ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟῦ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ἀΝΕΠΤύΧΘΗΣΑΝ 27 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται γιά μιά ἀγωγή ἀποζημιώσεως πού ἠσκήθη ἀπό μιά γερμανική επιχείρηση τήν ὁποία θά ἀποκαλῶ «Faust».
Ή Faust εἶναι μία ἀπό δέκα επιχειρήσεις πού ἔχουν επιλεγεί ἀπό τήν Taiwan Mushroom Packers United Export Corporation (ἐφ᾽ έξῆς TM), ὀργανισμό πού εκπροσωπεί ὅλους τους παραγωγούς κονσερβών μανιταριών τῆς Ταϊβάν, γιά νά ενεργεί ὡς ἀντιπρόσωπός τῆς γιά τήν διανομή καί εμπορική διάθεση κονσερβών μανιταριών στή Γερμανία, ἡ ὁποία κανονικά ἀπορροφά περισσότερο ἀπό 95 % τοῦ συνόλου τῶν εισαγωγῶν τῆς Κοινότητος σέ κονσέρβες μανιταριῶν. 'Η Faust δέν εἶναι ἡ ίδια εἰσαγωγεύς άλλά παίρνει προμήθεια ἐπί τῶν εισαγωγών πού διαχειρίζεται. Υποστηρίζει ὅτι, λόγω τῶν ληφθέντων ἀπό τήν 'Επιτροπή μέτρων, τά όποια ὅλα προβάλλονται ὡς παράνομα, ἐστερήθη τῆς προμηθείας τήν ὁποία θά ελάμβανε κατά τό 1979 καί τό 1980, ἡ Κοινότης δέ ὑποχρεοῦται νά τήν ἀποζημιώσει. Στην Ταϊβάν, πού ἀντί νά εἶναι, ὅπως συνέβαινε γιά ὁρισμένα ἔτη, ὁ δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγεύς μανιταριών στην Κοινότητα μέ μέσο ὅρο 13000 τόνους ετησίως μεταξύ 1974 καί 1978, επετράπη νά ἀποστείλει στην Κοινότητα μόνο μία ἀμελητέα ποσότητα κατά τό 1979 καί μόνο 1286 περίπου τόνους τό 1980 ἐνῶ, κατά τό 1979, επετράπη στην Κίνα νά εξαγάγει 29000 τόνους καί τό 1980 ἐπε- τράπησαν 28000 τόνοι στην Κίνα καί 4800 τόνοι στην Νότια Κορέα.
Ἡ Ἐπιτροπή, ὀρθώς, δέν ἐπιχειρεί νά ἀμφισβητήσει τό παραδεκτό τῆς ἀγωγής.
"Οπως εδέχθη πρόσφατα τό Δικαστήριο στίς υποθέσεις 197-200, 243, 245 καί 247/80, Ludwigshafener Walzmühle Erling KG καί λοιποί κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής, 17 Δεκεμβρίου 1981 (πού δέν έχουν ἀκόμη δημοσιευθεί στην Συλλογή) ἡ ἐξω-συμβατική ευθύνη τῆς Κοινότητος εξαρτάται ἀπό τρεις ὅρούς: α) παράνομος χαρακτήρας τῶν πράξεων τοῦ εναγομένου ὀργάνου, β) ύπαρξη ζημίας εἰς βάρος τοῦ ενάγοντος καί γ) άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τῆς παρανόμου πράξεως καί τῆς προβαλλόμενης ζημίας.
Στην παρούσα υπόθεση, ἡ Faust προβάλλει ὡς βάση τῆς ἀξιώσεως τῆς τό παράνομο τῶν κανονισμών τῆς Ἐπιτροπής, 3096/76, τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1976 (OJ L 348/26 τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1976), 1102/78, τῆς 25ης Μαΐου 1978 (OJ L 139/26 τῆς 26ης Μαΐου 1978) καί 1449/78, τῆς 28ης 'Ιουνίου 1978 (OJ L 173/25 τῆς 29ης 'Ιουνίου 1978). Ὅλοι ἀφοροῦν μέτρα διασφαλίσεως πού ελήφθησαν ἀπό τήν 'Επιτροπή γιά νά ἀποφευχθεί σοβαρή διαταραχή τῆς κοινοτικής ἀγοράς κονσερβών μανιταριών. Ἡ Ἐπιτροπή έχει πλήρη διακριτική εὐχέρεια κατά τήν άσκηση τῶν νομοθετικών τῆς ἁρμοδιοτήτων ὑπό τό φῶς ὅλων τῶν περιστάσεων, γιά τό ἄν πρέπει νά επιβληθούν ἤ νά ἀρθούν μέτρα διασφαλίσεως, καθώς καί γιά τό εἶδος τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων διασφαλίσεως. Ή Faust ὀφείλει επομένως νά ἀποδείξει ὅτι ἡ 'Επιτροπή, κατά τήν άσκηση τῆς διακριτικῆς τῆς ευχέρειας, βαρύνεται γιά «κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνος δικαίου πού προστατεύει τους ιδιῶτες» προκειμένου νά θεμελιώσει τίς ἀξιώσεις τῆς ὡς πρός τά νομοθετικά μέτρα πού ἐθέσπισε ἡ 'Επιτροπή (πρβλ. ἀποφάσεις 83 καί 94/76, 4, 15 καί 40/77 HNL κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής (1978) ECR 1209, παράγραφος 4 καί γενικό εισαγγελέα Capotorti στή σ. 1229).
Τό νομοθετικό πλαίσιο
Λαμβάνεται ὡς βάση ἡ προηγουμένη καί μεταγενέστερη τῶν προσβαλλομενων κανονισμών νομοθεσία. Τά κύρια χαρακτηριστικά δύνανται νά συνοψισθοῦν ὡς έξῆς:
Στίς 8 Αυγούστου 1974 (δυνάμει τῶν εξουσιών της, βάσει τοῦ κανονισμού τοῦ Συμβουλίου 1427/71, τῆς 2ας 'Ιουλίου 1971, OJ L 151/5 τῆς 7ης 'Ιουλίου 1971, νά λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως σέ περίπτωση σοβαρής διαταραχής τῆς ἀγορᾶς) ἡ 'Επιτροπή ἐθέσπισε τόν κανονισμό 2107/74 (OJ L 218/54 τῆς 9ης Αυγούστου 1974) ó όποιος επέβαλε ὡς ὅρο γιά τήν εισαγωγή στην Κοινότητα κονσερβών μανιταριών τήν κατοχή ἀδείας εισαγωγής. "Αδειες εισαγωγής δέν ἀπητοῦντο ἐφ' ὅσον οἱ τρίτες χώρες ἠδύναντο νά εγγυηθούν ελάχιστες τιμές κατά τήν εισαγωγή στην Κοινότητα, ὅρος πού στή συνέχεια ἀντικατεστάθη ἀπό τόν ὅρο τηρήσεως ἀνωτάτων ποσοτήτων (άρθρο 2 τοῦ κανονισμού τῆς 'Επιτροπής 1869/75, τῆς 22ας 'Ιουλίου 1975, OJ L 190/23 τῆς 23ης 'Ιουλίου 1975).
Μέ τόν κανονισμό 2107/74, ἡ 'Επιτροπή ἐξουσιοδοτήθη νά περιορίσει τήν συνολική ποσότητα τῶν εισαγωγών σέ ποσό πού ἐκφράζεται ὡς εκατοστιαία ἀναλογία μιᾶς «ποσότητος ἀναφοράς» ἡ ὁποία, μετά τήν 1η Αυγούστου 1975, ήταν ἡ εἰσαχθείσα ποσότης κατά τήν ἴδια περίοδο τοῦ 1973. 'Αδειες εἰσαγωγῆς ἐχορηγοῦντο στους αιτούντες γιά ποσότητες πού δέν υπερέβαιναν τήν καθορισθείσα ἀπό τήν 'Επιτροπή εκατοστιαία ἀναλογία τῆς ποσότητος ἀναφοράς, πού ἐστηρίζετο στην ποσότητα πού εισήχθη τό 1973. Αυτοί οἱ περιορισμοί εισαγωγών δέν ἀνεφέροντο ρητώς στην χώρα ἀπό τήν ὁποία προέρχονται οἱ εισαγωγές.
Τό 1976, ὅταν ὅ κίνδυνος σοβαρής διαταραχής τῆς ἀγορας ἐμειώθη, ἡ ἐπιτραπεῖσα εκατοστιαία ἀναλογία ἀνήλθε σέ 100 ο/ο. Τά μέτρα διασφαλίσεως τελικά ἐγκατε-λείφθησαν ὅταν ὁ κανονισμός 3096/76 ήρε τόν κανονισμό 2107/74 μέ έναρξη ισχύος ἀπό τῆς 1ης 'Ιανουαρίου 1977, ἐπειδή ή ἀνάγκη γι' αυτά τά μέτρα εἶχε παρέλθει. Κατόπιν, οἱ εισαγωγές κονσερβών μανιταριών εξακολούθησαν νά υπόκεινται στό σύστημα τῶν ἀδειων πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 1927/75, τῆς 22ας 'Ιουλίου 1975 (OJ L 198/7 τῆς 29ης 'Ιουλίου 1975), γιά ὁρισμένα προϊόντα πού καλύπτονται από τήν κοινή ὀργάνωση τῆς ἀγοράς μεταποιημένων ὀπωροκηπευτικών. Αυτό τό σύστημα ἀδειων δέν επέβαλλε περιορισμούς στίς αιτήσεις ἀδειῶν ἡ στην εἰσαγωγή ἀγαθών, ἀλλά ἐχρησιμοποιήθη ἀπλώς γιά τήν παρακολούθηση τῆς ροῆς τοῦ εμπορίου ὡς πρός τά προϊόντα πού ἐκάλυπτε.
Τό 1977 δέν ἐφηρμόσθησαν μέτρα διασφαλίσεως. Τό έτος αυτό οἱ βασικές διατάξεις γιά τήν κοινή ὀργάνωση ἀγορας μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ἐκωδικο-ποιήθησαν μέ τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 516/77, τῆς 14ης Μαρτίου 1977 (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. 03/017, σ. 226). Τό σύστημα ἀδειων εἰσαγωγῆς πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 1927/75 (πρβλ. άρθρο 10, παράγραφος 1) δέν ἐθίγη ἀπό τόν ἀνωτέρω κανονισμό, ὁ όποιος στό άρθρο 14 προέβλεπε την λήψη μέτρων διασφαλίσεως ὅπου υπήρχε, ἤ ήταν πιθανόν νά υπάρξει, σοβαρή διαταραχή τῆς ἀγορᾶς ενός ή περισσοτέρων προϊόντων πού υπάγονται στην κοινή ὀργάνωση. Τό άρθρο 14, παράγραφος 2, εξουσιοδότεί τήν 'Επιτροπή νά λάβει τά «ἀναγκαία μέτρα» ἄν ἐπαρουσιάζετο μία τέτοια διαταραχή.
Λεπτομερέστεροι κανόνες γιά τήν εφαρμογή τῶν μέτρων διασφαλίσεως καθωρίσθησαν με τόν κανονισμό τοῦ Συμβουλίου 521/77, τῆς 14ης Μαρτίου 1977 (ΕΕ εἰδ. ἔκο. 03/017, σ. 251). Ό κανονισμός αυτός προβλέπει τήν δυνατότητα ἀναστολής εκδόσεως άδειων εισαγωγής, ἀπορρίψεως αιτήσεων άδειων καί επιβολής ελαχίστων τιμῶν εισαγωγής (ἄρθρο 2). Στην παράγραφο 2 τοῦ ἄρθρου 2 ἀναφέρεται ὅτι τά μέτρα αυτά «δέν εἶναι δυνατόν νά ληφθούν παρά κατά τό μέτρο καί γιά τή διάρκεια πού κρίνονται ἀπολύτως ἀναγκαία. Λαμβάνουν ὑπ' ὄψη τήν ιδιαίτερη κατάσταση τῶν προϊόντων κατά τήν διάρκεια τῆς διακινήσεως τους πρός τήν Κοινότητα ... Δύνανται νά περιορισθούν σέ ὁρισμένες προελεύσεις, καταγωγές,...». Τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμού προβλέπει ὅτι εφαρμόζεται «ὑπό τήν προϋπόθεση τῆς τηρήσεως τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό συμφωνίες πού δεσμεύουν τήν Κοινότητα ἐπί διεθνοῦς επιπέδου».
Στίς 3 'Απριλίου 1978 υπεγράφη εμπορική συμφωνία μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τῆς Κίνας (OJ L 123/2 τῆς 11ης Μαΐου 1978) στην ὁποία περιελαμβάνοντο ὁρισμένα άρθρα πού ἐσκόπουν στην αύξηση τοῦ εμπορίου μεταξύ τῶν συμβαλλομένων μερῶν, τό δέ άρθρο 5 προέβλεπε διαβουλεύσεις πρός τόν σκοπό ἀνευρέσεως λύσεων σέ κάθε εμπορικό πρόβλημα πού θά ἠδύνατο νά προκύψει καί λήψη μέτρων ἀντιμετωπίσεως τέτοιων προβλημάτων. Μόλις ἕνα μήνα μετά τήν ὑπογραφή τῆς εμπορικής συμφωνίας, ἡ 'Επιτροπή ἀνέστειλε τήν έκδοση ἀδειων εισαγωγής κονσερβών μανιταριών (κανονισμός 1102/78 πού ἐστηρίζετο στό άρθρο 14, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 516/77. Τό άρθρο 2, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμού 1102/78 εξαιρούσε ἀπό τήν ἀναστολή εκδόσεως ἀδειων εισαγωγής προϊόντα ἀπό τρίτες χώρες πού «ή 'Επιτροπή δέχεται ὅτι εἶναι σέ θέση νά παράσχουν τήν διαβεβαίωση ὅτι οἱ εξαγωγές τους πρός τήν Κοινότητα δέν θά υπερβούν μία ὁρισμένη ποσότητα τήν ὁποία θά έχει ἀποδεχθεί ἡ Ἐπιτροπή». Τό άρθρο 3 ἀνέφερε ὅτι «τό άρθρο 2 εφαρμόζεται υπέρ τῆς Λαϊκής Δημοκρατίας τῆς Κίνας». Ἔτσι, τό σύστημα «ποσοτήτων ἀναφοράς» δέν ἐπανεθεσπίσθη.
Ή Ταϊβάν δέν έτυχε τέτοιας εξαιρέσεως μέχρι τήν θέσπιση τοῦ κανονισμού 1213/78 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 5ης 'Ιουνίου 1978 (OJ L 150/5 τῆς 6ης 'Ιουνίου 1978). Ό κανονισμός αυτός, ὅμως, ήρθη τρεις εβδομάδες ἀργότερα μέ τόν κανονισμό 1449/78. Οἱ εισαγωγές ἀπό τήν Ταϊβάν, στή συνέχεια, εξακολούθησαν νά ἀπαγορεύονται μέχρι τόν 'Απρίλιο 1980. Όσον άφορᾶ τήν Νότιο Κορέα, μόλις τόν Νοέμβριο 1979 ἐχορηγήθη εξαίρεση (κανονισμός 2447/79 τῆς 'Επιτροπής, τῆς 7ης Νοεμβρίου 1979, ΟJ L 279/11 τῆς 8ης Νοεμβρίου 1979). Ό κανονισμός αυτός ήρθη, μέ ἰσχή ἀπό τήν 1η 'Ιανουαρίου 1980, μέ τόν κανονισμό τῆς 'Επιτροπής 2908/79 (OJ L 326/28 τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1979), ὁ όποιος μέ τήν σειρά του προέβλεπε ὅτι, γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης 'Ιανουαρίου ἕως 29 Φεβρουαρίου 1980, αιτήσεις γιά άδειες εισαγωγής κονσερβών μανιταριών ἀπό τήν Κίνα ἡ τήν Νότιο Κορέα πρέπει νά χορηγούνται σέ ἀναλογία 24 ο/ο της ποσότητος πού εισήχθη τό 1977. Στό προοίμιο ὡρίζετο ὅτι, ἐφ' ὅσον οἱ διαπραγματεύσεις μέ τίς χώρες αυτές γιά τόν καθορισμό τῶν ποσοτήτων πού θά ἀνελάμβαναν
νά εξαγάγουν τό 1980 δέν είχαν ἀκόμη ὁλοκληρωθεί, δέν ἐνεδεικνύετο νά διακοπούν οι εμπορικές σχέσεις μαζί τους, εκκρεμούσης τῆς ἐκβάσεως τῶν διαπραγματεύσεων καί, συνεπῶς, ήταν σκόπιμο νά ληφθεῖ προσωρινή μέριμνα γιά τήν χορήγηση ἀδειῶν εισαγωγῆς γιά περιορισμένες ποσότητες μανιταριῶν. Ό κανονισμός 1102/78 ἤρθη μέ τόν κανονισμό τῆς Ἐπιτροπῆς 547/80, τῆς 4ης Μαρτίου 1980 (OJ L 60/16 τῆς 5ης Μαρτίου 1980). Στό προοίμιο αὐτοῦ τοῦ κανονισμού ἀνεφέρετο ἐκ νέου ὅτι ἡ Κίνα καί ἡ Νότιος Κορέα ήταν οἱ κύριοι προμηθευτές τῆς Κοινότητος καί ήταν εἰς θέση νά εξασφαλίσουν ὅτι οἱ εξαγωγές τους πρός τήν Κοινότητα δέν θά υπερέβαιναν τίς ἀπό τήν 'Επιτροπή ἀποδεκτές ποσότητες ἡ έκδοση άδειων εισαγωγής γιά μανιτάρια ἀπό τίς χώρες αυτές έπρεπε συνεπώς νά επιτραπεί ἀπό τήν 1η Μαρτίου ἐπί πλέον, ἡ κατάσταση τῆς ἀγορας εἶχε βελτιωθεί καί ήταν δυνατόν νά χαλαρώσουν τά μέτρα διασφαλίσεως προσωρινώς, επιτρέποντας εισαγωγές περιορισμένων ποσοτήτων ἀπό χώρες πού εξήγαγαν πρός τήν Κοινότητα μικρές ποσότητες τό 1977 καί 1978. Κανένας σχετικός περιορισμός δέν επεβλήθη στίς εἰσαγωγές ἀπό τήν Κίνα καί τή Νότιο Κορέα. Τό άρθρο 2 προέβλεπε τήν χορήγηση ἀδειῶν ὅσον άφορᾶ μανιτάρια ἀπό άλλες χώρες γιά ποσότητες ἕως 10 % τοῦ συνόλου τῶν εισαγωγών κατά τό 1977 καί 1978. Ρητώς, πάντως, «ὑπό τήν επιφύλαξη» τοῦ κανονισμού 548/80 τῆς Ἐπιτροπῆς, πού ἐθεσπίσθη τήν ίδια ήμερα (OJ L 60/18). Στό προοίμιο αυτού τοῦ κανονισμού περιγράφεται ἡ Ταϊβάν ὡς «παραδοσιακός προμηθευτής» τῆς Κοινότητος καί ἀναφέρεται ὅτι δέν ήταν ἀκόμη δυνατόν νά συναχθεί ὅτι ήταν σέ θέση νά περιορίσει τίς εἰσαγωγές της. Τό άρθρο 1, επομένως, ἀνέστειλε τήν έκδοση ἀδειων εισαγωγῆς γιά κονσέρβες μανιταριών ἀπό τήν Ταϊβάν.
Ό κανονισμός 548/80 κατηργήθη ἀπό τόν κανονισμό τῆς Ἐπιτροπῆς 1002/80, της 24ης 'Απριλίου 1980 (OJ L 107/25 τῆς 25ης 'Απριλίου 1980). Στό προοίμιο ἀνεφέρετο ὅτι «τώρα, ἡ Ταϊβάν εἶναι σέ θέση νά ἐξασφαλίσει ὅτι οἱ εξαγωγές τῆς πρός τήν Κοινότητα δέν θά ὑπερβοῦν τίς ποσότητες πού εἶναι ἀποδεκτές ἀπό τήν 'Επιτροπή» καί, συνεπώς, ἡ έκδοση ἀδειων εισαγωγής δύναται νά επιτραπεί.
Οἱ κανονισμοί πού προσβάλλει ή Faust
1. Κανονισμός 3096/76
Ἡ πρώτη πράξη τῆς Ἐπιτροπῆς πού προσβάλλεται ἀπό τήν Faust εἶναι ὁ κανονισμός 3096/76. Δύο ιδίως επιχειρήματα προεολήθησαν γιά νά ἀποδειχθεί ὅτι τό μέτρο αυτό εἶναι παράνομο:
1)
Δέν υπήρχε καμία αἰτία σχετική μέ τήν αγορά πού νά δικαιολογούσε τήν κατάργηση τῶν μέτρων διασφαλίσεως,
2)
ή εγκατάλειψη τοῦ συστήματος έλεγχου τῶν εισαγωγών μέ ποσότητες ἀναφοράς παρεβίασε τίς αρχές τῆς ἰσότητος καί ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων.
Κανένα επιχείρημα, κατά τήν γνώμη μου, δέν εὐσταθεί. Ή Faust δέν επεχείρησε νά ἀμφισβητήσει λεπτομερώς τήν άποψη της 'Επιτροπῆς, πού ἐξεφράσθη στό προοίμιο τοῦ κανονισμού, ὅτι ἡ ἀνάγκη μέτρων προστασίας έτεινε νά εκλείψει. Τά στοιχεία πού ετέθησαν στην διάθεση τοῦ Δικαστηρίου, στό πλαίσιο τῆς παρούσης υποθέσεως, δέν επιτρέπουν νά τεθεί ὑπό ἀμφισβήτηση ἡ άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς καί τό μόνο δυνατό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ή 'Επιτροπή δέν ενήργησε παράνομα καταργώντας τά μέτρα προστασίας. Πράγματι, ἄν ἡ 'Επιτροπή ὀρθώς έκρινε ὅτι εἶχε εκλείψει ἡ ἀνάγκη τους, θά έπραττε κακῶς διατηρώντας τα ἐν ἰσχύι (ἄρθρο 1 τουῦ κανονισμοῦ 1427/71 τοῦ Συμβουλίου).
Ἀκόμη καί ἄν ὁ κανονισμός 3096/76 εθεωρείτο παράνομος, είναι, κατά τήν γνώμη μου, ἀδύνατο να καταδειχθεί ἡ ὕπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ αὐτοῦ καί της ζημίας τήν ὁποία ισχυρίζεται ὅτι υπέστη ή Faust τό 1979 καί 1980. Ή πρόσφορος αἰτιότης τῆς ζημίας αυτής ήταν ἡ επιβολή πλήρους ἀπαγορεύσεως τῶν εισαγωγῶν (έκτός ἀπό χώρες πού συνεφώνησαν νά περιορίσουν τίς εξαγωγές τους πρός τήν Κοινότητα) τό 1978, ὄχι ἡ άρση τῶν εισαγωγικών περιορισμών, πού ἐστηρί-ζοντο σέ μία ποσότητα ἀναφοράς, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 1977.
2. Κανονισμός 1102/78
Ὅσον ἀφορᾶ τόν κανονισμό 1102/78, ή Faust ἀμφισβητεί κατ' ἀρχάς τά πραγματικά γεγονότα βάσει τῶν ὁποίων επεβλήθη ή ἀπαγόρευση τῶν εισαγωγών. Στό προοίμιο ἀναφέρεται ὅτι ἡ ἀπαγόρευση ἐδικαιολογεῖτο διότι α) οἱ μέχρι τίς 23 Μαΐου 1978 χορηγηθείσες άδειες εισαγωγῆς, γιά τίς όποιες εἶχαν υποβληθεί αιτήσεις, ἀφοροῦσαν συνολικά 40914 τόνους, ἐνῶ ὁλόκληρο τό 1977 εἶχαν εισαχθεί μόνο 32900 τόνοι, β) οἱ τιμές προσφοράς γιά μεγάλες ποσότητες τῶν εισαγωγών ήταν 20 έως 30 % χαμηλότερες ἀπό τήν τιμή κόστους τῶν παραγωγών τῆς Κοινότητος, γ) ἀπό τά στοιχεία ἀπεδείχθη ὅτι τό επίπεδο τῶν ἀποθεμάτων κονσερβών μανιταριών στην Κοινότητα ήταν 40 έως 50 % ὑψηλότερο ἀπό ὅ,τι τό 1977.
Δέν ἀμφισβητείται ὅτι οἱ πληροφορίες πού εἶχε ἡ 'Επιτροπή κατά τήν θέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 1102/78 ἀπεδείκνυαν ὅτι είχαν υποβληθεί αιτήσεις γιά άδειες εἰσαγωγῆς γιά 40914 τόνους. Τοῦτο υπερέβαινε κατά πολύ τό σύνολο τῶν εισαγωγών γιά καθένα ἀπό τά δύο προηγούμενα έτη καί, σύμφωνα μέ τά στοιχεία εισαγωγών πού προσεκό-μισε ἡ Faust στό Δικαστήριο, τό επίπεδο τῶν εισαγωγών κατά τό 1978 ήταν τό υψηλότερο ἀπό τό 1959, ἀφ᾽ ὅτου ἤρχισαν νά τηροῦνται στοιχεία. Ή Faust υποστηρίζει ὅτι τά στοιχεία πού προκύπτουν ἀπό τίς αιτήσεις γιά άδειες εισαγωγών εἶναι παραπλανητικά καί τείνουν νά διογκώσουν τό πραγματικό επίπεδο τῶν εισαγωγών. Δέν εἶναι βέβαιο ὅτι επρόκειτο γιά σοβαρές αιτήσεις ἡ ὅτι ἀνεφέροντο σέ μανιτάρια τῆς Ταϊβάν. 'Ακόμη κι ἄν αυτό εἶναι σωστό, ἡ 'Επιτροπή δέν διέθετε τότε καμμία άλλη βάσιμη ένδειξη γιά τό πιθανό ὕψος τῶν εισαγωγών. Ἐν πάση περιπτώσει, ἀκόμη καί ἄν δέν ήταν ἀκριβείς ὅσον ἀφορᾶ τό ἀκριβές ὕψος τῶν εισαγωγών, οἱ ποσότητες γιά τίς όποιες εἶχαν υποβληθεί αιτήσεις γιά άδειες εισαγωγής ήταν σαφής ἀπόδειξη αυξανομένων τάσεων εισαγωγῆς πού θά ἠδύναντο νά διαταράξουν τήν ἀγορά.
Όσον άφορᾶ τά επίπεδα τιμών, ἡ Faust στηρίζεται στίς ἐπίσημες γερμανικές στατιστικές πού ἀποδεικνύουν ὅτι, τό 1978, ὁ μέσος ὅρός τιμών ἀπό τρίτες χώρες ήταν ελάχιστα υψηλότερος ἀπό τίς τιμές τῶν παραγωγών τῆς Κοινότητος. Προφανώς, ὅμως, στίς στατιστικές αυτές επρόκειτο γιά συγκρίσεις τιμών πωλήσεως (συμπεριλαμβανομένου τοῦ δασμοῦ) ἀγαθών ἀπό τρίτες χώρες μέ κοινοτικές τιμές πωλήσεως. Ή 'Επιτροπή προβαίνει σέ διαφορετική σύγκριση, δηλ. μεταξύ τιμών προσφορᾶς ἀπό τρίτες χώρες (χωρίς δασμό) και γαλλικῶν τιμών κόστους, έτσι ώστε τό ἕνα δέν καταρρίπτει τό άλλο. Ἐπί πλέον, οἱ επίσημες γερμανικές στατιστικές στίς όποιες στηρίζεται ἡ Faust εἶναι ετήσιοι ἀριθμοί ἐνῶ ἡ 'Επιτροπή υπογραμμίζει ὅτι κι ἄν οἱ συγκρίσεις γίνουν ἐπί μηνιαίας βάσεως, βάσει τῶν γερμανικών στατιστικών ἀποδεικνύεται ὅτι, έκτός ἀπό τόν Μάϊο 1978 ὁ μέσος ὅρός τιμών πωλήσεως τρίτων χωρών εἶναι χαμηλότερος ἀπό τίς τιμές πωλήσεως στην Κοινότητα.
Ή Faust ὑποστηρίζει ἐπί πλέον ὅτι τό επίπεδο τῶν ἀποθεμάτων δέν ἦταν κατά 40 έως 50% υψηλότερο ἀπό τό 1977. Παραθέτει σχετικά τό παράρτημα ΙΙ τῶν παρατηρήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς στην ὑπόθεση 126/81, Wünsche κατά Γερμανίας, ἀπόφαση τῆς 6ης Μαΐου 1982 (μή εἰσέτι δημοσιευθείσα στην Συλλογή). Κατά τήν Faust, στην Κοινότητα είχαν ἀποθεματοποιηθεῖ 5200 τόνοι τόν Μάϊο 1977 καί 5980 τόνοι τόν Μάϊο 1978. Τοῦτο καταφανώς δέν ἀποτελεῖ αύξηση 40 έως 50 %. Πάντως, φαίνεται ὅτι τά στοιχεία αυτά ἀναφέρονται σέ ἀποθέματα πού υπήρχαν στην Γαλλία. Ή Faust δέν ἀπέδειξε, επομένως, ὅτι τό επίπεδο τῶν ἀποθεμάτων στην Κοινότητα δέν ἀνήλθε στό επίπεδο πού ἀναφέρεται στό προοίμιο.
Δέν μέ ικανοποιεί ὁ ισχυρισμός τῆς Faust, ὅτι ἡ επιβολή τῶν μέτρων διασφαλίσεως ήταν πράγματι ἀδικαιολόγητη καί, γιά τόν λόγο αυτό, ὁ κανονισμός 1102/78 είναι παράνομος. Προεβλήθη ὅτι τό γεγονός ὅτι ὁ κανονισμός ελήφθη μόλις ένα μήνα μετά τήν υπογραφή τῆς εμπορικής συμφωνίας μέ τήν Κίνα καταδεικνύει ὅτι οἱ λόγοι πού ἀνεφέρθησαν γιά τήν λήψη τῶν μέτρων διασφαλίσεως ήταν ἁπλώς προκάλυμμα τῆς ἀλλαγής τῆς εμπορικής πολιτικής τῆς Κοινότητος έναντι τρίτων χωρών συνεπεία τῆς συμφωνίας αυτής. Δέν δέχομαι ὅτι οἱ προ-βληθέντες λόγοι ήταν ἀπλό πρόσχημα ή ὅτι, ἀκόμη καί ἄν ἡ νέα συμφωνία ήταν ένας παράγων πού έπρεπε νά ληφθεί ὑπ' ὄψη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἐστηρίχθη σέ στοιχεία, στά όποια δέν θά έπρεπε νά στηριχθεί, κατά τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 521/77 προκειμένου νά ἀποφασίσει γιά τήν επιβολή ἡ ὄχι μέτρων διασφαλίσεως.
Ή Faust υπεστήριξε επίσης ὅτι, ἀπό ἀπόψεως τιμῆς καί ποσότητος, εἶναι ἀμφίβολο ἄν οἱ εισαγωγές ἀπό τήν Ταϊβάν ήταν ή αιτία τῆς διαταραχής τῆς ἀγοράς τά μέτρα διασφαλίσεως δέν θά έπρεπε επομένως νά ἐφαρμοσθοῦν σ' αυτές, ἡ τουλάχιστον ὄχι τόσο ριζικά ὅπως έγινε. Εἶναι ἀληθές ὅτι ή τιμή τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Ταϊβάν έτεινε νά εἶναι ὑψηλότερη ἀπό αυτή τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Κίνα, ἡ αύξηση ὅμως τοῦ ύψους τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Ταϊβάν κατά τό 1978 ὁμιλεί ἀφ' εαυτής: μέχρι τόν Μάιο οἱ ποσότητες γιά τίς όποιες εἶχαν υποβληθεί αιτήσεις γιά άδειες εισαγωγής, υπερέβαιναν τό σύνολο τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Ταϊβάν τό 1977. 'Ακόμη καί ἄν τό ὕψος τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Ταϊβάν δέν ήταν ὁ κύριος λόγος γιά τήν επιβολή μέτρων διασφαλίσεως (ή αύξηση τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Νότιο Κορέα ήταν ἀναλογικά μεγαλύτερη), δέν φαίνεται βάσιμη ἡ άποψη ὅτι ἡ Ἐπιτροπή έπρεπε νά εἶχε επιβάλει μέτρα διασφαλίσεως μόνο στίς εισαγωγές ἀπό τίς άλλες προμηθεύτριες χώρες.
Πέραν ἀπό τους ἰσχυρισμούς αυτούς πού ἀφοροῦν τά πραγματικά περιστατικά, ὑπεστηρίχθη ὅτι, ἀπό νομικής ἀπόψεως, τό σύστημα πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 1102/78 εἶναι παράνομο. Τό ζήτημα αυτό δύναται νά εξετασθεί σέ δύο μέρη: α) ή νομιμότης τῆς επιβολής ἀπαγορεύσεως τῶν εισαγωγών σέ συνδυασμό μέ τήν εξαίρεση ἀπό τήν ἀπαγόρευση, σέ περίπτωση επιτεύξεως συμφωνίας αυτοπεριορισμοῦ των εξαγωγών β) ἡ νομιμότης τοῦ αποκλεισμοῦ τῆς Ταϊβάν καί τῆς Νοτίου Κορέας ἀπό τήν ἐξαίρεση.
Ό κανονισμός πρέπει κατά πρῶτο λόγο νά εξετασθεί ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψη τόν χρόνο πού ἐθεσπίσθη. Ὑπεστηρίχθη, κατ' ἀρχάς, ὅτι, κατά τό ἄρθρο 40, παράγραφος 3, της συνθήκης, ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς «δύναται νά περιλαμβάνει ὅλα τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39» καί «πρέπει νά περιορίζεται στην επιδίωξη τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39»'κανένας ἀπό τους στόχους αυτούς δέν επιτρέπει στην 'Επιτροπή νά λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψη ἐκτιμήσεις εξωτερικής εμπορικής πολιτικής ἡ νά θεσπίζει μέτρα πού ἀναφέρονται ἀποκλειστικά σ᾿ αυτή τήν πολιτική ὅταν ἀσκεῖ τίς ἐξουσίες τῆς γιά τήν επιβολή μέτρων διασφαλίσεως. Ἐν τούτοις, ὑπεστηρίχθη ὅτι πρόθεση τῆς 'Επιτροπής, οταν ἐθέσπισε τόν κανονισμό 1102/78, ήταν νά ἀποκλείσει ἀπό τήν Κοινότητα τους παραδοσιακούς προμηθευτές κονσερβών μανιταριῶν χάριν τοῦ εμπορίου μέ τήν Κίνα. Συνεπώς, ἡ Ἐπιτροπή ενήργησε έκτός τῶν ἁρμοδιοτήτων της. Ή Ἐπιτροπή δέν ἠρνήθη ὅτι ἐπηρεάσθη ἀπό τήν εμπορική πολιτική τῆς Κοινότητος μέ τίς τρίτες χώρες. 'Εκείνο πού ὑποστηρίζει εἶναι ὅτι ἡ ἀνάγκη νά ληφθούν ὑπ᾿ ὄψη εκτιμήσεις εμπορικής πολιτικής κατά τήν λήψη μέτρων διασφαλίσεως ἀπορρέει ἀπό τό άρθρο 39, παράγραφος 2, στοιχείο γ, τῆς συνθήκης, (δηλαδή ὅτι «στά κράτη μέλη ή γεωργία ἀποτελεί ἕνα τομέα στενά συνδεδεμένο μέ τό σύνολο τῆς οικονομίας») καί ἀπό τήν προτελευταία παράγραφο τοῦ προοιμίου τοῦ κανονισμοῦ 516/77 (δηλαδή ὅτι «ή κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς στόν τομέα τῶν μεταποιημένων προϊόντων μέ βάση τά ὀπωροκηπευτικά πρέπει νά λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψη, παράλληλα καί μέ τόν κατάλληλο τρόπο, τους στόχους πού προβλέπονται στά άρθρα 39 καί 110 τῆς συνθήκης») τόάρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 521/77 προβλέπει ουσιαστικά ὅτι, τά λαμβανόμενα μέτρα διασφαλίσεως τελούν ὑπό τόν ὅρο «τῆς τηρήσεως τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό συμφωνίες πού δεσμεύουν τήν Κοινότητα ἐπί διεθνοῦς επιπέδου» τό δέ άρθρο 3 τῆς εμπορικής συμφωνίας μέ τήν Κίνα ἀναφέρει ὅτι «τά δύο συμβαλλόμενα μέρη θά καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για νά προωθήσουν τήν ἁρμονική ἀνάπτυξη τοῦ μεταξύ τῶν εμπορίου ...». Ἡ εμπορική πολιτική πού εφαρμόζεται στά γεωργικά προϊόντα δέν δύναται επομένως νά αναπτυχθεί ἀνεξάρτητα ἀπό τό γενικό πλαίσιο τοῦ εξωτερικοῦ εμπορίου καί, συνεπώς, ἡ 'Επιτροπή ενήργησε εντός τῶν εξουσιών τῆς κατά τήν παραχώρηση ευνοϊκών ὅρών στην Κίνα.
Ή εμπορική πολιτική τῆς Κοινότητος μέ τρίτες χώρες δέν εἶναι ἀπό τους στόχους πού ἀναφέρονται στό άρθρο 39, τίποτε ὅμως δέν ὑπάρχει στά άρθρα 39 καί 40, ἀπό τό όποιο νά συνάγεται ὅτι δέν πρέπει νά λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψη ἡ εμπορική πολιτική της Κοινότητος κατά τήν επιλογή τῶν μέσων γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων τοῦ άρθρου 39. 'Από τήν φύση τῶν πραγμάτων, ἀμφιβάλλω ἄν ἡ λειτουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς δύναται νά ἀποχωρισθεί ἀπό τήν εμπορική πολιτική τῆς Κοινότητος μέ τρίτες χώρες καί ἀπό τίς διεθνείς τῆς υποχρεώσεις. Τό Δικαστήριο εδέχθη, στην υπόθεση 40/72, Schroeder κατά Γερμανίας (1973) ECR σ. 125, τουλάχιστον σιωπηρώς, ὅτι εἶναι νόμιμο νά λαμβάνονται ὑπ᾿ ὄψη οἱ διεθνείς υποχρεώσεις τῆς Κοινότητος κατά τήν εφαρμογή μέτρων διασφαλίσεως. Τό συμπέρασμα αυτό φαίνεται νά συνάγεται σιωπηρώς στίς υποθέσεις 21 έως 24/72, International Fruit Company κατά Produktschap voor Groenten en Fruit (1972) ECR σ. 1219 καί στην ὑπόθεση 112/80, Dürbeck κατά HZA Frankfurt am Main, Συλλογή 1981, σ. 1095. Ή υπόθεση Schroeder ἀφοροῦσε την συμφωνία συνδέσεως μέ τήν Ἑλλάδα ἡ ὁποία, ὡς εἶναι σαφές ἀπό την υπόθεση 181/73, Haegeman κατά Βελγίου (1974) ECR σ. 449, δέν είναι φυσικά ταυτόσημη μέ συμφωνίες ὅπως ή εμπορική συμφωνία μέ τήν Κίνα, οἱ διαφορές ὅμως μεταξύ τους δέν φαίνεται νά ἔχουν σημασία γιά τόν σκοπό αυτό. Ποια θά ήταν ἡ κατάσταση ἐν ἀπουσία σχετικής διεθνούς συμφωνίας δέν εἶναι ἀναγκαίο νά εξετασθεί στην παροῦσα υπόθεση. Οἱ οικονομικές συνθήκες δικαιολογοῦσαν προσφυγή σέ μέτρα διασφαλίσεως καί, θεσπίζοντας τόν κανονισμό 1102/78, νομίζω ὅτι ή Ἐπιτροπή ἐδικαιοῦτο νά λάβει ὑπ' ὄψη τήν εμπορική πολιτική τῆς Κοινότητος ὅταν ἀπεφάσισε τό εἶδος τῶν ληφθησομένων μέτρων διασφαλίσεως. 'Ενεργώντας έτσι ευρίσκεται εντός τῶν εξουσιῶν της.
Ὑπεστηρίχθη, κατόπιν, ὅτι τό σύστημα πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 1102/78 παρεθίασε τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος διότι ηὐνόησε ὁρισμένες χῶρες πού ήταν διατεθειμένες νά περιορίσουν τίς εξαγωγές τους πρός τήν Κοινότητα. Τά άρθρα 14, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 516/77 καί 2, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμού 521/77 επιτρέπουν μόνο ὅ,τι εἶναι αυστηρώς ἀναγκαίο καί μόνο γιά τό απαραίτητο χρονικό διάστημα. "Αν, ὅμως ἡ 'Επιτροπή ήταν διατεθειμένη νά επιτρέψει γενικῶς εἰσαγωγές, θά ἔπρεπε νά ενεργήσει χρησιμοποιώντας ἕνα σύστημα ποσοτήτων ἀναφορᾶς, δίδοντας έτσι σέ κάθε εισαγωγέα ίσες ευκαιρίες καί επιβαρύνοντας τον μέχρι ἑνός σημείου, πού δέν θά υπερέβαινε τό ἀναγκαίο προκειμένου νά ἀποφευχθεί σοβαρή διαταραχή τῆς ἀγορᾶς. 'Αντιθέτως, ἀποκλείουσα εντελώς τίς ε̞σαγωγές ἀπό τήν Ταϊβάν, ἡ 'Επιτροπή ἐπεβάρυνε κατά υπερβολικό καί μή ἀναγκαίο τρόπο τους εμπορευόμενους μέ τήν ἐν λόγω χώρα.
Στην υπόθεση Dürbeck, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι συμβιβάζεται μέ τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος ἡ προσπάθεια νά εξασφαλισθεί συμφωνία τῶν εξαγωγικών χωρών γιά εκούσιο περιορισμό τῶν εξαγωγών τους πρός τήν Κοινότητα πρίν καταφύγει σέ ἀναγκαστικά μέτρα (πρβλ. σκέψεις 39 καί 40 τῆς ἀποφάσεως). 'Ασφαλώς, ἄν μία εξαγωγική χώρα συμφωνήσει νά περιορίσει τίς εξαγωγές της, ἡ επιβολή μέτρων διασφαλίσεως σαφώς δέν εἶναι ἀναγκαία γιά νά ἀποφευχθεί σοβαρή διαταραχή στην ἀγορά. Θά ήταν, συνεπώς, ἀντίθετη πρός τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος ἡ θέσπιση ενός συστήματος ποσοτήτων ἀναφοράς ή ποσοστώσεων ὅσον ἀφορα τά προϊόντα τῆς ἐν λόγω χώρας. Ή υπερβολική επιβάρυνση κατά τό 1979 καί 1980 τῶν συνήθως εἰσαγόντων ἀπό τήν Ταϊβάν προέκυψε ὄχι ἀπό τό σύστημα πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 1102/78 άλλά ἀπό τήν παράλειψη τῆς χώρας αυτής νά συνάψει συμφωνία αυτοπεριορισμού μέ τήν 'Επιτροπή.
Ή αιτίαση τῆς Faust, κατά συνέπεια, δέν είναι ὅτι ὁ κανονισμός 1102/78 ipso facto, παρεβίασε τήν ἀρχή τῆς ἀναλογικότητος, ἀλλά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο τόν ἐφήρμοσε ή 'Επιτροπή. Τοῦτο, πάντως, δέν άφορᾶ αυτήν καθ' εαυτή τήν νομιμότητα τοῦ συστήματος πού ἐθέσπισε ὁ κανονισμός.
Ὑπεστηρίχθη στην συνέχεια ὅτι ὁ κανονισμός παρεβίασε τήν ἀρχή τῆς προστασίας τῆς δικαιολογημένης ἐμπιστοσύνης επειδή οἱ έμποροι δικαίως θά ἠδύναντο νά ἀναμένουν ὅτι τά υφιστάμενα εμπορικά ρεύματα θά ελαμβάνοντο ὑπ' ὄψη κατά τήν επιβολή μέτρων διασφαλίσεως. Καί αυτό πρέπει νά ἀποκρουσθεί. 'Η εμπορική συμφωνία μέ τήν Κίνα, πού ἐδημοσιεύθη στην 'Επίσημη 'Εφημερίδα, ἔθεσε ὑπ' ὄψη των έμπόρων ὅτι οἱ εμπορικές σχέσεις μεταξύ Κίνας καί Κοινότητος ήταν ἐπί διαφορετικής βάσεως ἀπό αυτές μεταξύ τῆς Κοινότητος καί άλλων τρίτων χωρῶν, ὅπως ή Ταϊβάν καί ἡ Νότιος Κορέα, μέ τίς όποιες δέν υπήρχαν τέτοιες συμφωνίες. Αυτό, σέ συνδυασμό μέ τήν έλλειψη υποχρεώσεως νά ἀκολουθείται ἴση μεταχείριση στίς σχέσεις μέ τίς τρίτες χῶρες (πρβλ. υπόθεση 55/75, Balkan-Import-Export κατά HZA Berlin-Packhof (1976) ECR σ. 19, στην σκέψη 14 τῆς ἀποφάσεως) ἀποκλείει τήν ὕπαρξη κάθε δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ἐν πάση περιπτώσει δύσκολα δύναται νά λεχθεί ὅτι ἡ λήψη μέτρων συνεπεία τῆς μεγάλης αὐξήσεως τών εισαγωγών ἀπό χώρες έκτος τῆς Κοινότητος δέν δύναται λογικώς νά προβλεφθεί ἀπό ένα συνετό επιχειρηματία.
Τέλος, ἡ Faust ισχυρίζεται ὅτι ὁ κανονισμός 1102/78 εἶναι παράνομος επειδή προεκάλεσε διάκριση σέ βάρος τῆς Ταϊβάν. Δέν ἀνεφέρθη καμία ἀρχή τοῦ διεθνούς δικαίου πρός υποστήριξη αὐτοῦ τοῦ ἰσχυ-ρισμοῦ. Όσον άφορᾶ τό κοινοτικό δίκαιο, στην υπόθεση Balkan-Import-Export, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι «δέν υφίσταται στην συνθήκη καμμία γενική ἀρχή πού νά ὑποχρεώνει τήν Κοινότητα, στίς εξωτερικές της σχέσεις, νά παραχωρεί ἀπό κάθε άποψη ἴση μεταχείριση στίς τρίτες χώρες, καί, ἐν πάση περιπτώσει, οἱ εμπορευόμενοι δέν δικαιοῦνται νά στηρίζονται στην ύπαρξη μιᾶς τέτοιας γενικής ἀρχής». Ή Faust επεδίωξε νά τό ἀποφύγει αὐτοεπικα-λουμένη τό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης, τό όποιο ἀναφέρει ὅτι ἡ κοινή ὀργάνωση τῶν γεωργικών ἀγορών «πρέπει νά ἀποκλείσει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ἡ καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος». Ὑπε-στηρίχθη ὅτι ἡ διάκριση μεταξύ Κίνας καί Ταϊβάν έγινε αισθητή ἀπό τους εισαγωγείς καί άλλους επιχειρηματίες τῆς Κοινότητος, ὁρισμένοι ἀπό τους ὁποίους εμπορεύονται μέ τήν Κίνα καί ὁρισμένοι μέ τήν Ταϊβάν. Συνεπώς, ὁ κανονισμός κάνει διάκριση μεταξύ «καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος».
Τό ὅτι ένας εἰσαγωγεύς δύναται νά επικαλεσθεί τό δεύτερο εδάφιο τοῦ ἄρθρου 40, παράγραφος 3, εἶναι σαφές, ἐπί παραδείγματι, ἀπό τήν ὑπόθεση Dürbeck. Δέν είναι ἐξ ίσου σαφές ἄν ὁ ἀντιπρόσωπος μιᾶς τρίτης προμηθευτρίας χώρας, ὅπως ἡ Faust, δύναται ὀρθώς νά θεωρηθεί ὡς παραγωγός ἤ καταναλωτής εντός τῆς Κοινότητος. Κατά τήν γνώμη μου, πάντως, ἡ Faust δύναται νά επικαλεσθεί τήν ἀρχή τῆς μή διακρίσεως επειδή, ὅπως ἐτόνισε τό Δικαστήριο στίς ὑποθέσεις 117/76 καί 16/77, Ruckdeschel κατά HZA (κεντρικοῦ τελωνείου) Hamburg-St. Annen (1977) ECR σ. 1753 στην 7η σκέψη τῆς ἀποφάσεως, τό άρθρο 40, παράγραφος 3, «ἀποτελεί ἀπλώς εἰδική έκφραση τῆς γενικής ἀρχής τῆς ἰσότητος πού εἶναι μία ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου».
'Ακόμη καί ἄν ἀρκεῖ γιά νά συντελεσθεί ή παράβαση τοῦ ἄρθρου 40, παράγραφος 3, τό ὅτι ἡ άνιση μεταχείριση τῶν επιχειρηματιών εντός τῆς Κοινότητος προκύπτει άμεσα ἀπό τήν άνιση μεταχείριση τρίτων χωρών, ἡ διαφορετική μεταχείριση θά ἠδύ-νατο νά ἀποτελέσει διάκριση ἄν ἡ κατάσταση τῶν ἐν λόγω χωρών ήταν ἡ ίδια ή ἀνάλογη. Κατά τό σύστημα τοῦ κανονισμοῦ, προσδιοριστικός παράγων τῆς διαφορετικής μεταχειρίσεως ήταν ἡ ύπαρξη ή ὄχι συμφωνίας αυτοπεριορισμοῦ τῶν
εξαγωγών. Ή εξαίρεση ἀπό την ἀναστολή εκδόσεως άδειων εισαγωγῆς, πού δικαιολογείται ἀπ' αυτό τόν λόγο, δέν συνιστᾶ καθ' ἑαυτή παράνομη διάκριση επειδή οἱ ἀντίστοιχες θέσεις τῶν χωρών, πού ἀπεδέχθησαν περιορισμούς τοῦ ύψους των εξαγωγών τους πρός τήν Κοινότητα, καί ἐκείνων πού δέν τους ἀπεδέχθησαν, εἶναι ἀνόμοιες. Δικαιολογείται ἀντικειμενικά ή επιβολή περιορισμῶν στίς εισαγωγές ἀπό τίς τελευταῖες ἀλλά ὄχι ἀπό τίς πρώτες, επειδή μόνον οἱ είσαγωγές ἀπό τίς χώρες πού ἠρνήθησαν νά περιορίσουν τίς εξαγωγές τους εξακολουθοῦν νά ἀποτελούν ἀπειλή γιά τήν αγορά.
Ὑπ' αυτές τίς συνθήκες, τό γεγονός ὅτι ὁρισμένοι εισαγωγείς έχουν συναλλαγές μέ χώρες πού δέχονται περιορισμό τῶν εξαγωγών τους, ἐνῶ άλλοι μέ χώρες πού δέν δέχονται, ἀποδεικνύει ὅτι στην πραγματικότητα, οἱ θέσεις τους δέν εἶναι ούτε ίδιες ούτε ἀνάλογες. 'Επί πλέον, τό γεγονός αυτό δύναται ἐν πάση περιπτώσει νά θεωρηθεί, κατά τήν γνώμη μου, ὡς ἀντικειμενική δικαιολόγηση κάθε διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ τῶν ἐν λόγω εισαγωγέων καί ὡς ένδειξη ὅτι δέν εἶναι αυθαίρετη. Κατά συνέπεια, δέν νομίζω ὅτι ή μεταχείριση, γιά τήν ὁποία παραπονείται ή Faust, δύναται ὀρθώς νά χαρακτηρισθεί ὡς συνιστώσα διάκριση μεταξύ καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος πού ἀπαγορεύεται ἀπό τήν συνθήκη.
Γιά τους λόγους αὐτούς, τό σύστημα τοῦ κανονισμού 1102/78 δέν δύναται νά θεωρηθεί ὡς παράνομο ἤ άκυρο.
Θά εξετάσω τώρα τήν νομιμότητα τοῦ ἀποκλεισμού τῆς Ταϊβάν ἀπό τήν εξαίρεση τοῦ άρθρου 1 τοῦ κανονισμού. Ή Faust διατείνεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν ἐπεθύμει τήν σύναψη συμφωνίας γιά εύλογο περιορισμό τῶν εξαγωγών τῆς Ταϊβάν πρός τήν Κοινότητα καί ὅτι τούτο ἀποδεικνύει τήν προκατάληψη τῆς Ἐπιτροπῆς κατά τῆς Ταϊβάν. 'Αντιθέτως, ἡ 'Επιτροπή υποστηρίζει ὅτι διαπραγματεύσεις μέ τήν ΤΜ διεξήχθησαν στίς αρχές 'Ιουνίου 1978, πού κατέληξαν σέ συμφωνία ὅτι δέν θά εξαχθούν περισσότερα ἀγαθά στην Κοινότητα. Τότε, ὁ κανονισμός 1102/78 εἶχε, βεβαίως, ἤδη θεσπισθεί, ἡ 'Επιτροπή ὅμως ήρε τά μέτρα διασφαλίσεως έναντι τῆς Ταϊβάν, μέ τόν κανονισμό 1213/78.
Ή μόνη ἀπόδειξη πού διαθέτει τό Δικαστήριο εἶναι μιά σειρά τηλετυπημάτων, μεταξύ προφανώς τῆς ΤΜ καί τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς στην Ευρώπη, τά όποια προσκόμισε ἡ Faust. Τά τηλετυπήματα αυτά επιβεβαιώνουν ὅτι ἡ 'Επιτροπή επεδίωκε περιορισμό τῶν εξαγωγών τῆς Ταϊβάν πρός τήν Κοινότητα, τόν 'Απρίλιο. Στίς 17 Ἀπριλίου εστάλη στην ΤΜ τηλετύπημα ἀπό τόν ἀντιπρόσωπό τῆς ἀναφέροντας ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἀνεκάλυψε ὅτι ἡ ποσότης τῶν κονσερβών μανιταριών τῆς Ταϊβάν, γιά τά όποια είχαν ζητηθεί μέχρι τίς 7 'Απριλίου άδειες εισαγωγής ἀνήρχετο σέ 6796 τόνους καί ὅτι ήταν ὑπό σκέψη ἡ λήψη μέτρων διασφαλίσεως. Προκειμένου νά λάβει μία τέτοια ἀπόφαση, ἐπεθύμει νά γνωρίζει τά σχέδια πωλήσεων τῆς ΤΜ γιά τό 1978. Σέ τηλετύπημα τῆς 21ης 'Απριλίου ἐγνωρίζετο στην ΤΜ ὅτι, μέχρι τήν 18η 'Απριλίου, οἱ αιτηθείσες ποσότητες ἀνήλθαν σέ 10170 τόνους καί ἡ 'Επιτροπή τῆς ἐζήτει νά μειώσει τίς εξαγωγές της. Ή ΤΜ ἀπήντησε τήν 25η 'Απριλίου λέγοντας ὅτι ήθελε νά πληροφορηθεί τίς προτάσεις πού εἶχε νά κάνει ἡ 'Επιτροπή. Στίς 17 Μαΐου ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ΤΜ έστειλε τηλετύπημα ὅτι ἐπέκειτο ἡ επιβολή μέτρων διασφαλίσεως επειδή οἱ εξαγωγές τῆς Ταϊβάν έφθασαν τους 11200 τόνους καί ὅτι ἡ Ἐπιτροπή υπέδειξε στην ΤΜ νά μήν εισαγάγει τίποτε ἀπό τόν Αύγουστο μέχρι τόν Νοέμβριο. Κατέληγε δέ ζητώντας ὁδηγίες γιά νά γίνουν διαπραγματεύσεις μέ τήν Ἐπιτροπή.
Μέ τηλετύπημα τῆς 19ης Μαΐου, ἡ ΤΜ ἐζήτησε ἀπό τόν ἀντιπρόσωπό τῆς νά γνωρίσει στην 'Επιτροπή ὅτι ἀρχικά ἐπροτίθετο νά πωλήσει 200000 κιβώτια ἀπό τόν Αύγουστο μέχρι τόν Νοέμβριο, άλλα τούτο ἐξηρτατο ἀπό τήν κατάσταση τῆς ἀγορᾶς. Στίς 21 Μαΐου ὁ ἀντιπρόσωπός της ἀπήντησε ὅτι ἡ 'Επιτροπή ήθελε εγγυήσεις ὅτι δέν θά διενεργοῦντο ἐπί πλέον εξαγωγές ἀπό τόν Αύγουστο, διαφορετικά θά ελαμβάνοντο μέτρα διασφαλίσεως. Τό τηλετύπημα κατέληγε «παρακαλοῦμε, ἀπαντήσατε επειγόντως». Στίς 23 Μαΐου, ἡ ΤΜ ἀπήντησε μέ τηλετύπημα, μεταξύ άλλων, ὅτι «γιά νά δείξουμε τήν επιθυμία συνεργασίας μας μέ τήν ΕΚ (Ἐπιτροπή) διαβεβαιοῦμε ὅτι δέν θά υπάρξει ενεργός πώληση στην ΔΓ (Δυτική Γερμανία) ἐπί τοῦ παρόντος καί ὑποσχόμεθα ὅτι θά έχουμε διαβουλεύσεις μέ τήν ΕΚ πρίν ἀναλάβουμε οποιαδήποτε νέα ενέργεια». Στό τηλετύπημα αυτό ἀπεδέχετο ὅτι ἐπώλησε 11711 τόνους στην Κοινότητα.
Ὁ δικηγόρος τῆς Faust υπεστήριξε ὅτι ή ΤΜ παρέσχε τήν εγγύηση πού ἐζήτει ἡ 'Επιτροπή στό τηλετύπημα αυτό. 'Επειδή αὐτό εστάλη στόν ἀντιπρόσωπο τῆς ΤΜ καί όχι ἀπ᾽ ευθείας στην 'Επιτροπή, δέν υπάρχει ἀπόδειξη ὅτι ἡ τελευταία ήταν ενήμερη ὅτι οἱ εγγυήσεις είχαν παρασχεθεί πρό τῆς θεσπίσεως τοῦ κανονισμού καί ήμουν διατεθειμένος, ἐπί τῆ βάσει ὅσων κατετέθησαν, νά εκλάβω ὅτι ἡ 'Επιτροπή δέν είχε πράγματι ενημερωθεί γιά τό τηλετύπημα. Ὑπ᾽ αυτές τίς συνθήκες, ἡ παράλειψη εξαιρέσεως τῆς Ταϊβάν ἀπό τήν ἀναστολή εκδόσεως ἀδειῶν εισαγωγής δέν ήταν, κατά τήν γνώμη μου, παράνομη διότι ἀπό τά προσκομισθέντα στό Δικαστήριο, στοιχεία δέν προκύπτει ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ὠθήθη ἀπό μή θεμιτό κίνητρο, ὅπως ἀπό πρόθεση νά διακόψει εντελώς τό εμπόριο μέ τήν Ταϊβάν, πράγμα πού ἀντιτίθεται στην πρόθεση νά ἀποφευχθεί σοβαρή διαταραχή τῆς ἀγοράς. Δέν υπήρξε επίσης πειστική ἀπόδειξη ὅτι, στίς διαπραγματεύσεις, πού έλαβαν χώραν τό 1978, ἡ 'Επιτροπή ἐτήρησε μεροληπτική στάση κατά τῆς Ταϊβάν ἡ επεδίωξε νά επιβαρύνει δυσαναλογος τους εισαγωγείς ἀπό τήν Ταϊβάν. 'Επί παραδείγματι, ὁ δικηγόρος τῆς Faust ἀνέφερε στην ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση ὅτι συνεφωνήθη, ὅτι ἡ ΤΜ θά ἠδύνατο νά εξαγάγει 12600 τόνους στην Κοινότητα τό 1978, δηλαδή υπάρχει αύξηση κατά 21,7 ο/ο πέραν τῆς ἐξαχθείσης τό 1977 ποσότητος. Κατά τόν εκπρόσωπο τῆς Ἐπιτροπῆς ή συμφωνία μέ τήν Κίνα περιώριζε τίς εξαγωγές τῆς σέ 18000 τόνους, δηλαδή μία αύξηση κάπως μικρότερη ἀπό 19 % ἀπό τήν ποσότητα πού εξήχθη τό 1977 στην Κοινότητα.
Κατά τήν συζήτηση ὅμως τῆς ὑποθέσεως 245/81, Edeka Zentrale κατά 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας, ὁ εκπρόσωπος τῆς 'Επιτροπής, παρεδέχθη ὅτι ήταν γνωστό στην 'Επιτροπή τό τηλετύπημα τῆς 23ης Μαΐου πρό τῆς θεσπίσεως τοῦ κανονισμοῦ 1102/78. Ή θέση τῆς 'Επιτροπής ήταν ὅτι τό τηλετύπημα έφθασε πολύ ἀργά καί ὅτι, ἄν ἡ 'Επιτροπή ἀφίστατο τῆς επιβολής μέτρων διασφαλίσεως, θά έπρεπε νά επιτρέψει τήν εισαγωγή στην Κοινότητα καί τῶν 17528 τόνων κονσερβῶν μανιταριών τῆς Ταϊβάν, γιά τά όποια εἶχαν υποβληθεί μέχρι τίς 25 Μαΐου αιτήσεις γιά άδειες εισαγωγῆς. «Πολύ ἀργά» προφανώς ἐσήμαινε ὄχι τόσο πολύ ώστε νά ήταν ἀπό διοικητικής ἀπόψεως ἀδύνατο νά περιληφθεί ἡ Ταϊβάν μαζί μέ τήν Κίνα στό άρθρο 3 τοῦ κανονισμού ὅσο τό ὅτι ἡ Ἐπιτροπή ἀπέσυρε τήν προσφορά πού ὑποτίθεται ὅτι ἀπεδέχθησαν οἱ παραγωγοί τῆς Ταϊβάν στό τηλετύπημα τῆς 23ης Μαΐου, ἐξ αἰτιας τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ αιτήσεων γιά πιστοποιητικά εισαγωγής. Θά ἐδεχόμουν ὅτι ἡ παράλειψη νά συμπεριληφθεί ἡ Ταϊβάν στό άρθρο 3 ἐδικαιολογήθη ἐπί διαφορετικής βάσεως. Πάντως, ἀκόμη καί ἄν ὁ ἀρχικός ἀποκλεισμός τῆς Ταϊβάν ἀπό τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμού 1102/78 ἠδύνατο νά θεωρηθεί ὡς ἀθέμιτος, ή παράνομη κατάσταση διήρκεσε μόνο μιάμισυ εβδομάδα, δεδομένου ὅτι ἡ κατάσταση ἀπεκατεστάθη τήν 5η 'Ιουνίου 1978 μέ τήν έκδοση τοῦ κανονισμού 1213/78 καί δέν δύναται νά ὑπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αὐτοῦ καί τῆς ζημίας πού Ισχυρίζεται ὅτι υπέστη ἡ Faust τό 1979 καί τό 1980.
3. Κανονισμός 1449/78
Ἡ Faust Ισχυρίζεται ὅτι ὁ κανονισμός 1449/78, ὁ όποιος επανέφερε τήν ἀναστολή εκδόσεως τῶν ἀδειῶν εισαγωγής τρεις εβδομάδες μετά τήν θέσπιση τοῦ κανονισμού 1213/78, εἶναι παράνομος διότι
α)
παρεβίασε τήν ἀπαγόρευση διακρίσεων
β)
δέν ἠτιολόγησε τήν κατάργηση τοῦ κανονισμοῦ 1213/78
γ)
δέν ἐστηρίζετο σέ πλήρη εκτίμηση τῆς καταστάσεως, άλλά ελήφθη γιά πολιτικούς λόγους.
Στό προοίμιο τοῦ κανονισμοῦ 1449/78 ἀναφέρεται ὅτι ὁ κανονισμός ελήφθη διότι ὁ μεγάλος ἀριθμός τῶν αιτήσεων γιά άδειες εισαγωγής «υποχρεώνει» τήν 'Επιτροπή νά δεχθεί ὅτι οἱ όροι γιά τήν μή εφαρμογή των μέτρων διασφαλίσεως «δέν πληρούνται πλέον». Αὐτό πού φαίνεται ὅτι συνέβη εἶναι ὅτι μέ τήν άρση τῶν μέτρων διασφαλίσεως, οἱ εισαγωγείς υπέβαλαν αιτήσεις γιά άδειες εἰσαγωγῆς. Ή Ταϊβάν δέν ἠδύνατο νά τους εμποδίσει σ᾿ αυτό, καί, ἐν πάση περιπτώσει, φαίνεται ὅτι ὑπήρχαν προμήθειες κονσερβών μανιταριών τῆς Ταϊβάν στην παγκόσμια ἀγορά, τήν εισαγωγή τῶν ὁποίων στην Κοινότητα δέν ἠδύνατο νά εμποδίσει ἡ Ταϊβάν. Πράγματι, δέν υπάρχει επαρκής ἀπόδειξη ὅτι ἡ ΤΜ παρέβη την ἀναληφθείσα έναντι τῆς Ἐπιτροπῆς υποχρέωση τῆς (ἄν καί ἡ 'Επιτροπή φαίνεται νά τό εἶχε σκεφθεί τότε). 'Αλλά, πρό τῶν ὑποβληθεισῶν αιτήσεων γιά πιστοποιητικά εἰσαγωγῆς, δέν δύναται νά λεχθεί ὅτι ή 'Επιτροπή δέν ήταν δικαιολογημένη νά επιβάλει ἐκ νέου μέτρα προστασίας γιά νά ἐμποδισθοῦν περαιτέρω εισαγωγές ἐνῶ ή υπόθεση ἐξητάζετο περαιτέρω, άσχετα μέ τό ποιά ἐνόμιζε ἡ 'Επιτροπή ὅτι ήταν ή αἰτια τῆς αυξήσεως. Δέν βλέπω νά υπάρχει πράγματι καμμία ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἰδιαίτερη αυτή μεταβολή ἐστηρίζετο ἐξ ὁλοκλήρου σέ πολιτικούς λόγους. Μόνο ἡ Ταϊβάν καί ή Κίνα εἶχαν, σ᾿ αὐτό τό στάδιο, ἀναλάβει υποχρεώσεις ἔναντι τῆς Ἐπιτροπῆς καί ή ἀπειλή νέων εισαγωγών ἀνέκυψε μόνο σέ σχέση μέ κονσέρβες μανιταριών ἀπό τήν Ταϊβάν.
Τό περισσότερο πού δύναται νά λεχθεί είναι ὅτι δέν θά ἀνέκυπτε πιθανότατα ή κατάσταση αυτή ἄν τό σύστημα τῶν ἀδειῶν εἰσαγωγῆς πού 'ίσχυε τότε περιελάμβανε τά στοιχεία πού ἀργότερα ἐθεσπίσθησαν τό 1980. 'Επί παραδείγματι, στον κανονισμό 547/80 ἡ έκδοση ἀδειων εισαγωγῆς μανιταριών ἀπό την Νότιο Κορέα καί τήν Κίνα ὑπέκειτο στην προσκόμιση έγγράφου, εκδιδομένου ἀπό τήν κυβέρνηση τῆς χώρας εξαγωγῆς ἡ κατ' εξουσιοδότηση τῆς περί τοῦ ὅτι επιτρέπεται ή εξαγωγή συγκεκριμένης ποσότητος μανιταριῶν. "Αν αύτη ἡ στοιχειώδης προφύλαξη είχε ληφθεί τό 1978, ἡ Ἐπιτροπή θά ήταν εἰς θέση νά γνωρίζει ἀσφαλῶς ἄν ή συμφωνία αυτοπεριορισμοῦ ἐτηρεῖτο ἡ ὄχι. Όπως ήταν τότε τά πράγματα, δέν υπήρχε ὁ ἀναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ εισαγωγείς ἐζήτουν άδειες εισαγωγής καί τοῦ συμπεράσματος στό όποιο προφανώς κατέληξε ἡ Ἐπιτροπή ὅτι οἱ παραγωγοί τῆς Ταϊβάν εἶχαν συμφωνήσει νά εξαγάγουν περισσότερες κονσέρβες μανιταριών.
Ή ἀπουσία ἀπό τό σύστημα, πού εφήρμοζε ή 'Επιτροπή τό 1978, διατάξεως πού θά καθιστοῦσε δυνατή αυτή τήν σύνδεση μἐ κάποιο εύλογο καί παραδεκτό βαθμό βεβαιότητος είναι, θεωρούμενη ἐκ τῶν υστέρων, ιδιαίτερα ἀτυχης άλλά, κατά τήν άποψη μου, δέν εἶναι ἱκανή νά συμπαρασύρει τήν ἀκυρότητα ολοκλήρου τοῦ συστήματος.
Δέν θεωρώ ὅτι ἀπεδείχθη ὅτι ὁ κανονισμός 1449/78 ήταν παράνομος. 'Ακόμη καί ἄν ήταν, δέν υπάρχει άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αὐτοῦ καί τῆς ζημίας πού ισχυρίζεται ὅτι υπέστη ἡ Faust τό 1979 καί τό 1980. Ἐθεσπίσθη ἐν ὄψει τῆς διαβεβαιώσεως τῆς ΤΜ ὅτι θα προέβαινε σέ περισσότερες πωλήσεις τό 1978. Ή συνέχιση της εφαρμογής μέτρων διασφαλίσεως τό 1979 ὠφείλετο στην ἀποτυχία συνάψεως συμφωνίας ἐπί τοῦ περιορισμοῦ τῶν εξαγωγών τῆς Ταϊβάν στην Κοινότητα τό έτος αυτό. Ή επελθούσα τό 1980 ζημία ὠφείλετο, ὁμοίως, στό ὅτι οἱ διαπραγματεύσεις ὡδήγησαν σέ συμφωνία περί εξαγωγής μιᾶς μικρής μόνο ποσότητος στην Κοινότητα τόν 'Απρίλιο.
Τά μετά τό 1978 γεγονότα
'Ακόμη καί ἄν γίνει δεκτό ὅτι δέν ἀπεδείχθη τίποτε γιά τήν ἀκυρότητα τοῦ συστήματος κατά τόν χρόνο πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 1102/78, δύναται, πάντως, νά υποστηριχθεί ὅτι ὁ κανονισμός δέν θά ἠδύνατο πλέον νά εφαρμόζεται νομίμως (ή ἀκόμη ὅτι έπαυσε αυτομάτως νά ισχύει δυνάμει τοῦ ἄρθρου 14, παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ 516/77 καί τοῦ ἄρθρου 2, παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 521/77), μόλις ή κατάσταση τῆς ἀγορᾶς τό 1979 ἡ τό 1980 θά ήταν τέτοια ώστε ἡ συνέχιση τῆς εφαρμογής μέτρων διασφαλίσεως νά μή ήταν ἀναγκαία γιά τήν προστασία τῆς ἀπό σοβαρή διαταραχή; Δέν ὑπεστηρίχθη, οὔτε ἀπεδείχθη ὅτι δέν ήταν κάν πράγματι δικαιολογημένη ἡ εφαρμογή μέτρων διασφαλίσεως στά δύο αὐτά έτη. Οὔτε, νομίζω, ἀπεδείχθη τίποτε πού νά δημιουργεί ἀμφιβολία ὡς πρός τήν ἀρχική πρόθεση σέ ἀναφορά μέ τά γεγονότα πού ἐπηκολούθησαν στα επόμενα έτη. Τά παράπονα τῆς Faust ἀναφέρονται στίς διαπραγματεύσεις τῆς Ἐπιτροπῆς μέ τήν Ταϊβάν καί στην μεταχείριση τῆς τό 1979 καί 1980. "Αν δέν συνήφθη συμφωνία ἐπί τοῦ περιορισμοῦ τῶν εξαγωγών δέν υπήρχε, γιά τόν λόγο αυτό, καμμία δικαιολογία γιά νά εφαρμοσθεί τό άρθρο 2 τοῦ κανονισμοῦ 1102/78, ώστε νά εξαιρεθεί ἡ Ταϊβάν, έκτός ἄν ἠδύνατο νά λεχθεί ὅτι οἱ απαιτήσεις τῆς 'Επιτροπής ἀπό τήν Ταϊβάν, σέ ἀντίθεση μέ άλλες χώρες, συνιστοῦσαν εντελώς ἀδικαιολόγητη εφαρμογή τοῦ συστήματος.
Κατά τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ 1979 ή Κίνα ήταν ο μόνος προμηθευτής πού ἐξη-ρέθη ἀπό τήν ἀπαγόρευση εισαγωγής. Ό εκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς εξήγησε ὅτι τοῦτο ὠφείλετο στό ὅτι μόνο ἡ Κίνα ήταν διατεθειμένη νά περιορίσει τίς εξαγωγές της σέ 20000 τόνους. Στό τέλος τοῦ ἔτους, ὅμως ἡ Νότιος Κορέα συνεφώνησε νά εξαγάγει 1500 τόνους καί συνεπῶς ἐξηρέθη ἀπό τήν σχετική ἀπαγόρευση εἰσαγωγῆς. Οἱ 1500 τόνοι φαίνεται ὅτι συνίσταντο σέ μία ἡ δύο ἀποστολές πού ἀρχικά είχαν εξαχθεί στίς 'Ηνωμένες Πολιτείες τῆς 'Αμερικής ἀλλα γιά υγειονομικούς λόγους ἀπη-γορεύθη ἡ εισαγωγή τους καί είχαν έκτοτε ἀποθηκευθεί στην Βρέμη.
Οἱ στατιστικές τῶν εισαγωγών γιά τό 1979 δέν ἀναφέρουν ἄν εισήχθησαν στην Κοινότητα, τουλάχιστον αυτό τό έτος. Φαίνεται ὅτι ἡ 'Επιτροπή ήταν διατεθειμένη νά δεχθεί ὄχι περισσότερους ἀπό 1000 τόνους ἀπό τήν Ταϊβάν, επειδή έκρινε ὅτι αὐτή ήταν ἡ κατάλληλη ποσότης ἐν ὄψει τῆς καταστάσεως τῆς ἀγοράς. Οἱ παραγωγοί της Ταϊβάν ἠρνήθησαν νά τό δεχθούν καί δέν συνήφθη συμφωνία αυτό τό έτος. Παρά ταῦτα, γιά τόν ἕνα ἡ γιά τόν άλλο λόγο, ή 'Επιτροπή επέτρεψε στην Κίνα νά εισαγάγει σχεδόν 10000 τόνους περισσότερους ἀπό τήν συμφωνηθείσα ποσότητα.
Ή ιστορία, τό 1980, εἶναι περίπου ἡ 'ίδια. Στην Ταϊβάν ἐπροτάθησαν 1000 τόνοι πάλι, τους ὁποίους τελικά εδέχθη. Ό δικηγόρος τῆς Faust ἀνέφερε ὅτι ἡ ἀποδοχή δέν ήταν εντελώς ἑκούσια καί, στή συζήτηση, ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς δέν διεφώνησε.
Στην υπόθεση Edeka, κατετέθη ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὅτι συνήφθη συμφωνία μέ τήν Κίνα στίς 23 'Ιανουαρίου 1979 γιά περιορισμό τῶν εξαγωγών τῆς στην Κοινότητα σέ 20000 τόνους. Ή συμφωνία αύτη ελάμβανε ὑπ' ὄψη τήν εμπορική συμφωνία τοῦ 1978 καί τό εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ Κίνας καί Κοινότητος. 'Αμφότερα τά μέρη, πάντως, συνεφώνησαν ὅτι ἡ ποσότης θά ἠδύνατο νά αυξηθεί ἡ νά μειωθεῖ ἄν τό επέτρεπε ἡ τό ἀπαιτοῦσε ἡ ἀγορά. Διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν μέ τήν Νότιο Κορέα στίς 11 'Απριλίου. Ή Νότιος Κορέα ἀρχικά προέτεινε νά αὐτοπεριορισθεῖ σέ 6500 τόνους, άλλά ἡ 'Επιτροπή ήταν διατεθειμένη νά δεχθεί μόνο έναν ετήσιο περιορισμό 4000 τόνων σέ περίπτωση πού ή κατάσταση τῆς ἀγοράς θά ἐγένετο καί πάλι ὁμαλή. Συνεπώς, δέν επετεύχθη τότε συμφωνία. Περαιτέρω διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν μέ τήν Κίνα τόν 'Ιούλιο πού κατέληξαν σέ αύξηση τῆς συμφωνηθείσης ποσότητος κατά 2500 τόνους. Τοῦτο ὠφείλετο στό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή ὑπελόγιζε ὅτι ἡ ἀγορά ἠδύνατο νά ἀπορροφήσει ἀκόμη 4000 τόνους χωρίς νά υπάρξει περαιτέρω διαταραχή. Είναι ἀσαφές, άλλά πιθανόν, ὅτι ἡ ποσότης αυτή εἶναι ἡ ἀρχικά προσφερθείσα καί ἀποκρουσθείσα ἀπό τήν Νότιο Κορέα. Τόν Αύγουστο ἡ 'Επιτροπή επέτρεψε τήν εἰσαγωγή 6500 ἀκόμη τόνων ἀπό τήν Κίνα. 'Επρόκειτο γιά κονσέρβες μανιταριών πού ήταν ἐν πλῶ πρός τήν Κοινότητα. Τέλη Σεπτεμβρίου επετεύχθη συμφωνία μέ τήν Νότιο Κορέα γιά περιορισμό τῶν εξαγωγών τῆς σέ 1500 τόνους, προφανώς ἡ ποσότης πού παρέμεινε μετά τήν συμφωνία τοῦ 'Ιουλίου μέ τήν Κίνα. Ή Νότιος Κορέα δέν φαίνεται νά έκανε χρήση καί τέλος τοῦ έτους ἡ Ἐπιτροπή ἤρχισε διαπραγματεύσεις μέ τήν Ταϊβάν γιά περιορισμό τῶν εξαγωγών τῆς σέ 1000 τόνους. Οἱ παραγωγοί τῆς Ταϊβάν προφανώς προέτειναν τήν εξαγωγή στήν Κοινότητα 11000 τόνων, φαίνεται ὅμως ὅτι ήταν διατεθειμένοι νά διαπραγματευθούν τήν ποσότητα. 'Εν τούτοις, σύμφωνα μέ τίς δοθείσες στό Δικαστήριο πληροφορίες, ή 'Επιτροπή δέν έκανε καμμία προσφορά πρίν ἀπό τό τέλος τοῦ έτους γιά τόν λόγο ὅτι, ἐξ αἰτιας τῆς πλημμυρίδος εισαγωγών τοῦ προηγουμένου ἔτους, τῆς συμφωνηθείσης μέ την Κίνα ποσότητος καί τῶν ποσοτήτων πού πράγματι είχαν παραδοθεί ἀπό αύτη, ή κατάσταση τῆς ἀγορᾶς δέν ἠνείχετο περαιτέρω εισαγωγές.
Σύμφωνα μέ τά προσκομισθέντα στό Δικαστήριο στοιχεία, στην πραγματικότητα ἡ Κίνα, τό 1979, εξήγαγε κάπου 29604,9 τόνους στην Κοινότητα, ἡ Νότιος Κορέα 37,3 καί ἡ Ταϊβάν 55,3 τόνους.
Γιά τό 1980, ἡ 'Επιτροπή φαίνεται ὅτι ἀπεφάσισε νά περιορίσει τίς εισαγωγές σέ 32000 τόνους. Στίς 4 Φεβρουαρίου συνεφώνησε μέ τήν Νότιο Κορέα περιορισμό των εξαγωγῶν τῆς σέ 5000 τόνους καί ἐπηκολούθησε παρόμοια συμφωνία μέ τήν Κίνα, στίς 22 Φεβρουαρίου, γιά 23000 τόνους. Ή 'Επιτροπή ἀπεφάσισε νά κρατήσει γιά ἄλλες τρίτες χώρες προμηθεύτριες, (έκτός ἀπό τήν Κίνα, τήν Νότιο Κορέα καί τήν Ταϊβάν) περί τους 3000 τόνους καί, κατά συνέπεια, προσέφερε μόνο 1000 στην Ταϊβάν. Ή προσφορά αυτή έγινε δεκτή τήν 24η 'Απριλίου καί τά μέτρα διασφαλίσεως ἤρθησαν. Τό 1980, ἡ Κίνα εξήγαγε 27957,4 τόνους στην Κοινότητα, ή Νότιος Κορέα 4408,6 καί ἡ Ταϊβάν 1286,7 τόνους.
Ή μόνη εξήγηση πού εδόθη ἀπό τήν 'Επιτροπή γιά τά δύο αυτά έτη εἶναι ὅτι, συνεπεία τοῦ ἐκ νέου προσανατολισμοῦ τῆς εμπορικής πολιτικής τῆς Κοινότητος, πού ἐξεφράσθη μέ τήν εμπορική συμφωνία τοῦ 1978 μέ τήν Κίνα, ἡ Ἐπιτροπή εἶχε τήν άποψη ὅτι ὑπεχρεοῦτο νά ευνοήσει τό εμπόριο μέ τήν Κίνα καί συνεπώς τῆς προσέφερε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς συνολικής ποσότητος κονσερβών μανιταριών πού έκρινε ὅτι ἠδύναντο νά εισαχθούν στην Κοινότητα. Τό ἀποτέλεσμα ήταν ὅτι δέν έμεινε ἀρκετό γιά κανένα άλλο. Τοῦτο ἀποτελεί μόνο μερική εικόνα επειδή ἡ Ἐπι-τροπή ήταν επίσης γενναιόδωρη πρός τήν Νότιο Κορέα άλλά περιοριστική έναντι της Ταϊβάν. 'Η ποσότης πού προσεφέρθη ὡς βάση τῆς συμφωνίας τό 1979 (πού δέν τήν ἀπεδέχθη ἡ Νότιος Κορέα) ήταν περίπου 35 % υψηλότερη ἀπό τήν ποσότητα πού εξήχθη ἀπό τήν Νότιο Κορέα στην Κοινότητα τό 1977, καί κατά τό έτος αυτό ἐσημειώθη τό ὑψηλότερο επίπεδο εξαγωγών τῆς Νοτίου Κορέας ἀπό τό 1974, έκτός ἀπό τό έτος αιχμής τοῦ 1978. 'Αντιθέτως, οἱ προσφορές πρός τήν Ταϊβάν τό 1979 καί 1980 ἀντεπροσώπευαν μείωση τῶν εξαγωγών τῆς πέραν τοῦ 90% (τό μόνο έτος, ἀπό τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 60, κατά τό όποιο ἡ Ταϊβάν εξήγαγε λιγότερους ἀπό 10000 τόνους στην Κοινότητα ήταν τό 1976).
'Ως πρός τους λόγους πού ἡ 'Επιτροπή προέβαλε γιά τήν πολιτική της, ὀρθώς κατά τήν άποψη μου, ἡ 'Επιτροπή έλαβε ὑπ' ὄψη τίς διεθνείς υποχρεώσεις τῆς Κοινότητος κατά τήν ἀκολουθητέα πολιτική τῆς ἐπί τῶν διαπραγματεύσεων, ὅπως ὀρθώς, ὡς εξέθεσα ἀνωτέρω, ενήργησε λαμβάνουσα μέτρα διασφαλίσεως.
"Αν καί τά άρθρα 1, 3 καί 5 τῆς εμπορικής συμφωνίας μέ τήν Κίνα δέν συνεπάγονται κατ' ἀνάγκην τόν βαθμό τῆς προτιμησιακῆς μεταχειρίσεως πού ἐχορηγήθη στην Κίνα, τό γεγονός αυτό δέν σημαίνει ἀφ' ἑαυτοῦ ὅτι ἡ 'Επιτροπή υπερέβη τήν διακριτική τῆς ευχέρεια κατά τό άρθρο 3 τοῦ κανονισμοῦ 521/77.
Οἱ παρατεθέντες ἀριθμοί, πού δείχνουν τήν δραματική πτώση τῆς μερίδος τῆς Ταϊβάν στην ἀγορά, εγείρουν, πάντως ἀμφιβολίες ὡς πρός τό ἄν ἡ Ταϊβάν ἀντεμετωπίσθη δικαίως καί ὀρθώς ἀπό τήν Ἐπιτροπή, ἀκόμη καί ἄν υποτεθεί ὅτι στην Κίνα εδόθη τό μεγαλύτερο μερίδιο. Δέν ἀρκεῖ απλώς νά λέγεται ὅτι δέν συνήφθη συμφωνία αυτοπεριορισμοῦ. Ή δικαιολογία γιά την μή ἀποδοχή ἀπό την Ταϊβάν μιᾶς τέτοιας συμφωνίας δυνατόν νά εξαρτάται ἐν μέρει ἀπό τους ἀριθμούς καί ιδίως ἀπό τό ποσοστό ἐπί τοῦ συνόλου της ἀγορᾶς πού προσεφέρθη έναντι τοῦ ποσο-στοῦ πού προηγουμένως ἀπήλαυε ἡ Ταϊβάν. Δέν ευρίσκω ἀκόμη πειστική τήν εξήγηση τῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον άφορᾶ τό ποσοστό πού ἐχορηγήθη στην Ταϊβάν τό 1980 σέ σχέση ὄχι τόσο μέ τήν Κίνα ὅσον μέ τήν Νότιο Κορέα. Ό επιβληθείς στην Ταϊβάν περιορισμός δέν συνιστά, πάντως, κατά τήν άποψη μου, τόσο πολύ παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς ἀναλογικότητος stricto sensu, δηλ. παράλειψη εξασφαλίσεως ὅτι τό βάρος πού επεβλήθη στους επιχειρηματίες δέν εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τό ἀπαιτούμενο γιά τήν επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ἐπειδή ὁ συνολικός περιορισμός πού ἐπεδιώ-κετο νά επιβληθεί δέν ήταν ἀδικαιολόγητος, ὅσο εἶναι μάλλον ἀποτέλεσμα τῆς διακρίσεως πού ἀσκεῖ ἡ 'Επιτροπή κατά τῆς Ταϊβάν εφαρμόζοντας τόν περιορισμό. Γιά τους ήδη εκτεθέντες λόγους, δέν νομίζω ὅτι ή διάκριση μεταξύ τρίτων χωρών ἀποτελεί παράνομη πράξη πού νά δύναται νά τήν ἐπικαλεσθεί ἡ Faust.
Κανονικά, οἱ ἀντίστοιχες θέσεις των εισαγωγέων πού συναλλάσσονται μέ τρίτες χώρες, οἱ όποιες δέχονται περιορισμό των εξαγωγῶν τους καί μέ αὐτές, οἱ όποιες δέν τόν δέχονται, δέν εἶναι ούτε ίδιες ούτε συγκρίσιμες. Κάθε διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται ἀντικειμενικά λόγω τῆς ἀπειλής τῆς ἀγορᾶς ἀπό τρίτες χώρες πού δέν συνεφώνησαν νά περιορίσουν τίς εξαγωγές τους. Ἀκόμη καί ἄν ἡ έλλειψη συμφωνίας περιορισμοῦ τῶν εξαγωγών εἶναι ἀποτέλεσμα αὐθαιρέτου διακρίσεως
ἐκ μέρους τῆς 'Επιτροπής, καί πάλι δέν συνιστά παράνομη διάκριση μεταξύ εισαγωγέων επειδή ἡ 'Επιτροπή δέν ἔχει νομική ὑποχρέωση νά παρέχει ίση μεταχείριση σέ τρίτες χώρες. Υπάρχουν, ἀσφαλώς, πολλές υποθέσεις στίς όποιες τό Δικαστήριο ἐδέχθη ὅτι οι κανόνες περί ίσης μεταχειρίσεως εφαρμόζονται επίσης ἐπί κεκαλυμμένης ἡ έμμεσου διακρίσεως. Ἐδώ, επρόκειτο γενικώς γιά πράξεις, τῶν ὁποίων τά ἀποτελέσματα γίνονται αισθητά μόνον εντός τῆς Κοινότητος. "Αν μεταφερθούν οἱ περιπτώσεις αυτές στην διαφορετική κατάσταση τῶν εμπορικών σχέσεων τῆς Κοινότητος μέ τρίτες χώρες, τό ἀποτέλεσμα θά ήταν ἡ δέσμευση τῆς Κοινότητος νά χορηγεί κατά γενικό κανόνα, ἴση μεταχείριση σέ τρίτες χώρες, επειδή οἱ συνέπειες κάθε διαφορετικής μεταχειρίσεως θά ἐγέ-νοντο αισθητές, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἀπό ὁρισμένη κατηγορία προσώπων εντός τῆς Κοινότητος, εἴτε εἶναι εισαγωγείς, εἴτε άλλοι επιχειρηματίες, εἴτε καταναλωτές, καί θά ἠδύνατο πάντοτε νά υποστηριχθεί, σ᾽ αύτη τήν περίπτωση, ὅτι ἀποτελοῦν κεκαλυμμένη ἡ έμμεση διάκριση μεταξύ τους. Καμία ἀπό τίς ἀναφερθείσες ἀποφάσεις δέν συνηγορεῖ υπέρ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ ἁπλή συνέπεια γιά τους επιχειρηματίες ἀπό τήν μεταχείριση τρίτων χωρών, ἡ ὁποία εἶναι διαφορετική ἀλλά ὄχι παράνομος καθ' αυτή, συνιστά, άνευ έτερου, παράνομη διάκριση.
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Faust υπέστη εμπορική ζημία καί ὅτι, ἄν ἀπεδεικνύετο άμεσος σύνδεσμος μεταξύ αυτής καί τῶν πράξεων τῆς 'Επιτροπής, ἐφ᾽ ὅσον διεπι-στοῦτο ὅτι ήταν παράνομοι, ἡ Κοινότης θά υπείχε εὐθύνη ἀποζημιώσεως. Δέν έχω, πάντως, πεισθεί ὅτι οἱ ἀριθμοί πού ἐπικαλεῖται ἡ Faust ἀποδίδουν τό ἀκριβές ὕψος της ζημίας. Σχετικά μέ την μερίδα τῆς ἀγορᾶς την ὁποία διατείνεται ὅτι θά είχε ή Faust, παραβλέπεται τό γεγονός ὅτι ὁρισμένα μέτρα διασφαλίσεως θά είχαν καταστεί ἀναγκαία καί θά εἶχαν επιβληθεί. "Αν, επομένως, συναχθεί τό συμπέρασμα ὅτι ή Faust δικαιούται ἀποζημιώσεως, τότε είναι ἀναγκαίο νά ερευνηθεί τό πιθανό ὕψος της ζημίας.
'Έχω, πάντως, την γνώμη, γιά τους λόγους πού ἀνέφερα, ὅτι ἡ ἀγωγή πρέπει νά ἀπορριφθεί καί ὅτι ἡ Faust πρέπει νά φέρει τά δικαστικά ἔξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy