ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 16 ΜΑΡΤΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
Ι. Εισαγωγή
Στίς 20 Φεβρουαρίου 1982, ἐπρωτοκολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου προσφυγή, τήν ὁποία ἤσκησαν ἡ 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί ή «Bundesanstalt für Arbeit» (ὁμοσπονδιακή υπηρεσία ἀπασχολήσεως) καί ἡ ὁποία στρέφεται κατά τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ὡς κύριο αίτημα μέ τήν προσφυγή ζητείται ἡ καταδίκη τής 'Επιτροπής στην καταβολή τοῦ ποσού των 16928855,52 DM πρός τήν «Bundesanstalt für Arbeit», ὡς επικουρικό δέ αίτημα, ή ακύρωση τῆς αποφάσεως τῆς Ἐπιτροπής τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980 περί ἀρνήσεως καταβολής τῶν υπολοίπων, τά ὁποια ὀφείλονται βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς 'Επιτροπής, τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1977, μέ τήν ὁποία ἡ 'Επιτροπή ενέκρινε τήν συνδρομή τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου στίς σχεδιαζόμενες ενέργειες τῆς «Bundesanstalt für Arbeit» στον τομέα τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῆς βιομηχανίας ὡρολογίων (προσαρμογή πρός τήν ηλεκτρονική quartz), καθώς καί στον τομέα τῆς καταπολεμήσεως τῆς ἀνεργίας τῶν νέων. Κατά δεύτερο λόγο — καί στό σημείο αυτό ἡ κυβέρνηση τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας εἶναι ἡ μόνη προσφεύγουσα — μέ τήν προσφυγή ζητείται ἡ ακύρωση τῆς ανακοινώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1980 (ἀριθ. φακέλου: 8007034-V/C) περί τῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 4 τῆς άπό 27ης 'Ιουλίου 1978 ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ τῆς Ἐπιτροπῆς περί διοικητικής λειτουργίας τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/003, σ. 29).
Δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμού διαδικασίας οἱ όποιες εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση καί τῶν παραρτημάτων του Ι καί ΙΙ, ἡ προσφυγή ἠσκήθη εμπροθέσμως. Τά νομικά ζητήματα πού ἀνακύπτουν στην προκειμένη περίπτωση δέν ἀφορούν τόσο τό ὕψος τοῦ ποσού, ὅσο τήν νομική βάση (καί ταυτόχρονα τό παραδεκτό) τῆς αιτήσεως καταβολής, καθώς καί τό βάσιμο τῶν δύο αιτημάτων περιλαμβανομένου καί τοῦ επικουρικού αιτήματος.
Οί τέσσερις ἐνέργειες γιά τίς όποιες ἐχορηγήθη συνδρομή τοῦ Κοινωνικού Ταμείου καί γιά τίς όποιες είχαν ήδη καταβληθεῖ προκαταβολές έπρεπε νά πραγματοποιηθούν μεταξύ 1ης Μαίου 1977 καί 30ῆς Ἀπριλίου 1978, μεταξύ 16ης Νοεμ-βρίου 1977 καί 31ης Αυγούστου 1978, μεταξύ 1ης 'Ιανουαρίου 1978 καί 31ης Αυγούστου 1978 καί μεταξύ 16ης Νοεμβρίου 1977 καί 31ης Αυγούστου 1978, ἀντιστοίχως. 'Εξαιρουμένου ἑνός τμήματος τῆς τελευταίας, οἱ ενέργειες ἐπραγματο-ποιήθησαν ἐμπροθέσμως. Οἱ αἰτήσεις, ωστόσο, περί καταβολής τοῦ υπολοίπου τῆς συνδρομής τοῦ Κοινωνικού Ταμείου υπεβλήθησαν μόλις στίς 8 Μαΐου 1980. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ τῆς Ἐπιτροπῆς έπρεπε νά εἶχαν υποβληθεί τό βραδύτερο μέχρι 30ής 'Οκτωβρίου 1979 καί (γιά τίς τρεις τελευταίες ενέργειες) μέχρι τίς 29 Φεβρουαρίου 1980 ἀντιστοίχως. Όπως προανέφερα, οἱ αιτήσεις ἀνεφέροντο σέ ένα συνολικό ποσόν 17 περίπου ἑκατομμυρίων DM. Στίς 11 καί 15 'Ιουλίου 1980, ἡ 'Επιτροπή ἐπληροφόρησε τήν κυβέρνηση τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ὅτι δέν ήταν σέ θέση νά Ικανοποιήσει τίς αἰτήσεις περί καταβολής τῶν υπολοίπων, διότι οἱ αιτήσεις αυτές δέν είχαν υποβληθεί εντός των προθεσμιών πού προβλέπονται στό άρθρο 4, παράγραφος 1, τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ τῆς 'Επιτροπής, τῆς 27ης 'Ιουλίου 1978.
Παρά τήν συνάντηση, ἡ ὁποία έλαβε χώρα στίς 29 Σεπτεμβρίου 1980, μεταξύ τῶν εκπροσώπων τῆς Ἐπιτροπῆς καί τοῦ ὁμοσπονδιακού υπουργείου εργασίας γιά τίς επιστολές τῆς 6ης 'Οκτωβρίου καί 4ης Δεκεμβρίου 1980 πού έστειλαν ὁ ἀρμόδιος γερμανός υφυπουργός καί ὁ πρόεδρος της «Bundesanstalt für Arbeit» ὁ επίτροπος Vredeling ἐπεβεβαίωσε μέ επιστολή τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980 τήν άρνηση τῆς 'Επιτροπής νά καταβάλει τό ποσό.
Μέ εγκύκλιό τῆς τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1980, ή 'Επιτροπή επανέλαβε γιά μία ἀκόμη φορά, κατά τρόπο γενικό, ὅτι θεωροῦσε τίς προθεσμίες πού εἶχε καθορίσει μέ τήν ἀπόφαση τῆς 78/706/ΕΟΚ γιά τήν υποβολή αἰτήσεων περί ὁριστικής εκκαθαρίσεως τῶν λογαριασμῶν ὡς ἀποκλειστικές προθεσμίες. Γιά τό πλήρες περιεχόμενο τῆς εγκυκλίου ἄς μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω στην έκθεση γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση.
Μέ διάταξη τῆς 1ης 'Ιουλίου 1981 τό Δικαστήριο επέτρεψε στην Δημοκρατία τῆς 'Ιρλανδίας νά παρέμβει πρός υποστήριξη των αιτημάτων τῶν προσφευγουσῶν κατόπιν τῆς υποβληθείσης στίς 17 'Ιουνίου 1981 αἰτήσεως παρεμβάσεως.
Στην συνέχεια τῶν προτάσεων μου θά ἐξετάσω, κατ' ἀρχάς, τήν νομική βάση των διαφόρων αἰτημάτων. 'Εκείνο πού φαίνεται νά δημιουργεί τά πιό σημαντικά προβλήματα στην προκειμένη περίπτωση είναι κυρίως ἡ νομική βάση, τοῦ κυρίου καί επικουρικού αἰτήματος μέ τά όποια ζητεῖται ή καταβολή τοῦ ποσοῦ. 'Επί τοῦ θέματος αὐτοῦ, θά εξετάσω ἐπίσης τίς ενστάσεις ἀπαραδέκτου πού ήγειρε ἡ 'Επιτροπή. Οἱ ενστάσεις αυτές δέν ἀφοροῦν, πάντως, τό κύριο αίτημα περί καταβολής. Ἀφορούν τό επικουρικό αίτημα περί ἀκυρώσεως τῆς ἀρνήσεως καταβολής, καθώς καί τό δεύτερο μέρος τοῦ αἰτήματος μέ τό όποιο ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως τής 16ης Δεκεμβρίου 1980.
Στό τρίτο μέρος τῶν προτάσεων μου, θά εξετάσω, στόν βαθμό πού ἀπαιτείται, τό βάσιμο τῶν διαφόρων αἰτημάτων, στό τελευταίο δέ μέρος θά συνοψίσω τίς προτάσεις μου.
2. Ή νομική βάση καί τό παραδεκτό των διαφόρων αἰτημάτων
2.1. Τό πρώτο αίτημα Τά προβλήματα πού αναφέρονται στην νομική βάση τῆς υποβολής αἰτήσεων περί καταβολής τῶν εγκεκριμένων συνδρομών τοῦ Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου ἀνέκυψαν ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀρχικώς οἱ προσφεύγουσες είχαν θεωρήσει δυνατή, στην προκειμένη περίπτωση, μία κατ' ἀναλογία ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 215 τῆς συνθήκης ΕΟΚ (βλ. δικόγραφο προσφυγής, σ. 17). Συγκεκριμένα, ἐθεώρησαν ἀρχικώς, ὅτι ὑπό τίς παρούσες συνθήκες υπήρχε μία ἀναλογία μεταξύ τῆς ευθύνης πού χαρακτηρίζεται συμβατική στό άρθρο 215, εδάφιο 1, τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Στην ἀπάντηση τους ἀναφέρουν ὅτι εἶχαν θεωρήσει ὅτι ἡ αἶτηση περί καταβολής ἀπετέλει μία αυτόνομη διαδικασία, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζεται γενικώς στά Κράτη μέλη γιά τήν διεκδίκηση τῆς καταβολής μιας πιστώσεως καί ἡ ὁποία εἶναι ἀνάλογη προς τίς ἀγωγές ἀποζημιώσεως στίς όποιες ἀναφέρεται τό άρθρο 215, εδάφιο 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Όσον άφορα τήν νομική βάση πού ἀρχικώς επελέγη γιά νά στηρίξει τήν αίτηση καταβολής, παρατηρεῖται, κατ' ἀρχάς, ὅτι ἡ ενδεχομένη υποχρέωση πληρωμής, δύναται νά προκύπτει ἀπό κανονισμούς ἡ άλλες μονομερείς πράξεις τοῦ κοινοτικοῦ δημοσίου δικαίου, σέ καμμία ὅμως περίπτωση ἀπό μία σύμβαση. Περαιτέρω, νομίζω ὅτι ὀρθώς ἡ 'Επιτροπή συνήγαγε ἀπό τήν 6η αἰτιολογική σκέψη τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῶν υποθέσεων Interquell καί Diamalt (υποθέσεις 261 καί 262/78, Jurispr. 1979, σ. 3045) ὅτι τό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 215 δέν δύναται νά χρησιμεύσει ὡς νομική βάση — ή πάντως σέ περίπτωση ελλείψεως οιασδήποτε άλλης έγκυρου νομικής βάσεως — γιά νά στηρίξει αίτηση καταβολής ποσών ὀφειλομένων ενδεχομένως δυνάμει τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Πράγματι, ἡ ἐν λόγω διάταξη άφορᾶ ἀποκλειστικώς τήν ἀποκατάσταση ζημιών. Τό συμπέρασμα αυτό ἐνισχύει επίσης μία ἀνάλυση τῶν ἀρχων τῶν
ἐννόμων τάξεων τῶν Κρατών μελῶν. Στό δίκαιο τῶν περισσοτέρων Κρατῶν μελών δέν ἀπαντᾶται ἀγωγή παρόμοια μέ τήν «Leistungsklage» (ἀγωγή περί εκτελέσεως μιᾶς υποχρεώσεως) ἡ ὁποία, κατά τήν ἄποψη τῶν προσφευγουσῶν, δύναται, δυνάμει τοῦ γερμανικοῦ διοικητικοῦ δικαίου, νά ἀσκηθεί σέ παρόμοιες περιπτώσεις. Ή μελέτη τοῦ δικαίου τῶν άλλων Κρατών μελών ὁδηγεί μάλλον στό συμπέρασμα ὅτι ἡ νομική βάση ἀγωγών ὅπως ή προκειμένη πρέπει νά ἀναζητηθεί κατ' ἀρχάς στό άρθρο 173 ἡ στό άρθρο 175 της συνθήκης ΕΟΚ, ἡ σέ έναν συνδυασμό νομικών ερεισμάτων πού παρέχουν τά ἐν λόγω δύο άρθρα. Έστω καί ἄν τά παρεχόμενα ένδικα μέσα έχουν διαμορφωθεί διαφορετικά, έχω διαπιστώσει ὅτι κατά κανόνα υπάρχουν στό εθνικό δίκαιο τῶν Κρατών μελών διαδικασίες παράλληλες μέ εκείνη τοῦ ἄρθρου 175, εδάφιο 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Κατά τήν προφορική διαδικασία, οἱ διάδικοι συνεφώνησαν τελικώς ὅτι ἡ νομική βάση τοῦ κυρίου αιτήματος πρέπει νά ἀναζητηθεί στό άρθρο 175 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, στην παρούσα περίπτωση, οἱ προσφεύγουσες καταλογίζουν, κατ' ἀρχάς, στην Ἐπιτροπή ὅτι δέν έλαβε ἀπόφαση περί καταβολῆς τοῦ αιτουμένου υπολοίπου, κατά παράβαση τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης (ἰδίως τῶν διατάξεων εκτελέσεως πού στηρίζονται ἐπ᾿ αὐτής). Κατά συνέπεια, τό κείμενο τοῦ ἄρθρου 175 τῆς συνθήκης ΕΟΚ επιτρέπει ἀπολύτως στό ἐν λόγω άρθρο νά ἀποτελέσει τήν πρώτη νομική βάση τῆς προβαλλομενης στην παρούσα περίπτωση ἀξιώσεως.
Μία δυσχέρεια ἡ ὁποία ἀνέκυπτε ἀπό μιά τέτοια ἀνάλυση, καί τήν ὁποία ἡ Ἐπιτροπή είχε ἀρχικώς επισημάνει, ἦταν ὅτι ἡ διάταξη πού περιλαμβάνεται στό εδάφιο 2 τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου προβλέπει ὅτι ἡ προσφυγή αὐτή εἶναι παραδεκτή μόνο ἄν τό ἐν λόγω όργανο έχει κληθεί προηγουμένως νά ενεργήσει. Ὡστόσο, εις ἀπάντηση ερωτήματος πού εἶχα υποβάλει, ἡ 'Επιτροπή εδέχθη τελικώς, κατά τήν προφορική διαδικασία, ὅτι οἱ προμνησθεῖσες προφορικές καί γραπτές αιτήσεις τῶν προσφευγουσῶν, ἰδίως οἱ επιστολές τους τῆς 6ης 'Οκτωβρίου καί 4ης Δεκεμβρίου 1980, δύνανται νά θεωρηθούν ὡς πρόσκληση ενεργείας κατά τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 175, εδάφιο 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ή επιστολή τοῦ επιτρόπου Vredeling τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980, ἡ ὁποία ἐπηκο-λούθησε, δύναται νά θεωρηθεί ὡς έκφραση τῆς ὁριστικής θέσεως τῆς 'Επιτροπής, κατά τήν έννοια τῆς δευτέρας προτάσεως τοῦ εδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 175, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ὡς μία ὁριστική άρνηση καταβολής. 'Από τῆς ἀπόψεως αυτής, τό επικουρικό αίτημα τοῦ πρώτου κυρίου αιτήματος, δηλαδή ἡ αίτηση ἀκυρώσεως τῆς ὁριστικής αρνήσεως καταβολής τῶν υπολοίπων, ἀποκτᾶ μιά κάποια σημασία. Πράγματι, ὅπως σαφώς προκύπτει ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων ἀπό τήν υπόθεση Nordgetreide (υπόθεση 42/71, Jurispr. 1972, σ. 105), ἀφοῦ τό όργανο λάβει θέση, ή νομική βάση κάθε μεταγενέστερης ενεργείας μετατίθεται ἀπό τό άρθρο 175 στό άρθρο 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Δηλαδή, ἐφ᾿ ὅσον τό όργανο γιά τό όποιο πρόκειται ἐνήργησε, έστω καί ἄν ἁπλώς ἀπέστειλε επιστολή μέ τήν ὁποία ἀρνείται τήν αἰτου-μένη ἀπόφαση, δέν εἶναι πλέον δυνατή προσφυγή λόγω παραλείψεως, ἡ δέ πράξη γιά τήν ὁποία πρόκειται πρέπει νά προσβληθεί βάσει τοῦ ἄρθρου 173 (βλ. Η. G. Schermers, Judicial protection in the European Communities, δεύτερη έκδοση, 1979, σ. 197). Ἐκλαμβανόμενο ὑπό τήν έννοια αυτή, τό αἴτημα πού διετυπώθη επικουρικώς σέ σχέση μέ τήν κυρία ἀξίωση τών προσφευγουσῶν, τό αίτημα δηλαδή περί ἀκυρώσεως τῆς ἐπιστολής τοῦ Vredeling τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980, πρέπει νά κριθεί παραδεκτό, ὡς προσφυγή Κράτους μέλους ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικά μέ τους λόγους γιά τους ὁποίους πρέπει νά θεωρηθεί σάν έκφραση τῆς ὁριστικής θέσεως τῆς Ἐπιτροπής, ἐπί τοῦ αἰτήματος καταβολής, ή ἐπιστολή αύτη καί ὄχι οἱ προγενέστερες ἀρνήσεις περί καταβολής τῶν υπολοίπων, δύναμαι νά παραπέμψω, ὄχι μόνο στό καθεστώς πού διαμορφώνει τό άρθρο 175 καί στην προγενέστερη νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλά επίσης καί στά σημεία τῆς εκθέσεως γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, τά όποια ἀναφέρονται στίς προγενέστερες ἀρνήσεις καταβολής. Ή διαπίστωση αυτή ενέχει σημασία ὡς πρός τήν προθεσμία προσφυγής πού πρέπει νά εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση καί ή ὁποία ἐτηρήθη σέ σχέση μέ τήν επιστολή τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980, ὅπως εξέθεσα ἀνωτέρω. Κατά συνέπεια, ἡ ένσταση ἀπαραδέκτου πού ήγειρε ἡ 'Επιτροπή κατά τοῦ αιτήματος πού προεβλήθη επικουρικῶς σέ σχέση μέ τό κύριο αἴτημα πρέπει νά ἀπορριφθεί γιά τους λόγους πού ἐξετέθησαν.
2.2. Τό δεύτερο αἴτημα 'Οπως ήδη ἀνέφερα, τό δεύτερο αίτημα διατυπώνεται ἀποκλειστικῶς ἀπό τήν κυβέρνηση τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας καί ζητείται μέ αυτό ή ἀκύρωση τῆς εγκυκλίου τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1980.
Ώς πρός τό παραδεκτό τοῦ δευτέρου αύτοῦ αιτήματος, νομίζω ὅτι δέν 'έχει ἀποφασιστική σημασία τό ἐάν ἡ εγκύκλιος συνιστά ή ὄχι κανονιστική πράξη. Πράγματι, τό άρθρο 173 παρέχει δικαίωμα προσφυγής κατά ὅλων τῶν πράξεων τοῦ Συμβουλίου καί τῆς 'Επιτροπής. Νομίζω, πάντως, ὅτι ἀπό τήν 'ίδια τήν ratio τῶν άρθρων 173 καί 1974 προκύπτει ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 173 δύνανται νά προσβληθούν μόνο εκείνες οἱ πράξεις, οἱ όποιες παράγουν έννομες συνέπειες γιά τά υποκείμενα δικαίου, στην προκειμένη περίπτωση γιά τά Κράτη μέλη. 'Ωστόσο, ἡ ἐν λόγω ἀνακοίνωση, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τόν διευθυντή τοῦ Κοινωνικού Ταμείου, έχει ὡς προφανή σκοπό νά ἐξηγήσει λεπτομερέστερα τήν ἀπόφαση 78/706/ΕΟΚ τῆς 'Επιτροπής, τῆς 27ης 'Ιουλίου 1978. Στηριζόμενος καί πάλι ἐπί τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως Phoenix-Rhein-Rohr (υπόθεση 20/58, Jurispr. 1958-1959, σ. 1973), θεωρώ, ὅπως καί η 'Επιτροπή, ὅτι τό δεύτερο αίτημα των προσφευγουσῶν εἶναι πράγματι ἀπαράδεκτο. 'Εφ' ὅσον υπάρχει δυνατότης νά προσβληθοῦν οἱ ἀτομικές ἀποφάσεις, οἱ
ὁποῖες στηρίζονται στην ἀνακοίνωση τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1980, ἡ ἀπόρριψη αυτή τοῦ αιτήματος ὡς ἀπαραδέκτου δέν θίγει τά συμφέροντα μιᾶς ἀποτελεσματικής προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῶν υποκειμένων τοῦ δικαίου.
3. Τό βάσιμο τοῦ επικουρικού σέ σχέση μέ τήν αἴτηση καταβολής αιτήματος
3.1. Ἡ προσδαλλομένη ἐπιστολή καί τά νομικά ζητήματα που ἀνακύπτουν
Όπως προκύπτει ἀπό τήν ἀνάλυση πού προηγήθη, ἀπό ἀπόψεως ουσίας, δέν μένει παρά νά εξετασθεί τό επικουρικό αίτημα τοῦ πρώτου καί κυρίου αιτήματος των προσφευγουσῶν, δηλαδή ἡ αίτηση ἀκυρώσεως τῆς επιστολής τοῦ κ. Vredeling τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980. 'Εκείνο πού 'έχει σημασία ἐν προκειμένω εἶναι ὅτι ἡ ἐν λόγω επιστολή καθιστά γνωστό, κατ' ἀρχάς, ὄτι οἱ αίτήσεις περί καταβολής τῶν ὑπολοίπων υπεβλήθησαν εκπροθέσμως δυνάμει τοῦ άρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ καί ὅτι κατά τόν κ. Vredeling δέν υπάρχει καμμία δυνατότης νά υποδειχθεί στήν διοίκηση τοῦ Ταμείου νά ἀποσύρει τήν ἀπόφαση τῆς τῆς 11ης 'Ιουλίου 1980.
'Επί πλέον, ó κ. Vredeling ἐξηγεί καί πάλι στην επιστολή αυτή γιατί τό άρθρο 13 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2396/71 παρέχει επαρκές νομικό έρεισμα στό άρθρο 4 τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ. Σύμφωνα -μέ τήν επιστολή, τό προαναφερθέν άρθρο 13 εξουσιοδοτεί τήν 'Επιτροπή νά λαμβάνει τά μέτρα πού άνα-γκαιοῦν γιά τήν ὁμαλή διοίκηση («Ordnungsgemäße Verwaltung ») τοῦ Ταμείου. Ό κ. Vredeling, προσθέτει ἀκόμη ὅτι «μία τέτοια διοίκηση τῶν παρεχομένων συνδρομῶν ἀπαιτεί νά υποβάλλονται εντός ευλόγου προθεσμίας οἱ αιτήσεις καταβολής» ( 2 ).
'Από τήν επιστολή προκύπτει ἐξ άλλου ὅτι ή 'Επιτροπή εἶχε ἐπίσης ἀπορρίψει μία σειρά αιτήσεων καταβολής που υπέβαλαν άλλα Κράτη μέλη καί οἱ όποιες είχαν υποβληθεί εκπροθέσμως, καθώς καί ὅτι κατά τόν κ. Vredeling ἡ αρχή τῆς ίσης μεταχειρίσεως ὅλων τῶν Κρατῶν μελών καθιστᾶ ἀδύνατη την παρέκκλιση ἀπό τό ἐν λόγω άρθρο 4 ὡς πρός τήν κυβέρνηση της 'Ομοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας.
Όσον άφορᾶ τά ερείσματα τῆς ἐν λόγω επιστολής θά εξετάσω διαδοχικῶς τά έξης νομικά ζητήματα:
α)
την ἁρμοδιότητα τῆς Ἐπιτροπῆς νά θέτει ἀποκλειστικές προθεσμίες, ὅπως ἐν προκειμένω
6)
τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ τῆς 'Επιτροπής
γ)
την νομιμότητα τῆς ἀρνήσεως πληρωμής, περί τῆς ὁποίας πρόκειται στην παρούσα υπόθεση.
3.2. 'Η άρμοδιότης τῆς Ἐπιτροπῆς νά θέτει ἀποκλειστικές προθεσμίες γιά τήν ὑποδολή αιτήσεων καταδολῆς συνδρομών τοῦ Κοινωνικοῦ Ταμείου Κατά τους ισχυρισμούς τῶν προσφευ-γουσῶν, προκύπτει ἀπό τά άρθρα 7 καί 8 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 2893/77 (ΕΕ είδ. ἔκδ. 05/002, σ. 217) καί τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 858/72 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 05/001, σ. 212) τοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ Επιτροπή ὀφείλει νά προβεῖ στήν πληρωμή ἐφ' ὅσον συντρέχουν οἱ προϋποθέσεις πού έχει καθορίσει τό Συμβούλιο. Οί προσφεύγουσες θεωροῦν ὅτι ὅπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, ἀπό τους ἀνωτέρω κανονισμούς εφαρμογῆς, καθώς καί ἀπό τό άρθρο 127 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μόνο τό Συμβούλιο, ἀποκλειομενης τῆς 'Επιτροπῆς, εἶναι ἀρμόδιο νά εξαρτήσει τήν καταβολή ἀπό ἄλλες υποχρεωτικές προϋποθέσεις. Κατά τίς προσφεύγουσες τό άρθρο 13 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 2396/71 τοῦ Συμβουλίου, ἐπί τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἀπόφαση 78/706/ΕΟΚ, περιορίζει ρητώς τίς ἁρμοδιότητες τῆς Ἐπιτροπῆς στήν λήψη τῶν μέτρων πού εἶναι ἀναγκαία γιά τήν εκτέλεση τῶν κανόνων πού θεσπίζονται μέ τόν κανονισμό. Κατά τήν άποψή τους ένα μέτρο τό όποιο προβλέπει ὅτι ἡ 'Επιτροπή δύναται νά ἀποσύρει τίς συνδρομές, οἱ όποιες έχουν ήδη χορηγηθεί, δέν ἀποτελεί
πλέον μέτρο εκτελέσεως τοῦ ἐν λόγω κανονισμού, άλλά οὐσιαστική διάταξη εκτελέσεως τοῦ ἄρθρου 127 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, οἱ προσφεύγουσες θεωρούν ὅτι μόνο τό Συμβούλιο 'έχει τήν αρμοδιότητα νά θεσπίζει τέτοιες διατάξεις, ἀναγκαίες γιά τήν εκτέλεση τοῦ ἐν λόγω άρθρου. Οί προσφεύγουσες Ισχυρίζονται ὅτι κάθε παρέκκλιση ἀπό τόν κανόνα αὐτόν περί κατανομης τῶν ἁρμοδιοτήτων πρέπει νά προβλέπεται ρητώς μέ κανονισμό τοῦ Συμβουλίου, ὅπως προκύπτει, κατά τήν γνώμη τους, ἀπό τό άρθρο 4, τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 858/72, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 2894/77 (ΕΕ εἰδ. ἕκδ. 05/002, σ. 221), ὁ όποιος ὁρίζει ἀκριβώς τίς ἁρμοδιότητες τῆς 'Επιτροπῆς νά μειώνει ἡ νά ἀρνείται τήν καταβολή συνδρομών. Τέλος, οἱ προσφεύγουσες Ισχυρίζονται ὅτι ἡ δυνατότης ἀνακλήσεως δικαιωμάτων πού έχουν ήδη παρασχεθεί καί ἀφορούν τήν χρηματοδότηση ενεργειών πού έχουν ήδη κανονικώς ἐκτελεσθεῖ, ἐκ μόνου τοῦ λόγου ὅτι τά δικαιολογητικά κατετέθησαν εκπροθέσμως, δημιουργεί ζήτημα ἀρχῆς, τόσο σημαντικό, ώστε μόνο τό Συμβούλιο νά δύναται νά τό επιλύσει. Στήν ἀπάντησή τους, οἱ προσφεύγουσες, τονίζοντας ένα διαφορετικό ὅπως νομίζω σημείο, ὑπεγράμμισαν ὅτι ἡ άξίωσή τους δέν στηρίζεται σέ μιά ἀντικανονική ἐνέργεια τῆς 'Επιτροπῆς, ἀλλά στήν χορήγηση της συνδρομῆς στίς 23 Δεκεμβρίου 1977, της ὁποίας ζητούν τήν καταβολή τῶν υπολοίπων. Κατά συνέπεια, ἐφ' ὅσον οἱ πιστώσεις είχαν ήδη έγκριθεῖ, ἡ 'Επιτροπή έπρεπε νά εἶχε ὡς μόνη ἀποστολή την εφαρμογή τῶν τρόπων εφαρμογῆς πού είχε θεσπίσει τό Συμβούλιο. Έφ' ὅσον τό Συμβούλιο έπε-φυλάχθη νά λάβει κάθε ἀπόφαση πού άφορᾶ τήν διευκρίνιση τῆς ουσίας τῆς ρυθμίσεως, τό άρθρο 13 τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 2396/71 τοῦ Συμβουλίου δέν δύναται νά ἑρμηνευθεί ὑπό τήν έννοια πού τοῦ έδωσε ἡ 'Επιτροπή. 'Ιδίως, ἡ 'Επιτροπή δέν δύναται νά θέτει ἀποκλειστικές προθεσμίες, ὑπό τήν μορφή προθεσμιών, οἱ ὁποιες συνεπάγονται έκπτωση ἐκ τῶν δικαιωμάτων, διότι τέτοιες προθεσμίες έχουν ὡς συνέπεια τόν περιορισμό, ὡς προς τήν ουσία, τῶν δικαιωμάτων εκείνων πού ενισχύονται ἀπό τό Κοινωνικό Ταμεῖο. Στήν ἀλληλουχία αύτη, οἱ προσφεύγουσες επικαλούνται καί πάλι τό ἄρθρο 4, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 2894/77 τό όποιο περιέχει διατάξεις ἀναφερόμενες στην μείωση τῶν συνδρομών σέ περίπτωση ἐνεργειών, οἱ όποιες δέν έχουν εκτελεσθεί κανονικῶς. Οι προσφεύγουσες θεωρούν ὅτι προκύπτει a fortiori ὅτι τό Συμβούλιο εἶναι επίσης τό μόνο ἁρμόδιο νά ἀρνηθεί την καταβολή ὁρισμένων ποσών, πού ἀφορούν ενέργειες οἱ όποιες, ὡστόσο, έχουν εκτελεσθεί κανονικώς. Νομίζω, ὅτι στά επιχειρήματά τους, ὅπως αυτά συνοψίσθησαν ἀνωτέρω, οἱ προσφεύγουσες δέν λαμβάνουν ὑπ᾽ ὄψη τους τήν θεμελιώδη διαφορά μεταξύ τῶν ρυθμίσεων γιά τίς όποιες υπάρχει διακριτική ευχέρεια ὡς πρός τήν ουσία, καί τῶν ρυθμίσεων διοικητικής φύσεως. Όλες οἱ διατάξεις κανονισμών τοῦ Συμβουλίου τίς όποιες ἀνέφεραν οἱ προσφεύγουσες ἀναφέρονται σαφώς στην πολιτική πού πρέπει νά ἀκολουθηθεί ὡς πρός τήν ουσία. Μέ τήν επιφύλαξη τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Συμβουλίου νά θεσπίζει, ἀπό τῆς ἀπόψεως αυτής, εκτελεστικές διατάξεις, βάσει τοῦ ἄρθρου 127 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό άρθρο 124 τῆς συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει ρητώς ὅτι τό Ταμείο διοικείται ἀπό τήν Ἐπιτροπή. Ὑπό τό φῶς τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου καί ἐφ᾽ ὅσον ελλείπουν σχετικώς διατάξεις πού νά έχουν θεσπισθεί ἀπό τό 'ίδιο τό Συμβούλιο, τό άρθρο 13 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 2396/71 τοῦ Συμβουλίου πρέπει πράγματι νά ερμηνευθεί ὡς ἐντολή λήψεως ὅλων τῶν ἀναγκαίων διοικητικών μέτρων γιά τήν ἐκτέλεση τῶν διατάξεων πού προβλέπει ὁ ἐν λόγω κανονισμός. Ή ἑρμηνεία αυτή ενισχύεται επίσης καί ἀπό τό άρθρο 11 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμού, τό όποιο, μαζί μέ μνεία τοῦ άρθρου 124 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀναθέτει στην 'Επιτροπή τόν έλεγχο τῶν χορηγουμένων κατ' ἐφαρμογή τοῦ κανονισμοῦ κεφαλαίων. Ό καθορισμός προθεσμιών γιά τήν ὁριστική εκκαθάριση τῶν λογαριασμών, μέ κανονισμό, οδηγία ἡ ἀπόφαση, ενέργεια ἡ ὁποία ἐνέχει, εἔτε καθαρώς διοικητικό χαρακτήρα, είτε τόν χαρακτήρα μιᾶς πραγματικής ἀποκλειστικής προθεσμίας, συμπεριλαμβάνεται ἀναμφισβητήτως, κατά τήν γνώμη μου, στά διοικητικά καθήκοντα στά ὁποῖα ἀναφέ-ρεται τό άρθρο 124 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. 'Ακόμα καί ἀπό τήν άποψη τῆς κανονικής καί σύμφωνης πρός τους σκοπούς πού έχουν ταχθεί ἀπό τόν προϋπολογισμό εκτελέσεως, καθώς καί ἀπό τήν άποψη τῆς ετησίας ευθύνης ενώπιον τοῦ Συμβουλίου καί τοῦ Κοινοβουλίου, ὑπό τόν έλεγχο τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, σύμφωνα μέ τό άρθρο 205 δίς καί τό άρθρο 206 δίς. παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, νομίζω ὅτι ὁ καθορισμός ευλόγων ἀποκλειστικών προθεσμιών μέ έρεισμα τό άρθρο 13 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 2396/71 εἶναι δικαιολογημένος ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Τό άρθρο 11 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ ἀναθέτει στην 'Επιτροπή τό καθήκον νά ελέγχει τήν χρησιμοποίηση τῶν χορηγουμένων συνδρομών, καί αυτό «ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν διατάξεων πού θά θεσπισθούν βάσει τοῦ άρθρου 209 τῆς συνθήκης». 'Από τήν διατύπωση αυτή, συνάγεται ὅτι τό καθήκον, τό όποιο ἀνετέθη στην Ἐπιτροπή δέν περιορίζεται στην εφαρμογή τῶν διατάξεων περί εκτελέσεως τοῦ ἄρθρου τῆς συνθήκης πού ἀνεφέρθη ἀνωτέρω. Στην συνεδρίαση, ή Ἐπιτροπή διετύπωσε καί άλλες ἐπίσης σημαντικές παρατηρήσεις ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, σχετικά μέ τά άρθρα 205 καί ἑπόμενα τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ἀπό τίς παρατηρήσεις αὐτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ὅτι ἀκριβώς ἡ Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας επέμεινε επανειλημμένως σέ μία ταχύτερη καταβολή τῶν ποσών τοῦ Κοινωνικού Ταμείου.
Τέλος, ἐπισύρω τήν προσοχή στόν παραλληλισμό, ὁ όποιος δύναται νά γίνει μεταξύ τῶν διοικητικών καθηκόντων τῶν Κρατών μελών στό πλαίσιο τῆς εφαρμογής τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής. Σέ μία πλούσια νομολογία, τό Δικαστήριο ἑρμήνευσε πάντοτε κατά τρόπο εὐρύ τά ἐν λόγω διοικητικά καθήκοντα.
Τέλος, συμφωνώ μέ τήν Ἐπιτροπή ὅτι ὁ καθορισμός τῆς ἐν λόγω προθεσμίας δέν ἀντιβαίνει πρός τήν ἀρχή τῆς μή ἀναδρομικότητος, πού ἐπεκαλέσθη ἡ 'Ιρλανδία στην παρέμβαση της, διότι ἀφορᾶ προθεσμίες, οἱ όποιες, γιά μέν τήν πρώτη ενέργεια, δέν είχαν ἀρχίσει νά τρέχουν παρά μόνο πρό τριών μηνών, γιά δέ τίς άλλες τρεις ἐνέργειες, δέν είχαν ἀκόμα ἀρχίσει νά τρέχουν κατά τόν χρόνο λήψεως τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ. Ἀκόμα καί, ὅσον άφορᾶ την πρώτη ἐνέργεια, ἡ προθεσμία άρχισε νά τρέχει ἀπό την ημερομηνία κατά τήν ὁποία ετέθη σέ ἰσχύ ἡ ὡς άνω ἀπόφαση, ἡ αἴτηση καταβολῆς τῶν υπολοίπων γιά τήν ενέργεια αυτή υπεβλήθη ἐκπροθέσμως.
Κατά συνέπεια, ἡ πρόταση μου ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶναι ὅτι βάσει τῶν συνδυασμένων άρθρων 124 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί 11 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2396/71 τοῦ Συμβουλίου, ἡ 'Επιτροπή είχε πράγματι τήν ἀρμοδιότητα, βάσει τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ ώς άνω κανονισμοί), νά θεσπίσει ἀνατρεπτικές προθεσμίες γιά τήν ὁριστική εκκαθάριση των λογαριασμών στό πλαίσιο τῶν χορηγουμένων ἀπό τό Κοινωνικό Ταμείο συνδρομών.
3.3. Τό περιεχόμενο τον ἄρθρον 4 τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ τῆς Επιτροπῆς
Ἡ 'Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν επιτροπή τοῦ Ευρωπαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Ταμείου, έλαβε τά μέτρα εκτελέσεως τοῦ άρθρου 13 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2396/71, μέ την ἀπόφαση 78/706/ΕΟΚ, τῆς 27ης 'Ιουλίου 1978, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρός τά Κράτη μέλη. Στό άρθρο 4 τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως προβλέπεται ὅτι τά Κράτη μέλη διαθέτουν δεκαοκτώ μήνες μετά τήν ημερομηνία περατώσεως τῶν ενεργειών γιά νά υποβάλλουν τίς αιτήσεις τους γιά πληρωμή.
Κατά τήν γνώμη τῶν προσφευγουσῶν καί της παρεμβαινούσης κυβερνήσεως τῆς 'Ιρλανδίας ἡ ἐν λόγω προθεσμία είναι καθαρῶς διοικητική καί ὄχι ἀποκλειστική ή ἀποσβεστική. Κατά τους άνω διαδίκους ή ερμηνεία αυτή προκύπτει τόσο ἀπό τό. κείμενο τοῦ ἄρθρου 4, οσο καί ἀπό τήν θέση πού κατέχει στό σύνολο τῆς ἀποφάσεως. Γιά περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά μέ τά επιχειρήματα τῶν προσφευγουσῶν ἄς μοῦ επιτραπεί νά παραπέμψω στην έκθεση γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση.
Κατά τήν γνώμη μου, καί τά επιχειρήματα αυτά δέν δύνανται νά πείσουν. Κατ᾽ ἀρχάς, σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς αιτήσεις συνδρομής, ἀναφέρεται ρητώς στίς αἰτιολογικές σκέψεις τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως ὅτι «γιά νά εξασφαλισθεί ἡ υγιής διαχείριση τοῦ Ταμείου, πρέπει νά προβλεφθεί ὅτι ἡ μή τήρηση αυτών τῶν προθεσμιών σημαίνει ὅτι ἀποσύρονται οἰ ἐν λόγω αἰτήσεις». Στό ἀπόσπασμα αυτό τῶν αιτιολογικών σκέψεων υπονοείται σαφώς μία ἀνατρεπτική προθεσμία καί ὄχι ἀπλώς μία προθεσμία διοικητική. Καί ὅταν στην συνέχεια τῶν αἰτιολογικῶν σκέψεων ἀναφέρεται, σέ ὅ,τι άφορᾶ τήν καταβολή τῶν συνδρομών, ὅτι τά Κράτη μέλη πρέπει νά έχουν στην διάθεση τους ὁρισμένο χρονικό διάστημα γιά νά υποβάλλουν τίς αιτήσεις τους γιά πληρωμή, ἡ διάταξη αύτη πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι έχει τήν 'ίδια έννοια, ἄν ληφθεί ἰδίως ὑπ᾽ ὄψη ἡ διατύπωση της. Ἐξ άλλου, ἀπό τό 'ίδιο τό κείμενο τοῦ άρθρου 4 προκύπτει μέ τέτοια σαφήνεια ὅτι πρόκειται γιά ἀποκλειστική προθεσμία ώστε, τουλάχιστον σέ περίπτωση ἀμφιβολίας, τά Κράτη μέλη όφειλαν νά ερωτήσουν τήν 'Επιτροπή ἐγκαίρως ὡς πρός τόν χαρακτήρα τῆς τασσομένης προθεσμίας. 'Εξ άλλου, δέν ετέθη ἐν ἀμφιβόλω ἡ ἀνακοίνωση στην ὁποία προέβη ἡ 'Επιτροπή κατά τήν προφορική διαδικασία, ὅτι δηλαδή πέντε Κράτη μέλη (τά όποια εἶχαν ὑποβάλλει επίσης εκπροθέσμως τίς αιτήσεις τους) ἀπεδέχθησαν τήν ἑρμηνεία τῆς 'Επιτροπής. Τέλος, νομίζω ὅτι ὀρθώς ἡ 'Επιτροπή ἐπεσήμανε τήν ἀναλογία πού υπάρχει μέ ένα ζήτημα χαρακτηρισμοῦ τῶν προθεσμιών, τό όποιο ἀπετέλεσε τό ἀντικείμενο τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως Wasaknäcke Knäckebrotfabrik (υπόθεση 32/72, Rec. 1972, σ. 1181). Ἐπί πλέον, νομίζω ὅτι, τηρουμένων τῶν ἀναλογιών, ἁρμόζουν στην προκειμένη περίπτωση τά σημεία τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως, πού ἀναφέρονται στην ἀνάγκη καθορισμοῦ ὁμοιομόρφων προθεσμιών, χωρίς δυνατότητα ἀτομικών παρεκκλίσεων, κατ' εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ίσης μεταχειρίσεως.
Κατά συνέπεια, ἡ πρόταση μου ἐπί τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ, εἶναι ὅτι χωρίς ἀμφιβολία ή προθεσμία γιά την ὁποία πρόκειται στό άρθρο 4 τῆς ἀποφάσεως 78/796/ΕΟΚ πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ἀποκλειστική.
3.4. Ἡνομιμότης τῆς ἀρνήσεως καταβολής τῶν υπολοίπων
Μένει τέλος νά εξετασθεί τό ζήτημα ἄν υφίστανται λόγοι βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νά θεωρηθεί παράνομη ἡ άρνηση καταβολής, πού προεβλήθη στην παρούσα περίπτωση.
Οἰ προσφεύγουσες υποστηρίζουν σχετικώς, ὅτι, κατ' ἀρχάς, δέν δύνανται νά εννοήσουν τό άρθρο 4 παρά ὑπό τήν έννοια μιας καθαρά διοικητικής προθεσμίας καί ὅτι μία ερμηνεία σύμφωνα μέ τήν ὁποία πρόκειται περί ἀποκλειστικῆς προθεσμίας ἀντιβαίνει προς τήν ἀρχή τῆς καλής πίστεως ἐπί τῆς ὁποίας ἠδύναντο νά στηριχθούν ὅσον άφορο τήν σημασία τῆς ἐν λόγω διατάξεως. 'Ισχυρίζονται ὅτι κατά τό παρελθόν ἡ Ἐπιτροπή εἶχε επανειλημμένως παρατείνει τίς προθεσμίες. Κατά τήν άποψη τους, τέλος, ὁ χαρακτηρισμός τῶν ἐν λόγω προθεσμιών ὡς ἀνατρεπτικών σέ ὅλες τίς περιπτώσεις είναι ὁπωσδήποτε ἀντίθετος πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος.
Σέ ὅ,τι άφορᾶ τίς δήθεν παρατάσεις τῆς ταχθείσης προθεσμίας, ἡ 'Επιτροπή υπεστήριξε, χωρίς νά ἀμφισβητηθεί ἀπό τους ἀντιδίκους της, ὅτι επρόκειτο πάντοτε γιά περιπτώσεις ἐξαιρετικές, περί τῶν ὁποίων τό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος τήν εἶχε πληροφορήσει πρό τῆς ἐκπνοῆς τῆς προθεσμίας. 'Ακριβώς γιά τόν λόγο ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν ἀποκλείει, κατ᾽ ἀρχήν, τήν δυνατότητα ἑνός Κράτους μέλους νά ἐπικαλεσθεί, κατά τόν τρόπο αυτόν καί εγκαίρως, τήν ὕπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, δέν δύναται νά γίνει λόγος γιά παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος. Σύμφωνα, ἐξ άλλου, μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ 'Επιτροπή περιόρισε τίς παρεκκλίσεις ἀπό τήν ταχθείσα προθεσμία μόνο σέ περιπτώσεις ανωτέρας βίας ἡ σέ ἀνάλογες καταστάσεις ἀνάγκης, πού ἀνεφέρθησαν εγκαίρως καί πρό τῆς εκπνοής τῆς προθεσμίας.
Τόσο στά κατατεθέντα υπομνήματά τους, ὅσο καί κατά τήν προφορική διαδικασία οἱ προσφεύγουσες προέβαλαν επιμόνως ὅτι στίς ὑπί εξέταση περιπτώσεις ἠδύνατο επίσης νά θεωρηθεί ὅτι επρόκειτο γιά εξαιρετικές περιστάσεις, ὑπό τήν προεκτεθείσα έννοια, οἱ ὁποῖες ἀντικειμενικώς ἠδύναντο νά δικαιολογήσουν υπέρβαση τῆς προθεσμίας. Παραπέμπω ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ στην έκθεση γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση.
Ἐπί πλέον, οἱ προσφεύγουσες θεωρούν ὅτι ή ἀπαίτηση τῆς Ἐπιτροπῆς σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό Κράτος μέλος πρέπει νά επικαλεσθεί μία περίπτωση ἀνωτέρας βίας ἡ τήν ύπαρξη άλλων εξαιρετικών περιστάσεων ἀνάγκης πρό τῆς εκπνοής τῆς προθεσμίας, δέν ευρίσκει κανένα ἔρεισμα στην ἀπόφαση. Νομίζω, ὡστόσο, ὅτι μιά τέτοια ἀπαίτηση προκύπτει ἀπό τήν φύση της ἀποκλειστικής προθεσμίας, γεγονός πού επιβάλλει τήν ἀπόρριψη τοῦ επιχειρήματος. Κατά τήν γνώμη μου, οἱ προσφεύγουσες δέν δύνανται ἐπίσης, στην ἀλληλουχία αυτή, νά ἐπικαλεσθούν υπέρ αυτών τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως Atalanta (υπόθεση 240/78, Rec. 1979, σ. 2137), διότι στην περίπτωση εκείνη δέν επρόκειτο γιά ἀπόλυτη ἀποκλειστική προθεσμία άλλά γιά υποχρέωση νά ἀποσταλούν «ἀμελλητί» τά αναγκαία δικαιολογητικά. Τό Δικαστήριο, εἶχε τότε ἀποφανθεί ὅτι ή ἐν λόγω υποχρέωση δέν ἀπετέλει βασική υποχρέωση ἀπό τήν εκπλήρωση τῆς ὁποίας ἐξηρτᾶτο ἡ παροχή τοῦ δικαιώματος ενισχύσεως, ἀλλ᾽ ὅτι επρόκειτο γιά δευτερεύουσα υποχρέωση, τῆς οποίας ἡ εκπλήρωση, ἔστω καί μετά τήν πάροδο τῆς ταχθείσης προθεσμίας, ἀπετέλει μία προϋπόθεση γιά τήν παροχή τοῦ δικαιώματος ενισχύσεως. 'Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση, ὅπως προκύπτει σαφώς ἀπό τήν ἀνάλυση μου, πρόκειται περί ἀποκλειστικής προθεσμίας, ὑπό τήν επιφύλαξη τῶν περιπτώσεων στίς όποιες γνωστοποιούνται εγκαίρως λόγοι ἀνωτέρας βίας, πού εμποδίζουν τήν τήρηση τῆς προθεσμίας. Νομίζω, ὡστόσο, ὅτι στην συγκεκριμένη περίπτωση ἡ μέχρι στιγμής ἀνάλυση τῶν επιχειρημάτων, τά όποια τείνουν εἴτε νά στηρίξουν εἴτε νά ἀνατρέψουν τήν άποψη τῶν προσφευγουσῶν ὡς πρός τήν εξεταζόμενη άρνηση καταβολής, κάνουν νά κλείνει ή πλάστιγγα υπέρ τῶν προσφευγουσῶν περισσότερο ἀπό ὅ,τι θά τό έκανε ή ἀνάλυση τῶν επιχειρημάτων, τά όποια ἐπρόβαλαν οἱ προσφεύγουσες ὡς πρός την νομιμότητα τῆς 'ίδιας τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ. 'Ως πρός την ἀμφισβητούμενη άρνηση καταβολῆς, νομίζω ὅτι δύο ιδίως επιχειρήματα τῶν προσφευγουσῶν, καθ᾽ ἑαυτά εξεταζόμενα, εἶναι σχετικῶς ισχυρά: κατά πρῶτο λόγο, οἱ προσφεύγουσες επικαλοῦνται, βάσει ἀποδείξεων, τίς πράγματι ιδιαιτέρως περίπλοκες διοικητικές πλευρές τῶν ἐν λόγω ενεργειών, πού κατέστησαν ἰδιαίτερα δύσκολη, ἄν ὄχι ἀδύνατη, την ἔγκαιρη υποβολή τῶν ἀπαιτουμένων δικαιολογητικών κατά δεύτερο λόγο, οἱ προσφεύγουσες ισχυρίζονται ὅτι στηριζόμενες στην προαναφερθείσα ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως 240/78, εἶχαν τήν πεποίθηση ὅτι ἡ ἀρχή τῆς καλής πίστεως ἐφηρμόζετο πρός τό συμφέρον τους καί ὅτι μία κάποια καθυστέρηση στην συγκέντρωση καί τήν κατάθεση τών δικαιολογητικών, ὑπό περιστάσεις τόσο εξαιρετικές, δέν θά εἶχε ἀνεπανόρθωτες συνέπειες εἰς βάρος τους, ἐφ᾽ ὅσον οἱ ενέργειες είχαν ἐκτελεσθεί εγκαίρως καί είχαν παρασχεθεί οἱ σχετικές μέ αυτό αποδείξεις. Τά περιστατικά τῆς ἐν λόγω υποθέσεως ευρίσκονται, δηλαδή, στό ὅριο τῶν περιπτώσεων ἀνωτέρας βίας πού δέχεται ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου. Στην ἀλληλουχία αυτή, παραπέμπω ιδίως στην ἀπόφαση τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1978 ἐπί τῆς υποθέσεως Fleischhandelsgesellschaft (υπόθεση 68/77, Rec. 1978, σ. 353, ἰδίως δέ στό σημείο 11 τοῦ σκεπτικοῦ, σ. 370), καθώς καί σέ μία σειρά άλλων πραγματικών περιστατικών, τά όποια ἀνελύθησαν στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τήν ὁποία συγκέντρωσε ὁ Η. G. Schermers στίς σελίδες 60 έως 62 τοῦ προαναφερθέντος βιβλίου του. Ὅπως ὅμως προκύπτει ἀπό τίς ἐξετασθεῖσες περιπτώσεις, μέχρι σήμερα τό Δικαστήριο δέν εδέχθη τήν ύπαρξη ἀνωτέρας βίας ἡ παρομοίων καταστάσεων παρά μόνο στην περίπτωση πού οἱ ενδιαφερόμενοι δέν ἠδύναντο νά ἀσκήσουν ἀποτελεσματική ἐπιρροή ἐπί τῶν πραγματικών περιστατικών. Κατά τήν άποψη μου, ἡ προϋπόθεση αύτη δέν πληρούται στην παρούσα περίπτωση. Γιά τόν λόγο αυτόν, άλλά στηριζόμενος επίσης καί στό γεγονός ὅτι οἱ προσφεύγουσες δέν ἐγνωστοποίησαν εγκαίρως τήν προβλεπόμενη καθυστέρηση, ἰδίως δέ στηριζόμενος στην ἀρχή τῆς ίσότητος, που ἐπεκαλέσθη επίσης στην επιστολή του τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980 ὁ κ. Vredeling, προτείνω τήν ἀπόρριψη τοῦ επικουρικού αἰτήματος τῶν προσφευγουσῶν μέ τό όποιο ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς ὁριστικής ἀποφάσεως, πού περιέχεται στην προαναφερθείσα επιστολή, περί ἀρνήσεως καταβολής τῶν ὀφειλομένων ἀκόμη βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1977 ποσών. Προσθέτω, ωστόσο, ὅτι ἄν τό άρθρο 174 τῆς συνθήκης ΕΟΚ παρείχε τήν δυνατότητα, θά εἶχα 'ίσως προτείνει μερική καταβολή, τό ποσόν τῆς ὁποίας θά καθωρίζετο σύμφωνα μέ τους κανόνες τῆς επιεικείας, υπέρ τῆς Ὁμοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας. 'Αλλά, έστω καί ἄν ή δυνατότης αυτή υπήρχε κατ' ἀρχήν, θά έπρεπε στην περίπτωση αυτή, νά συγκριθεί ó προβαλλόμενος εξαιρετικά περίπλοκος χαρακτήρας τῶν ἐν λόγω λογαριασμών καί ή διάρκεια υπερβάσεως τῆς προθεσμίας, μέ τίς περιπτώσεις τῶν άλλων αιτήσεων περί καταβολής τῶν υπολοίπων, τίς όποιες ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε διότι δέν εἶχε τηρηθεί ή προθεσμία.
4. Περίληψη
Συνοπτικῶς, οἱ προτάσεις μου εἶναι οἱ έξῆς:
1)
'Αρχικώς, ἡ πρώτη ἀξίωση τῶν προσφευγουσῶν ἠδύνατο νά ενταχθεί στό πλαίσιο τοῦ ἄρθρου 175 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ὡστόσο, μετά την ὁριστική άρνηση τῆς Ἐπιτροπῆς νά καταβάλει τά αιτηθέντα ποσά, ἐφαρμογή ἐπί τῆς ἐν λόγω ἀρνήσεως ἔχει τό άρθρο 173 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, το δέ πρώτο μέρος τοῦ πρώτου κυρίου αιτήματος στερείται κάθε νομικῆς βάσεως. 'Αντιθέτως, τό ἐπικουρικό αίτημα τοῦ πρώτου κυρίου αἰτήματος, μέ τό ὁποῖο ζητείται ή ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980, πρέπει νά θεωρηθεί παραδεκτό.
2)
Τό δεύτερο μέρος τοῦ αἰτήματος, πού διετύπωσε ἡ Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, μέ τό όποιο ζητείται ἡ ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1980, ἀριθ. πρωτοκόλλου: 8007034-V/C, περί τῆς εφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 4 τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ, τῆς 27ης 'Ιουλίου 1978, πρέπει νά θεωρηθεί ἀπαράδεκτο, διότι εἶναι προφανές ὅτι πρόκειται περί ἁπλῆς ἀνακοινώσεως μέ τήν ὁποία δίδεται μία ἑρμηνεία, πού δέν δύναται, αὐτή καθ᾽ εαυτή, νά παράγει έννομες συνέπειες.
3)
Τό αἴτημα περί ἀκυρώσεως τῆς επιστολῆς Vredeling τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1980, μέ τήν ὁποία γνωστοποιείται ἡ ὁριστική άρνηση τῆς Ἐπιτροπῆς νά καταβάλει τά αιτηθέντα ὑπόλοιπα πρέπει να ἀπορριφθεί. Βάσει τοῦ άρθρου 13 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2396/71 τοῦ Συμβουλίου, καθώς καί δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων τοῦ ἄρθρου 124 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τοῦ άρθρου 11 τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ, ἡ 'Επιτροπή είχε, χωρίς ἀμφιβολία, τήν ἁρμοδιότητα νά τάξει ἀποκλειστικές προθεσμίες γιά τήν ὁριστική εκκαθάριση τῶν λογαριασμῶν πού ἀφορούν τίς χορηγηθείσες συνδρομές τοῦ Ταμείου. 'Από τίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς ἀποφάσεως 78/706/ΕΟΚ τῆς 'Επιτροπῆς προκύπτει μετά βεβαιότητος ὅτι ἡ ἀναφερομένη στό άρθρο 4 τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως προθεσμία εἶναι ἀποκλειστική. Βάσει τῆς προγενεστέρας νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου καί σύμφωνα μέ τήν υποχρέωση νά διασφαλισθεί ἡ ἴση μεταχείριση ὅλων τῶν Κρατῶν μελών, οἱ ειδικές περιστάσεις, τίς όποιες ἐπεκαλέσθη ἡ Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας δέν δύνανται νά θεωρηθούν ὅτι συνιστούν περίπτωση ἀνωτέρας βίας ἤ ἀναλόγου ἐξαιρετικής καταστάσεως πού θά ἠδύνατο ἐν προκειμένω νά δικαιολογήσει παρέκκλιση ἀπό τόν ἀναγκαστικό χαρακτήρα τῆς ἀποκλειστικῆς προθεσμίας.
4)
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 69, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας οἱ προσφεύγουσες πρέπει νά καταδικασθούν στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
( 2 ) Τό πρωτότυπο κείμενο εἶναι τό έξης: «Eine solche Verwaltung der bewilligten Mittel bedingt, daß diese innerhalb einer angemessenen Frist abgerufen werden.»
Full & Egal Universal Law Academy