ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΎ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
1.1. Οὐσιώοη πραγματικά περιστατικά και εἶδος τῆς διαδικασίας
Ἡ προσφεύγουσα, ἡ εταιρία Moksel, εἶναι ἕνας ἀπό τους κυριωτέρους εξαγωγείς βοείου κρέατος τῆς Κοινότητος. Ἐπειδή ἐν γένει συνάπτει συμβάσεις εξαγωγῆς πού αφορούν μεγάλες ποσότητες καί πού προβλέπουν προθεσμία παραδόσεως τρεις ως τέσσερις μῆνες, κάνει συχνά χρήση τῆς δυνατότητος πού τῆς προσφέρεται καί επιδιώκει τόν προκαθορισμό τῶν επιστροφῶν κατά τήν εξαγωγή.
Τήν Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 1980 ή προσφεύγουσα υπέβαλε στόν γερμανικό ὀργανισμό παρεμβάσεως, τό Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (στό έξῆς BALM), διάφορες τέτοιες αιτήσεις προκαθορισμοῦεπιστροφῶν.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 5 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 193/75 τῆς Ἐπιτροπῆς (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/011, σ. 161), επιβάλλεται ταυτόχρονα μέ τήν κατάθεση τῶν αιτήσεων αυτών, καί ἡ κατάθεση ἀσφαλείας, καθώς καί ἡ σχετική γνωστοποίηση στον ἁρμόδιο ὀργανισμό μέχρι τό ἀργότερο τίς 13.00 τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τῶν αιτήσεων. 'Αν ή ἀσφάλεια κατατεθεί πολύ ἀργά, τότε ή αίτηση δέν δύναται νά εξετασθεί. Λόγω μιᾶς καθυστερήσεως στην τράπεζα τῆς προσφευγούσης, ἡ γνωστοποίηση τῆς καταθέσεως τῆς ἀσφαλείας αυτής ἔφθασε στό BALM τήν Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 1980, ἀλλα μετά τίς 13.00. 'Αν καί ἡ αυστηρή ἐφαρμογή τοῦ προαναφερθέντος κανονισμοῦ θα είχε ὁδηγήσει σε ἀπόρριψη τῶν αιτήσεων, τό BALM θεώρησε ἀπό πρακτικής ἀπόψεως τίς αιτήσεις πού είχαν υποβληθεί κατ' αυτόν τόν τρόπο καθυστερημένα ως αιτήσεις κατατεθείσες μετά τίς 13.00. οἱ όποιες δύνανται νά θεωρηθούν, σύμφωνα μέ τό άρθρο 6 παράγραφος 2 τοῦ ἀνωτέρω κανονισμού, ὅτι ὑπεβλήθησαν τήν επομένη εργάσιμη ήμερα, ἡ ὁποία ἐν προκειμένω ήταν ἡ Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 1980.
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού 2378/80 τῆς Ἐπιτροπῆς (ABl. L 1980 L 241), ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμός καί ἡ σχετική χορήγηση τῶν ἀδειων εξαγωγής δεν δύνανται νά πραγματοποιηθοῦν πρίν ἀπό τήν πέμπτη εργάσιμη ήμερα μετά τήν ήμερα τῆς καταθέσεως τῆς αιτήσεως, ἐν προκειμένω δηλαδή ὁ προκαθορισμός αυτός δέν ήταν δυνατόν νά πραγματοποιηθεί πρίν ἀπό τήν Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 1980. Αυτό ὅμως ισχύει, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό, μόνο ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ἐν τῶ μεταξύ δέν έχουν ληφθεί εἰδικά μέτρα. Τέτοια μέτρα έλαβε ἡ 'Επιτροπή μέ τόν κανονισμό 3318/80 (ABl. 1980, L 345) τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980, ὁ όποιος άρχισε νά ισχύει στίς 20 Δεκεμβρίου 1980. Μέ τόν κανονισμό αυτό ἀνεστάλη γιά τήν περίοδο ἀπό 20 μέχρι 23 Δεκεμβρίου 1980 ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμός τῶν επιστροφών κατά τήν εξαγωγή. Ή περίοδος αυτή παρε-τάθη μέχρι τήν 31η Δεκεμβρίου τοῦ ίδίου έτους μέ τόν κανονισμό 3360/80 τῆς 'Επιτροπής (ABl. 1980 L 351). Γιά τόν λόγο αὐτό τό BALM ἀπέρριψε τίς αιτήσεις τῆς προσφευγούσης μέ απόφαση τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1980.
Γιά νά δικαιολογήσει τήν ἀπόφαση του, τό BALM ἀνεφέρθη στόν κανονισμό 3318/80, τόν ὁποίο ἡ 'Επιτροπή τού εἶχε γνωστοποιήσει μέ τηλετύπημά της, τό όποιο περιείχε καί σχετική διευκρίνηση, στίς 19 Δεκεμβρίου 1980, ήδη πρίν ἀπό τήν δημοσίευση τοῦ κανονισμού στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα. Τό BALM κατά συνέπεια ἐστηρίχθη καί στό τηλετύπημα αυτό.
Μέ την προσφυγή της, ἡ οποία ἐπρωτο-κολλήθη στό Δικαστήριο στίς 23 Φεβρουαρίου 1981, ἡ προσφεύγουσα ζητεῖ, κατ' ἐφαρμογή τοῦ ἄρθρου 173 δεύτερη παράγραφος, νά κηρυχθεί άκυρη έναντι αυτής ή ἀπόφαση πού περιέχεται στον κανονισμό αυτό καί/ἤ στό τηλετύπημα τῆς Ἐπιτροπής.
Μέ τηλετύπημα τῆς 26ης 'Ιουνίου 1981, πού ἐπρωτοκολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου τήν ίδια ήμερα, ἡ ἑταιρία TIAC Handelmaatschappij, Apeldoorn, ζήτησε νά γίνει δεκτή ἡ παρέμβαση τῆς στην υπόθεση υπέρ τῆς προσφευγούσης. Ή παρέμβαση έγινε δεκτή μέ διάταξη τοῦ Δικαστηρίου τῆς 30ής Σεπτεμβρίου 1981.
Ἐν οψει τῆς ενστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς περί ἀπαραδέκτου τῆς προαναφερθείσης προσφυγής μέ τήν ὁποία ζητείται ἡ μερική ἀκύρωση, ἡ ὁποία ένσταση προεβλήθη ἀπό τήν 'Επιτροπή μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στίς 18 Μαρτίου καί ἐπρωτοκολλήθη στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς 27 Μαρτίου 1981, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε στίς 30 Σεπτεμβρίου 1981 ἐπί πλέον — κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 95 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας — τήν ἀνάθεση τῆς εκδικάσεως τῆς υποθέσεως στό τρίτο τμήμα καί τήν ἔναρξη τῆς προφορικῆς διαδικασίας ἐπί τῆς προβληθείσης ενστάσεως απαραδέκτου.
Λόγω τῆς σημασίας πού έχουν γιά τήν διαδικασία ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ τά κείμενα πολλών ἀπό τίς προαναφερθείσες κοινοτικές πράξεις, θά κάνω κατ' ἀρχάς μία επισκόπηση τῶν σπουδαιότερων γιά τήν ὀρθή κατανόηση τῆς υποθέσεως κειμένων. 'Από αυτά ιδίως εξαρτᾶται κατά τό παρόν στάδιο τῆς διαδικασίας ἡ ἀπάντηση στό — κρίσιμο γιά τό παραδεκτό τῆς προσφυγής κατά τό άρθρο 173 δεύτερη παράγραφος — ερώτημα, κατά πόσο δύναται νά γίνει λόγος στην παροῦσα ὑπόθεση γιά ἀπόφαση ή οποία, ἄν καί εξεδόθη ὡς κανονισμός ή ὡς ἀπόφαση πού ἀπευθύνεται σέ άλλο πρόσωπο, άφορᾶ τήν προσφεύγουσα άμεσα καί ἀτομικά.
1.2. Τά σπουδαιότερα κείμενα,
Τό υπόβαθρο τῆς υποθέσεως Moksel ἀποτελοῦν κυρίως οἱ ἀκόλουθες κοινοτκές ρυθμίσεις περί τῆς κοινής ὀργανώσεως τῆς ἀγοράς τοῦ βοείου κρέατος. Ή βασική σχετική ρύθμιση συνάγεται ἀπό τόν κανονισμό 805/68 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/003, σ. 72). Τό άρθρο 18 τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ περιέχει τίς βασικές διατάξεις γιά τήν ἐξαγωγή βοείου κρέατος σέ τρίτες χώρες, περί τῆς ὁποίας γίνεται ἐδῶ λόγος. Σύμφωνα μέ τήν παράγραφο 4 τῆς διατάξεως αυτής, τό Συμβούλιο δύναται νά καθορίσει τους βασικούς κανόνες γιά τήν χορήγηση τῶν επιστροφών κατά τίς εξαγωγές αυτές.
Οἱ βασικοί εκτελεστικοί κανόνες αυτοί ἐθε-σπίσθησαν μέ τόν κανονισμό 885/68 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/003, σ. 108), τοῦ ὁποίου τό ἄρθρο 5 πού ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονιμσό 1504/76 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/015, σ. 171) ὡς ἑξης:
«1.
Ὅσον άφορᾶ τά προϊόντα πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1, ὁ κατάλογος τῶν προϊόντων για τά όποια χορηγείται επιστροφή κατά τήν εξαγωγή καί τό ὕψος τῆς επιστροφής αὐτής καθορίζονται τουλάχιστον μία φορά κάθε τρεις μήνες.
2.
Τό ὕψος τῆς επιστροφής εἶναι εκείνο πού ισχύει κατά τήν ήμερα τῆς εξαγωγής.
3.
Δύναται ὅμως νά ἀποφασισθεί ὅτι ή επιστροφή, κατόπιν αιτήσεως, καθορίζεται ἐκ τῶν προτέρων. Στην περίπτωση αύτη, εφαρμόζεται ἡ επιστροφή πού ισχύει τήν ήμερα τῆς καταθέσεως τῆς αιτήσεως περί χορηγήσεως πιστοποιητικοῦ προκαθορισμοῦ, πού ἀναφέρεται στό άρθρο 5α, κατόπιν αιτήσεως τοῦ ενδιαφερομένου, ἡ ὁποία υποβάλλεται συγχρόνως μέ τήν αἴτηση περί χορηγήσεως πιστοποιητικοί) καί πρό τῆς 13.00 ὥρας σέ περίπτωση εξαγωγής πού πρόκειται νά πραγματοποιηθεί κατά την διάρκεια ισχύος τοῦ πιστοποιητικού αὐτοῦ.
4.
Ὅταν μετά ἀπό εξέταση τῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς διαπιστώνεται ή ύπαρξη δυσχερειών πού ὀφείλονται στην εφαρμογή τῶν διατάξεων γιά τόν ἐκ τῶν προτέρων καθορισμό τῆς ἐπιστροφῆς, ἡ ἄν υπάρχει κίνδυνος νά προκύψουν τέτοιες δυσχέρειες, δύναται νά ἀποφασίζεται, κατά την διαδικασία πού προβλέπεται στό άρθρο 27 τοῦ κανονισμοί) (ΕΟΚ) 805/68, ἡ ἀναστολή εφαρμογής τῶν διατάξεων αυτῶν γιά τό ἀπόλυτα ἀναγκαίο χρονικό διάστημα.
Σέ περιπτώσεις άκρως επείγουσες, ή 'Επιτροπή δύναται, ἀφού εξετάσει τήν κατάσταση βάσει ὅλων τῶν πληροφοριών πού διαθέτει, νά ἀποφασίσει τήν ἀναστολή τοῦ προκαθορισμοί) γιά τρεις εργάσιμες ήμερες, κατ' ἀνώτατο ὅριο.
Οἱ αιτήσεις περί χορηγήσεως πιστοποιητικῶν συνδυαζόμενες μέ αιτήσεις περί καθορισμού ἐκ τῶν προτέρων οἱ όποιες υποβάλλονται κατά τήν περίοδο ἀναστολής δέν γίνονται δεκτές.»
Οἱ δύο ἀνωτέρω γενικοί κανονισμοί τοῦ Συμβουλίου ἀπετέλεσαν τήν νομική βάση τοῦ εκτελεστικού κανονισμού 3318/80 τῆς Ἐπιτροπής (ABl. 1980 L 345), ὁ όποιος ενδιαφέρει ἐν προκειμένω καί τοῦ ὁποίου τό άρθρο 1 ὁρίζει τά ἑξῆς:
«Ό προκαθορισμός τῶν επιστροφών κατά τήν εξαγωγή προϊόντων τοῦ τομέως τοῦ βοείου κρέατος ἀναστέλλεται κατά τήν περίοδο ἀπό 20 μέχρι 23 Δεκεμβρίου 1980.»
Αυτός ἀκριβώς ὁ κανονισμός τῆς 'Επιτροπής ἡ προσφεύγουσα ζητεί νά κηρυχθεί έναντι αυτής άκυρος, σύμφωνα μέ τό άρθρο 173 δεύτερη παράγραφος.
Ἄν καί ὁ ἀνωτέρω εκτελεστικός κανονισμός τῆς Ἐπιτροπῆς δέν στηρίζεται καί στόν κανονισμό 2378/80 τῆς 'Επιτροπής (ABl. 1980 L 241), καί ὁ τελευταίος αυτός κανονισμός έχει πάντως σημασία γιά τήν διαδικασία ἐν προκειμένω. Στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοί) αὐτοῦ ἀναφέρονται τά έξῆς:
«Ἡ εξέλιξη τῆς ἀγορᾶς βοείου κρέατος δείχνει ἐπί πλέον ὅτι ἡ 'Επιτροπή πρέπει νά είναι καλύτερα πληροφορημένη κυρίως ὡς προς τίς ποσότητες καί τίς χώρες προορισμού τοῦ νωπού, διατηρημένου δι' ἁπλής ψύξεως ἡ κατεψυγμένου κρέατος, γιά τίς ὁποῖες ἐζητήθησαν άδειες εξαγωγής. 'Ενδείκνυται περαιτέρω ἡ έκδοση τῶν άδειων εξαγωγής μέ τόν προκαθορισμό τῆς επιστροφής μόνο μετά ἀπό προθεσμία πέντε εργασίμων ήμερων, ώστε ἡ 'Επιτροπή νά δύναται νά ἐκτιμᾶ καλύτερα τήν κατάσταση τῆς ἀγορᾶς καί νά λαμβάνει ενδεχομένως τά κατάλληλα μέτρα ἐν ὄψει των εκκρεμών αιτήσεων. Τά μέτρα αυτά δύνανται νά φθάνουν καί μέχρι τήν ἀπόρριψη τῶν αιτήσεων αυτών.»
Τό άρθρο 2 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοί) αυτού ορίζει τά έξῆς:
«Γιά τά προϊόντα τῆς διακρίσεως 02.01 Α II τοῦ κοινοῦ δασμολογίου εκδίδεται ἡ ἀναφερομένη στό άρθρο 3, στοιχείο α τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2377/80 άδεια εξαγωγής μέ τόν προκαθορισμό τῆς επιστροφής τήν πέμπτη εργάσιμη ήμερα μετά τήν ήμερα τῆς καταθέσεως τῆς αιτήσεως, ἐφ᾽ ὅσον δέν έχουν ληφθεῖ ειδικά μέτρα κατά τήν διάρκεια τῆς προθεσμίας αυτής.»
Ή παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ έχει ὡς έξῆς:
«Ὑπό τήν επιφύλαξη τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 2377/80, τά Κράτη μέλη ἀνακοινώνουν στην 'Επιτροπή μέ τηλετύπημα κάθε Δευτέρα καί Πέμπτη μέχρι τίς 16.00, μάλιστα δέ ὅσον ἀφορᾶ τά προϊόντα τῆς κλάσεως 02.01 Α II τοῦ κοινοῦ δασμολογίου κατά προϊόν, ποσότητα καί χώρα προορισμού, τά ἀκόλουθα:
—
τόν κατάλογο τῶν ἀδειῶν εξαγωγῆς μέ προκαθορισμό τῆς επιστροφής, γιά τίς όποιες υπεβλήθησαν αιτήσεις ἀπό τό χρονικό σημείο τῆς τελευταίας ἀ νακοινώσεως, καί
—
τόν κατάλογο τῶν άδειων εξαγωγῆς οι όποιες ἐξεδόθησαν ἀπό τό χρονικό σημείο τῆς τελευταίας ἀνακοινώσεως.»
Ό κανονισμός όμως αυτός δέν εξετάζει τίς επιστροφές κατά τήν εξαγωγή αυτές καθ' εαυτές, άλλά τήν ἀρρήκτως συνδεδεμένη προς αυτές χορήγηση τῶν άδειων εξαγωγής. Ή Ἐπιτροπή, πρός θεμελίωση τῆς ενστάσεως ἀπαραδέκτου πού προβάλλει, επικαλείται καί τόν κανονισμό αυτό.
'Επιπροσθέτως ἡ επικουρικῶς ἡ προσφεύγουσα ζητεί επίσης ὁπως ἀνεφέρθη, νά κηρυχθεί έναντι αυτής ἄκυρο καί ἕνα τηλετύπημα πού ἀπέστειλε ἡ 'Επιτροπή στό BALM στίς 19 Δεκεμβρίου 1980, τό όποιο ἔχει ὡς έξῆς:
«Ἐν ὄψει τῶν συνεπειών τῆς ἀναστολής τοῦ προκαθορισμού τῶν επιστροφών γιά τά προϊόντα τῆς διακρίσεως 02.01 Α ΙΙ ἀπό τίς 20 μέχρι τίς 23. 12. 1980, ρητώς εφιστάται ή προσοχή τῶν Κρατών μελών ἐπί τοῦ ὅτι οἱ ήδη εκκρεμείς αιτήσεις ἀδειων εξαγωγής μέ προκαθορισμό τῆς επιστροφής, οἱ όποιες επρόκειτο νά γίνουν δεκτές στίς 20. 12. 1980 ή ἀργότερα, έχουν γίνει άνευ ἀντικειμένου, σύμφωνα μέ τό άρθρο 2 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 2378/80. Οἱ αιτήσεις αυτές πρέπει νά ἀπορριφθούν, νά ελευθερωθούν δέ οἱ κατατεθείσες ἀσφάλειες. Οἱ αιτήσεις πού υποβάλλονται κατά τήν περίοδο τῆς ἀναστολής δέν δύνανται νά γίνουν δεκτές, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο ἐδάφιο τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 885/68.» ( 2 )
Τό κείμενο αυτό συμφωνεί μέ τό τμήμα τοῦ πλήρους κειμένου τοῦ επιδίκου τηλετυπήματος, τό όποιο ἡ 'Επιτροπή προσήγαγε κατά τήν δίκη. Στό τηλετύπημα αυτό κατ' ἀρχάς επαναλαμβάνεται τό κείμενο τοῦ κανονισμού καί ἀκολουθεί κατόπιν, σαφώς διαχωρισμένη, ἡ ένδειξη «προσοχή», τήν ὁποία ἀκολουθεί τό κείμενο πού εξετέθη ἀνωτέρω. Τό τηλετύπημα δέν φέρει υπογραφή, άλλά προφανώς προέρχεται ἀπό τήν τηλετυπική υπηρεσία τῆς 'Επιτροπής. Στους παραλήπτες τοῦ τηλετυπήματος καί στους τρίτους πού ἐπληροφορήθησαν τό περιεχόμενό του ήταν δυνατόν ἡ μάλιστα κατά τήν γνώμη μου έπρεπε ὁπωσδήποτε νά δημιουργηθεί ἡ εντύπωση ὅτι τό τηλετύπημα αυτό εἶχε ἀποσταλεί μέ πλήρη ευθύνη τῆς 'Επιτροπής.
1.3. Οἱ προβαλλόμενοι λόγοι ἀπαραδέκτου
Ἡ ένσταση ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής, πού προβάλλει ἡ Επιτροπή, στηρίζεται σέ δύο λόγους, οἱ όποιοι έχουν συνοπτικῶς ὡς έξῆς:
1.
Κατά τήν 'Επιτροπή, τό τηλετύπημα δέν ἀποτελεί ἀπόφαση τῆς 'Επιτροπής, άλλά ἁπλώς μία ἀνακοίνωση περί τοῦ περιεχομένου τοῦ επιδίκου κανονισμού, ή ὁποία προφανώς προέρχεται ἀπό τίς υπηρεσίες τῆς Ἐπιτροπῆς καί τήν ὁποία ἀκολουθεί μία ἀναφορά στίς λοιπές σχετικές διατάξεις τοῦ κοινοτικού δικαίου.
Λόγω μεταξύ άλλων καί τῆς διαπιστώσεως στό τέλος τῆς προηγουμένης ὑποενότητος, δέν πρόκειται στην συνέχεια νά εξετάσω σέ λεπτομέρειες τόν σχετικό ισχυρισμό τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι οἱ υπηρεσίες τῆς εἶναι ἀναρμόδιες νά εκδίδουν ἀποφάσεις. Θεωρώ ὅτι εἶναι ὀρθότερο, ὑπό τό φῶς μάλιστα τῆς μέχρι σήμερα νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου στίς υποθέσεις 23, 24 καί 52/63, 28/63 καί 53 καί 54/63 (Henricot καί λοιποί, Slg. 1963, σ. 467, 497 καί 517) καί στίς υποθέσεις 8 έως 11/66 (Cimenteries καί λοιποί, Slg. 1967, σ. 99), καθώς καί στην υπόθεση 133/79 (Sucrimex, Slg. 1980, σ. 1299), στην συνέχεια νά εξετάσω ἀποκλειστικώς καί μόνο τό περιεχόμενο τοῦ τηλετυπήματος.
'Επειδή τό περιεχόμενο αυτό προφανῶς στηρίζεται στό περιεχόμενο τῶν κειμένων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου πού εφαρμόζονται ἐν προκειμένω, θεωρώ ἐπί πλέον ὅτι εἶναι σκόπιμο νά εξετασθεί ή νομική φύση τοῦ τηλετυπήματος μετά τήν εξέταση τῶν επιχειρημάτων πού συνήγαγε ἡ Ἐπιτροπή ἀπό τους σχετικούς κανονισμούς.
2.
Κατά τήν Ἐπιτροπή, ὁ κανονισμός 3318/80 δέν ἀποτελεί ἀπόφαση ἡ ὁποία, ἄν καί έχει εκδοθεί ὡς κανονισμός, άφορᾶ τήν προσφεύγουσα άμεσα καί ἀτομικά. Ἐξ άλλου, οἱ έννομες συνέπειες κατά τῶν ὁποίων στρέφεται ἡ προσφεύγουσα δέν ἀπορρέουν ἀπό τόν κανονισμό αυτό, άλλά ἀπό τόν κανονισμό 2378/80 (άρθρο 2 παράγραφος 1). Τά επιχειρήματα πού προεβλήθησαν ἐπί των ανωτέρω δύο σημείων τοῦ δευτέρου αὐτοῦ λόγου θά εξετάσω λεπτομερέστερα στό επόμενο τμήμα τῶν προτάσεων μου, ἐφ᾽ ὅσον επιβάλλεται κάτι τέτοιο ὑπο τό φως τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου.
2. Ή νομική φύση τοῦ κανονισμοί) 3318/80 καί τοῦ τηλετυπήματος καί ἡ σημασία τους γιά τήν παρούσα διαδικασία
2.1. Ὁ κανονισμός 2378/80
Βάσει τῶν προαναφερθέντων ἀποσπασμάτων τοῦ κανονισμοῦ 2378/80, θεωρώ ὅτι εἶναι ἀστήρικτη ἡ άποψη τῆς 'Επιτροπής ὅτι οἱ προσβαλλόμενες ἔννομες συνέπειες δέν ἀπορρέουν ἀπό τόν κανονισμό 3318/80, άλλά ἀπό τόν κανονισμό 2378/80 (άρθρο 2 παράγραφος 1). Στό πλαίσιο αυτό κρίσιμη εἶναι ἡ ερμηνεία τῆς δευτερευούσης προτάσεως «ἐφ᾽ ὅσον δέν έχουν ληφθεί ειδικά μέτρα κατά τήν διάρκεια τῆς προθεσμίας αὐτής» στό τέλος τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 2. Ή σημασία τῆς δευτερευούσης προτάσεως αυτής ἀποσαφηνίζεται ἀπό τό ἀπόσπασμα τῶν αιτιολογικών σκέψεων τοῦ κανονισμοῦ, τό όποιο παρετέθη πρίν ἀπό αὐτή. 'Από τίς αιτιολογικές σκέψεις αυτές συνάγεται σαφῶς ὅτι τά «ειδικά μέτρα» δέν περιλαμβάνουν αυτοδικαίως τήν ἀπόρριψη τῶν ὑποβληθεισῶν αιτήσεων, άλλά ὅτι τά «ἀναγκαία μέτρα» πού πρέπει ενδεχομένως νά ληφθούν «δύνανται νά φθάνουν καί μέχρι τήν ἀπόρριψη τῶν αιτήσεων αυτῶν». Ἡ εξουσία τῆς Ἐπιτροπῆς νά λαμβάνει τέτοια ειδικά μέτρα στηρίζεται στό επίσης παρατεθέν ήδη άρθρο 5 παράγραφος 4 τοῦ κανονισμοῦ 885/68, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τόν κανονισμό 1504/76. Καί ἀπό τό δεύτερο εδάφιο τῆς διατάξεως αυτής συνάγεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή ὑπό τίς ἀναφερόμενες ἐκεῖ προϋποθέσεις δύναται (καί ὄχι υποχρεοῦται) νά ἀποφασίσει τήν ἀναστολή τοῦ προκαθορισμοῦ γιά τρεῖς κατ' ἀνώτατο ὅριο εργάσιμες ήμερες. 'Επομένως, ὀρθώς ἡ προσφεύγουσα ἐξεκίνησε ἀπό τήν υπόθεση ὅτι τό θέμα κατ' ἀρχήν είναι μόνο ἡ νομική φύση τοῦ κανονισμοῦ 3318/80 πού ἡ ἴδια προσέβαλλε.
2.2. Ὁ κανονισμός 3318/80
Ἡ αίτηση ἀκυρώσεως τοῦ κανονισμοῦ αύτοῦ εἶναι κατά τό άρθρο 173 παραδεκτή, μόνο ἐφ᾽ ὅσον ὁ κανονισμός άφορᾶ τήν προσφεύγουσα άμεσα καί ἀτομικά.
Ή 'Επιτροπή ἀμφισβητεί τό ὅτι πληροῦνται οἱ προϋποθέσεις αυτές ἐν προκειμένω. Ὁ κανονισμός δέν άφορᾶ ἀτομικά τήν προσφεύγουσα, διότι ἡ φύση τοῦ ἄρθρου του 1 εἶναι γενική καί ἀφηρημένη. Ἡ 'Επιτροπή ἰσχυρίζεται ὅτι δέν γνωρίζει καί δέν δύναται νά γνωρίζει ποιός υποβάλλει αίτηση προκαθορισμοῦ τῶν επιστροφών κατά τήν εξαγωγή κατά τήν διάρκεια τῆς περιόδου ἀναστολής. Ή ἀναστολή τῆς εξετάσεως τῶν αιτήσεων οἱ όποιες είχαν ήδη κατατεθεί κατά τήν έκδοση τοῦ κανονισμοῦ, ὅπως ἡ αίτηση τῆς προσφευγούσης, δέν συνάγεται, κατά τήν 'Επιτροπή ἀπό τόν κανονισμό 3318/80, άλλα ἀπό τόν κανονισμό 2378/80. Διεπιστώθη ήδη ὅτι τό τελευταίο αυτό δέν εἶναι ὀρθό. Τό κρίσιμο συνεπώς ερώτημα εἶναι ἄν ἡ κατηγορία τῶν αιτήσεων πού είχαν κατατεθεί ήδη πρίν ἀπό τήν έκδοση τοῦ κανονισμοί), γιά τίς όποιες ὅμως δέν εἶχε παρέλθει ἀκόμη ή προθεσμία τῶν πέντε εργασίμων ήμερῶν, εμπίπτει στόν κανονισμό 3318/80, καί ἄν ναί, ἄν ὁ κανονισμός αυτός δύναται νά θεωρηθεί ὡς «δέσμη ἀτομικῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπής» κατά τήν ἔννοια τῆς σκέψεως 21 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῆς 13ης Μαίου 1971 στίς υποθέσεις 41 έως 44/70 (International Fruit Company καί λοιποί, Slg. 1971, σ. 411).
Κατά τήν γνώμη μου, στό πρώτο μέρος τοῦ ερωτήματος αὐτοῦ πρέπει νά δοθεῖ, βάσει τοῦ γράμματος καί τοῦ πνεύματος τοῦ κανονισμού 3318/80, καταφατική ἀπάντηση. Ή ἀναστολή πρέπει βεβαίως νά θεωρηθεί ὅτι ισχύει γιά ὅλες τίς αἰτήσεις γιά τίς ὁποίες δέν εἶχε ἀκόμη ληφθεί ἀπόφαση κατά τήν ήμέρα τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμού. Μοῦ φαίνονται πειστικά ὅσα ὑπεστήριξε ἐπί τοῦ σημείου αυτού ἡ Ἐπιτροπή κατά τήν προφορική διαδικασία. Ὅσον άφορα τό δεύτερο μέρος τοῦ ερωτήματος, ἡ 'Επιτροπή παρεδέχθη κατά τήν προφορική διαδικασία, παρά τίς υπεκφυγές τῆς γραπτής ἀπαντήσεως τῆς σέ ένα ερώτημα πού τῆς εἶχε θέσει τό Δικαστήριο γιά τήν προφορική διαδικασία, ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν αιτήσεων πού είχαν υποβληθεί πρίν ἀπό τήν έκδοση τοῦ κανονισμοῦ ήταν ὁριστικά γνωστός κατά τό χρονικό σημείο εκείνο. Θά ἠδύνατο ὅμως νά υποστηριχθεί ὅτι υπάρχει μία οὐσιώδης διαφορά ἀπό τίς υποθέσεις «International Fruit», ὅτι δηλαδή ἡ διαπιστωμένη αυτή κατηγορία τῶν περιπτώσεων, ἀντίθετα ἀπό ὅ,τι στίς υποθέσεις «International Fruit», προέκυπτε ἐδῶ ἀπό τήν συνολική κατηγορία, ἡ όποια ὁροθετεῖτο κατά τρόπο ἀφηρημένο καί δέν ήταν γνωστή ἐκ τῶν προτέρων, τῶν περιπτώσεων πού κάλυπτε ὁ κανονισμός 3318/80. Δέν θεωρώ πειστικό τό επιχείρημα αυτό, ἀφού καί ἡ ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 18ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 100/74 (CAM, Slg. 1975, σ. 1393) ἀφοροῦσε ένα τέτοιο ἀριθμό περιπτώσεων πού εἶχε καθορισθεί κατά τρόπο ἀφηρημένο καί πού κατά τήν έκδοση τοῦ ἐπιδίκου κανονισμοῦ ἐν μέρει μέν ήταν ήδη γνωστός, ἐν μέρει ὅμως δέν ήταν. 'Ανεξαρτήτως αὐτοῦ, τό Δικαστήριο καί τότε θεώρησε τήν πρώτη κατηγορία ὡς ένα καθορισμένο καί γνωστό ἀριθμό ἐξαγωγέων σιτηρών, γιά τους ὁποίους ήταν γνωστή επίσης ἡ έκταση τῶν δικαιοπραξιών γιά τίς όποιες εἶχε ζητηθεί ὁ προκαθορισμός καί τους ὁποίους συνεπώς ὁ κανονισμός ἀφοροῦσε ἀτομικά. Ή άποψη πού διετύπωσε τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις «International Fruit» ἐπανελήφθη μέ άλλη διατύπωση στην ἀπόφαση τῆς 3ης Μαρτίου 1977 στην υπόθεση 88/76 (Société pour l'exportation des sucres, Slg. 1977, σ. 709) καί στην ἀπόφαση τῆς 3ης Μαΐου 1978 στην υπόθεση 112/77 (Töpfer II, Slg. 1978, σ. 1019). Βάσει τῶν προαναφερθεισῶν παλαιοτέρων ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου, πρέπει κατά τήν γνώμη μου νά γίνει δεκτό καί στην παρούσα υπόθεση ὅτι ὁ προσβαλλόμενος κανονισμός άφορα τήν προσφεύγουσα ατομικά.
Ἡ προϋπόθεση ὁ κανονισμός νά άφορᾶ τόν προσφεύγοντα καί ἄμεσα πληροῦται, σύμφωνα μέ τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν τά Κράτη μέλη δέν διαθέτουν κατά τό κοινοτικό δίκαιο καμμία διακριτική ευχέρεια κατά τήν εκτέλεση τῶν σχετικών διατάξεων τοῦ κοινοτικού δικαίου. 'Εκτός ἀπό τίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, παραπέμπω σχετικώς καί στην τετάρτη ἀπόφαση Simmenthal τοῦ Δικαστηρίου (υπόθεση 92/78, Slg. 1979, σ. 777), τήν ὁποία ἀνέφερε ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ προσφεύγουσα. Μοῦ φαίνεται ὀφθαλμοφανές ὅτι, σύμφωνα μέ την διατύπωση τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ επιδίκου κανονισμοί) 3318/80, δέν ἀπομένει καμμία διακριτική ευχέρεια στους εθνικούς ὀργανισμούς παρεμβάσεως. 'Από τῆς ἀπόψεως αὐτής εἶναι σαφέστατο καί τό τηλετύπημα. 'Επομένως ὁ κανονισμός πού ἐξεδόθη στις 20 Δεκεμβρίου 1980 άφορᾶ ὄχι μόνο ἀτομικά, άλλα καί άμεσα, την προσφεύγουσα, ή ὁποία άνηκε σέ μία περιορισμένη καί γνωστή πλέον, την ήμερα εκείνη, κατηγορία επιχειρηματιῶν.
2.3. Τό τηλετύπημα
Θεωρῶ την προσφυγή πράγματι ἀπαράδεκτη, μόνο κατ' ὅσον στρέφεται κατά τοῦ τηλετυπήματος τῆς 19ης Δεκεμβρίου 1980. Τό προσβαλλόμενο τμῦμα τοῦ τηλετυπήματος δέν ἔχει προφανώς άλλο σκοπό παρά νά συνοψίσει τίς έννομες συνέπειες πού ἀπορρέουν άμεσα ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο, μετά τήν έναρξη τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοί) 3318/80, τόσο γιά τίς αἰτήσεις πού δέν είχαν ἀκόμη εξετασθεί, ὅσο καί γιά τίς νέες αἰτήσεις προκαθορισμού τῶν επιστροφών κατά τήν ἐξαγωγή βοείου κρέατος. Προφανώς δέν επιτρέπεται νά επέλθουν ούτε άλλωστε δύνανται νά συναχθούν αυτοτελείς έννομες συνέπειες ἀπό τό τηλετύπημα αυτό. Αυτό θά ίσχυε ἀκόμη καί ἄν τό τηλετύπημα περιείχε ἐσφαλμένη ἑρμηνεία τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, ἰδίως δέ τοῦ κανονισμοῦ 2378/80. Σχετικώς παραπέμπω, ἄν κρίνεται ἀναγκαίο, καί στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς 17ης 'Ιουλίου 1959 στην ὑπόθεση 20/58 (Phoenix-Rheinrohr, Slg. 1959, σ. 165, ιδίως δέ 183 ἑπ.).
3. Συμπέρασμα
Καταλήγω συνεπώς στό συμπέρασμα ὅτι ἡ προσφυγή εἶναι παραδεκτή, καθ' ὅσον άφορᾶ τόν κανονισμό 3318/80, περί προσωρινῆς ἀναστολῆς τοῦ προκαθορισμοί) τῶν ἐπιστροφῶν κατά τήν εξαγωγή ὁρισμένων προϊόντων τοῦ τομέως τοῦ βοείου κρέατος (ABl. L 345), καί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή πρέπει νά καταδικασθεί στά σχετικά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
( 2 )
Full & Egal Universal Law Academy