ΠΡΌΤΑΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΌΥ ΕΊΣΑΓΓΕΛΕύΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση, Colette Novi, υπάλληλος βαθμοῦ Β 2, είναι στην υπηρεσία τῆς 'Επιτροπῆς ἀπό τό 1965.
'Από τίς ἀρχές 'Απριλίου 1972 μέχρι τέλους Μαρτίου 1975, τῆς ἐχορηγήθη άδεια γιά προσωπικούς λόγους, μέ δύο παρατάσεις, γιά νά δυνηθεί νά εργασθεί ὡς διοικητικός καί οικονομικός υπάλληλος στην υπηρεσία τοῦ ἐκπροσώπου-ἐλεγκτοῦ τοῦ Ευρωπαϊκού Ταμείου 'Αναπτύξεως στην Yaoundé (Καμερούν). Ή ἐν λόγω δραστηριότητα ἐβασίζετο σέ σύμβαση τῆς 10ης Μαρτίου 1972, πού συνήφθη μέ την Ευρωπαϊκή 'Ένωση Συνεργασίας. 'Η 'Ένωση αύτη, συσταθείσα κατά τό βελγικό δίκαιο, ἐδημιουργήθη μέ μοναδικό σκοπό νά θέσει στην διάθεση τῆς 'Επιτροπῆς τό ἀναγκαίο προσωπικό γιά την διαχείριση των προγραμμάτων τοῦ Ταμείου 'Αναπτύξεως.
Μετά την λήξη τῆς ἀδείας της, ή προσφεύγουσα επανήλθε, μέ ἀπόφαση τῆς 6ης 'Ιουνίου 1975, στην Γενική Διεύθυνση «'Ανάπτυξη καί Συνεργασία» τῆς 'Επιτροπής καί ἐν συνεχεία, μέ άλλη ἀπόφαση τῆς 'ίδιας ημερομηνίας, ἀπεσπάσθη ἐκ νέου, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς υπηρεσίας, στόν προηγούμενο εργοδότη της, τόν εκπρόσωπο - ελεγκτή στό Καμερούν. Ή ἐν λόγω ἀπόφαση ἀναφέρει ρητῶς ὅτι οἱ ἀποδοχές τῆς Novi καί ὅλες οἱ πρόσθετες δαπάνες πού συνεπάγεται ή ἀπόσπαση δέν βαρύνουν την 'Επιτροπή. Ή ἀπόφαση τῆς 26ης 'Ιανουαρίου 1977, μέ την ὁποία παρετάθη ή ἀπόσπαση, περιέχει ἀνάλογη διάταξη, στό μέτρο πού ρητώς ἀναφέρεται ὅτι οἱ ἀποδοχές τῆς Novi, καθώς καί ὅλες οἱ πρόσθετες δαπάνες πού συνεπάγεται ή ἀπόσπαση, ἀναλαμβάνονται ἀπό τό Ευρωπαϊκό Ταμείο 'Αναπτύξεως.
Τέλος, μέ ἀπόφαση τῆς 12ης Μαΐου 1978, ή 'Επιτροπή ἀκύρωσε ὅλες τίς προηγούμενες ἀποφάσεις περί χορηγήσεως ἀδείας, καθώς καί την ἀπόφαση περί επανεντάξεως, ἀπεφάσισε δέ συγχρόνως νά ἀποσπάσει την Novi, πρός τό συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ὑπό τήν ιδιότητα διοικητικού καί οικονομικού υπαλλήλου στόν ἐκπρόσωπο-ἐλεγκτή τοῦ Ευρωπαϊκοῦ Ταμείου 'Αναπτύξεως, ἀναδρομικώς, γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Ἀπριλίου 1972 ἕως 30 'Απριλίου 1975, οἱ δέ οικονομικές επιβαρύνσεις σχετικά μέ τήν ἐν λόγω περίοδο έπρεπε ἐπίσης νά αναληφθούν ἀπό τό Ταμείο 'Αναπτύξεως.
Μετά τήν λήξη τῆς ἀποσπάσεως της, τήν 31η 'Οκτωβρίου 1979, ή Novi, μέ επιστολή τῆς 24ης 'Ιανουαρίου 1980, ἐζήτησε ἀπό τήν 'Επιτροπή, κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 38 παράγραφος 5 τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως, κατά τό όποιο ὁ ἀπε-σπασμένος πρός τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας υπάλληλος «... έχει δικαίωμα ... ἀποδόσεως τοῦ συνόλου τῶν προσθέτων δαπανών πού συνεπάγεται ή ἀπόσπαση του», τήν καταβολή συνολικώς ποσού 220205 BFR. Οí δαπάνες αυτές μεταφοράς τῶν επίπλων της σέ ἀποθήκη φυλάξεως επίπλων καί ή ἐπαναμεταφορά ὠφείλοντο στό γεγονός ὅτι ή προσφεύγουσα εἶχε, πρίν ἀπό τήν ἀναχώρηση της γιά τό Καμερούν, εγκαταλείψει τήν κατοικία της στίς Βρυξέλλες πού ήταν μέχρι τότε ὁ τόπος υπηρεσίας της.
Μέ επιστολή τῆς 1ης 'Απριλίου 1980, ή 'Επιτροπή ἀπέρριψε τό ἐν λόγω αἴτημα γιά τό λόγο ὅτι, μεταξύ άλλων, ἀφ' ενός μέν δέν είχε χορηγηθεί άδεια γιά τήν μεταφορά, ἀφ' ἑτερου δέ, τά έξοδα, τά όποια άλλωστε ἐκαλύπτοντο, κατά μέγα μέρος, ἀπό τήν άποζημίωση ἐπανεγκαταστάσεως ἐξ 182421 BFR εἶχαν προκληθεί ἀπό πρωτοβουλία της προσφευγούσης. Ἐπειδή ἀπερρίφθη καί νέα αίτηση μέ επιστολή της 14ης Μαΐου 1980, ή προσφεύγουσα ἤσκησε, τήν 8η Αυγούστου 1980, ένσταση κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
'Επειδή ή ἐν λόγω ένσταση έμεινε χωρίς ἀπάντηση, ή Novi ἤσκησε, τήν 11η Μαρτίου 1981, προσφυγή μέ τήν ὁποία ζητεί νά υποχρεωθεί ή Ἐπιτροπή νά τῆς καταβάλει τό ποσό των 220205 BFR, πλέον νομίμων τόκων καί δικαστικών εξόδων.
Οἱ παρατηρήσεις μου γιά τήν ὑπό κρίση προσφυγή εἶναι οἱ έξης:
1.
Κατά τήν διάρκεια της γραπτής διαδικασίας, ή 'Επιτροπή ἐπεκαλέσθη τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής, δεδομένου ὅτι, κατά τήν γνώμη της, οἱ ἀποφάσεις τῆς 6ης 'Ιουνίου 1975 καί της 12ης Μαΐου 1978 έπρεπε νά θεωρηθοῦν ως βλαπτικές πράξεις πού, δυνάμει τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, έπρεπε νά είχαν ἀποτελέσει ἀντικείμενο διοικητικής εντάσεως εντός των τασσομένων προθεσμιῶν. Οἱ ἀποφάσεις αυτές ἀνέφεραν πράγματι σαφώς ὅτι ὅλες οἱ πρόσθετες δαπάνες βαρύνουν ὄχι τήν 'Επιτροπή, ἀλλά τήν Ευρωπαϊκή 'Ένωση Συνεργασίας.
'Αντιθέτως, κατά τήν άποψη τῆς προσφευγούσης, οἱ διατάξεις αὐτές δέν εἶχαν, ούτε ὡς σκοπό ούτε ὡς ἀποτέλεσμα, παρέκκλιση ἀπό τά δικαιώματα πού της εγγυάται τό άρθρο 38 παράγραφος δ τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί θά έπρεπε νά θεωρηθοῦν ἀπλώς ὡς κατανομή τῶν δαπανών μεταξύ της 'Επιτροπής καί τῆς Ευρωπαϊκής Ἑνώσεως Συνεργασίας.
Πάντως, κατά τήν προφορική διαδικασία, ή 'Επιτροπή δέν επανήλθε πλέον στην τυπική επίκριση της, προφανῶς δέ δέν επέμεινε, καί ευλόγως νομίζω, στην ένσταση της περί ἀπαραδέκτου τῆς προσφυγής. Δυνάμει τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, κάθε πρόσωπο πού ἀναφέρεται στόν ἐν λόγω κανονισμό δύναται νά προσφύγει στην ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή μέ αίτηση μέ τήν ὁποία αυτή καλείται νά λάβει έναντι τοῦ υπαλλήλου μία ἀπόφαση. Ή ρητή ή σιωπηρά ἀπόρριψη της παρέχει τήν δυνατότητα υποβολής ενστάσεως κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Ὅταν, ὅπως στην παρούσα υπόθεση, ὁ προσφεύγων υποβάλει αίτηση κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καί τήν ἀπορρίψει ρητώς ή ἁρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή, ἀπομένει νά εξετασθεί, ἐπί τῆς ουσίας, ἄν ή ἀπόρριψη αυτή ήταν δικαιολογημένη ή ὄχι. Δεδομένου ὅτι τόσο ή ένσταση ὅσο καί ή προσφυγή ἠσκήθησαν εντός τῶν τασσομένων προθεσμιών ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως καί δέν υπάρχουν άλλες ενστάσεις πού νά κωλύουν τήν εξέλιξη τῆς διαδικασίας, ή προσφυγή πρέπει νά θεωρηθεί ὡς παραδεκτή.
2.
Πρός υποστήριξη τῆς προσφυγής της, ή προσφεύγουσα Ισχυρίζεται ὅτι ή φύλαξη σέ αποθήκη φυλάξεως επίπλων στίς Βρυξέλλες ήταν «λογική συνέπεια» τῆς ἀποσπάσεως της στην Yaounde. Μετά τήν μετακόμιση της, κανένας λόγος δέν δικαιολογούσε τήν διατήρηση τῆς κατοικίας της στον τόπο τῆς υπηρεσίας της, κατά μείζονα δέ λόγο όταν παρέμενε ιδιοκτήτρια κατοικίας στόν τόπο καταγωγής της, στην νότιο Γαλλία, τήν ὁποία θεωροῦσε επίσης ὡς κέντρο τῶν συμφερόντων της. 'Επειδή δέν τῆς επετράπη νά μεταφέρει τά έπιπλά της στό Καμερούν, δέν τῆς ἀπέμεινε παρά ή δυνατότητα νά τά παραδώσει πρός φύλαξη σέ ἀποθήκη φυλάξεως επίπλων. Ἑπομένως, θά πρέπει νά θεωρηθεί ή δαπάνη τῆς ἐν λόγω φυλάξεως ὡς πρόσθετη δαπάνη, πού συνεπάγεται ή ἀπόσπαση καί πρέπει νά τῆς ἀποδοθεί κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 38 παράγραφος δ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ή 'Επιτροπή ἀντιθέτως υποστηρίζει ὅτι οἱ δαπάνες αυτές δέν δύνανται νά θεωρηθούν ούτε ὡς συνέπεια τῆς ἀποσπάσεως ούτε ὡς πρόσθετη δαπάνη κατά την έννοια τῆς ἐν λόγω διατάξεως. Σέ περίπτωση πού ή άποψη αυτή δέν ἐγίνετο δεκτή, θά έπρεπε, ἐν πάση περιπτώσει, νά θεωρηθεί ὅτι οἱ δαπάνες αυτές ἀπεδόθησαν μέσω τοῦ επιδόματος υπερποντιου υπηρεσίας καί τοῦ επιδόματος ἐκπατρισμοί) πού κατεβλήθησαν στην προσφεύγουσα, καθώς καί μέ τήν πληρωμή τῆς ἀποζημιώσεως εγκαταστάσεως καί ἐπανεγκαταστάσεως, συνολικοῦ ποσοῦ 266307 BFR.
Κατά τήν γνώμη μου καί γιά νά προδικάσω τό ἀποτέλεσμα, θά πρέπει νά γίνει δεκτός ὁ κύριος Ισχυρισμός τῆς 'Επιτροπής. Χωρίς νά είναι ἀνάγκη νά υπεισέλθω στίς λεπτομέρειες τοῦ θέματος ἄν ή προσφεύγουσα 'έχει, ἐν ὄψει των προαναφερθέντων ὅρών τῆς συμβάσεως της, ἀξίωση ἐκ τοῦ άρθρου 38 κατά τῆς 'Επιτροπής, ἀπό τους ὅρους τῆς ἐν λόγω διατάξεως προκύπτει πράγματι σαφῶς ὅτι μόνον οἱ πρόσθετες δαπάνες πού συνεπάγεται ή ἀπόσπαση τοῦ υπαλλήλου είναι ἀποδοτέες.
δέν δύναται ὅμως νά τεθεί θέμα προσθέτων δαπανών, παρά μόνον ὅταν οἱ ἐν λόγω δαπάνες δέν ἐβάρυναν τόν υπάλληλο πρό τῆς ἀποσπάσεως του. Συνεπώς, μόνο μία ἀντικειμενική σύγκριση τῆς οικονομικής καταστάσεως τοῦ προσφεύγοντος, πρίν ἀπό τήν ἀπόσπαση του, μέ τήν κατάσταση του κατά τήν διάρκεια τῆς ἀποσπάσεως του επιτρέπει νά διαπιστωθεί ἄν πληρούται ὁ ἐν λόγω ὅρος. Σχετικά μέ αυτό, δέν πρόκειται, πάντως, όπως ὑπε-γράμμισε ὀρθώς ή προσφεύγουσα, γιά ἀνάμιξη σ' ἕνa γενικό σύνολο τῶν διαφόρων στοιχείων ἀπό τά όποια συντίθεται ή συνολική ἀμοιβή καί γιά σύγκριση μετά τοῦ ὑπολοίπου μόνο τά στοιχεία τῆς ἀμοιβής δύνανται ὅμως εγκύρως νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη, γιά μία σύγκριση, τά όποια είναι ἐξ 'ίσου συγκρίσιμα καθ' ὅσον άφορᾶ τήν σκοπιμότητά τους.
Μιά τέτοια σύγκριση ἀποδεικνύει ὅτι τά δικαιώματα πού χορηγούνται ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως συμπίπτουν μέ τά συμβατικά δικαιώματα τῆς προσφευγούσης έναντι τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως Συνεργασίας, όσον άφορᾶ τόν εθνικό μισθό, τό επίδομα ἀρχηγοῦ οικογενείας καί τό ἐπίδομα συντηρουμένων τέκνων. 'Επί πλέον, ή σύμβαση τῆς προσφευγούσης τῆς παρείχε δικαίωμα, ἔναντι τῆς Ευρωπαϊκής Ενώσεως Συνεργασίας, επιδόματος υπερπόντιου υπηρεσίας, επιδόματος ἐκπατρισμοῦ καταβαλλομένου στό τοπικό νόμισμα, καθώς καί δωρεάν διαθέσεως επιπλωμένης κατοικίας, ἀκόμη δέ καί καλύψεως τῶν εξόδων ηλεκτρικοί) ρεύματος.
Ό κανονισμός ὑπηρεσιακής καταστάσεως, ἀντιθέτως, δέν προβλέπει καμμία ιδιαίτερη ἀποζημίωση γιά τά έξοδα κατοικίας, στά όποια ἀναγκαστικά υποβάλλεται ὁ ὑπάλληλος στόν τόπο υπηρεσίας του κατ' εφαρμογή τοῦ άρθρου 20 τοῦ κανονισμοί). 'Ως ἐκ τούτου, ἄν ή προσφεύγουσα εγκατέλειψε τήν κατοικία της στίς Βρυξέλλες, βασιζομενη σέ μία ἀπολύτως εύλογη δικαιολογία ἀπό οικονομικής ἀπόψεως, γιά νά παραδώσει πρός φύλαξη μέ τό ελάχιστο τῶν ἐξόοων σέ ἀποθήκη φυλάξεως επίπλων τά έπιπλα πού δέν ἠδυνήθη νά μεταφέρει στό Καμερούν, δέν δύναται νά γίνει δεκτό ὅτι ὑπέστη πρόσθετες δαπάνες ὅσον άφορᾶ τά έξοδα κατοικίας. Σχετικά, πρέπει νά ληφθεί ιδιαιτέρως ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι κατά τόν 'ίδιο χρόνο τῆς εἶχε διατεθεί δωρεάν επιπλωμένη κατοικία στον νέο τόπο ὑπηρεσίας της. Ή εγκατάλειψη τῆς κατοικίας της, επομένως, τῆς ἀπέφερε τελικά οικονομικό όφελος ίσο μέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ ενοικίου τῆς κατοικίας της καί τών δαπανών φυλάξεως επίπλων. 'Αλλωστε, σκοπός τῆς ἐν λόγω διατάξεως, ὅπως εμφαίνεται ήδη ἀπό τήν διατύπωση της, δέν είναι νά θέσει τόν ἀπεσπασμένο υπάλληλο σέ οικονομικά πλεονεκτικότερη θέση ἀπό εκείνη στην ὁποία εὑρίσκετο στην προηγουμένη του υπηρεσία. 'Αποβλέπει μόνο στό νά εμποδίσει την ἀπόσπαση νά συνεπιφέρει οικονομικά μειονεκτήματα.
Τέλος, τό ἀναφερθέν όφελος δέν καθίσταται κενό περιεχομένου, όπως νομίζει ή προσφεύγουσα, ἀπό την κατάργηση τοῦ επιδόματος εκπατρισμοί). Πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι δέν ἀπεδείχθη πλήρως κατά τήν προφορική διαδικασία αν ή προσφεύγουσα, ή ὁποία έχει γαλλική ιθαγένεια, ετύγχανε τέτοιου επιδόματος μέχρι τῆς ἀποσπάσεως της, ἀπομένει ἁπλῶς νά σημειωθεί σχετικά ὅτι, ὅπως τό Δικαστήριο ὑπεγράμμισε στίς υποθέσεις 21/74 (ἀπόφαση τῆς 20ῆς Φεβρουαρίου 1975 — Jeanne Airola κατά 'Επιτροπής, Slg. 1975, σ. 221) καί 149/79 (ἀπόφαση τῆς 16ης 'Οκτωβρίου 1980 — René Hochstrass κατά Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, Slg. 1980, σ. 3005), τό επίδομα εκπατρισμοί) προορίζεται νά ἀντισταθμίζει τίς ιδιαίτερες δαπάνες καί μειονεκτήματα πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ἀνάληψη υπηρεσίας στίς Κοινότητες σέ περίπτωση πού ὁ ενδιαφερόμενος ὑπάλληλος, ὁ όποιος δέν έχει τήν ιθαγένεια τῆς χώρας τοῦ τόπου υπηρεσίας του, ὑπο-χρεοῦται ἐξ αυτού τοῦ γεγονότος νά ἀλλάξει διαμονή. Ἀπό τόν σκοπό ὅμως αυτό τοῦ επιδόματος εκπατρισμού, τό όποιο δέν πρέπει νά συγχέεται μέ τό ἐπίδομα κατοικίας, προκύπτει ὅτι ή χορήγηση τοῦ ἐν λόγω επιδόματος δέν ἐδικαιολογεῖτο μετά τήν εγκατάλειψη ἀπό τήν προσφεύγουσα τῆς κατοικίας της στόν τόπο υπηρεσίας της καί μετά τήν κάλυψη τῶν ιδιαιτέρων δαπανών, ιδίως γιά τήν υπερπόντια υπηρεσία, ἀπό σειρά άλλων ειδικών επιδομάτων, τό ποσό τῶν ὁποίων ήταν ὁπωσδήποτε μεγαλύτερο ἀπό τό ποσό τοῦ επιδόματος εκπατρισμού.
'Από τά προεκτεθέντα ἐξ άλλου προκύπτει, γιά νά ἀναφέρω ἕνα πρόσθετο επιχείρημα κατά τοῦ βασιμου τοῦ ἐπικαλουμένου δικαιώματος, ὅτι οἱ δαπάνες φυλάξεως επίπλων δέν προήλθαν ἀπό τήν ἀπόσπαση, ἀλλά ἐγεννήθησαν ἁπλώς ἐπ' ευκαιρία τῆς ἀποσπάσεως. 'Επομένως, σκοπός καί ἔννοια τῆς διατάξεως δέν δύναται νά εἶναι ή ἀποκατάσταση τοῦ συνόλου τῶν δαπανών πού παρουσιάζουν ὁποιαδήποτε σχέση μέ τήν ἀπόσπαση ἀντιθέτως, προκειμένου νά τεθεί ἕνα ὅριο στό πεδίο εφαρμογής τῆς διατάξεως, πρέπει νά υπάρχει ἕνας ὅρος ώστε οἱ δαπάνες νά ἀποτελούν, ἐν ὄψεί του συμφέροντος τῆς υπηρεσίας, ἀναγκαία συνέπεία τῆς αποσπάσεως. Ὁ ορος ὅμως αὐτός δέν πληρούται μέ τά έξοδα πού έγιναν, μέ μοναδικό σκοπό νά επιτρέψουν στην προσφεύγουσα νά πραγματοποιήσει μεγαλύτερες οικονομίες.
3.
Επομένως, δύναμαι νά προτείνω ὅπως τό Δικαστήριο ἀπορρίψει τήν προσφυγή ως ἀβάσιμη καί ἀποφανθεί γιά τά δικαστικά έξοδα κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy