ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Εισαγωγή
Στίς παροθσες υποθέσεις, τό Bundesfinanzhof υπέβαλε στό Δικαστήριο τό ἀκόλουθο ερώτημα:
1.
Πῶς πρέπει νά ερμηνευθοῦν καί νά διακρίνονται μεταξύ τους ἡ κλάση 13.03 (φυτικά εκχυλίσματα) καί ἡ διάκριση 33.01 Γ(ρητινοειδή);
2.
(Στην υπόθεση 49/81) "Ενα προϊόν πού χαρακτηρίζεται ὡς «εκχύλισμα ζιγγίβερης», καί πού έκτός ἀπό αιθέρια έλαια κατά 25 % περιέχει καί ὅλες τίς διαλυτές ουσίες ( 2 ) τῆς ρίζας τῆς ζιγγίβερης, πρέπει νά υπαχθεί ὡς φυτικό εκχύλισμα στην κλάση 13.03 ἡ ἀνήκει, παρά τό γεγονός ὅτι περιέχει ὡς φυτικό εκχύλισμα ὅλες τίς χαρακτηριστικές ουσίες καί συστατικά τῆς ρίζας τῆς ζιγγίβερης, ἐν ὄψει των ποσοστών τῶν ευωδών συστατικών ή ἀρωματικῶν ουσιῶν, ὡς ρητινοειδές στην διάκριση 33.01 Γ; 'Ανήκει στά ευώδη συστατικά ἡ ἀρωματικές ουσίες έκτος ἀπό τά αἰθέρια ἔλαια πχ. καί τό gingerol;
3.
(Στην υπόθεση 50/81) "Ενα προϊόν πού χαρακτηρίζεται ὡς «extract of black pepper decolorized», καί πού ἀποτελείται ἀπό 16 ἡ 20 ο/ο αἰθέρια έλαια, 40 ἡ 46 ο/ο πιπερίνη καί 38 ἡ 40 % λοιπές ουσίες ἐκχυλίσεως, πρέπει νά υπαχθεί ὡς φυτικό εκχύλισμα στην κλάση 13.03 ή ἀνήκει, παρά τό γεγονός ὅτι περιέχει ὡς φυτικό εκχύλισμα ὅλες τίς χαρακτηριστικές οὐσίες καί συστατικά τοῦ πιπεριοῦ, ἐν ὄψει τῶν ποσοστών τῶν ευωδών συστατικών ἤ ἀρωματικών ουσιών, ὡς ρητινοειδές στην διάκριση 33.01 Γ; Ανήκει στά ευώδη συστατικά ἡ ἀρωματικές ουσίες έκτος ἀπό τά αἰθέρια έλαια πχ. καί ἡ πιπερίνη;
Από τήν ἀνάγνωση τοῦ κειμένου τῶν ἀνωτέρω υποβληθέντων ερωτημάτων, γίνεται ἀμέσως ἀντιληπτό ὅτι ἡ μετάφραση τοῦ γερμανικοῦ κειμένου θέτει σημαντικά προβλήματα. Τά προβλήματα αυτά ἀντικατοπτρίζουν τά προβλήματα ερμηνείας πού προκύπτουν ἀπό τό κείμενο τῶν επιδίκων δασμολογικών κλάσεων στίς διάφορες γλώσσες τῆς Κοινότητος. Από τήν διατύπωση τους φαίνεται σαφώς ὅτι τά υποβληθέντα στην γερμανική ερωτήματα συνετάχθησαν βάσει τοῦ γερμανικοῦ κειμένου τῆς δασμολογικής κλάσεως 33.04, στους ὅρους τῆς οποίας ἀπεδόθη μεγάλη σημασία και κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου. 'Ιδίως, τό ἀπόσπασμα πού μετέφρασα κατά λέξη «Anteile an wohlriechenden Bestandteilen bzw. Aromastoffen» (ποσοστά τῶν ευωδών ή ἀρωματικών συστατικών ουσιών), ἀντιστοιχεί ἀποκλειστικώς στό γερμανικό κείμενο τῆς δασμολογικής διακρίσεως 33.04, ὅπού γίνεται λόγος γιά «Mischungen von zwei oder mehreren natürlichen oder künstlichen Riech- oder Aromastoffen und Mischungen auf den Grundlagen eines oder mehrerer dieser Stoffe (einschließlich alkoholischer Lösungen), die Rohstoffe für Riechmittel-, Lebensmittel- oder andere Industrien sind». (Μίγματα δύο ἡ περισσοτέρων φυσικών ἡ τεχνητών ευωδών ουσιών καί μίγματα μέ βάσιν μίαν ἡ περισσοτέρας ἐκ τῶν ουσιών τούτων (συμπεριλαμβανομένων καί τῶν ἁπλών διαλυμάτων εἰς ἀλκοόλην), ἀποτελούντα βασικάς πρώτας ὕλας διά τήν ἀρωματοποιίαν, τήν βιομηχανίαν εἰδῶν διατροφής ἤ ἄλλας βιομηχανίας). Ή φράση «Riech- oder Aromastorfe» (ευώδεις ἡ ἀρωματικές ουσίες) δέν υφίσταται στό κείμενο τής δασμολογικής διακρίσεως τῶν άλλων κοινοτικών γλωσσών. Τό δανικό κείμενο ἀναφέρει μόνο «lugtstoffer», τό ἀγγλικό «odoriferous substances», τό γαλλικό «substances odoriférantes», τό Ιταλικό «sostanze odorifere» καί τό ὀλλανδικό «reukstoffen». Οἱ έννοιες «αρώματα καί αρωματικές ουσίες» στίς όποιες ἡ 'Επιτροπή έδωσε τόση σημασία στίς γραπτές τῆς παρατηρήσεις δέν υπάρχουν, τελικά, στό κείμενο τής δασμολογικής κλάσεως 33.04 τῶν άλλων γλωσσών τῆς Κοινότητος.
'Επειδή ακριβώς στό σημείο αυτό αποδίδεται μεγάλη σημασία στην επιχειρηματολογία τῆς 'Επιτροπής, εἶναι λυπηρό ὅτι στίς γραπτές καί προφορικές τῆς παρατηρήσεις δέν έλαβε ύπ' όψη τά σχετικά κείμενα στίς άλλες γλώσσες τῆς Κοινότητος. 'Επί πλέον, καί γιά τόν 'ίδιο λόγο, εἶναι επίσης λυπηρό οτι, πρό τῆς καταθέσεως τῶν παρατηρήσεων τῆς έπί τῶν υποβληθέντων ερωτημάτων, ἡ 'Επιτροπή δέν συνεβουλεύθη τίς τελωνειακές αρχές τῶν άλλων Κρατών μελών καί, ίδίως, τῶν δύο χωρών, πού αποτελούν αναμφισβήτητα τους πιό σημαντικούς εισαγωγείς ρητινοειδών, ήτοι τήν Γαλλία καί τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, οί όποΐες, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς επίσημες στατιστικές πού προσεκόμισε ἡ προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, εἰσήγαγαν τίς διπλάσιες περίπου ποσότητες ρητινοειδῶν ἀπό τίς εἰσαγόμενες ἀπό τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, τρίτη χώρα εισαγωγών. Είναι πιθανόν ὅτι, μεταξύ άλλων, λόγω τῆς διαφορετικῆς διατυπώσεως τῶν σχετικών δασμολογικών κλάσεων, κατά τίς πληροφορίες πού συ-νεκέντρωσε ἡ 'Επιτροπή, καί αὐτό μόνο ύστερα ἀπό ερωτήσεις τοῦ Δικαστηρίου, οἱ βρετανικές καί γαλλικές τελωνειακές ἀρχές καταλήγουν πράγματι σέ ερμηνεία τῶν δασμολογικών αυτών κλάσεων διαφορετική ἀπό εκείνη τῶν γερμανικών τελωνειακών άρχων.
'Εξ άλλου, σχετικά μέ τά υποβληθέντα ερωτήματα, παρατηρώ ὅτι ἡ σημασία τοῦ πρώτου ιδίως ερωτήματος υπερβαίνει κατά πολύ τό πρόβλημα τῆς δασμολογικῆς κατατάξεως τῶν ενδίκων προϊόντων. Πράγματι, τό ερώτημα άφορᾶ τήν ερμηνεία τῶν δασμολογικών κλάσεων 13.03 καί 33.01 Γ γενικώς καί, ἑπομένως, έχει σημασία γιά ὅλα τά ρητινοειδή. Σύμφωνα μέ τίς προσκομισθείσες στατιστικές, ἡ ὁλική ἀξία τῶν εισαγωγών τῶν ἐν λόγω προϊόντων ανήρχετο, κατά τό 1979, σέ περισσότερα ἀπό 73 ἑκατομμύρια ευρωπαϊκών λογιστικών μονάδων.
"Οσον ἀφορᾶ τά διάφορα επιχειρήματα πού προεβλήθησαν κατά τήν διαδικασία, ἀρκοῦμαι ἐδῶ στό νά παραπέμψω στίς δύο εκθέσεις γιά τήν ἐπ᾿ ἀκροατηρίου συζήτηση, στίς σκέψεις τῶν δύο παραπεμπτικών διατάξεων τοῦ Bundesfinanzhof, στίς ἀπαντήσεις ἐπί τῶν γραπτών ερωτήσεων τοῦ Δικαστηρίου καί στά πρακτικά τῆς ἐπ᾿ ἀκροατηρίου συζητήσεως. Μετά τό πέρας τῆς έγγράφου διαδικασίας, νέα στοιχεῖα στην συζήτηση προσεκόμισαν, Ιδίως, οἱ ἀπαντήσεις, οἱ όποιες εδόθησαν στά γραπτά ερωτήματα πού έθεσε τό Δικαστήριο.
Στην συνέχεια τῶν συλλογισμών μου, θά ακολουθήσω, πρωτίστως, τους «γενικούς κανόνες» γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινού δασμολογίου, πού επισυνάπτονται ἐν παραρτήματι στον σχετικό κανονισμό. Θά ἀναλύσω, επομένως, πρώτα τους ὅρούς πού χρησιμοποιούνται στην διατύπωση τῶν δασμολογικών κλάσεων καί τίς σημειώσεις τῶν μερών ἡ κεφαλαίων, καθώς καί τους κανόνες 2 μέχρι 5 τῶν γενικών κανόνων ερμηνείας. Ἐν συνεχεία, καί κατά τό μέτρο πού θά κριθεί ἀναγκαίο ή χρήσιμο θά παραπέμψω στίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακῆς Συνεργασίας καί τῆς Ἐπιτροπῆς 'Ονοματολογίας τοῦ Κοινού Δασμολογίου οἰ ὁποῖες, κατά τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, δέν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, κατ' αντίθεση πρός τους ἀναφερομένους γενικούς κανόνες, άλλά δύνανται νά παράσχουν πολύτιμη βοήθεια γιά τήν ερμηνεία τῶν δασμολογικών κλάσεων. 'Ετσι, ἐπί παραδείγματι, στην υπόθεση Geton (υπόθεση 11/79, Jurispr. 1979, σ. 3069), τό Δικαστήριο υπέμνησε, στην δέκατη τρίτη σκέψη, ὅτι οἱ σημειώσεις τῆς 'Επιτροπής 'Ονοματολογίας τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου δέν ἀποσκοπούν στην ἀντικατάσταση τῶν επεξηγηματικών σημειώσεων τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακῆς Συνεργασίας, άλλά μόνο στην συμπλήρωση τους. Κατά τό μέτρο πού, ἐν προκειμένω, έχει γίνει ἀναφορά σέ μία επεξηγηματική σημείωση τῆς Ἐπιτροπής Ὀνοματολογίας, τῆς 4ης 'Απριλίου 1978, συμμερίζομαι τήν γνώμη πού ἀνέπτυξε ὁ γενικός εἰσαγγελεύς Warner, στην σελίδα 3087 τῶν προτάσεων του ἐπί τῆς ὑποθέσεως Geton, δηλαδή ὅτι, ἐφ᾿ ὅσον οἱ σημειώσεις αυτές δεν παράγουν έννομες συνέπειες άλλα παρέχουν ἀπλώς βοήθεια γιά τήν ερμηνεία, δικαίως ἡ 'Επιτροπή ὑποστηρίζει ὅτι δύναται νά γίνει επίκληση τους χωρίς νά λαμβάνεται ὑπ᾿ όψη ἡ ἡμερομηνία τους (πρό ἡ μετά τήν ήμερα τῆς ἀμφισβητούμενης δασμολογικής κατατάξεως). Ό γενικός εἰσαγγελεύς Warner εξέφρασε τήν ἴδια άποψη στις προτάσεις του ἐπί τῆς υποθέσεως 798/79 (Chem-Tec, Jurispr. 1980, σ. 2652 καί 2653). Πάντως, θά ήθελα νά επιφυλαχθώ ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ὡς πρός τίς επεξηγηματικές σημειώσεις πού δημοσιεύονται, ἀφοῦ υποβληθούν στό Δικαστήριο ἐρωτήματα περί ἑρμηνείας. Πάντως ἡ επιφύλαξη αὐτή δέν έχει καμμία σημασία γιά τίς ὑπό κρίση υποθέσεις.
2. Τό πρώτο υποβληθέν ερώτημα
2.1. Τό γράμμα τῶν σχετικών δασμολογικών κλάσεων καί οἱ συναφείς με αυτές σημειώσεις
'Αρχίζοντας τώρα τήν εξέταση τοῦ πρώτου υποβληθέντος ερωτήματος, παρατηρώ κατ' ἀρχάς, ὅτι τό γράμμα τῶν επιδίκων δασμολογικών κλάσεων δέν εἶναι ἐν προκειμένω σαφές. Καθ' ὅσον ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, ή δασμολογική κλάση 13.03 Α περιλαμβάνει τους «φυτικούς χυμούς καί φυτικά εκχυλίσματα», καί μεταξύ αυτών, στό σημείο VIII, στοιχείο β), τους «λοιπούς» φυτικούς χυμούς καί φυτικά εκχυλίσματα.
Ή δασμολογική κλάση 33.01 Γ ἀναφέρεται στά «ρητινοειδή».
Ή διατύπωση αυτή δέν δίνει ἀπάντηση στό ερώτημα ποία εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ τῶν
λοιπών φυτικών ἐκχυλισμάτων καί τῶν ρητινοειδῶν, ἀφ᾿ ενός, καί ἀφ᾿ έτερου, ποῖα εἶναι τά κριτήρια ἑρμηνείας πού πρέπει νά εφαρμοσθούν ὅταν ένα προϊόν περιέχει τόσο ευώδεις ουσίες πού λαμβάνονται δι' εκχυλίσματος μέ διαλύτες, ὅσο καί άλλα φυτικά εκχυλίσματα. Μερικές διευκρινίσεις παρέχονται ἀπό τήν σημείωση πού ευρίσκεται στην ἀρχή τοῦ κεφαλαίου 13.
Ἡ σημείωση αυτή διευκρινίζει ὅτι, μεταξύ άλλων, ἀποκλείονται τῆς κλάσεως 13.03: «θ) τά αἰθέρια έλαια, υγρά ἡ πεπηγμένα, καί τά ρητινοειδή». Ό ἰδιαίτερος τύπος τοῦ φυτικού εκχυλίσματος πού ονομάζεται ρητινοειδές φαίνεται, επομένως, ὅτι ἀποκλείεται ἀπό τήν γενική έννοια «εκχύλισμα φυτικό». Πάντως, καμμία ἀπάντηση δέν φαίνεται νά παρέχεται στό ερώτημα ποία εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ τῶν ρητινοειδῶν καί τῶν άλλων φυτικών εκχυλισμάτων. Οὔτε καί ὁ κανόνας 1 τῶν γενικών κανόνων γιά τήν ἑρμηνεία παρέχει διευκρινίσεις ὡς πρός τους κανόνες ἑρμηνείας πού πρέπει νά ἀκολουθούνται, γιά τά προϊόντα μικτής συνθέσεως, ὅπως ἐν προκειμένω. Ή προσφεύγουσα στην κυρία δίκη ἐπικαλείται τήν διατύπωση τῆς ἐπικεφαλίδος τοῦ κεφαλαίου 33, πού ἀναφέρει μόνο τά προϊόντα ἀρωματοποιίας ἡ καλλωπισμού καί τά καλλυντικά. Ό κανόνας 1 τῶν γενικών κανόνων γιά τήν ἑρμηνεία τῆς ὀνοματολογίας διευκρινίζει, πάντως, ὅτι τά κείμενα αυτά δέν εἶναι δεσμευτικά γιά τήν ερμηνεία. Ἔχουν μόνο «ενδεικτική» σημασία. Κατά τήν γνώμη μου, δικαίως ή 'Επιτροπή ὑπεγράμμισε, στίς γραπτές της παρατηρήσεις ὅτι, ἀπό τήν δασμολογική κλάση 33.04, τήν ὁποία ἀνέφερα προηγουμένως, συνάγεται ὅτι κατ' ἀρχήν τό κεφάλαιο αὐτό δύναται νά περιλαμβάνει επίσης βασικές ύλες γιά τήν διατροφή.
2.2. Ὁ κανόνας 2 τῶν γενικών κανόνων γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας
Ὁ κανόνας 2 τῶν γενικών κανόνων γιά τήν ερμηνεία τῆς ὀνοματολογίας τοῦ κοινοῦ δασμολογίου παρέχει ήδη περισσότερες διευκρινίσεις γιά τά σύνθετα προϊόντα ὅπως τά ἐν προκειμένω.
Πράγματι, ὁ κανόνας 2 προβλέπει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση β), ὅτι «ή μνεία ὕλης τινός εἰς ὡρισμένην κλάσιν τοῦ δασμολογίου ἀναφέρεται εἰς τήν ὕλην ταύτην, εἴτε ἐν ἀμιγή καταστάσει, εἴτε ἐν ἀναμίξει, εἴτε ἀκόμη ἐν συνδυασμῶ μεθ' έτερων υλῶν». Βάσει τῆς τελευταίας περιόδου της περιπτώσεως αὐτής, «ή δασμολογική κατά-ταξις τῶν μεμιγμένων ἡ συνθέτων τούτων εἰδῶν ενεργείται συμφώνως πρός τάς εἰς τόν κανόνα 3 διατυπουμένας ἀρχάς».
2.3. Ὁ κανόνας 3
Καθ' ὅσον ενδιαφέρει ἐν προκειμένω, ὁ γενικός κανόνας 3 προβλέπει ὅτι τά μικτά ἤ σύνθετα εἴδη κατατάσσονται ὡς ἀκολούθως:
«α)
Ή πλέον εξειδικευμένη κλάσις θεωρείται επικρατεστερα τῶν κλάσεων γενικωτέρου περιεχομένου
β)
τά ἐν ἀναμίξει προϊόντα ... των ὁποίων ἡ κατάταξις δέν δύναται νά γίνη βάσει τοῦ κανόνος 3 α), πρέπει νά κατατάσσωνται συμφώνως πρός τήν ὕλην ... πού προσδίδει εἰς αὐτά τόν ουσιώδη αυτῶν χαρακτῆρα, ὁσάκις είναι δυνατόν νά ἐπιτευχθῆ ὁ τοιοῦτος καθορισμός'
γ)
εἰς τάς περιπτώσεις κατά τάς ὁποίας ή κατά τους κανόνας 3 α) ἡ 3 β) κατάταξις δέν εἶναι εφικτή, τό ὑπό κατά-ταξιν εμπόρευμα πρέπει νά ὑπαχθη εἰς τήν κατά τάξιν ἀριθμήσεως τελευταίαν κλάσιν μεταξύ εκείνων αἱ ὁποῖαι δύνανται ἐξ 'ίσου νά ληφθούν ὑπ' ὄψιν.»Στό άρθρο του «Zur Tarifierung von Waren nach ihrer stofflichen Beschaffenheit» (Zeitschrift für Zölle und Verbrauchsteuern 1979, σσ. 102 έως 107), ὁ Kurt Frey συμπεραίνει, ὀρθώς κατ' ἐμέ, ὅτι, ὅταν δύο ἡ περισσότερες δασμολογικές κλάσεις δύνανται νά ληφθούν ὑπ' όψη επειδή καμμία ἀπό τίς ύλες πού υπάγονται στίς εναλλακτικές δυνατές δασμολογικές κλάσεις δέν είναι
επικρατούσα, ὁ κανόνας 3 α) δέν παρέχει καμμία λύση στίς περισσότερες περιπτώσεις. Ὅταν υφίσταται ἀμφισβήτηση ὡς πρός τήν ύλη πού προσδίδει τόν ουσιώδη χαρακτήρα τοῦ συνθέτου προϊόντος, ούτε ή λύση αυτή δύναται, κατ' ἐμέ, νά στηριχθεί στόν κανόνα 3 β). 'Ιδίως, δέν εἶναι αρκετά σαφές τί εννοείται ἐν προκειμένω, μέ τόν «ουσιώδη χαρακτήρα». Ἑπομένως, πρό τῆς εφαρμογῆς τοῦ κανόνος 3 γ), ἄν αυτό κριθεί ἀναγκαίο, θά εξετάσω, έπί τοθ παρόντος, ἄν οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας παρέχουν διευκρινίσεις ἐπί τῶν κυριωτέρων ερωτημάτων πού έμειναν ἀναπάντητα. Όπως συνάγεται ἀπό τίς προηγούμενες σκέψεις, τά ερωτήματα αυτά ἀφοροθν εἰδικώ-τερα τήν έννοια τοῦ «ρητινοειδοῦς» καί τήν ερμηνεία τοῦ κανόνος 3 β).
2.4. Οἱ ἐπεξηγηματικές σημειώσεις τον Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας
α) Ή έννοια τοῦ «ρητινοειδοῦς»
Στίς επεξηγηματικές σημειώσεις πού ἀναφέρονται στην εξαίρεση θ) τῆς δασμολογικής κλάσεως 13.03, τό Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας ἀναφέρει (σ. 81, στοιχεῖο κ) ὅτι τά αἰθέρια έλαια καί τά ρητινοειδή διαφέρουν ἀπό τά φυτικά εκχυλίσματα λόγω τῆς συνθέσεως τους, ἡ ὁποία συνίσταται κυρίως ἀπό ευώδεις ουσίες. Υπογραμμίζεται σχετικώς ὅτι ἀπό ὁρισμένα φυτικά προϊόντα κατεργαζόμενα δι' ἀποστάξεως μέ ἀτμό ύδατος ἡ εξαντλητικής επεξεργασίας μέ διαλύτες δύναται νά λαμβάνονται αἰθέρια έλαια τῆς δασμολογικής κλάσεως 33.01 καθώς καί εκχυλίσματα τῆς δασμολογικής κλάσεως 33.01 καθώς καί εκχυλίσματα τῆς δασμολογικής κλάσεως 13.03.
Ἀπό τίς επεξηγηματικές σημειώσεις ὡς πρός τήν έννοια τοῦ «ρητινοειδοῦς» γιά τήν δασμολογική κλάση 33.01 προκύπτει ἀκόμη ὅτι, συνήθως, τά ρητινοειδή λαμβάνονται δι' ἐκχυλίσεως μέ διαλύτες, τῆς ρητίνης, μεταξύ άλλων. Ἐξεταζόμενη ἀπό καθαρώς γλωσσικής ἀπόψεως, ἡ ἀναφερομένη επεξηγηματική σημείωση τῆς δασμολογικής κλάσεως 13.03 δύναται, σχετικώς, νά δημιουργήσει παρανόηση κατά τήν έννοια ὅτι, ακριβώς, ἡ τελευταία αύτη δασμολογική κλάση εἶναι ἡ εφαρμοστέα. Πράγματι, ἀπό γλωσσικῆς απόψεως, ó ορισμός ὡς φυτικοῦ εκχυλίσματος στό δεύτερο μέρος τῆς αναφερομένης περιόδου τῆς επεξηγηματικής σημειώσεως, πού είναι καθοριστική, αντιστοιχεί στό κριτήριο της χρησιμοποιήσεως διαλυτών στό πρώτο μέρος τῆς ἰδίας περιόδου ( 3 )
'Από την επεξηγηματική σημείωση τῆς κλάσεως 13.03 Α συνάγεται, έξ άλλου, ὅτι τά φυτικά εκχυλίσματα κατά τήν έννοια τῆς κλάσεως αύτης δύνανται νά λαμβάνονται καί μέ διαλύτες. Κατά συνέπεια, μόνος ó τρόπος λήψεως δέν συνιστά ἐπαρκές κριτήριο γιά τήν δασμολογική κατάταξη.
Ἀπό τό παράρτημα τῆς επεξηγηματικής σημειώσεως τῆς δασμολογικής κλάσεως 33.01 προκύπτει ὅτι τά αιθέρια έλαια καί τά ρητινοειδή δύνανται, μεταξύ άλλων, νά έκχυλίζονται ἀπό τήν ζιγγίβερη καί τήν πέπερι καί, ἐπί πλέον, ἀπό τήν βανίλια καί άπό μία ολόκληρη σειρά άλλων προϊόντων, τών οποίων τά εκχυλίσματα (είδικώτερα τά ρητινοειδή) πού λαμβάνονται μέ διαλύτες καί κατατάσσονται στην δασμολογική κλάση 33.01 δυνάμει τοῦ παραρτήματος, χρησιμοποιούνται σαφώς στην βιομηχανία ειδών διατροφής. Κατά τήν έπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ἡ 'Επιτροπή ἀνέφερε πολλά παραδείγματα ἀπό τά τελευταία αυτά προϊόντα. 'Η άποψη πού υπεστήριξε ή προσφεύγουσα κατά τήν εκκρεμούσα κυρία δίκη, ὅτι δηλαδή ἡ δασμολογική κλάση 33.01 δέν άφορᾶ τά προϊόντα πού προορίζονται γιά τήν βιομηχανία ειδών διατροφής, διαψεύδεται επίσης, έκτος ἀπό τό γράμμα τῆς δασμολογικής κλάσεως 33.04, ή ὁποία περιλαμβάνεται στό ίδιο κεφάλαιο καί ανεφέρθη ήδη προηγουμένως, καί άπό τήν επεξηγηματική σημείωση τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας ὡς πρός τήν έννοια τῶν αίθερίων ελαίων πού προηγείται ἀμέσως τῆς σχετικής μέ τήν έννοια τοῦ ρητινοειδοῦς σημειώσεως.
Στίς γραπτές τῆς παρατηρήσεις, ἡ 'Επιτροπή κατέβαλε επίσης προσπάθεια νά ἀποδείξει μέ τήν βοήθεια επιχειρημάτων πού στηρίζονται τόσο στην φυσιολογία ὂσο καί στην έννοια τῶν ὃρών ὅτι έκτος τῶν ευωδών ουσιών, τό κεφάλαιο 33 περιλαμβάνει καί τίς γευστικές ουσίες. Ὃπως έχω ήδη ἀναφέρει, ἡ ἑρμηνεία αύτη δέν εἶναι δυνατή μόνο μέ βάση τό γερμανικό κείμενο τής δασμολογικής κλάσεως 33.04, στην οποία ἀναφέρεται ἡ έννοια «Aromastoffe» (αρωματικές ουσίες) καί, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν ἀρχή τῆς παρούσης ύποδιαιρέσεως τών προτάσεων μου, δέν συμβιβάζεται μέ τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας. 'Επί πλέον, ή ἑρμηνεία αυτή προϋποθέτει ὅτι ἡ έννοια «άρωμα», πού αναφέρεται στό γερμανικό κείμενο τῆς δασμολογικής κλάσεως 33.04, περιλαμβάνει καί τίς γευστικές ουσίες. Ή προσεκτική μελέτη ἀρκετών εγκυκλοπαιδειών καί λεξικών, γερμανικών, ἀγγλικών, γαλλικών καί ὁλλανδικών, μοῦ επέτρεψε νά διαπιστώσω ὅτι δύο μόνο πηγές στην γερμανική γλώσσα παρέχουν έρεισμα γιά αυτή τήν ερμηνεία τῆς ἐννοίας τοῦ «ἀρώματος». Τό μεγάλο λεξικό «Brockhaus» καί ὅλα τά άλλα βιβλία πού έχω συμβουλευθεί στίς άλλες ἀναφερόμενες γλώσσες ὁρίζουν τήν έννοια τοῦ «ἀρώματος» ὡς μία ευχάριστη ὀσμή ἡ χρησιμοποιοῦν ισοδύναμες εκφράσεις. 'Επομένως, μόνο ὃταν ἡ γεύση ἑνός προϊόντος καθορίζεται στην πραγματικότητα ἀπό τήν όσφρηση μόνο, ὅπως στό πείραμα τοῦ μήλου καί τοῦ κρεμμυδιοῦ πού ἀνέφερε ἡ 'Επιτροπή, θά ήταν δυνατό, βάσει τῶν ἀπόψεων τῆς 'Επιτροπής, πού στηρίζονται στην φυσιολογία, νά κριθεί ὅτι καί τά επίδικα προϊόντα δύνανται νά κατα-ταγοῦν στην δασμολογική κλάση 33.01. Κατ' έμέ, ἡ 'Επιτροπή διαπράττει έξ άλλου λογικό σφάλμα ὅταν, ἀπό τό γεγονός ὅτι σέ ορισμένες περιπτώσεις ἡ γεύση καθορίζεται ἀπό τήν όσφρηση, συμπεραίνει ὅτι οί γευστικές ουσίες εμπίπτουν πάντοτε στην έννοια τοῦ «αρώματος», τήν οποία εσφαλμένως θεωρεί ὡς κυρία έννοια, ὅπως έχω ήδη ἀναφέρει. Τό λογικό αυτό σφάλμα μοθ φαίνεται επίσης σημαντικό ὡς πρός τά επίδικα ἐν προκειμένω προϊόντα.
6) Ή ἑρμηνεία τοῦ κανόνος 3 6)
Τελικά, φαίνεται ὅτι οὒτε οι επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακῆς Συνεργασίας πού αναφέρονται στην έννοια τοῦ «ρητινοειδοθς» περιλαμβάνουν επαρκείς ὁδηγίες γιά την λύση τοῦ προβλήματος τῆς κατατάξεως πού μάς απασχολεί. Πρέπει ἀκόμη νά δοθεί ἀπάντηση είδικώτερα στό ερώτημα πότε οἱ ἐν λόγω ευώδεις ουσίες καθορίζουν την φύση ή τόν ουσιώδη χαρακτήρα τῶν επιδίκων προϊόντων. Τό στοιχείο αυτό, ουσιαστικό κατά τήν επεξηγηματική σημείωση τής δασμολογικῆς κλάσεως 13.03, φαίνεται ὃτι ελήφθη ἀπό τόν γενικό κανόνα ερμηνείας 3 6), τόν όποιο ἀνέλυσα προηγουμένως καί πού εἶναι δεσμευτικός. 'Επομένως, δοθέντος ὅτι στην παρούσα υπόθεση, ἐν ὂψει των υποβληθέντων ερωτημάτων, πρόκειται γιά δύο μίγματα, πρέπει νά εξακριβωθεί, βάσει τοῦ ἀνωτέρω κανόνος ἑρμηνείας, ποία ουσία προσδίδει στά επίδικα προϊόντα «τόν ουσιώδη χαρακτήρα τους».
Ή δεύτερη καί τρίτη περίοδος τοῦ στοιχείου κ) τῶν επεξηγηματικών σημειώσεων τοϋ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας ώς πρός τήν δασμολογική κλάση 13.03 (σ. 81) εἶναι περισσότερο σαφείς ὡς πρός τήν ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό. Κατά τήν δεύτερη περίοδο, τό κριτήριο πού διαφοροποιεί τά ρητινοειδή ενυπάρχει στό γεγονός ὃτι αποτελούνται ουσιαστικά ἀπό ευώδη συστατικά («essentially composed of»). Σύμφωνα μέ τήν τελευταία περίοδο τής επεξηγηματικής αυτής σημειώσεως, τό φυτικό εκχύλισμα κατά τήν έννοια τής δασμολογικῆς κλάσεως 13.03, διακρίνεται άπό τά αιθέρια έλαια πού υπάγονται στην δασμολογική κλάση 33.01 ἀπό τό γεγονός οτι, έκτος τῶν ευωδών συστατικών, περιέχει πολύ σημαντικώτερες ποσότητες διαφόρων άλλων συστατικών τοῦ φυτοῦ (χλωροφύλλη, τανίνη, πικρές ουσίες, υδατάνθρακες καί άλλες ουσίες έκχυλίσεως).
Κατά συνέπεια, θεωρώ ὅτι προϊόντα, τά όποια, έκτός τῶν ευωδών συστατικών πού λαμβάνονται μέ διαλύτες, περιέχουν πολύ σημαντικώτερες ποσότητες διαφόρων άλλων συστατικών τοῦ φυτοῦ, ὃπως χλωροφύλλη, τανίνες, πικρές ουσίες, υδατάνθρακες καί άλλες ουσίες έκχυλίσεως πού συμπροσδιορίζουν τόν τυπικό χαρακτήρα τοῦ προϊόντος, υπάγονται στην δασμολογική κλάση 13.03 ὡς φυτικά εκχυλίσματα, δυνάμει τοῦ κανόνος ερμηνείας 3 6) καί δυνάμει τῶν ἐπεξηγηματικών σημειώσεων πού εξέδωσε σχετικώς τό Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας γιά προϊόντα όπως τά ἐπίδικα, καί ὄχι στην δασμολογική κλάση 33.01, στοιχείο Γ.
2.5. Οἰ ἐπεξηγηματικές σημειώσεις τής 'Επιτροπής 'Ονοματολογίας τον Κοινοῦ Δασμολογίου
Όπως έχω ήδη αναφέρει, οἱ επεξηγηματικές σημειώσεις τῆς Ἐπιτροπῆς 'Ονοματολογίας τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου δύνανται, κατά τήν γνώμη τοῦ γενικοῦ είσαγγελέως Warner, τήν οποία συμμερίζομαι, νά συμπληρώνουν άλλά ὄχι νά τροποποιούν τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας. Τό Δικαστήριο εδέχθη τήν άποψη αυτή στην δέκατη τρίτη σκέψη τῆς ἀποφάσεως του στην υπόθεση Cleton (υπόθεση 11/79), πού ἀνεφέρθη ήδη.
Μεταξύ τῶν επεξηγηματικών σημειώσεων τής Ἐπιτροπῆς 'Ονοματολογίας τοῦ Κοινοϋ Δασμολογίου, οἱ ἐπεξηγηματικές σημειώσεις τῶν δασμολογικών κλάσεων 13.03 καί 33.01 έχουν, καί πάλι, μεγάλη σημασία κατά τό μέτρο πού άφοροϋν τήν έννοια τοῦ «ρητινοειδοῦς».
Στην πρώτη επεξηγηματική σημείωση, ή έννοια «έλαιορητίνη», ἡ οποία ενδιαφέρει επίσης ἐν προκειμένω, έξομοιοῦται μέ τήν έννοια τοῦ «ρητινοειδοϋς» σέ ὁρισμένες περιπτώσεις. Πάντως ἡ έννοια «έλαιορητίνη» δέν καθορίζεται άκριβέστερον. 'Από τήν δικογραφία προκύπτει ὅτι στίς διάφορες χώρες αποδίδονται στην έννοια αυτή πολύ διαφορετικές σημασίες. 'Επί πλέον, ή επεξηγηματική αυτή σημείωση δέν ἀναφέρει σέ ποῑες περιπτώσεις τά ρητινοειδή δύνανται νά εἶναι καί έλαιορητίνες. Τέλος, ή έννοια «έλαιορητίνη» δέν περιλαμβάνεται στό κοινό δασμολόγιο. Γιά ὃλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ὃτι οι επεξηγηματικές αυτές σημειώσεις δέν παρέχουν νέες χρήσιμες πληροφορίες ως πρός τό πρόβλημα πού μας ἀπασχολεί ἐν προκειμένω.
Περισσότερη σημασία 'έχει ἡ επεξηγηματική σημείωση έπί τῆς δασμολογικής κλάσεως 33.01, στοιχείο Γ. Κατά τό γράμμα της, «τά ρητινοειδή εἶναι προϊόντα πού λαμβάνονται ἀπό εκχύλιση μέ διαλύτες ὁρισμένων μέρων τῶν φυτών ... Χαρακτηρίζονται ἀπό τό ότι ἀναδίδουν εντονότερα τό άρωμα τῆς έκχυλισμένης οὐσίας άπό ὃ,τι μόνο του τό αιθέριο έλαιο, πού περιέχεται γενικώς στην ἀρχική ὕλη». Ή σημείωση αυτή προσθέτει επίσης ὅτι τά ρητινοειδή (πού καθορίζονται κατ' αυτόν τόν τρόπο) συχνά ἀποκαλούνται καί έλαιορητίνες ὄταν προορίζονται γιά τήν βιομηχανία τροφίμων.
Θεωρώ ὅτι ἡ δεύτερη, ιδίως, περίοδος τής τελευταίας αυτής επεξηγηματικής σημειώσεως δύναται νά θεωρηθεί ὡς συμπληρωματικός ορισμός πού έχει μιά κάποια σημασία, τῆς εννοίας τοῦ «ρητινοειδοῦς». Πάντως, γιά λόγους γλωσσικούς, τους οποίους έχω ήδη ἀναπτύξει προηγουμένως, δέν θεωρώ ὅτι ἡ χρησιμοποίηση τοῦ όρου «άρωμα» στό κείμενο αὐτό δύναται νά μεταβάλει κατά τίποτε τά συμπεράσματα στά όποια έχω καταλήξει σχετικά μέ τήν έννοια αύτη τῶν δασμολογικών κλάσεων καί τῶν άλλων μέσων ερμηνείας. Κατ' έμέ, ή έννοια αύτη πρέπει νά θεωρηθεί ὡς ισοδύναμη μέ τήν έννοια τῆς «εύωδίας». Έπί πλέον, στό σύνολο της, ἡ επεξηγηματική σημείωση μοῦ φαίνεται ὅτι ενισχύει τό συμπέρασμα, στό όποιο προηγουμένως κατέληξα όσον άφορᾶ τά μίγματα, παρά τό συμπέρασμα τῆς 'Επιτροπής. Πράγματι, ή έν λόγω ἐπεξηγηματική σημείωση αναφέρει ἀποκλειστικά τίς ἀρωματικές ουσίες πού λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ἀπό μέρη φυτών μέ εκχύλιση διά διαλυτών (ὀργανικών). Δύναται, τό πολύ, νά υποστηριχθεί ὅτι ἡ επεξηγηματική σημείωση δέν παρέχει καμμία ἀπάντηση σχετικά μέ μίγματα ὃπως τά επίδικα. Στην επεξηγηματική σημείωση περί τῆς εννοίας τοῦ «ρητινοει-δοθς», ἡ τελευταία περίοδος προσθέτει ὃτι ή περιγραφή τοῦ προϊόντος δέν έχει σημασία ὡς πρός τόν ορισμό του, ὃπως ἀναφέρεται στίς πρώτες περιόδους. 'Εξ άλλου, ἡ τελευταία περίοδος επιβεβαιώνει τήν άποψη πού υπεστήριξε ἡ 'Επιτροπή, καί τήν οποία συμμερίζομαι, δηλαδή ὅτι τά ρητινοειδή δύνανται νά χρησιμοποιούνται καί στην βιομηχανία τροφίμων.
2.6. Τελική παρατήρηση
Δεδομένου ὅτι τελικά οί τρόποι ερμηνείας πού έφηρμόσθησαν, σύμφωνα μέ τους γενικούς κανόνες τους ὁποίους καθόρισε ή νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, όδηγοθν σέ ένα ἀποτέλεσμα ἀρκετά σαφές, δέν πρέπει νά εφαρμοσθεί ó γενικός κανόνας 3 γ) έν προκειμένω. Δεδομένου ὅτι ἡ δασμολογική κατάταξη προκύπτει, κατά μεγάλο μέρος, άπό τίς επεξηγηματικές σημειώσεις τοῦ Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας καί τής Ἐπιτροπῆς γιά τήν 'Ονοματολογία τοῦ Κοινοῦ Δασμολογίου, δέν επιθυμώ νά ἀποκλείσω πλήρως ὅτι μεταγενέστερες επεξηγηματικές σημειώσεις δύνανται νά επιβάλουν άλλες λύσεις. Ὃπως ó ἐκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς δήλωσε στην έπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, κατά τρόπο κάπως ἀπρόσεκτο, ó νομοθέτης καθυστερεί, πράγματι, ἐν σχέσει μέ τήν εξέλιξη τών γεγονότων, καί φαίνεται ὅτι αυτό Ισχύει καί γιά τίς ἐπίδικες δασμολογικές διακρίσεις. Στην δωδέκατη αίτιολογική σκέψη τῆς ἀποφάσεως Analog Devices, τής 19ης Νοεμβρίου 1981 (υπόθεση 122/80), τό Δικαστήριο ἀνέφερε ήδη, ὡς πρός τά κενά τοῦ νόμου, ὅτι μόνο ὁ κοινοτικός νομοθέτης δύναται νά επιφέρει τίς σχετικές τροποποιήσεις. Αὐτό πού κυρίως προκαλεί έν προκειμένω εντύπωση εἶναι ὅτι τό κεφάλαιο 33 περιέχει βεβαίως τήν δασμολογική κλάση 33.04, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στά μίγματα δύο ἡ περισσοτέρων εὐωδών ουσιών, φυσικών ἡ τεχνητών καί τά μίγματα πού έχουν ὡς βάση μία ἡ περισσότερες ἀπό τίς ευώδεις αυτές ουσίες, άλλά δέν περιλαμβάνει καμμία δασμολογική κλάση στην ὁποία νά υπάγονται τά μίγματα, στά όποια οί χαρακτηριστικές ουσίες γεύσεως, οπως έν προκειμένω, έχουν ἀποφασιστική σημασία. Φαίνεται πράγματι ὅτι εναπόκειται στον νομοθέτη νά θεσπίσει δασμολογικές κλάσεις γιά προϊόντα, πού περιέχουν σημαντικές ποσότητες διαφόρων ουσιών, στά όποια ἐφαρμόζονται δασμολόγια πού δέν ἀντιστοιχούν μεταξύ τους. Παρ' όλη τήν, ἐν προκειμένω, σημασία τής δασμολογικής κλάσεως 33.04, τό παρα-πέμπον δικαστήριο δέν ζήτησε ἀπό τό Δικαστήριο τήν ερμηνεία τῆς κλάσεως αυτής.
3. Τό δεύτερο καί τρίτο ἐρώτημα
Τό δεύτερο καί τό τρίτο ερώτημα, ὃπως ὑπεβλήθησαν στό Δικαστήριο, άφοροθν τήν συγκεκριμένη εκτίμηση τῶν ἐπιδίκων προϊόντων. 'Επομένως, τό Δικαστήριο δέν δύναται νά δώσει απάντηση στό ἐρώτημα αυτό, στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας δυνάμει τοῦ ἄρθρου 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Πάντως, τά ερωτήματα περιλαμβάνουν βεβαίως πραγματικά στοιχεία πού παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες ὡς πρός τήν έννοια «ουσιώδης χαρακτήρ» τῶν μιγμάτων, ἡ ὁποία άνελύθη προηγουμένως. Κατά τά λοιπά, θεωρώ ὅτι ἡ απάντηση στό πρώτο ερώτημα πρέπει νά διατυπωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε νά επιτρέψει στό παρα-πέμπον δικαστήριο νά απαντήσει επίσης στό δεύτερο καί τρίτο ερώτημα.
4. Συμπέρασμα
Έν συμπεράσματι, βάσει τον σκέψεων πού διετυπώθησαν προηγουμένως, προτείνω στό Δικαστήριο νά ἀπαντήσει ὡς έξῆς στά υποβληθέντα ερωτήματα:
1)
Όπως έχουν σήμερα οἱ υφιστάμενες σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις καί δυνάμει τῶν δεσμευτικών διατάξεων τοῦ κοινοτικοί) δικαίου έπί τοῦ θέματος, οι δασμολογικές κλάσεις 13.03 (φυτικά εκχυλίσματα) καί 33.01 Γ (ρητινοειδή) πρέπει νά ερμηνευθούν καί ὁριοθετηθούν ἡ μία ἐν σχέσει πρός τήν άλλη ύπό τήν έννοια οτι:
α)
τά ρητινοειδή δέν δύνανται νά υπαχθούν ὡς φυτικά ἐκχυλίσματα στην δασμολογική κλάση 13.03,
6)
ἡ έννοια «ρητινοειδή» καθορίζεται πρωτίστως ἀπό τό γεγονός ὅτι τά προϊόντα αυτά περιέχουν ευώδεις ουσίες πού λαμβάνονται ἀπό εκχύλιση μέ διαλύτες, οἱ όποιες ἀναδίδουν εντονότερα τήν εύωδία τῆς έκχυλιζο-μένης ουσίας άπ' ὃ,τι τό αιθέριο έλαιο μόνο του, πού περιέχεται γενικώς στην αρχική ύλη,
γ)
δέν δύνανται νά θεωρηθούν ὡς φυτικά εκχυλίσματα προϊόντα, τά όποια, έκτος τῶν αρωματικών ουσιών πού λαμβάνονται κατά τόν τρόπο αυτό, περιέχουν πολύ σημαντικότερες ποσότητες άλλων συστατικών τοῦ φυτοο, ὃπως χλωροφύλλη, τανίνη, πικρές ουσίες, ἡ άλλες γευστικές ουσίες, ὐδατάνθρακες καί άλλες ουσίες έκχυλίσεως, πού συμπροσδιορίζουν τόν τυπικό χαρακτήρα τοῦ προϊόντος,
δ)
υφίστανται, ἰδίως, πολύ σημαντικότερες ποσότητες διαφόρων άλλων συστατικῶν τοῦ φυτοῦ, ὅπως ἀναφέρεται στό προηγούμενο σημείο γ), τά ὁποῖα συμπροσδιορίζουν τόν τυπικό χαρακτήρα τοῦ προϊόντος, ὅταν αυτά τά άλλα συστατικά τοῦ φυτοῦ ἐπενεργοῦν ὁμοίως στην ὀσμή ἡ ὅταν προσθέτουν οὐσιαστικῶς άλλα χαρακτηριστικά στό προϊόν, ὅπως γευστικά χαρακτηριστικά ἡ άλλες ουσιαστικές ιδιότητες γιά τόν καταναλωτή,
ε)
τό γεγονός ὅτι ἕνα προϊόν προορίζεται γιά τήν βιομηχανία τροφίμων δέν δύναται νά μεταβάλει τά συμπεράσματα πού συνήχθησαν βάσει τῶν προηγουμένως ἀναφερομένων κριτηρίων.
2)
Στά ερωτήματα 2 καί 3 πρέπει νά δοθεί ἀπάντηση ὑπό τό φῶς τῆς ἀπαντήσεως στό πρώτο ἐρώτημα. Ή ζιγγίβερη καί ἡ πεπερίνη δέν συγκαταλέγονται μεταξύ τῶν ἀρωματικῶν ουσιών πού καθορίζουν τήν έννοια τοῦ «ρητινοει-δοῦς» καθ' ὅσον τά ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους καθορίζονται, πρωτίστως, ἀπό τήν γεύση καί ὄχι ἀπό τήν όσφρηση.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
( 2 ) Ἀπό τίς αιτιολογικές σκέψεις τῆς διατάξεως περί παραπομπῆς δέν προκύπτει σαφῶς ἄν ἡ λέξη «Löslich» πού αναφέρει τό πρωτότυπο κείμενο πρέπει νά ἑρμηνευθεί ὡς «διαλυτός» ἡ μάλλον ὡς «διαιρετός».
( 3 ) Τό πρωτότυπο κείμενο έχει πράγματι ὡς έξης: «Πρέπει, έξ άλλου, νά σημειωθεί ὅτι, ἀναλόγως της κατεργασίας δι' άποστάξεως μέ ἀτμό ύδατος, ἡ δι' εξαντλητικής επεξεργασίας μέ διαλύτες, ορισμένα φυτά (ό δυόσμος έπί παραδείγματι) δύνανται νά παρέχουν αίθέρια έλαια τῆς κλάσεως 33.01 καθώς καί εκχυλίσματα τῆς κλάσεως 13.03».
Full & Egal Universal Law Academy