ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 5 ΜΑΪΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Το Δικαστήριο διέταξε, με διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 1981, τη συνεκδίκαση των υποθέσεων 36, 37 και 218/81 με τις οποίες θα ασχοληθώ. Παρά τις διαφορές αντικειμένου και προβληθέντων ισχυρισμών, οι υποθέσεις είναι πράγματι συναφείς κατά τρόπο που βαίνει πέραν του προσώπου του προσφεύγοντος και αφορούν την ουσία όλων των διενέξεων. Η ουσία συνίσταται στην επίδραση που άσκησε επί της σταδιοδρομίας του προσφεύγοντος η διαφορά αντιλήψεων ως προς την κοινοτική πολιτική στον τομέα των μεταφορών. Ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η διαφορά αυτή αντιλήψεων οδήγησε στη σύνταξη εκθέσεως κρίσεως, την οποία αμφισβητεί στις υποθέσεις 36 και 218/81 και η οποία (εν σχέσει με τις προηγούμενες εκθέσεις κρίσεώς του) καθυστέρησε πολύ και ενδεχομένως ήταν λιγότερο ευνοϊκή. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η διαφορά αντιλήψεων οδήγησε στη μετάθεση του από την ειδικευμένη υπηρεσία εναρμονίσεως κοινωνικής νομοθεσίας, της οποίας ήταν προϊστάμενος, σε «τομέα δραστηριότητος σε τμήμα», ο οποίος, εκτός του ότι περιλαμβάνει τον τομέα που καλύπτει τις συνθήκες εργασίας, του οποίου όφειλε να επιληφθεί, περιελάμβανε όλες τις άλλες μορφές της πολιτικής μεταφοράς οδικώς. Αμφισβητεί τη μετάθεση αυτή στην υπόθεση 37/81η οποία ανακινήθηκε ταυτόχρονα με την υπόθεση 36/81. Ένα δεύτερο τμήμα της διευθύνσεως για την οποία πρόκειται εξακολούθησε να είναι υπεύθυνο για τη δομή της πολιτικής που αφορά τη μεταφορά διά ξηράς όπως και για την ανάλυση και στατιστική των αγορών. Είναι εμφανές από την απόφαση περί αναδιοργανώσεως των υπηρεσιών, η οποία προσαρτάται ως παράρτημα 4 στο υπόμνημα αντικρούσεως στην υπόθεση 37/81, ότι η ειδικευμένη υπηρεσία του προσφεύγοντος ασφαλώς δεν υπήρξε το μόνο θύμα της αναδιοργανώσεως, πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν είναι ασήμαντο για την εκτίμηση της προσφυγής αυτής. Καθόσον γνωρίζει, τα άλλα θύματα της αναδιοργανώσεως δεν άσκησαν προσφυγή. Η μικρή έκταση του νέου τμήματος παρόλον ότι περιλαμβάνει πολλούς σημαντικούς κλάδους, στο οποίο ο προσφεύγων ανήκει τώρα, αντικατοπτρίζει εν μέρει τη στασιμότητα στην εφαρμογή κοινής πολιτικής μεταφορών, την οποία προβλέπει η συνθήκη. Η στασιμότητα αυτή αναπόφευκτα οδηγεί επίσης σε στασιμότητα προσωπικών σταδιοδρομιών. Η μελέτη των παραρτημάτων 7 και 8 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 37/81 προκαλεί έκπληξη λόγω του βαθμού αποτυχίας των προσπαθειών εφαρμογής κοινής πολιτικής μεταφορών.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η άμεση αιτία μετατροπής μιας ειδικευμένης υπηρεσίας που ήταν απευθείας υπεύθυνη έναντι του διευθυντού σε «τομέα δραστηριότητας» εντός τμήματος που καλύπτει όλες τις μορφές της πολιτικής των χωρών οφείλεται στην προσπάθεια ορθολογιστικής οργανώσεως των διευθύνσεων της Επιτροπής υπό το φως των συστάσεων της εξωτερικής επιτροπής Spierenburg και, αργότερα, της εσωτερικής επιτροπής Ortoli. Νομίζω ότι είναι ευνόητο το ότι η επιθυμία εντάξεως της πολιτικής εναρμονίσεως της κοινωνικής νομο9εσίας στην πολιτική που καλύπτει όλες τις μορφές της πολιτικής των αγορών, διαδραμάτισε πράγματι κάποιο λόγο στην απόφαση της Επιτροπής να προβεί στη μετατροπή. Η δικογραφία δεν παρέχει αποφασιστικές ενδείξεις. Εν πάση περιπτώσει η ίδια η μετατροπή αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ένταξη της πολιτικής εναρμονίσεως της κοινωνικής νομοθεσίας ή των όρων εργασίας υπό την ευρεία έννοια που χρησιμοποιείται στο παράρτημα στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί εντός ευληπτότερης πολιτικής των αγορών. Με άλλα λόγια, αντί να παραμείνει νέα σχετικά ανεξάρτητη μορφή πολιτικής, εντός της νέας οργανώσεως, η εναρμόνιση της κοινωνικής νομοθεσίας σχεδόν αναπόφευκτα μετατρέπεται σε μια μορφή της κοινής πολιτικής μεταφορών, προς την οποία αποσκοπούν τα άρθρα 74 και 75 της συνθήκης ΕΟΚ. Πάντως, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας μεταβολής πολιτικής με την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών και την πολιτική προσωπικού, που τώρα αμφισβητούνται, συνδέονται εν πάση περιπτώσει κατά την άποψη μου με τη διακριτική ευχέρεια την οποία έχει η Επιτροπή να οργανώνει ορθολογιστικά τις διευθύνσεις της όπως και να καθορίζει την πολιτική της. Κατά πόσον η Επιτροπή προσέβαλε δικαιώματα υπαλλήλων κατά την εφαρμογή της πολιτικής της είναι πρόβλημα επί του οποίου θα επανέλθω. Εντούτοις, ο προσφεύγων δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να επιτύχει ανατροπή της αναδιοργανώσεως για τους λόγους που ανέπτυξα.
Όπως προκύπτει από το γεγονός ότι οι προσφυγές 36 και 37/81 ασκήθηκαν ταυτόχρονα καθώς και από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν προς υποστήριξη των προσφυγών στις υποθέσεις 36 και 218/81, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, οι συνθήκες που περιέγραψα διαδραμάτισαν επίσης ρόλο στις τελευταίες δύο υποθέσεις. Πράγματι, ο προσφεύγων είχε εντελώς διαφορετική γνώμη από τους προϊσταμένους του όσον αφορά τη θέση και τη σημασία της εναρμονίσεως της κοινωνικής νομοθεσίας στην κοινή πολιτική μεταφορών και, όπως φαίνεται από τη δικογραφία, επέμεινε στη διαφορετική του άποψη έναντι των προϊσταμένων του με μεγάλο πείσμα. Η έκθεση την οποία προσκόμισε, κατόπιν αιτήσεως του υπευθύνου μέλους της επιτροπής, ο Ο' Kennedy, ανώτερος υπάλληλος της Επιτροπής που δεν έχει καμία σχέση με τις υπό κρίση υποθέσεις, δίδει σαφή εικόνα της προστριβής που η διαφορά αντιλήψεων προκάλεσε μεταξύ του προσφεύγοντος και των προϊσταμένων του. Στην έκθεση αυτή ο προσφεύγων περιγράφεται ως «πολύ τίμιος άνδρας, μποτισμένος με συναίσθηση της πολιτικής σημασίας της ανθρώπινης αξίας της προσωπικής εντολής που του έχει ανατεθεί» (Παράρτημα 11 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής στην υπόθεση 37/81, σελίδα 9). Πάντως, η έκθεση αναφέρει επίσης τα μειονεκτήματα που η μακρά περίοδος ειδικεύσεως του προσφεύγοντος σε περιορισμένο τομέα προφανώς είχε επί της ικανότητός του να προσβλέπει σε άλλους τομείς της κοινής πολιτικής μεταφορών. Το οριστικό κείμενο της αμφισβητούμενης εκθέσεως κρίσεως, που συντάχθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, προσδίδει έμφαση ειδικά, κατόπιν γνώμης που είχε ήδη εκφραστεί χωρίς έμφαση στο αρχικό κείμενο 1976 της εκθέσεως κρίσεως, στο ότι μετά το διορισμό του το 1974 ως προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας απώλεσε την ικανότητα να διευθύνει ανεξάρτητη μονάδα περιλαμβάνουσα διάφορους συναδέλφους. 'Ενα διακεκριμένο μέλος του προσωπικού δεν είναι απαραίτητα διακεκριμένος διευθυντής χωριστής οργανωτικής μονάδας και, κατά την άποψη μου, μόνο το γεγονός αυτό αρκεί για να δώσει επαρκή εξήγηση της λιγότερο ευνοϊκής κρίσεως του προσφεύγοντος στην αμφισβητούμενη έκθεση κρίσεως, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται ως αμφισβήτηση της μεγάλης ειδικευμένης τέχνης του ή, συνεπώς, ως προσβολή, όπως θεωρεί ο προσφεύγων.
Πράγματι, στις προηγούμενες εκθέσεις κρίσεως ο προσφεύγων δεν ήταν ακόμη προϊστάμενος ειδικευμένης υπηρεσίας και, επομένως, είχε κριθεί η πλήρης ικανότητά του ως «ειδικευμένου υπαλλήλου επιφορτισμένου με καθήκοντα καταρτίσεως προγραμμάτων». Επιπλέον, όσον αφορά το ότι η άκαμπτη στάση του προσφεύγοντος έναντι των προϊσταμένων του και η ανικανότητά του να εντάξει το δικό του πεδίο ευθύνης στη γενική πολιτική της διευθύνσεως πράγματι διαδραμάτισε ρόλο στην κρίση (μετρία αν κρίνει κανείς από την έκθεση κρίσεως), το δικαίωμα του κριτή να λάβει υπόψη του αυτά τα μειονεκτήματα που προέκυψαν από τις σταθερές και με πείσμα υποστηριζόμενες απόψεις του επί της πολιτικής δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να αμφισβητηθεί.
Παρά αυτά τα παρεμπίπτοντα σχόλια πρέπει, εντούτοις, οι νόμιμες εγγυήσεις περί αντικειμενικότητας και μέριμνας που αναφέρονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και στη νομολογία του Δικαστηρίου και οι οποίες είναι σχετικώς σημαντικές για τη διαδικασία κρίσεως, να τηρούνται. Θα εξετάσω, επομένως, τις προσφυγές ενόψει των εν λόγω νομίμων εγγυήσεων.
2. Η αμφισβητούμενη διαδικασία κρίσεως (υποθέσεις 36 και 218/81)
Όσον αφορά τη διαδικασία της αμφισβητούμενης εκθέσεως κρίσεως αναφέρομαι στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Όπως σαφώς προκύπτει από την έκθεση αυτή η δεκαεπτά μηνών καθυστέρηση που προβάλλεται στην υπόθεση 36/81 για τη σύνταξη της οριστικής εκθέσεως κρίσεως αποδίδεται στη μακρά διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής ενώπιον της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως. Εξάλλου, φαίνεται ότι απαιτήθηκαν δύο έτη και τρεις μήνες για να δοθεί συνέχεια στη σύσταση της πιο πάνω επιτροπής και να δοθούν οι λόγοι για τους οποίους οι κρίσεις του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου κριτή ήσαν λιγότερο ευνοϊκές από τις προηγούμενες. Επιπλέον, η διαδικασία περατώθηκε στις 30 Ιουλίου 1980 μετά την υποβολή από τον προσφεύγοντα της πρώτης διοικητικής του ενστάσεως δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων στις 17 Ιουλίου ιδίου έτους.
Στην υπόθεση 36/81 ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την αμφισβητούμενη διαδικασία κρίσεως λόγω παραβάσεως του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και να του επιδικάσει αποζημίωση. Στην υπόθεση 218/81 ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την ίδια την έκθεση κρίσεως. Η δεύτερη προσφυγή στηρίζεται στους εξής λόγους:
—
Η Επιτροπή δεν διαβουλεύτηκε με την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως (για δεύτερη φορά) επί της ενστάσεως του προσφεύγοντος κατά της οριστικής εκθέσεως κρίσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του οδηγού εκθέσεων κρίσεως.
—
Ο δευτεροβάθμιος κριτής περιέγραψε εσφαλμένα τα καθήκοντα του προσφεύγοντος.
—
Κατάχρηση εξουσίας κατά το ότι η έκθεση χρησιμοποιήθηκε αργότερα προς το σκοπό καταργήσεως της ειδικευμένης υπηρεσίας στην οποία αφορά η υπόθεση 37/81.
Επί της προσφυγής στην υπόθεση 36/81 φρονώ ότι το μόνο που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι μια καθυστέρηση κατά τη διαδικασία δεν δημιουργεί, από μόνη της, δικαίωμα για να ζητηθεί η ακύρωση της διαδικασίας. Η προσφυγή αυτή πρέπει να απορριφθεί για μόνο το λόγο αυτό όσο δικαιολογημένη και αν είναι η επίκριση της διακρίσεως. Επιπλέον, δεν μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση στην υπόθεση αυτή αναφορικά με τη φερομένη απώλεια πιθανοτήτων προαγωγής λόγω της καθυστερήσεως εφόσον ο προσφεύγων ουδέποτε προσέφυγε κατά της απορρίψεως των αιτήσεων του για την απονομή θέσεως Α 3 και δεν υφίσταται απόδειξη ότι οι αιτήσεις του αυτές απερρίφθησαν λόγω της ελλείψεως εκθέσεων κρίσεως.
Από όλους τους προβαλλόμενους λόγους στις τρεις υποθέσεις, ο πρώτος ισχυρισμός του προσφεύγοντος στην υπόθεση 218/81 (ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως περί της διοικητικής ενστάσεως) είναι, κατά την άποψη μου, ο ισχυρότερος. Παρόλον ότι παρόμοιος ισχυρισμός έχει απορριφθεί με τη σκέψη 13 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 782/79 (Geeraerd, Jurispr. 1980, σ. 3663), ένας από τους λόγους απορρίψεως του ήταν επίσης η συνδρομή ειδικών περιστάσεων που επέτρεψαν την παρέκκλιση από τον εν λόγω κανόνα.
Η αναφερόμενη στον οδηγό εκθέσεως κρίσεως περικοπή στη σελίδα 9 της απαντήσεως ρητώς ορίζει ότι πρέπει να ζητείται η γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως επί των ενστάσεων που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων κατά της κρίσεως δευτεροβάθμιου κριτή. Όπως και στην υπόθεση Geeraerd, η εν λόγω διάταξη ασφαλώς δεν συνιστά «εκτελεστική διάταξη προβλεπόμενη από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήων αλλά εσωτερικό μέτρο, που έχει θεσπίσει η Επιτροπή μόνη της και που δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι αποτελεί αυστηρό νόμο» (σκέψη 13). Εντούτοις, συμφωνώ με την άποψη του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn που ανέπτυξε στις προτάσεις του της 3ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 282/81 ότι η Επιτροπή πρέπει να θεωρεί ότι δεσμεύεται από ένα τέτοιο διαδικαστικό κανόνα τον οποίο επέβαλε στον εαυτό της και επίσης δημοσίευσε ( 2 ). Ο συνάδελφός μου Sir Gordon Slynn επίσης ανέφερε τη σκέψη 17 της αποφάσεως στην υπόθεση 105/75 (Giuffrida, Jurispr. 1976, σ. 1409), στην οποία υποστηρίχθηκε η ίδια άποψη. Προσθέτω ότι ένας τέτοιος διαδικαστικός κανόνας είναι στην πραγματικότητα η μόνη πραγματική εγγύηση αντικειμενικής κρίσεως στηριζόμενης από όλους τους κριτές επί των ιδίων κριτηρίων, τα οποία, σε μια σημαντική διοίκηση όπως η διοίκηση της Επιτροπής, πρέπει να θεωρούνται σημαντικά. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως είχε ήδη εκφέρει τη γνώμη της επί της κρίσεως στερείται, κατά τη γνώμη μου, βάρους. Το μόνο που τότε η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως μπορούσε να αναφέρει στη γνώμη της ήταν ότι οι διευκρινίσεις που δόθηκαν δεν ανέφεραν δεόντως τους λόγους για τη σχετικώς δυσμενή κρίση. Εφόσον εν τω μεταξύ οι λόγοι αυτοί αναφέρθηκαν εις απάντηση της γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, ασφαλώς δεν θα ήταν περιττό για την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως να προβεί στην αντικειμενική εξέταση των λόγων αυτών.
Όπως ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn (βλέπε σελίδα 13 των δακτυλογραφημένων προτάσεων του που ανέφερα πιο πάνω) και η γενική εισαγγελέας Rozès στις προτάσεις της στην υπόθεση 125/80 (Arning, Συλλογή 1981, σ. 2560, με περισσότερες παραπομπές) πιστεύω, πάντως, ότι αυτό το διαδικαστικό ελάττωμα δεν μπορεί αυτομάτως να οδηγήσει στην ακύρωση της εκθέσεως κρίσεως. Για να ακυρωθεί αυτομάτως η έκθεση κρίσεως θα πρέπει ο προσφεύγων να αποδείξει ότι, ελλείψει της πλημμέλειας αυτής, η οριστική απόφαση της Επιτροπής επί της ενστάσεως του θα ήταν διαφορετική (επί του σημείου αυτού βλέπε, επιπλέον των πιο πάνω προτάσεων, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση 90/75, Deboeck, Jurispr. 1975, σ. 1140 και 1141, και στην υπόθεση 25/77, Roubaix, Jurispr. 1978, σ. 1096, όπως και τη σκέψη 24 της αποφάσεως στις συνεκδικασθσες υποθέσεις 156/79 και 51/80, Gratreau Jurispr. 1980, σ. 3955). Νομίζω ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε τέτοια απόδειξη είτε στον υπό κρίση λόγο είτε στους άλλους δύο λόγους που δεν έχουν ακόμη εξεταστεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι, πρώτον, ότι ο δευτεροβάθμιος κριτής παρενόησε το ρόλο του. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος ο δευτεροβάθμιος κριτής διαδραματίζει συμφιλιωτικό ρόλο και, επομένως, δεν έπρεπε απλώς να συμφωνήσει με τη γνώμη του πρωτοβάθμιου κριτή ως προς το κατά ποίο τρόπο έπρεπε να συμμορφωθεί προς τη γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως. Δεν νομίζω ότι η άποψη αυτή περί του ρόλου του δευτεροβάθμιου κριτή μπορεί να γίνει δεκτή. Παρόλον ότι πρέπει να καταλήξει σε ανεξάρτητη κρίση εξετάζοντας την υπόθεση με μεγάλη φροντίδα, τίποτα δεν τον εμποδίζει, μετά την ανεξάρτητη εξέταση της γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, να αποφασίσει ότι μπορεί να συμμορφωθεί προς αυτή σύμφωνα με τη γνώμη του πρωτοβάθμιου κριτή.
Δεν νομίζω ότι προσκομίστηκε απόδειξη περί καταχρήσεως εξουσίας ή περί του ότι η σχετικώς δυσμενής κρίση του δευτεροβάθμιου κριτή υπαγορεύθηκε από την επιθυμία να δικαιολογήσει την αναδιοργάνωση η οποία αμφισβητείται στην υπόθεση 37/81. Οι επί του σημείου αυτού ισχυρισμοί του προσφεύγοντος στερούνται αξιοπιστίας για το λόγο ότι η κρίση του προσφεύγοντος ως «μετρίου» και όχι πλέον ως «άνω του μετρίου» έγινε στις 15 Νοεμβρίου 1976, σε χρόνο κατά τον οποίο τα μέτρα της επιτροπής περί ορθολογιστικής οργανώσεως δεν είχαν ακόμη αντιμετωπιστεί κατά οιοδήποτε τρόπο. Οι συμπληρωματικές επεξηγήσεις που δόθηκαν το 1980 επί της κρίσεως αυτής είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι δόθηκαν προς συμμόρφωση με τη γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως. Ενόψει των εισαγωγικών παρατηρήσεων ως προς την ουσία των τριών προσφυγών δεν πιστεύω ούτε ότι οι συμπληρωματικές επεξηγήσεις είναι αστήρικτες, εκτός εάν ο προσφεύγων αποδείξει ότι, αν είχε ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για μια νέα φορά επί της ενστάσεως του, η τελευταία θα απέρριπτε τους προβληθέντες από τους κριτές λόγους. Βεβαίως, η απλή δυνατότητα να έχει συμβεί αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά, όπως και οι άλλοι γενικοί εισαγγελείς στις προτάσεις των οποίων αναφέρθηκα, έχω τη γνώμη ότι η δυνατότητα αυτή δεν συνιστά επαρκή λόγο για την ακύρωση της εκθέσεως κρίσεως. Πρέπει, εντούτοις, να τονίσω ότι είναι πολύ λυπηρό το ότι η Επιτροπή δεν ετήρησε τη διαδικαστική εγγύηση περί αντικειμενικότητας που η ίδια θέσπισε, πλην όμως η περιορισμένη εξουσία αναθεωρήσεως του Δικαστηρίου δεν του επιτρέπει να αποκαταστήσει την πλημμέλεια αυτή.
3. Η αμφισβητούμενη αναδιοργάνωση με απόφαση μεταθέσεως (υπόθεση 37/81)
Στην υπόθεση 37/81 ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση που του κοινοποιήθηκε στις 30 Ιανουαρίου και 9 Φεβρουαρίου 1981 περί μεταθέσεώς του ως προϊσταμένου τομέα σε «τομέα δραστηριότητας ενός τμήματος» το οποίο συνιστάται κατόπιν της καταργήσεως της ειδικευμένης υπηρεσίας του. Όπως ανέφερα, εκτός του ότι ήταν υπεύθυνο για την εναρμόνιση των όρων εργασίας υπό την ευρεία έννοια (με την οποία παραμένει επιφορτισμένο), το τμήμα αυτό κατέστη επίσης υπεύθυνο για όλες τις άλλες μορφές της πολιτικής οδικών μεταφορών. Ο προσφεύγων ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να του επιδικάσει αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ως αποτέλεσμα της μεταθέσεως.
Πριν εξετάσω τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην προσφυγή αυτή θεωρώ επιβεβλημένο να απαντήσω, πρώτον, στο ερώτημα αν στην πραγματικότητα στην υπό κρίση υπόθεση συναντάται οιαδήποτε πράξη ή απόφαση που 9α μπορούσε να προξενήσει βλάβη στον προσφεύγοντα, όπως απαιτεί το άρ9ρο 90, παράγραφος 2 και η δεύτερη παράγραφος του άρ9ρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων για να είναι η προσφυγή παραδεκτή. Νομίζω ότι πρέπει να δοθεί 9ετική απάντηση στο ερώτημα αυτό, έχοντας υπόψη τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στην υπό9εση 35/72 (Kley, Jurispr. 1973, σ. 679, σκέψη 4, σ. 688), στις συνεκδι-κασ9είσες υποθέσεις 33 και 75/79 (Kubner, Jurispr. 1980, σ. 1677, σκέψεις 12 και 13, σ. 1694) και στην υπό9εση 60/80 (Kindermann, Συλλογή 1981, σ. 1329, σκέψη 8, σ. 1340), όπως και την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου στις οποίες αναφέρεται εκτενώς με τις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Reischl στην υπό9εση αυτή, στις σελίδες 1346 έως 1349 και επίσης έχοντας υπόψη το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 125/80 (Anting, Συλλογή 1981, σ. 2553). Ειδικότερα, οι σκέψεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω στην υπόθεση Kuhner, η οποία μπορεί να συγκριθεί με την υπό κρίση υπόθεση, δεν επιτρέπουν, κατά την άποψη μου, άλλο συμπέρασμα. Ως νόμιμη εγγύηση το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο σας είναι βέβαια ιδιαίτερα σημαντικό για την περίπτωση υποτιθέμενης καταχρήσεως της εξουσίας της Επιτροπής να προβαίνει σε αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της ή στην περίπτωση αγνοήσεως της μέριμνας που απαιτείται ως προς τα συμφέροντα του προσωπικού που θίγεται από ένα μέτρο αναδιοργανώσεως.
Ως προς τους ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί στην υπόθεση 37/81 μπορώ να είμαι πολύ σύντομος.
Όπως προκύπτει σαφώς από τη δικογραφία ο πρώτος ισχυρισμός κατά τον οποίο η απόφαση ελήφθη από αρχή που δεν είχε την εξουσία να τη λάβει, είναι ανεπέρειστος εφόσον τόσο η απόφαση περί αναδιοργανώσεως των υπηρεσιών όσο και η απόφαση περί μεταθέσεως του προσφεύγοντος δεόντως ελήφθησαν από την ίδια την Επιτροπή στις 8 Οκτωβρίου του 1980. Η αμφισβητούμενη απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της 30ής Ιανουαρίου 1981 ήταν απλώς μέτρο εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως, κατόπιν εξουσιοδοτήσεως που είχε δοθεί από την Επιτροπή με προηγούμενη απόφαση.
Ο δεύτερος ισχυρισμός που στηρίζεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατά τον οποίο ο προσφεύγων δεν ενημερώθηκε εγκαίρως και ότι η απόφαση δεν αναφέρει τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται είναι, ακριβολογώντας, βάσιμος από απόψεως πραγματικών περιστατικών, καθόσον ο προσφεύγων δεν έλαβε επίσημη κοινοποίηση της αποφάσεως περί μεταθέσεώς του παρά μόνον τρεις μήνες μετά τη μετάθεσή του (την 1η Νοεμβρίου 1980). Στην πράξη, όμως, ο προσφεύγων, όπως και οι συνάδελφοι του, είχε ενημερωθεί λεπτομερώς σε συγκέντρωση του προσωπικού που έγινε στις 15 Οκτωβρίου 1980, πράγμα που επιβεβαιώθηκε γραπτώς στις 30 Οκτωβρίου 1980, ώστε σε τελική ανάλυση ούτε ο δεύτερος ισχυρισμός είναι βάσιμος. Ως προς την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, είναι σαφές, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ότι οι δηλώσεις του δικαστηρίου στις αναφερθείσες υποθέσεις (σκέψη 15 στην υπόθεση Kuhner, σκέψη 16 στην υπόθεση Kley και σκέψη 13 στην υπόθεση Anting) έχουν και επί του προκειμένουε-φαρμογή. Το Δικαστήριο δέχτηκε εκεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η ατομική απόφαση αλλά επίσης και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθη και περιήλθε στη γνώση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου. Σαφώς προκύπτει από τη γενική εξέλιξη της αναδιοργανώσεως ότι. όπως οι προσφεύγοντες στις προηγούμενες υποθέσεις που ανέφερα και οι άλλοι συνάδελφοι του που εθίγησαν από την αναδιοργάνωση, ο προσφεύγων ετηρείτο συνεχώς ενήμερος περί της ευρείας αναδιοργανώσεως η οποία προετοιμαζόταν, παρόλον ότι από απόψεως πολιτικής σχέσεων με το προσωπικό μια περισσότερο προφορική επαφή με τον προσφεύγοντα θα ήταν ασφαλώς προτιμότερη.
Κατά τον τρίτο ισχυρισμό του προσφεύγοντος, ενόψει της αποφάσεως στην υπόθεση 18/70 {Almini, Jurispr. 1971, σ. 623), θα έπρεπε να του είχε δοθεί η ευκαιρία να εκφέρει τη γνώμη του εγκαίρως επί του αν το μελετώμενο μέτρο ήταν προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, αναφέρομαι στη σκέψη 14 της αποφάσεως στην υπόθεση Aminį, την οποία ήδη ανέφερα. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση προσθέτω απλώς ότι, όπως σαφώς προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο προσφεύγων και η Επιτροπή και στις τρεις υποθέσεις οι απόψεις του προσφεύγοντος επί του μελετωμένου μέτρου ήταν ασφαλώς επαρκώς γνωστές.
Κατά τον τέταρτο ισχυρισμό του προσφεύγοντος η μετάθεση του έθιξε τα υλικά και ηθικά του συμφέροντα καθώς και τις πιθανότητες προαγωγής του. Ενόψει των σκέψεων 20 και 21 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kuhner με την οποία μπορεί να συγκριθεί η υπό κρίση υπόθεση, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί. Όπως και στην υπόθεση Kuhner, τα νέα καθήκοντα του προσφεύγοντος ως «προϊσταμένου τομέα δραστηριότητας σε τμήμα» αντιστοιχούν «σε μία από τις θέσεις που περιγράφονται στη βασική θέση του κύριου υπαλλήλου διοικήσεως». Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή ικανοποιητικά ανέτρεψε τον ισχυρισμό που προβλήθηκε κατά την προφορική διαδικασία κατά τον οποίο δεν υφίσταται τέτοια αντιστοιχία. Προσθέτω ότι, εν αντιθέσει με τις άλλες διακεκριμένες δραστηριότητες του εν λόγω τμήματος, ο τομέας δραστηριότητάς του αναφέρεται πράγματι χωριστά στη γενική περιγραφή της εργασίας του τμήματος και, όπως σαφώς προκύπτει από την έκθεση του Verheyden στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, ο προσφεύγων κατέχει μια μάλλον προνομιακή θέση έναντι των συναδέλφων του στο τμήμα. Τέλος, επαναλαμβάνω ότι η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν απόλυτα εξουσιοδοτημένη να λάβει τα εν λόγω μέτρα περί αναδιοργανώσεως προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Δεδομένης της φροντίδας με την οποία προσαρμόστηκαν τα αποτελέσματα του μέτρου αυτού ως προς τον προσφεύγοντα, όχι μόνο δεν εθίγη η υπηρεσιακή του κατάσταση, αλλά επιπλέον τα προσωπικά του συμφέροντα ελήφθησαν ευλόγως υπόψη.
Τέλος, ο τελευταίος ισχυρισμός περί καταχρήσεως εξουσίας πρέπει, νομίζω, να απορριφθεί. Επί του σημείου αυτού αναφέρομαι στις αποφάσεις στις υποθέσεις Kuhner και Arning καθώς και στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις. Η αναδιοργάνωση ήταν το αποτέλεσμα της εξωτερικής εκθέσεως Spierenburg και της εσωτερικής εκθέσεως Ortoli και σκέψεις όπως οι αναφερόμενες στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις δικαιολογούν σαφώς την ανάγκη της αναδιοργανώσεως. Όπως επίσης έγινε δεκτό με τις αποφάσεις που ανέφερα δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της σκοπιμότητας της αναδιοργανώσεως ή των αποτελεσμάτων της επί του προσφεύγοντος. Πάντως, τα γεγονότα που απορρέουν από τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσκομίσει ο προσφεύγων και η Επιτροπή δεν επιτρέπουν αμφιβολίες περί του ότι μόνον σκέψεις περί του συμφέροντος της υπηρεσίας ελήφθησαν υπόψη όταν ελήφθη η αμφισβητούμενη απόφαση και ότι οι σκέψεις αυτές ήταν τελείως άσχετες προσωπικά προς τον προσφεύγοντα.
Για τους ίδιους αυτούς λόγους είναι απορριπτέα και η αίτηση επιδικάσεως αποζημιώσεως.
4. Σύνοψη και προτάσεις
Για να συνοψίσω, θεωρώ ότι μπορούν πράγματι να γίνουν σοβαρές επικρίσεις εναντίον της Επιτροπής, ειδικώς όσον αφορά την ακολουθηθείσα διαδικασία κρίσεως. Οι επικρίσεις αυτές αφορούν, πρώτον, την καθυστέρηση στη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως, η οποία κατά μέγα μέρος πρέπει να αποδοθεί στην Επιτροπή. Δεύτερον, αφορούν την κακή εκτίμηση από την Επιτροπή των διαδικαστικών εγγυήσεων, τις οποίες η ίδια θέσπισε προς αντικειμενική εξέταση ενστάσεως υποβαλλόμενης κατά οριστικής εκθέσεως κρίσεως. Πάντως, ενόψει των προηγουμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου και άλλων σκέψεων, οι σημειωθείσες πλημμέλειες δεν μπορούν να οδηγήσουν στην ακύρωση των εν λόγω αποφάσεων ή στην επιδίκαση της αιτουμένης αποζημιώσεως. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, όλες οι προσφυγές είναι απορριπτέες και αμφότεροι οι διάδικοι πρέπει να διαταχθούν να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα συμφώνως προς το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση από τα ολλανδικά.
( 2 ) Την ιδια άποψη έχει δεχτεί το Δικαστήριο με τη σκέψη 18 της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1983 στην υπόθεση 282/81 Ragusa.
Full & Egal Universal Law Academy