ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤήΝ 12Η 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικασπές,
1. Εισαγωγή
Οἱ προτάσεις πού έχω την τιμή νά ἀναπτύξω σήμερα ἀφοροῦν τίς συνεκδικαζό-μενες ὑποθέσεις 39, 43, 85 καί 88/81, οἱ ὁποῖες παραμένουν ἀκόμη εγγεγραμμένες στό πρωτόκολλο τοῦ Δικαστηρίου μετά τήν παραίτηση τῆς «Μεταλλουργικῆς Χάλυψ ΑΕ». Στίς τέσσερις αὐτές ὑποθέσεις, οἱ έλληνες παραγωγοί χάλυβος έζήτησαν, βάσει τοῦ ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τήν ἀκύρωση τῶν ἀτομικών ἀποφάσεων μέ τίς όποιες ἡ 'Επιτροπή καθώρισε, σέ ὅ,τι τίς άφορᾶ, τίς ποσοστώσεις παραγωγής ἀκατέργαστου χάλυβος καί προϊόντων ελάσεως γιά τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981.
Οί ἀτομικές ἀποφάσεις, γιά τίς όποιες πρόκειται ἐστηρίχθησαν στίς γενικές ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπής 2794/80/ΕΚΑΧ, τῆς 31ης 'Οκτωβρίου 1980 (JO 291, L 1980), περί θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος γιά τίς επιχειρήσεις τῆς βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος καί 3381/80/ΕΚΑΧ, τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980 (JO L 355, 1980). Ό κύριος λόγος πού ώθησε στην λήψη τῶν μέτρων αύτων πρός ἀντιμετώπιση τῆς κρίσεως ήταν, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς αἰτιολογικές σκέψεις τοῦ πρώτου μέτρου πού ἀνεφέρθη, ἡ ἀπότομη πτώση τῆς ζητήσεως χάλυβος, τόσο εντός τῆς κοινοτικής ἀγορᾶς, ὅσο καί τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς κατά τήν διάρκεια τοῦ τρίτου τριμήνου τοῦ 1980. Τό ποσοστό ἀξιοποιήσεως τῆς παραγωγικής δυναμικότητος τῶν επιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος τῆς Κοινότητος, τό όποιο κατά τήν διάρκεια τοῦ δευτέρου τριμήνου τοῦ 1980 ἀνήλθε σέ 70 ο/ο, έπεσε κατά τόν μῆνα Σεπτέμβριο, σύμφωνα μέ τίς προαναφερθείσες αιτιολογικές σκέψεις σέ 58 %, πού ἀποτελεί τό χαμηλότερο ποσοστό πού ἐση-μειώθη ποτέ στην Κοινότητα. Οἱ προβλέψεις γιά τό τέταρτο τρίμηνο άφησαν νά διαφανεί περαιτέρω πτώση τοῦ ποσοστού ἀξιοποιήσεως τῆς παραγωγικῆς δυναμικότητος πού θá ἠδύνατο νά κατέλθει κάτω τοῦ 55 %.
Κατά τους μήνες 'Ιανουάριο μέχρι Σεπτέμβριο τοῦ 1980, ἡ μείωση τῆς ζητήσεως είχε ως ἀποτέλεσμα, πάντοτε κατά τίς ὡς άνω αἰτιολογικές σκέψεις, τήν πτώση τῶν τιμών τοῦ χάλυβος ἐντός τῆς Κοινότητος, οἱ ὁποίες ἐμειώθησαν κατά 13%, ἐνω τό κόστος παραγωγής εἶχε αυξηθεί κατά τήν αυτή περίοδο κατά 5 %. 'Ενεκα τούτου, ή οἰκονομική κατάσταση τῶν επιχειρήσεων ἐπεδεινώθη περαιτέρω, πράγμα πού εγκυμονούσε τόν κίνδυνο προκλήσεως ανεπανόρθωτων ζημιῶν στην δομή τῆς εὐρωπαϊκής βιομηχανίας σιδήρου καί χάλυβος.
Γιά τους λόγους αυτούς, ἡ Ἐπιτροπή έκρινε ὅτι ἡ ευρωπαϊκή χαλυβουργία εὑρίσκετο σέ περίοδο έκδηλου κρίσεως, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. 'Επειδή διεπίστωσε ἐπίσης, ὅπως προκύπτει άπό τίς αἰτιολογικές σκέψεις τῆς γενικῆς ἀποφάσεως, ὅτι τά μέσα ἐμμεσου δράσεως πού διέθετε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 57 τῆς προαναφερθείσης συνθήκης, ἀπεδείχθησαν ἀτελέσφορα ἡ ἀνεπαρκή, ἡ Ἐπιτροπή έκρινε ἀναγκαίο νά θεσπίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής, σύμφωνα μέ τίς διαδικαστικές προϋποθέσεις τοῦ άρθρου 58. Μέ τήν προαναφερθείσα γενική ἀπόφαση 3381/80/ΕΚΑΧ, ἡ Ἐπιτροπή καθώ-ρισε στίς 23 Δεκεμβρίου 1980, στό πλαίσιο τῆς γενικής ἀποφάσεως πού προανεφέρθη, ποσοστά μειώσεως γιά τό πρῶτο τρίμηνο τοῦ 1981.
Ἡ προσφυγή ἀκυρώσεως δέν στηρίζεται στόν ἀνακριβή καθορισμό τῶν ἀτομικών ποσοστώσεων γιά τίς ἐν λόγω ελληνικές επιχειρήσεις. Στηρίζεται, ἀντίθετα, στους έξῆς δύο λόγους πού διατυπώνονται πάρα πολύ γενικά:
1.
Οἱ γενικές ἀποφάσεις 2794/80/ΕΚΑΧ καί 3381/80/ΕΚΑΧ δέν εφαρμόζονται ἐπί τῶν ελληνικών ἐπιχειρήσεων σιδήρου καί χάλυβος επικουρικώς είναι άκυρες σέ ο,τι τίς άφορᾶ.
2.
Ή γενική ἀπόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ, ἐπί τής ὁποίας στηρίζονται οἱ προβαλλόμενες ἀτομικές ἀποφάσεις, εἶναι παράνομη λόγω παραβιάσεως οὐσιωδών τύπων, πού συνίσταται στην ἀνεπαρκή αἰτιολογία ἐπικουρικώς, λόγω παραβιάσεως τῶν άρθρων 58, 74 καί 14 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
'Αν καί τυπικώς στρέφονται κατά τῶν ἀποφάσεων πού τίς ἀφορούν ἀτομικώς, οἱ ἐν λόγω προσφυγές, μέσω τῆς ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος, στρέφονται κατ' οὐσίαν κατά τῶν ήδη ἀναφερθεισῶν ἀποφάσεων ἡ καί κατά τοῦ ιδίου συστήματος — θεωρουμένου γενικώς — τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Δέν φαίνεται ὅτι οἱ προσφεύγουσες είχαν ὑπό τίς περιστάσεις αυτές οίοδήποτε ἀτομικό συμφέρον. Θά ἀναφερθώ καί πάλι στά ζητήματα πού πιθανόν νά ἀνακύψουν σχετικώς ὡς πρός τό παραδεκτό τῶν προσφυγών στην συνέχεια τῆς ἀναπτύξεως μου. Τά ζητήματα αυτά δέν ἀνέκυψαν κατά τήν διάρκεια της διαδικασίας.
Ή ἀνάπτυξη στην ὁποία θά προβώ θά περιλαμβάνει, κατ' ἀρχάς, τήν εξέταση τοῦ πρώτου λόγου, ἐνῶ ἀκολούθως θά εξετάσω τόν δεύτερο. Τέλος, θά συνοψίσω τίς διαπιστώσεις στίς όποιες θά καταλήξω.
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τά πραγματικά περιστατικά πού άφοροῦν τίς ἀτομικές ἀποφάσεις στον τομέα τῶν προσβαλλόμενων ποσοστώσεων, παραπέμπω στην έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση. Ὅπως ήδη ἀνέφερα ἀνωτέρω, οἱ ἐν λόγω ἀτομικές ἀποφάσεις, καθ' ἑαυτές, καί τά ἀτομικά στοιχεία στόν τομέα τῆς παραγωγής καί τῶν ποσοστώσεων πού τίς ἀφορούν δέν διεδραμάτισαν κανένα ρόλο στην διαδικασία.
2. Ἐπί τοῦ πρώτου λόγου
Ό λόγος τῆς μή δυνατότητος, εφαρμογῆς τών γενικών ἀποφάσεων καί, επικουρικώς, της σχετικῆς ἀκυρότητος αυτῶν, στηρίζεται, ὅπως προκύπτει ἀπό τό περιεχόμενο της αἰτιολογίας, στην ιδέα ὅτι οἱ ἀποφάσεις πού έλαβαν τά κοινοτικά όργανα κατά τήν ενδιάμεση περίοδο, μετά την ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου, τῆς 24ης Μαΐου 1979, περί προσχωρήσεως τῆς Ελληνικής Δημοκρατίας στήν Ευρωπαϊκή Κοινότητα 'Ανθρακος καί Χάλυβος, ἀλλά πρίν ἀπό τήν προσχώρηση αυτή καθ' ἑαυτή, δέν εφαρμόζονται στην Ελλάδα, δεδομένου ὅτι δέν ἀπετέλεσαν ἀντικείμενο διαπραγματεύσεων σέ σχέση μέ τήν πράξη προσχωρήσεως. Τά όργανα ὢφειλαν επίσης νά δηλώσουν ρητῶς ποιες ἀποφάσεις εφαρμόζονται στήν Ἑλλάδα, μετά τήν προσχώρηση τῆς καί τούτο, κατόπιν κοινής συμφωνίας μέ τήν ἐν λόγω χώρα.
Ή προσφυγή θέτει ἐπίσης τό πρόβλημα τοῦ πεδίου ἐφαρμογῆς, μετά τήν προσχώρηση, τῶν ἀποφάσεων πού ἐξεδόθησαν κατά τήν ἐνδιάμεση περίοδο.
Ἐφ' ὅσον, ὅπως ἐτόνισα, ἡ προσφυγή στρέφεται κατά τῶν ἐν λόγω ατομικών αποφάσεων, ὁ πρώτος λόγος πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ένσταση ἐλλείψεως νομιμότητος, ἀναφερομένη στίς ἀτομικές αὐτές ἀποφάσεις. Ὑπό τήν μορφή αυτή, ó πρώτος λόγος δύναται νά κριθεί παραδεκτός, ὁπως συνάγεται καί ἀπό τήν πρώτη σας ἀπόφαση Meroni (υπόθεση 9/56 Jurispr. 1958, σ. 9), έστω καί ἄν ὁπως προκύπτει ἀπό τήν ώς άνω ἀπόφαση, ó λόγος αὐτός δέν δύναται στην περίπτωση αὐτή νά ὁδηγήσει σέ ἀκύρωση τῆς γενικής ἀποφάσεως, ὅπως ζητείται, επικουρικώς, μέ τόν πρώτο λόγο. Τό Δικαστήριο έπί τοῦ θέματος αὐτοθ φρονεί:
«... ὅτι ἡ ἀκύρωση μιᾶς ἀτομικῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπί τοῦ μή νομίμου χαρακτῆρος τῶν γενικών ἀποφάσεων ἐκ τῶν ὁποίων ἀπορρέει, επηρεάζει τά ἀποτελέσματα τῆς γενικής ἀποφάσεως μόνο κατά τό μέτρο πού αυτά συγκεκριμενοποιοῦνται στην ἀκυρωθείσα ἀτομική ἀπόφαση».
Διευκρινίζεται επίσης στό σκεπτικό ὅτι ὁ προσφεύγων, προβάλλοντας ένσταση ελλείψεως νομιμότητος, ἐπ' ευκαιρία μιᾶς προσφυγῆς στρεφομένης κατά ἀτομικής ἀποφάσεως, δύναται νά επικαλεσθεί, γιά νά θέσει ὑπό ἀμφισβήτηση τό νόμιμο τῆς γενικῆς ἀποφάσεως ἐπί τῆς ὁποίας στηρίζεται ή ἀτομική ἀπόφαση, τους τέσσερις λόγους πού ἀπαριθμοῦνται στό πρώτο εδάφιο τοῦ άρθρου 33. Τήν άποψη αὐτή τήν επιβεβαιώσατε μέ τήν απόφαση σας στην υπόθεση 15/57 (Jurispr. 1958, σ. 159) καί σέ πολλές μεταγενέστερες ἀποφάσεις. Κατά συνέπεια, δύναται επίσης νά ζητηθεί καί στην παρούσα υπόθεση ἡ ἀκύρωση τῶν προσβαλλόμενων ἀτομικών ἀποφάσεων, άλλά, στην περίπτωση αυτή, ἀποκλειστικώς τών ἀποφάσεων αυτών, ἐάν οἱ γενικές ἀποφάσεις ἐπί τῶν ὁποίων στηρίζονται κριθούν παράνομες βάσει ἑνός ἀπό τους τέσσερις λόγους πού ἀπαριθμούνται στό άρθρο 33 καί έχουν επικαλεσθεί οἱ προσφεύγουσες.
Πράγματι, οἱ προσφεύγουσες ζητούν, όπως ἀνέφερα, τήν μή εφαρμογή ἡ προβάλλουν τόν παράνομο χαρακτήρα τῶν γενικών ἀποφάσεων σέ ὅ,τι τίς ἀφορᾶ, λόγω παραβιάσεως τῆς συνθήκης ἡ παντός νομικού κανόνος σχετικού μέ τήν εφαρμογή της, ἐπειδή ἡ επέκταση στην 'Ελλάδα τοῦ πεδίου εφαρμογῆς τῶν ἀποφάσεων, πού ἐξεδόθησαν κατά τήν διάρκεια τῆς καλούμενης ενδιαμέσου περιόδου, δέν συνάγεται ούτε ἀπό τό άρθρο 2, ούτε ἀπό άλλη διάταξη τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Ἐκτός άπό τό άρθρο 2, οἱ προσφεύγουσες ἀναφέρονται ιδίως, στό πλαίσιο αὐτό, στά άρθρα 9 καί 146 τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Ἐπικουρικώς, Ισχυρίζονται κυρίως, ἀκόμη, ὅτι ή συμφωνηθείσα διαδικασία πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως δέν έφηρμόσθη στην προκειμένη περίπτωση καί ὅτι στίς αιτιολογικές σκέψεις τῶν γενικών διατάξεων δέν ἀνεφέρετο ἡ εφαρμογή τῆς διαδικασίας αυτής. Δύναται νά υποτεθεί ὅτι οἱ προσφεύγουσες ὑπολαμβάνουν, διά τοῦ ἐπικουρικοί) αὐτοῦ λόγου, παράβαση ουσιώδους τύπου κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 33 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ.
Θεωρώ ὅτι ἡ ουσία τῆς ἐπιχειρηματολογίας των προσφευγουσῶν δέν δύναται νά υποστηριχθεί, οὔτε βάσει τῶν γενικῶν άρχων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ούτε βάσει τοῦ κειμένου καί τῆς οικονομίας τῆς πράξεως προσχωρήσεως.
Σύμφωνα μέ τό διεθνές δίκαιο, ἡ συναίνεση ἑνός κράτους νά δεσμευθεί ἀπό μία συνθήκη ἐκδηλοῦται, κατ' ἀρχήν, διά τῆς επικυρώσεως ἡ τῆς προσχωρήσεως. Μόνο ἄν ὁρίζεται ρητώς σέ μία συνθήκη ὅτι διά τῆς ὑπογραφῆς τῆς καθίσταται ὑποχρεωτική δύναται ἡ πράξη αύτη νά παραγάγει παρόμοιο έννομο ἀποτέλεσμα (βλ. π.χ. τό άρθρο 2 παράγραφος 1 β τῆς συμβάσεως τῆς Βιέννης περί τοῦ δικαίου τῶν συνθηκών:
«β)
Διά τῶν ὅρων “επικύρωση”, “ἀποδοχή”, “έγκριση” καί “προσχώρηση” νοείται, ἀναλόγως τῆς περιπτώσεως, ή ούτως καλούμενη διεθνής πράξη μέ την ὁποία τό κράτος συναινεί στό διεθνές πεδίο νά δεσμευθεί μέ τήν συνθήκη».
Ό κύριος σκοπός πού ἐπιδιώκει ένα κράτος τό όποιο προσχωρεί σέ υπάρχουσα συνθήκη τοῦ διεθνούς δικαίου εἶναι νά ἀποκτήσει κατά τήν στιγμή τῆς προσχωρήσεως τά ἴδια δικαιώματα καί υποχρεώσεις μέ τά ἀρχικά συμβαλλόμενα μέρη. Παραπέμπω σχετικώς στό βιβλίο τοῦ Rousseau «Principes généraux de droit international public», Τόμος I, 1970, σ. 115, Rousseau «Droit international public», 1977, σ. 46 καί στό βιβλίο τοῦ McNair «The Law of Treaties» (1961) σ. 153. Ὑπό τήν ίδια έννοια, τό άρθρο 16 τῆς συμβάσεως τῆς Βιέννης περί τοῦ δικαίου τῶν συνθηκών (Nederlands Tractatenblad 1972, σ. 51) ὁρίζει επίσης, σέ ὅ,τι άφορᾶ τήν προσχώρηση σέ προϋπάρχουσα συνθήκη, τά έξης:
«'Αν δέν προβλέπει άλλως ἡ συνθήκη, τά έγγραφα τῆς ἐπικυρώσεως, ἀποδοχής, ἐγκρίσεως ἡ προσχωρήσεως συνιστούν τήν συναίνεση τοῦ κράτους νά δεσμευθεί ἀπό αυτή κατά τήν στιγμή:
...
β)
τῆς καταθέσεως αυτών στον θεματοφύλακα
...».
Τό άρθρο 2 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τῆς 24ης Μαΐου 1979, περί τῆς προσχωρήσεως τῆς Ἐλληνικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα 'Ανθρακος καί Χάλυβος, ὁρίζει ὅτι ἡ προσχώρηση θά πραγματοποιηθεί τήν 1η 'Ιανουαρίου 1981 ὑπό τήν προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ὅτι ἡ Ἐλληνική Δημοκρατία θά έχει καταθέσει κατά τήν ημερομηνία αύτη τό έγγραφο τῆς ἐπικυρώσεως τῆς προσχωρήσεως της.
'Επομένως, ὅπως προκύπτει ἀπό τά κείμενα πού ἀνέφερα, κατά κανόνα, ἡ ἀποφασιστική ημερομηνία γιά τόν καθορισμό τῶν δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων τῶν προ-σχωρούντων κρατών καί τῶν υπηκόων τους είναι ἡ ἡμερομηνία τῆς προσχωρήσεως καί ὄχι κάποια άλλη προγενέστερη ημερομηνία. Προκύπτει επίσης ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων μεταξύ προσχωρούντων κρατών καί κρατών πού είχαν ήδη προηγουμένως δεσμευθεί διά τῆς συνθήκης, κατά τόν χρόνο τῆς προσχωρήσεως, θεωρεῖται ὡς ένα ἀπό τά ουσιώδη χαρακτηριστικά τῆς προσχωρήσεως. Οὔτε ἡ επιστήμη, ούτε ἡ νομολογία, ούτε ἡ σύμβαση τῆς Βιέννης τοῦ 1969 δέν επιτρέπουν τό συμπέρασμα ὅτι υφίσταται περιορισμός τοῦ δικαιώματος προσδιο-ρισμοῦ τῆς εκτάσεως τῶν δικαιωμάτων καί υποχρεώσεων πού ισχύουν κατά τόν χρόνο τῆς προσχωρήσεως, ὅπως ἐπίσης συνέβη καί μέ τήν πράξη προσχωρήσεως γιά τήν ὁποία πρόκειται στην παροῦσα περίπτωση. Αὐτό τονίζει ρητώς καί ὁ McNair ἐνθ. ἀνωτ. σ. 149 «The law permits to the parties responsible for the negotiation of a treaty an almost complete discretion in the provisions that they make as to the manner in which States may become parties to it» (τό δίκαιο παρέχει στά μέρη πού ἔχουν τήν ευθύνη τῶν διαπραγματεύσεων μία πλήρη σχεδόν διακριτική ευχέρεια γιά τόν καθορισμό τῶν προϋποθέσεων ὑπό τίς όποιες δύνανται τά κράτη νά προσχωρήσουν στην συνθήκη).
'Επομένως, ἡ κυρία άποψη τῶν προσφευ-γουσῶν πρέπει νά ἐκτιμηθεί ἀποκλειστικώς βάσει τοῦ περιεχομένου τῆς πράξεως προσχωρήσεως, αυτής καθ' ἑαυτής.
Στό πλαίσιο τῆς εξετάσεως τῆς ἐν λόγω πράξεως, θά τονίσω ιδιαίτερα ὅτι τά άρθρα της 9 καί 146 εἶναι προφανώς άνευ ενδιαφέροντος στην παροῦσα διαδικασία. Τό άρθρο 9 άφορᾶ μεταβατικές διατάξεις πού ἀποκλίνουν ἀπό ἀρχικό καί παράγωγο κοινοτικό δίκαιο τό όποῖο, κατ' ἀρχήν, εφαρμόζεται στά ενδιαφερόμενα κράτη μετά τήν 1η Ἰανουαρίου 1981. Οἱ ἀποκλίνουσες αυτές διατάξεις δέν ἀφοροῦν τήν εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 58 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Τό άρθρο 46 ρυθμίζει τήν τεχνική προσαρμογή των πράξεων πού είχαν εκδώσει τά όργανα πρό τῆς προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος. Στην παρούσα περίπτωση όμως δέν πρόκειται για τήν προσαρμογή πράξεων πού ἐξε-δόθησαν πρό τῆς προσχωρήσεως. Ἐκείνο, γιά τό όποιο πρόκειται ἐδῶ, εἶναι ἡ εφαρμογή καί, επικουρικώς, ἡ νομιμότης ὁρισμένων ἀποφάσεων, οἱ ὁποῖες ἐξεδόθησαν πρό τῆς προσχωρήσεως, κατά τό μέτρο πού οἱ τελευταίες ἐφηρμόσθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή στην 'Ελλάδα μετά τήν προσχώρηση.
Τέλος, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν λόγο τῆς μή εφαρμογής τῶν γενικών ἀποφάσεων 2794/80/ΕΚΑΧ καί 3381/80/ΕΚΑΧ στίς ἑλληνικές επιχειρήσεις, επικουρικώς δέ τῆς σχετικής ἀκυρότητός τους έναντι τῶν ἐν λόγω ἐπιχειρήσεων, τό μόνο πού έχει σημασία είναι τό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Τό άρθρο αυτό έχει ὡς έξης:
«Ἀπό τῆς προσχωρήσεως, οἱ διατάξεις τῶν ἀρχικών συνθηκῶν καί οἱ πράξεις τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος δεσμεύουν τήν 'Ελληνική Δημοκρατία καί ἐφαρμόζονται στό κράτος αυτό, ὑπό τους ὅρους πού προ-βλέπονται στίς συνθήκες αὐτές καί στην παροῦσα πράξη.»
Οἱ προσφεύγουσες όμως Ισχυρίζονται ὅτι, ελλείψει ρητής σχετικής διατάξεως, δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἡ 'Ελληνική Δημοκρατία ἀπεδέχθη διά συνθήκης μέλλουσες νομικές πράξεις, άγνωστες κατά τόν χρόνο τῆς συνάψεως τῆς συνθήκης, τελείως ἀόριστες ὡς πρός τό περιεχόμενό τους καί οἱ όποιες επρόκειτο νά εκδοθοῦν μονομερώς σέ μεταγενέστερη ημερομηνία ἀπό όργανα στά οποῖα δέν μετείχε ἡ Ελλάς κατά τόν χρόνο εκδόσεως καί χωρίς καμμία δυνατότητα παρεμβάσεως ἐκ μέρους της. Μία τέτοια μεταβίβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων εἶναι ἀδιανόητη χωρίς τήν συμμετοχή τῆς Ἑλλάδος στά όργανα. Μόνο μία ρητή καί σαφής διάταξη, πού θά περιείχετο στην συνθήκη προσχωρήσεως, θά ἠδύνατο νά καταστήσει δυνατή μία τόσο ἀπροσδιόριστη καί ἀπεριόριστη παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Πάντως, ἀπό τήν θεωρία τοῦ διεθνοῦς δικαίου πού ἀνέφερα ἀνωτέρω καί σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό προσχωροῦν κράτος πρέπει κατά τόν χρόνο τῆς προσχωρήσεως νά τεθεῖ, νομικώς, σέ ίση μοίρα μέ τά ἀρχικά Κράτη μέλη, πρέπει νά συναχθεί μία ἐρμηνεία τοῦ ἄρθρου 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὡς «πράξεις» πρέπει νά νοηθούν όλες οἱ πράξεις πού έχουν ἐκδοθεῖ πρό τῆς προσχωρήσεως, περιλαμβανομένων καί τῶν αποφάσεων πού έχουν εκδοθεί μεταξύ 25ης Μαΐου 1979 καί 1ης 'Ιανουαρίου 1981. Ό Puissochet τονίζει ἐπίσης στό πολύ γνωστό εγχειρίδιό του, περί τῆς διευρύνσεως τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ὅτι τά εννέα πρώτα άρθρα τῆς πράξεως προσχωρήσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τῆς Δανίας καί τῆς 'Ιρλανδίας, πού έχουν τό ἴδιο περιεχόμενο σχετικώς, συνιστούν, ἀπό διάφορες ἀπόψεις, ἁπλή ἀνάπτυξη μιας ιδέας ἡ ὁποία περικλείεται στην ίδια τήν έννοια τῆς προσχωρήσεως. 'Η ἰδέα αυτή σημαίνει ότι τά νέα Κράτη μέλη, ἀπό τῆς ημερομηνίας τῆς προσχωρήσεως, πρέπει νά ευρίσκονται στην ίδια νομική κατάσταση μέ τά παλαιά Κράτη μέλη, νά υπέχουν τίς ίδιες ὑποχρεώσεις καί νά ἀπολαύουν τά ίδια δικαιώματα ὅπως τά τελευταία. Καί τοῦτο, ὑπό την ἐπιφύλαξη ειδικών διατάξεων πού έχουν συμβατικῶς θεσπισθεί σχετικά μέ τό θέμα αυτό (J. P. Puissochet, «L'élargissement des Communautés européennes», Paris 1974, σ. 175). Ἔχω ήδη υπογραμμίσει ὅτι δέν δύνανται νά συναχθούν άλλα συμπεράσματα ἀπό τίς γενικές ἀρχές τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Ἑρμηνεία σάν κι αύτη πού προτείνουν οἱ προσφεύγουσες θά ἀπαιτούσε ἀκριβῶς την ύπαρξη ρητής διατάξεως.
Ἐξ άλλου, ἡ Επιτροπή ὑπεγράμμισε ρητῶς, καί ὀρθώς κατ' έμε, μέ τό υπόμνημά τῆς ὅτι θά ήταν ἀδιανόητη οιαδήποτε άλλη ἑρμηνεία. Πράγματι, ἑρμηνεία σάν αὐτή πού προτείνουν οἱ προσφεύγουσες θά παρέλυε τελείως τήν διαχείριση καί τήν ανάπτυξη των Κοινοτήτων, καθ' ολη τήν πλέον τοῦ ἑνός καί ἡμίσεος έτους περίοδο πού ἐμεσολάβησε ἀπό τίς ἀποφάσεις περί προσχωρήσεως μέχρι τήν προσχώρηση αυτή καθ εαυτή. 'Ακόμη περισσότερο, θά ἐδημιούργει τόν κίνδυνο ὅτι ἡ επέκταση στην 'Ελλάδα τοῦ πεδίου ἐφαρμογής τῶν νομοθετικών διατάξεων, πού ἐθεσπίσθησαν κατά τήν ἐν λόγω ενδιάμεση περίοδο, θά ἠδύναντο νά ἀντιμετωπίσουν ένα ἑλληνικό veto. Θά ἐδη-μιουργεῖτο τουλάχιστον ένα κενό στό νομικό σύστημα ἐπί ὅσον χρόνον δέν θά ἐλαμβάνετο καμμία ἀπόφαση σχετικά μέ τήν διεύρυνση τοῦ πεδίου εφαρμογής. Θεωρώ πράγματι προφανές ὅτι τέτοιου είδους συνέπειες, στόν τομέα π.χ. τής κοινής γεωργικής πολιτικής, θά ήταν ἐντελώς ἀδιανόητες καί τελείως απαράδεκτες. Δέν εἶναι επομένως δυνατόν νά υποτεθεί ὅτι οἱ συντάκτες τοῦ ἄρθρου 2 είχαν τήν πρόθεση νά εισαγάγουν ένα τέτοιο σύστημα. Τό άρθρο αυτό δέν περιέχει, ὅπως τό έχω τονίσει, κανέναν περιορισμό τοῦ είδους αὐτοῦ πού υπερασπίζονται οἱ προσφεύγουσες. Ή ερμηνεία πού ὑποστηρίζουν δέν βρίσκει, ἐξ άλλου, στήριγμα ούτε στην θετική πρακτική πού ἠκολουθήθη μετά τήν πρώτη καί δεύτερη διεύρυνση τῶν Κοινοτήτων. Βέβαια, ἀπό τήν ἀναφορά τοῦ άρθρου 2 στους ὅρούς πού προβλέπονται στίς συνθήκες καί στην πράξη προσχωρήσεως δύναται ίσως νά συναχθεί μία παραπομπή σέ περιορισμούς πού προκύπτουν ἀπό άλλες διατάξεις τῶν συνθηκών αυτών καί τῆς πράξεως προσχωρήσεως, πλην ὅμως δέν δύναται νά συναχθεί τό συμπέρασμα, ὅπως πράττουν οἱ προσφεύγουσες, ὅτι τό άρθρο 2 δέν εφαρμόζεται σέ γενικές διατάξεις ὅπως αυτές γιά τίς όποιες πρόκειται στην παροῦσα περίπτωση, ελλείψει ρητής συμπληρωματικής εξουσιοδοτήσεως περιλαμβανομένης στίς ἐν λόγω άλλες διατάξεις (βλ. Puissochet ένθ. ἀν. σ. 180).
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τόν λόγο πού προεβλήθη επικουρικώς, ὅτι ἡ ἑλληνική κυβέρνηση, αντιθέτως πρός τήν συμφωνηθείσα διαδικασία πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως (JO L 291 1979, σ. 191), δέν ἐνημερώθη εγκαίρως σχετικά μέ τίς σχεδιαζόμενες γενικές ἀποφάσεις, ἀναφέρω κατ' αρχάς ὅτι ἡ συμφωνία ἐπί τῆς διαδικασίας αυτής ἀναφέρεται ἁπλώς στην τελική πράξη, καί τοῦτο μέ τήν ἀκόλουθη διατύπωση: «οἱ πληρεξούσιοι καί τό Συμβούλιο έλαβαν ἐπίσης ὑπό σημείωση τήν συμφωνία περί τῆς διαδικασίας λήψεως όρισμένων ἀποφάσεων» (JO L 291, 1979, σ. 181). Κακώς λοιπόν υποστηρίζουν οἱ προσφεύγουσες, στην σελίδα 3 τοῦ δικογράφου τῆς προσφυγής τους, ὅτι πρόκειται γιά κοινή δήλωση, ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη διά τῆς τελικής πράξεως. Στό διεθνές δίκαιο, ή τελική πράξη, σύμφωνα μέ τόν McNair (ἐνθ. ἀν. σ. 24), ἀποτελεῖ ἁπλώς κατάλογο τῶν κειμένων καί δέν συνιστά ἀποδοχή τῶν ἐν λόγω κειμένων. Ἐξ άλλου, ἡ τελική πράξη δέν ἐπικυροῦται. 'Η πράξη προσχωρήσεως δέν κάνει καμμία μνεία τῆς διαδικασίας αυτής. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ ἐν λόγω διαδικασία δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς προϋπόθεση γιά τήν εφαρμογή τῶν πράξεων πού ἀναφέρονται στό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως. Τά ἀνωτέρω ἀρκουν γιά νά δείξουν ὅτι εἶναι μάταιη ἡ επίκληση ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου σας, στό πλαίσιο τῆς παρούσης υποθέσεως, τῶν συμφωνιῶν περί πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως, καί τούτο βέβαια παρά τό προφανές πολιτικό καί πρακτικό τους ενδιαφέρον.
Τέλος, οἱ προσφεύγουσες δέν κατώρθωσαν νά πείσουν ὅτι δέν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία. Μᾶλλον τό ἀντίθετο πρέπει νά συναχθεί ἀπό τίς ἀνακοινώσεις τῆς 'Επιτροπής. Ή τελευταία ὑπεγράμμισε σχετικώς ὅτι ἡ διαδικασία ἐφηρμόσθη ὡς παγία πρακτική. 'Επί πλέον, νομίζω ὅτι ἀπό τήν ίδια τήν φύση τῆς διαδικασίας προκύπτει ὅτι εκείνη πού θά ὤφειλε νά ἀντιδράσει θά ήταν ή 'Ελληνική Δημοκρατία σέ περίπτωση μή τηρήσεως τῆς διαδικασίας αυτής. Δέν προέκυψε ὅμως στην παρούσα υπόθεση ὅτι αυτό συνέβη. Νομίζω ὅτι, στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως, ἐφ᾿ ὅσον οἱ διάδικοι δέν υποστηρίζουν τό ἀντίθετο, πρέπει νά γίνει δεκτό ὅτι ή διαδικασία αύτη πράγματι ἐτηρήθη. Ιδού λοιπόν ἕνας ἀκόμη λόγος, γιά τόν όποιο πρέπει νά ἀπορριφθεί αυτός ὁ λόγος ἀκυρώσεως ὡς μή ἀσκών νομική επιρροή. Γιά τους ίδιους λόγους, πρέπει ἐπίσης νά ἀφορριφθεῖ καί ὁ λόγος ἀκυρώσεως πού στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας, τόν ὁποῖο οἱ προσφεύγουσες προέβαλαν στην ίδια ἀλληλουχία (ὅτι δηλαδή στίς αἰτιολογικές σκέψεις τῶν γενικών ἀποφάσεων δέν γίνεται μνεία τῆς διαδικασίας πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως σέ ὅ,τι άφορᾶ τήν Ἐλλάδα).
Ἐφ᾿ ὅσον οἱ γενικές ἀποφάσεις γιά τίς ὁποῖες γίνεται λόγος ἀνεφέροντο, κατά τόν χρόνο πού ἐξεδόθησαν, μόνο στίς επιχειρήσεις τῶν εννέα Κρατών μελών τῆς εποχής, ή δέ πράξη προσχωρήσεως δέν ἀναφέρει τίποτα σχετικά μέ τό θέμα αυτό, έπρεπε νά τηρηθούν, ἐπί ποινή ἀκυρότητος τῶν ἐν λόγω διατάξεων, μόνο οἱ βασικοί κανόνες διαδικασίας πού ἴσχυαν δυνάμει τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Οἱ ουσιώδεις τύποι πού έπρεπε νά τηρηθούν κατά τόν χρόνο λήψεως τῶν γενικών ἀποφάσεων συνιστούν βεβαίως, κατά τήν εποχή εκείνη, ἁπλώς εγγυήσεις γιά τίς ἐπιχειρήσεις τῶν εννέα Κρατών μελών τῆς εποχής πού θά ἐδεσμεύοντο. Οἱ γνώμες καί εκτιμήσεις πού ὤφειλε νά μνημονεύσει στίς ἀποφάσεις τῆς ἡ 'Επιτροπή, σύμφωνα μέ τό άρθρο 15 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, ήταν ἀποκλειστικώς, ὅπως προβλέπει τό άρθρο 58, παράγραφος 1, οἱ γνώμες τῆς Συμβουλευτικής 'Επιτροπής καί ἡ σύμφωνη γνώμη τοῦ Συμβουλίου.
3. 'Επί τοῦ δευτέρου λόγου
3.1.
Όπως ἐσημείωσα ἀνωτέρω, ὁ δεύτερος λόγος τῶν προσφευγουσῶν ἀναφέρεται στόν παράνομο χαρακτήρα, λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου διά τῆς ἀνεπαρκοῦς αἰτιολογίας, τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80, ἐπί τῆς ὁποίας στηρίζονται οἱ προσβαλλόμενες ἀτομικές ἀποφάσεις. επικουρικώς δέ, λόγω παραβάσεως τῶν άρθρων 58, 74 καί 14 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ. Καί ὁ λόγος αυτός προβάλλεται ὑπό τήν μορφή ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος. Μετά τά ὅσα ήδη εξέθεσα κατά τήν εξέταση τοῦ πρώτου λόγου σχετικά μέ τό παραδεκτό μιᾶς τέτοιας ενστάσεως, δέν δύνανται νά υπάρξουν ἀμφιβολίες γιά τό παραδεκτό τοῦ δευτέρου αὐτοῦ λόγου, έχοντας ὑπ᾿ ὄψη τήν νομολογίας σας, γιά τήν ὁποία μίλησα ήδη ἀνωτέρω.
Θά εξετάσω τώρα χωριστά τά διάφορα στοιχεία τοῦ λόγου αὐτοῦ κατά τήν σειρά πού ἀνέφερα. Κατά τό μέτρο πού είχαν ήδη προβληθεί ελλείψεις στην αιτιολογία κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας κατά τήν εξέταση τοῦ πρώτου λόγου, τίς ἀνέλυσα ὅταν ἀνεφέρθην στόν λόγο αυτό. Ἐπειδή ὁ δεύτερος λόγος καλύπτει μερικώς τόν πρώτο στό θέμα αυτό, θά ἐπανέλθω καί πάλι σέ ὁρισμένα εἰδικά σημεία.
3.2. 'Ελλείψεις τῆς αιτιολογίας
α)
Κατά την ἀνάπτυξη τοῦ πρώτου τους λόγου, οἱ προσφεύγουσες υποστηρίζουν ὅτι υπάρχει παράβαση ουσιώδους τύπου λόγω τοῦ ὅτι στίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς γενικής ἀποφάσεως 2794/80 δέν ἀναφέρεται ὅτι ενημέρωση ἡ Ἑλλάς, σύμφωνα μέ τήν διαδικασία πληροφορήσεως καί διαβουλεύσεως, την ὁποία έχω ήδη ἀναφέρει, σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς ἀποφάσεις πού ἐξε-δόθησαν πρό τῆς προσχωρήσεως. Ἐπεκρίθη επίσης τό ὅτι ἡ είς τό μέλλον θέση σέ ἰσχύ τῆς αποφάσεως στην Ελλάδα δέν ἠτιο-λογήθη. Ή μή εφαρμογή τέλος τῆς ἐν λόγω γενικής αποφάσεως στην Ελληνική Δημοκρατία ἐπεβεβαιώθη ἀπό τήν έλλειψη αιτιολογικών σκέψεων περί τῆς οικονομικής καταστάσεως τῆς ἐν λόγω χώρας, βάσει των ὁποίων θά ἐδικαιολογεῖτο ἡ ἐφαρμογή τῆς γενικής ἀποφάσεως στό νέο Κράτος μέλος.
Σχετικά μέ τό ἐπιχείρημα αυτό, παραπέμπω σέ ὅσα ήδη ἀνέφερα κατά τήν συζήτηση τοο πρώτου λόγου. Ἐφ' όσον οἱ αποφάσεις στηρίζονται αποκλειστικά στην συνθήκη ΕΚΑΧ, έπρεπε νά τηρήσουν μόνο τους τύπους πού θεωρούνται ουσιώδεις στό πλαίσιο αυτό.
'Επί πλέον, δέν ήταν καθόλου υποχρεωτικό νά αἰτιολογηθεῖ στην ἀπόφαση ἡ μελλοντική εφαρμογή τῆς στην Ελλάδα. Αυτή προκύπτει αυτομάτως ἀπό τό άρθρο 2 τῆς πράξεως προσχωρήσεως.
Ἀλλά, καί ἄν ὑποτεθεί ὅτι συμβαίνει τό ἀντίθετο, θεωρώ πάντως, ὅπως καί ἡ 'Επιτροπή, καί τοῦτο συνιστά — κατά τήν άποψη μου — ένα καθαρῶς επικουρικό ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ αιτιολογία μιᾶς γενικής ἀπο-φάσεως, τοῦ είδους γιά τό όποιο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, δέν χρειάζεται νά επεκτείνεται στίς εἰδικές περιστάσεις κάθε Κράτους μέλους. Πράγματι, ὅλες οἱ επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος ἀποτελούν μέρος μιας καί μόνης Κοινότητος, ἡ ὁποία διαθέτει μία ενιαία κοινοτική ἀγορά. 'Εκείνο μόνο πού έχει σημασία στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα μέ τό άρθρο 58, εἶναι τό ἄν ἡ Κοινότητα αύτη στό σύνολό της βρίσκεται σέ κατάσταση έκδηλου κρίσεως καί τό ἄν συντρέχουν γιά τό σύνολο τῆς Κοινότητος οἱ λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 58. Δέν έχει σημασία τό ἄν κάθε χώρα, εξεταζομένη χωριστά, βρίσκεται ἐπίσης σέ τέτοια κατάσταση κρίσεως. 'Επί τοῦ θέματος αυτού παραπέμπω επίσης στίς ἀποφάσεις σας «ράβδοι ὁπλισμού σκυροδέματος «Jurispr. 1980, σ. 907, ἀριθ. 22 τοῦ σκεπτικού. 'Εξ άλλου, ἡ ἀλληλεξάρτηση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς εθνικῆς ἑλληνικῆς ἀγορᾶς, τῆς κοινοτικής ἀγοράς καί τῆς παγκοσμίου ἀγοράς, έχει ὡς συνέπεια ὅτι ἡ ἀπότομη πτώση τῆς ζητήσεως τόσο στην κοινοτική ἀγορά, ὅσο καί στήν παγκόσμια ἀγορά, ή ὁποία ἐκτίθεται στόν κανονισμό 2794/80, επηρεάζει ὁπωσδήποτε καί τήν 'Ελλάδα. 'Εκείνο πάντως πού έχει ἐδώ επίσης θεμελιώδη σημασία εἶναι ὅτι οἱ ἑλληνικές ἐπιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος έχουν, ἀπό τῆς προσχωρήσεως τῆς Ελλάδος, τά ίδια δικαιώματα καί τίς ίδιες υποχρεώσεις μέ τίς άλλες επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος τής Κοινότητος, έκτός ἀπό ρητώς καθορισμένες εξαιρέσεις. 'Επειδή πρόκειται γιά μία γενική αρχή πού διέπει τήν εφαρμογή ὅλου τοῦ κοινοτικού δικαίου, δέν χρειάζεται νά μνημονεύεται κάθε φορά ρητώς ούτε νά ἀναφέρεται κατά τόν ἴδιο τρόπο στίς αιτιολογικές σκέψεις τῶν κατ' ἰδίαν πράξεων. Αὐτή ἡ γενική ἀρχή δέν ἐπιτρέπει νά συναχθεί τό συμπέρασμα, ελλείψει μιας τέτοιας αἰτιολογίας, ὅτι ἡ ἀπόφαση δέν εφαρμόζεται στην Ελλάδα.
β)
Κατά τίς προσφεύγουσες, υπάρχει ακόμα παράβαση ουσιωδῶν τύπων λόγω τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ γενική ἀπόφαση δέν διευκρινίζει τους λόγους γιά τους ὁποίους δέν ἐφηρμόσθη τό άρθρο 74 τῆς συνθήκης ΕΚΑΧ, τό ὁποῖο παρέχει τήν δυνατότητα θέσεως σέ εφαρμογή μέτρων ἐμπορικής πολιτικής. Ή 'Επιτροπή, ωστόσο, παρατηρεί, ὀρθῶς κατά τήν γνώμη μου, ὅτι ἀπό κείμενο τοῦ ἄρθρου 58 προκύπτει σαφῶς ὅτι μόνο ἡ ταυτόχρονη εφαρμογή μέτρων, κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 74, πρέπει νά αἰτιολογεῖται κατά τρόπο λεπτομερέστερο. Καί ἐγώ νομίζω ὅτι ἡ μή ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 74 δέν χρειάζεται νά αιτιολογείται.
3.3. Παράβαση τῶν ἄρθρων 58, παράγραφος Ι, καί 74
Οἱ προσφεύγουσες θεωρούν ὅτι ἡ μή παράλληλη εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 58 παράγραφος 1 συνιστά παράβαση τῶν άρθρων 58, παράγραφος 1, καί 74. Είναι σαφές ὅτι μόνο ἡ μείωση τῆς παραγωγής εντός τῆς Κοινότητος δέν ἀρκεῖ γιά νά προσαρμόσει τήν προσφορά εντός τῆς Κοινότητος πρός τήν ζήτηση. Είναι ἐπίσης σαφές, ἰδίως ἀπό τό πρώτο τρίμηνο τοῦ 1981, ὅτι, ελλείψει επαρκών μέτρων εμπορικής πολιτικής, μονομερών ἡ συμβατικών, μείωση τῆς παραγωγής εντός τῶν Κρατών μελών θά εἶχε ὡς ἀναπόφευκτη συνέπεια τήν αύξηση τῆς συμμετοχής στην ἀγορά τῶν παραγωγών τρίτων χωρών. Σχετικά μέ τό σκέλος αυτό τοῦ δευτέρου λόγου, συμφωνώ πλήρως μέ τά ὅσα λεπτομερώς έχει ήδη εκθέσει ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Reischl, ἐπ' ευκαιρία ἀναλόγων ἀπόψεων πού είχαν ἀναπτύξει οἱ προσφεύγουσες στίς υποθέσεις 258/80 (Rumi) καί 14/81 (Alphasteel) πού δέν έχουν δημοσιευθεί ἀκόμα στην Συλλογή τῆς νομολογίας). Μέ τήν ευκαιρία αυτή, ó γενικός εἰσαγγελεύς εἶχε ἀναφερθεί επίσης στην σχετική μέ τό θέμα προηγουμένη νομολογία σας. Ή 'Επιτροπή, ὅπως επίσης ὀρθώς ἐτόνισε στην παρούσα υπόθεση, ὀφείλει κατά τήν άσκηση τῆς διακριτικής τῆς εξουσίας νά λαμβάνει ὑπ' ὄψη της ὄχι μόνο τίς εἰσαγωγές χάλυβος, άλλα καί τίς εξαγωγές τῶν προϊόντων αυτών, καθώς καί τίς υποχρεώσεις τῆς Κοινότητος στό πλαίσιο τῆς ΓΣΔΕ (GATT), ὅπως καί τήν δυνατότητα ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν τρίτων χωρών εἰς ἀπάντηση τῶν ποσοστώσεων εἰσαγωγῶν πού θεσπίζει μονομερώς ή Κοινότητα. Οἱ προσφεύγουσες δέν προέβαλαν πειστικά επιχειρήματα στίς παρούσες υποθέσεις, πού νά ἀποδεικνύουν ὅτι ή 'Επιτροπή, ἐκτιμήσασα ὅλα τά σχετικά μέ τήν περίπτωση στοιχεία, ενήργησε αντίθετα πρός κάποιο ἀνώτερο κανόνα δικαίου.
3.4. Διάκριση
Νομίζω ὅτι ἡ 'Επιτροπή έχει ἀποκρούσει κατά τρόπο πειστικό τό σκέλος τοῦ δευτέρου λόγου, ὅπού υποστηρίζεται ὅτι υπήρξε άνιση μεταχείριση λόγω κυρίως τῆς διακρίσεως εἰς βάρος τῶν ελληνικών επιχειρήσεων. 'Επιθυμώ καί πάλι νά παραπέμψω σχετικώς στίς προτάσεις τοῦ γενικού εισαγγελέως Reischl, τῆς 29ης 'Οκτωβρίου 1981, στην υπόθεση Alphasteel (υπόθεση 14/81). Στην ὑπόθεση εκείνη, ή προσφεύγουσα εἶχε προβάλει ἐπιχειρήματα παρόμοια ἐν μέρει μέ αυτά πού ἀνέπτυξαν οἱ ελληνικές επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος.
Πρίν, ωστόσο, περατώσω τό μέρος αυτό τῶν προτάσεων μου, θά παρατηρήσω καί τά έξῆς: Όπως εἶναι γνωστό, ἡ ἀξία ἑνός δένδρου εκτιμάται ἀπό τους καρπούς του. Γιά τόν λόγο αυτό, κατά τήν διάρκεια τῶν προφορικών συζητήσεων ἡ 'Επιτροπή ὀρθώς, κατά τήν γνώμη μου, προσεπάθησε νά ἀποδείξει, βάσει ἀριθμητικών στοιχείων, ποιά ήταν πράγματι ἡ επίπτωση τῆς προσβαλλομένης ρυθμίσεως στίς ἑλληνικές επιχειρήσεις σιδήρου καί χάλυβος. Τά στοιχεία αυτά ἀποδεικνύουν σαφώς ὅτι οἱ ποσοστώσεις πού καθορίσθησαν, ἀντιστοίχως, γιά τίς επιχειρήσεις αυτές, ὄχι μόνο δέν ήταν άδικες, άλλά ελήφθη ευρέως ὑπ' ὄψη καί ἡ δυνατότης τῶν νά παράγουν καί νά πωλοῦν. Σέ καμμία περίπτωση δέν προέκυψε ὅτι οἱ ποσοστώσεις αυτές ἐπέφεραν περιορισμό τῶν δυνατοτήτων αυτῶν παραγωγής καί πωλήσεως. 'Αντίθετα, καμμία ελληνική επιχείρηση σιδήρου καί χάλυβος δέν ἐξήντλησε τήν ποσόστωση της κατά τήν διάρκεια τοῦ τριμήνου πού είναι ἀποφασιστικό στην παροῦσα δίκη. Οἱ προσφεύγουσες δέν ἀμφισβήτησαν ἐξ άλλου τά στοιχεία αυτά. 'Επίσης, δέν κατέστη δυνατό νά ἀποδειχθεί, κατά τόν έναν ἡ τόν άλλο τρόπο, ὅτι ἄν τό σύστημα των ποσοστώσεων ἐστηρίζετο μάλλον στην ικανότητα παραγωγής παρά στην πραγματική παραγωγή, κατά τήν διάρκεια της περιόδου ἀναφοράς, θά ἐσημειώνοντο καλύτερα καί δικαιότερα αποτελέσματα γιά τίς ελληνικές ἐπιχειρήσεις. 'Αποφεύγω δέ νά ἀναφερθῶ στά μειονεκτήματα πού θά ἠδύ-νατο νά έχει τό σύστημα πού προτείνουν οἱ προσφεύγουσες, σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τῆς 'Επιτροπής, πού συμμερίζομαι κι ἐγώ, ή ὁποία στηρίζεται στον σκοπό πού ἐπιδιώκεται μέ τήν προσαρμογή τῆς προσφορᾶς στην ζήτηση, καθώς καί σέ σκέψεις πού ἀπορρέουν ἀπό τήν οἰκονομία τῆς ἀγορᾶς καί τίς ὑπολαμβάνει ἡ συνθήκη ΕΚΑΧ. 'Ενα σύστημα ποσοστώσεων πού στηρίζεται στην ἰκανότητα παραγωγής ἀποθαρρύνει πράγματι τήν ἀναγκαία ελάττωση τῆς υπερβολικής ικανότητος παραγωγής ἀντί νά τήν ευνοεί. 'Ακόμη δέ περισσότερο, καταλήγει νά παρέχει ένα σχετικό πλεονέκτημα στίς λιγότερο ἀποδοτικές επιχειρήσεις, πού παρουσιάζουν χαμηλό σχετικά βαθμό ἀξιοποιήσεως τῆς παραγωγικῆς τους Ικανότητος.
Τά στοιχεία πού παρέθεσε ἡ 'Επιτροπή εγείρουν, έκ τῶν υστέρων, τό ζήτημα ἄν οἱ προσφεύγουσες είχαν πράγματι εύλογο συμφέρον πρός άσκηση τῶν προσφυγών τους, οἱ όποιες στηρίζονται ἀποκλειστικώς στην ἔνσταση ἐλλείψεως νομιμέτητος. Ὑπό τίς συνθήκες αυτές, τίθεται επίσης τό ερώτημα ἄν ισχύει πάντοτε ἡ κατά κανόνα ἀπόλυτα εύλογη άποψη, ὅτι τό συμφέρον τῆς θιγομένης ἀπό μία ἀτομική ἀπόφαση επιχειρήσεως εἰκάζεται στην περίπτωση ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος. Τό ἐρώτημα αυτό γεννά ἀκολούθως τέ ἐρώτημα μήπως θά έπρεπε νά δικαιολογείται ἡ ύπαρξη ευλόγου συμφέροντος τοῦ προσφεύγοντος γιά τήν εξέταση τοῦ παραδεκτού τῆς ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητος , ὅταν αυτό τό εύλογο συμφέρον δέν δύναται νά πιθανολογηθεί άνευ έτέρου. 'Επειδή ἡ νομολογία σας δέν παρέχει σχετικώς καμμία σαφή ένδειξη καί επειδή ή 'Επιτροπή δέν ἀμφισβήτησε τό παραδεκτό τῶν προσφυγών γιά τίς όποιες πρόκειται στην παροῦσα υπόθεση, θεωρώ ὅτι δέν είναι σωστό νά προσδοθεί ὁποιαδήποτε συνέπεια στά ἐρωτήματα αυτά, στό πλαίσιο τῶν ὑπό κρίση υποθέσεων. Τονίζω πάντως ὅτι, όσον άφορᾶ τους κινδύνους καταχρήσεως διαδικασίας καί τίς σχετικές μέ τήν οἰκονομία τῆς δίκης σκέψεις, δέν υπάρχει κατ' ἀρχήν διαφορά μεταξύ τῶν ὑπό κρίση υποθέσεων καί τῶν προσφυγών πού ἀσκούνται βάσει τοῦ ἄρθρου 215 παράγραφος 2 κατά διατάξεων γενικής εφαρμογής. 'Επί τοῦ θέματος αὐτοῦ, παραπέμπω στίς πρόσφατες προστάσεις μου στίς υποθέσεις Walzmühle Erling καί λοιποί (ὑποθέσεις 197-200, 243, 245 καί 247/80, Συλλογή νομολογίας 1981, σ. 3211).
4. Συμπέρασμα
Βάσει τῶν διαπιστώσεων στίς όποιες κατέληξα, περιορίζομαι ἐν συμπεράσματι νά προτείνω ὅτι οἱ προσφυγές γιά τίς όποιες πρόκειται πρέπει νά ἀπορριφθούν ὡς ἀβάσιμες, οἱ δέ προσφεύγουσες νά καταδικασθούν στά εναπομένοντα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy