος ὁ «διορισμός ὑπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου» ἡ ὁποιαδήποτε «μονιμοποίηση» πρό τῆς ἐνάρξεως τῆς ισχύος του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ. Ὅσον άφορᾶ την σταθερότητα τῆς θέσεως (ὅπως καί γιά πολλές άλλες επόψεις) προσθέτω ὅτι χωρίς ἀμφιβολία ἡ εισαγωγή του συστήματος του κανονισμού ἐπέφερε ριζική ἀνανέωση των προϋφισταμένων κοινοτικῶν σχέσεων εργασίας. Δέν ήταν δυνατή ἡ επέκταση καί στό παρελθόν τῆς ἐφαρμογής του νέου συστήματος παρά ἄν εἶχε ρητώς προβλεφθεί ἀπό διάταξη τοῦ κανονισμού. Καί ουδεμία διάταξη του κανονισμού παρέχει τήν εξουσία στην διοίκηση νά ἀναγάγει «τήν μονιμοποίηση» σέ χρόνο πρό τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1962, εν ὄψει τῆς ἐφαρμογής του ἄρθρου 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VΙΙΙ.
6.
'Απομένει ἡ εξέταση τῆς υποτιθεμένης διακρίσεως, τῆς ὁποίας ὁ προσφεύγων θεωρεί ὅτι εἶναι θύμα, σέ σχέση μέ τους υπαλλήλους πού ἀνέλαβαν υπηρεσία μετά τήν έναρξη τῆς ισχύος του κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως, καθ᾽ ὅσον, μόνο στην περίπτωση του, ὁ βαθμός πού ἐλήφθη ὑπ᾽ ὄψη γιά τόν προβλεπόμενο, στό άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VΙΙΙ του κανονισμού, υπολογισμό υπήρξε διάφορος ἐκείνου, ὁ όποιος εδόθη κατά τήν πρόσληψη. Ἐπ᾽ αὐτού παρατηρῶ, κατά πρώτον, ὅτι οἱ καταστάσεις δέν εἶναι καθόλου δεκτικές συγκρίσεως, τό όποιο εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά γίνει δεκτή ή ὕπαρξη ἀπαγορευμένης διακρίσεως μεταξύ του ἐπί συμβάσει προσληφθέντος ὑπό τό πρό του κανονισμού καθεστώς καί του υπαλλήλου, ὁ όποιος προσελήφθη στό πλαίσιο τοῦ κατά τόν κανονισμό συστήματος. Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι ὁ ὑπάλληλος πού ἀρχίζει περίοδο δοκιμασίας στην Κοινότητα δέν δύναται νά μονιμοποιηθεί, ἄν ἡ περίοδος αυτή ἀποβεί θετική, σέ βαθμό πού ἀντιστοιχεῖ σέ σταδιοδρομία ἀνώτερη ἐκείνης στην ὁποία προσελήφθη κατά τήν έναρξη της περιόδου δοκιμασίας. Ἑπομένως, στό πρόσωπο του ὑπαλλήλου ὁ όποιος προσελήφθη στό πλαίσιο τοῦ κατά τόν κανονισμό καθεστώτος δέν διαπιστώνεται υπηρεσιακή κατάσταση ἀντίστοιχη μέ τήν κατάσταση του προσφεύγοντος, ὁ όποιος ἐνώ ἐμονιμοποιήθη μέ τόν βαθμό Α/3, ἀξιώνει τήν ἐφαρμογή, γιά τους σκοπούς πού γνωρίζομε, τοῦ βαθμού Α/6 πού του ἐδόθη πλέον τῶν τριών ετών πρό τῆς μονιμοποιήσεώς του.
7.
Ό προσφεύγων υποστηρίζει, επικουρικώς, ὅτι τήν ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή έλαβε τήν ἀμφισβητούμενη ἀπόφαση, δέν ἠδύνατο πλέον νά δώσει ἀρνητική ἀπάντηση στην διοικητική του ένσταση, δεδομένου ὅτι εἶχε δοθεί θετική συνέχεια στην αίτηση πού εἶχε υποβάλλει τήν 23η 'Απριλίου 1980, γιά νά τοῦ χορηγηθεῖ πιστοποιητικό μονιμοποιήσεως ἀπό του 1958. Πράγματι, ὁ υπάλληλος τῆς 'Επιτροπής πού συντάσει τά ἀπευθυνόμενα στους ἐθνικούς φορεῖς συνταξιοδοτήσεως πιστοποιητικά, ἐν ὄψει τῶν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πού έχουν ἀποκτήσει στό πλαίσιο τῶν φορέων αυτών οἱ υπάλληλοι τῆς Κοινότητος, ἀνέφερε τήν 1η 'Οκτωβρίου 1958 ὡς ημερομηνία τῆς μονι-μοποιήσεως του Etienne. Πρέπει, πάντως, νά ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη ὅτι τό πιστοποιητικό δέν ἀπετέλει πράξη ἀπευθυνομενη στόν προσφεύγοντα, ούτε εἶχε ὡς σκοπό νά μεταβάλει τήν νομική του κατάσταση: εἶχε χαρακτήρα καθαρώς ἀναγνωριστικό προϋ-φισταμένης καταστάσεως, σκοπό δέ νά πληροφορήσει περί αὐτης ἕναν εθνικό ὀργανισμό προνοίας. Δέν ἠδύνατο, λοιπόν, νά έχει σέ καμμία περίπτωση τόν χαρακτήρα ἀποφάσεως προοριζομένης νά συστήσει δικαιώματα στό πρόσωπο τοῦ προσφεύγοντος.
Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι τό ἐν λόγω έγγραφο εἶχε εκδοθεί ἀπό υπάλληλο, ὁ όποιος δέν εἶχε βεβαίως, έναντι τοῦ προσφεύγοντος, τήν ιδιότητα της ἁρμοδίας γιά τους διορισμούς ἀρχής, κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Γιά τόν λόγο αυτό τό πιστοποιητικό αυτό δέν ἠδύνατο νά έχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν αλλαγή της ημερομηνίας κατά τήν ὁποία ἐμονιμοποίηθη πράγματι ὁ προσφεύγων. Ἐξ άλλου, όπως εἶχα ήδη τήν ευκαιρία νά ἀναφέρω, ούτε οἱ ισχύοντες κανόνες ἐπέτρεπαν στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή νά προβεί στην μονιμοποίηση ἀναδρομικῶς ἀπό χρονικοῦ σημείου προγενεστέρου της ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμού.
Τέλος, ὅσον άφορᾶ τό περιεχόμενο του ἐν λόγω ἐγγραφου, ἡ καθ' ης παρετήρησε κατά τήν συζήτηση, χωρίς ὁ προσφεύγων νά ἀντείπει, ὅτι ἡ χρησιμοποιούμένη ορολογία ἐλάμβανε ὑπ' ὄψη τήν πρακτική στό Λουξεμβούργο καί, συγκεκριμένα, τό γεγονός ὅτι ἡ νομοθεσία του Λουξεμβούργου περί μεταφορᾶς τῶν συνταξιοδοτικῶν δικαιωμάτων εφαρμόζεται επίσης καί έναντι ἄλλων διεθνών ὀργανισμών πού ἀποδίδουν στον ὅρο «μονιμοποίηση» ευρύτερη έννοια ἀπό τήν ἀποδιδομένη ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο.
8.
Γιά τους ἀνωτέρω λόγους, καταλήγω προτείνοντας στό Δικαστήριο νά ἀπορρίψει τήν προσφυγή του Henri Etienne καί νά καταδικάσει τόν προσφεύγοντα νά φέρει τά δικαστικά του ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy