ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 18 ΜΑΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. 'Αντικείμενο τῆς προσφυγής
Ή 'Επιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι τό Μέγα Δουκάτο τοῦ Λουξεμβούργου, μή θεσπίζοντας ἐντός τῆς προθεσμίας πού τάσσει τό άρθρο 8, παράγραφος 1, τῆς ὁδηγίας 75/117/ΕΟΚ, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιῶν τῶν Κρατῶν μελών πού ἀφορούν την εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών, τά ἀναγκαία μέτρα γιά την κατάργηση τῶν δυσμενών διακρίσεων ὡς πρός τους ὅρους χορηγήσεως τοῦ επιδόματος ἀρχηγοῦ οἰκογενείας στους δημοσίους υπαλλήλους, παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει δυνάμει τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τῆς ἀνωτέρω ὁδηγίας.
2. Σχέση πρός άλλες προσφυγές
Ή παρούσα εἶναι ἡ πρώτη ἀπό μία σειρά προσφυγών πού άφοροθν την ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών, τίς όποιες ἤσκησε ή 'Επιτροπή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ή 'Επιτροπή ήσκησε επίσης προσφυγή ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου κατά τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, ἡ προφορική διαδικασία τῆς ὁποίας ἑξελίχθη τήν ἰδία ἡμέρα μέ ἐκείνη τῆς παρούσης ὑποθέσεως. Μία ἄλλη προσφυγή κατά τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου, πού ενεγράφη στό πρωτόκολλο ὡς ὑπόθεση 57/81 καί ἀφοροῦσε ζήτημα ἀνάλογο μέ ἐκεῖνο τῆς προσφυγῆς κατά τοῦ Λουξεμβούργου, διεγράφη ἀπό τό πρωτόκολλο μετά ἀπό παραίτηση τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφ᾽ ὅσον ἡ βελγική κυβέρνηση ἐθέσπισε τά ἀναγκαῑα μέτρα συμμορφώσεώς της πρός τίς ὑποχρεώσεις της. Οἱ τρεῖς προσφυγές ἠσκήθησαν μετά ἀπό τήν σύνταξη ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς, στίς 16 Ἰανουαρίου 1979, τῆς ἐκθέσεως περί ἐφαρμογῆς τῆς ὁδηγίας πού προβλέπει τό ἄρθρο 9 τῆς ἰδίας ὁδηγίας περί ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν.
3. Ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τῆς παρούσης ὑποθέσεως
Στό Μέγα Δουκάτο τοῦ Λουξεμβούργου οἱ ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς διοικήσεως ἐλάμβαναν τό λεγόμενο ἐπίδομα άρχηγοῦ οἰκογενείας βάσει τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου τῆς 22ας Ἰουνίου 1963 περί τοῦ μισθολογικοῦ καθεστῶτος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται, συμφώνως πρός τόν νόμο τῆς 28ης Ἰουλίου 1954, καί στούς δημοτικούς ὑπαλλήλους. Γιά τό περιεχόμενο τῶν προσβαλλομένων διατάξεων παραπέμπω στήν ἔκθεση γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση.
Τό ἐπίδομα χορηγεῖται στόν ἀρχηγό οἰκο-γενείας, ἡ ἔννοια τοῦ ὀποίου προσδιορίζεται στό ἀνωτέρω ἄρθρο. Ἀπό τό ἄρθρο αὐτό συνάγεται ὅτι, σέ περίπτωση ζεύγους έγγάμων, ὡς ἀρχηγός οἰκογενείας θεωρεῖται πάντοτε ὁ ὑπάλληλος ἄρρενος φύλου. Ἡ ὑπάλληλος θήλεος φύλου, ἀντιθέτως, θεωρεῖται ὡς ἀρχηγός οἰκογενείας μόνον σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις, ἤτοι μόνον ἐφ᾽ ὅσον ὀ σύζυγος εἶναι ἀνίκανος πρός συντήρηση τῆς οἰκογενείας. Ἑπομένως, ἐνῶ ὁ ὑπάλληλος ἄρρενος φύλου δικαιοῦται πάντοτε τό ἐπίδομα ἀρχηγοῦ οἰκογενείας, ἡ ὑπάλληλος θήλεος φύλου τό δικαιοῦται μόνον κατ᾽ ἐξαίρεση.
Κατά τήν ἔναρξη τῆς δίκης ἐφαίνετο ὅτι παρόμοια κατάσταση ἐπεκράτει σέ ὁρισμένους ἰδιωτικούς τομεῖς, ὅπως οἱ τράπεζες καά οἱ ἀσφαλιστικές ἑταιρίες. Πάντως, διαρκούσης τῆς δίκης, οἱ σχετικές συλλογικές συμβάσεις ἐτροποποιήθησαν. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδήλωσε κατά τήν συνεδρίαση ὅτι ἡ προβαλλομένη δυσμενής διάκριση κατηργήθη τελείως στούς ἐν λόγω ἰδιωτικούς τομεῖς. Ἀντιθέτως, τό κατατεθέν νομοσχέδιο περί ἐπιδόματος ἀρχηγοῦ οἰκογενείας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δέν εἶχε ἀκόμη ψηφισθεῖ. Ή παροῦσα ὑπόθεση ἀφορᾶ συνεπῶς μόνον τό επίδομα αυτό.
4. Λόγοι καθυστερήσεως
Σχετικά μέ τήν προκειμένη υπόθεση, ἔχω κατ' ἀρχάς νά παρατηρήσω ὅτι ἡ κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου, ἀπό τήν ἔναρξη τῆς δίκης, δέν ἀμφισβήτησε ὅτι ἡ ἐν λόγω διάταξη εἰσήγαγε δυσμενή διάκριση εἰς βάρος τῶν έγγάμων ὑπαλλήλων θήλεος γένους καί ὅτι ἀντέκειτο πρός τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών. Ἔδιδε λοιπόν κάθε φορά τήν ἀπάντηση στην 'Επιτροπή ὅτι έπροτίθετο νά θεσπίσει τά ἀναγκαία μέτρα ώστε νά καταργήσει τήν διάκριση. Ὅπως προκύπτει ἀπό τόν φάκελλο τῆς υποθέσεως, ἡ καθυστέρηση τῶν τροποποιήσεων ὀφείλεται σέ δύο λόγους. Πρῶτον, ὅτι πρέπει νά γίνει μόνο διά νόμου, γεγονός πού ἀπαιτεί διαβουλεύσεις μέ διάφορες ὀργανώσεις καί ἀπαιτεί πολύ χρόνο. Δεύτερον, ἡ κυβέρνηση ἀπέσυρε ἕνα πρῶτο σχέδιο νόμου, επειδή οἱ τροπολογίες καί προτάσεις θά συνεπήγοντο ὑπέρμετρες ἐπιπρόσθετες δαπάνες. Ό εκπρόσωπος της κυβερνήσεως τοῦ Λουξεμβούργου ἀνέφερε το ποσό τῶν 305 εκατομμυρίων φράγκων κατ'έτος, τό ὁποῖο πράγματι εἶναι σημαντικό. Κατόπιν αυτού ἡ κυβέρνηση κατήρτισε νέο σχέδιο νόμου, τό όποιο ἀναμένεται — ὅπως ἐδήλωσε ὁ εκπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως τοῦ Λουξεμβούργου — ὅτι θά επιφέρει πρόσθετες δαπάνες ύψους 74 εκατομμυρίων φράγκων Λουξεμβούργου κατ' έτος. Ἐξεφράσθη ἡ ευχή ὅτι τό σχέδιο νόμου θά ἠδύνατο νά ψηφισθεί εντός τοῦ 1982.
5. 'Εκτίμηση τῆς διαφοράς
Ή κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου δέν ἐπε-καλέσθη τους ἀνωτέρω λόγους γιά νά δικαιολογήσει τήν καθυστέρηση πού ἐση-μειώθη στην ψήφιση τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλα γιά λόγους ἁπλῶς ενημερωτικούς.
Ή στάση αυτή ευθυγραμμίζεται πρός τήν παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ένα Κράτος μέλος δέν δύναται νά επικαλεσθεί διατάξεις, τήν ἀκολουθούμενη πρακτική ἡ καταστάσεις της εσωτερικής έννόμου τάξεως του γιά νά δικαιολογήσει τήν μή τήρηση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο.
'Οσον άφορᾶ τήν οὐσία τῆς υποθέσεως, φρονῶ ὅτι ὀρθώς ἡ 'Επιτροπή ἤσκησε τήν προσφυγή. Συμμερίζομαι επίσης τους συλλογισμούς της, ὅπως ἐκτίθενται στην έκθεση γιά τήν ἐπ᾽ ἀκροατηρίου συζήτηση. Κατ' ἀρχάς, πρέπει νά διευκρινισθεί ὅτι ή ἀρχή πού καθιερώνει τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται καί ἐπί τῶν δημοσίων υπαλλήλων, γεγονός πού νομίζω ὅτι ἀπορρέει ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση Defrenne II (Jurispr. 1976, σ. 476), ὅπού, έκτος ἀπό τήν ἀναφορά στον διπλό σκοπό τοῦ ἄρθρου 119, ήτοι οικονομικό καί κοινωνικό, αναφέρονται έκτος τῶν άλλων καί τά έξης στην σκέψη 39: «επειδή τό άρθρο 119 αποτελεί διάταξη αναγκαστικοί) δικαίου, ἡ ἀπαγόρευση διακρίσεων μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών ισχύει ὄχι μόνον γιά πράξεις τῶν δημοσίων άρχων, ἀλλ' επεκτείνεται περαιτέρω καί σέ ὅλες τίς συμβάσεις πού σκοπούν νά ρυθμίσουν συλλογικῶς τήν μίσθωση εργασίας, καθώς καί σέ ολες τίς ἀτομικές συμβάσεις». Ἀναφέρεται επίσης στην παράγραφο 1 τοῦ διατακτικού, έκτός τῶν άλλων, ὅτι ἡ ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών πρέπει νά εφαρμόζεται γιά ὅμοια εργασία «πού παρέχεται στην ἴδια επιχείρηση ἡ υπηρεσία, ιδιωτική ἡ δημοσία». Συνεπώς, τό ἐπίδομα ἀρχηγού οικογενείας συνιστᾶ ἀμοιβή κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 119, παράγραφος 2, ἐφ᾽ ὅσον παρέχεται άμεσα ἀπό τόν εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω τῆς σχέσεως εργασίας. Τό ίδιο κριτήριο ἐφηρμόσθή προσφάτως ἀπό τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση του τῆς 5ης Φεβρουαρίου 1982 στην σκέψη 5 τῆς υποθέσεως 12/81, Garland. Τίθεται επίσης τό ζήτημα τῆς δυσμενοῦς διακρίσεως λόγω φύλου πού δύναται νά στοιχειοθετηθεί μέ αὐστηρά νομικά κριτήρια. Νομίζω λοιπόν ὅτι ὡς πρός τό σημείο αυτό τοῦ ζητήματος δέν ἀπαιτείται περαιτέρω διευκρίνιση.
Στηριζόμενος στίς σκέψεις πού εξέθεσα ἀνωτέρω, προτίθεμαι ἐν συνεχεία νά διατυπώσω τίς προτάσεις μου.
Άπό τήν προσφυγή ὅμως τῆς 'Επιτροπῆς εγείρεται ένα ζήτημα, τό όποιο δέν θά ήθελα νά μή τεθεῖ ὑπό τήν κρίση τοῦ Δικαστηρίου.
Πράγματι, ἡ 'Επιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι τό Μέγα Δουκάτο τοῦ Λουξεμβούργου παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης καί ἐκ τῆς ὁδηγίας 75/117, κατά τό μέτρο πού δέν κατήργησε τίς δυσμενεῖς διακρίσεις, πού ἀφοροῦν τό επίδομα ἀρχηγού οικογενείας, εντός τῆς προθεσμίας πού τάσσει τό άρθρο 8 τῆς ὁδηγίας.
Ἀπό τόν φάκελλο τῆς υποθέσεως προκύπτει ὅτι ἡ ὁδηγία ἐκοινοποιήθη στίς 12 Φεβρουαρίου 1975. Σύμφωνα μέ τήν προθεσμία πού έτασσε τό άρθρο 8, παράγραφος 1, τά Κράτη μέλη έπρεπε νά θέσουν σέ ἰσχύ τίς ἀπαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές καί διοικητικές διατάξεις εντός έτους, ήτοι εντός μιᾶς χρονικῆς περιόδου πού έληξε στίς 12 Φεβρουαρίου 1976.
Τό ζήτημα πάντως πού ἀνακύπτει ἀφορᾶ τό ἄν το Λουξεμβούργο ὑπεχρεοῦτο πράγματι νά θεσπίσει, συμμορφούμενο πρός την οδηγία, τά ἀναγκαῖα μέτρα, πού εξασφαλίζουν τήν τήρηση τῆς ἀρχῆς περί ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν, στίς 12 Φεβρουαρίου 1976, ἤ τό ἄν ἡ ἐν λόγω υποχρέωση 'ίσχυε ήδη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Στην παράγραφο 2 τοῦ διατακτικοῦ στην προμνησθεῖσα υπόθεση Defrenne II (υπόθεση 43/75, Jurispr. 1976, σ. 482) ὁρίζεται μεταξύ άλλων ὅτι «ή ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 119 έπρεπε νά έχει εξασφαλισθεί πλήρως ἀπό τά ἀρχικά Κράτη μέλη τήν 1η Ἰανουαρίου 1962, έναρξη τοῦ δευτέρου σταδίου τῆς μεταβατικής περιόδου, ἀπό δέ τά νέα Κράτη μέλη τήν 1η Ἰανουαρίου 1973, ήμερα πού ετέθη σέ ισχύ ἡ πράξη προσχωρήσεως». Στην παράγραφο 3 ὁρίζεται μεταξύ των άλλων ὅτι ἡ προθεσμία πού τάσσει ή ὁδηγία περί τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν δέν θίγει τίς προθεσμίες πού τάσσει τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ἡ πράξη προσχωρήσεως.
Ή σχέση μεταξύ τοῦ ἄρθρου 119 καί τῆς ὁδηγίας ἀναφέρεται μεταξύ άλλων καί στην σκέψη 60 τῆς ἰδίας ἀποφάσεως ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ ὁδηγία ἀποσκοπεῖ στό «νά ενθαρρύνει, μέσω μιᾶς σειράς μέτρων πού θά θεσπισθούν σέ ἐθνικό επίπεδο, τήν ὀρθή εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 119 προς κατάργηση ἰδίως τῶν έμμεσων διακρίσεων, χωρίς πάντως νά δύναται νά μειώσει τήν ἀποτελεσματικότητα τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου ή νά τροποποιήσει τίς κατά χρόνο συνέπειες του.
Βάσει τῆς ἐν λόγω ἀποφάσεως φρονώ ὅτι τό Λουξεμβοῦργο, ὑπό τήν ἰδιότητά του ως ἱδρυτικοῦ Κράτους μέλους, ὑπεχρεοῦτο ήδη ἀπό τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1962 νά «εξασφαλίσει πλήρως» τήν εφαρμογή τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν σύμφωνα μέ τό άρθρο 119.
Κατ᾽ ἐμέ, οἱ ὅροι «ἐξασφαλίζει» καί «διατηρεί» τοῦ ἄρθρου 119 δέν νά ερμηνευθούν ὑπό τήν έννοια ὅτι τά Κράτη μέλη ὑπε-χρεοῦντο νά θεσπίσουν εντός τῆς προβλεπομένης προθεσμίας ὅλα τά ἀναγκαῖα μέτρα, ώστε νά διασφαλίσουν τήν εφαρμογή τῆς ἀρχῆς, παρά τό γεγονός ὅτι τό άρθρο δέν ὁμιλεῖ ρητώς περί «καταργήσεως» καί «θεσπίσεως μέτρων». Ή άποψη αυτή νομίζω ὅτι εκφράζεται επίσης καί στην σκέψη 56 τῆς ἀποφάσεως στην υπόθεση Defrenne II, ὅπου ορίζεται ὅτι ἀπό 1ης Ἰανουαρίου 1962 ἡ εφαρμογή τῆς ἀρχῆς «έπρεπε νά εξασφαλισθεί κατά τρόπο πλήρη καί ἀμετάκλητο», καθώς καί στην παράγραφο 2 τοῦ διατακτικοῦ πού προανέφερα.
ὙπενθυμὙζω ὅτι τό επίδομα ἀρχηγοῦ οικογενείας, πού προβλέπει ἡ προσβαλλομένη διάταξη, καθιερώθη μέ τόν νόμο τοῦ 1963, ὅπως προκύπτει ἀπό τό νομοσχέδιο περί τροποποιήσεως τῶν νομοθετικών διατάξεων, τό ὁποῖο περιέχει ὁ φάκελλος τῆς υποθέσεως.
Τέλος, ένα ἀκόμη σημείο τοῦ ζητήματος πού ἀφορᾶ τήν περίοδο εντός τῆς ὁποίας θά έπρεπε νά θεσπισθούν τά ἀναγκαῖα μέτρα, συνδέεται μέ τήν ἀπόφαση Defrenne II, ὅπου στίς σκέψεις 74 καί 75 ὁρίζεται ὅτι, κατ' ἐξαίρεση καί γιά επιτακτικούς λόγους ἀσφαλείας τοῦ δικαίου, εἶναι κατ' ἀρχήν ἀδύνατη ἡ επίκληση τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 119 γιά προγενέστερες τῆς ημερομηνίας εκδόσεως τῆς ἀποφάσεως περιόδους, ήτοι πρό τῆς 8ης 'Απριλίου 1976.
Τό Δικαστήριο ἀνεγνώρισε ρητώς στην σκέψη 75 τῆς ἀποφάσεως ὅτι ἡ υπόθεση ἀφοροῦσε τόν χρόνο ἀπό τόν όποιο θά ήταν δυνατή ἡ επίκληση τῆς ἀμέσου εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119. Ἐπειδή πάντως τό ἐρώτημα αυτό δέν ἀνέκυψε στήν προκειμένη υπόθεση, δέν συντρέχει λόγος νά εκδοθεί ἐπ᾽ αὐτοῦ νέα ἀπόφαση ἀπό τό Δικαστήριο. Κατά τήν ἄποψή μου εἶναι σκόπιμο νά ἀναφερθεῖ κυρίως γιά λόγους ἀσφαλείας τοῦ δικαίου, επειδή ἡ ημερομηνία ἀπό τήν οποία ἀρχίζει νά εφαρμόζεται ἡ ὁδηγία συμπίπτει ὅλως τυχαίως μέ εκείνη πού τό Δικαστήριο επέλεξε, μέ τήν ἀπόφαση του στην υπόθεση Defrenne II, κρίνοντας ὅτι τό άρθρο 119 καθίστατο ἔκτοτε ἀμέσου εφαρμογής. Ή σχέση μεταξύ τοῦ ἄρθρου 119 καί τῆς ὁδηγίας, ὁπως προκύπτει ἀπό τήν ἀπόφαση στην ὑπόθεση Defrenne II, συνεπάγεται κατ' ἐμέ καί μία περαιτέρω συνέπεια, ὅσον ἀφορᾶ τήν προσφυγή τῆς 'Επιτροπής. Πράγματι, ἡ τελευταία υποστηρίζει ὅτι τό Μέγα Δουκάτο τοῦ Λουξεμβούργου παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 119 καί ἐκ τῆς ὁδηγίας περί τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν. Όπως έχει ἤδη λεχθεί, τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη στην υπόθεση Defrenne II καί επανέλαβε μέ πρόσφατες ἀποφάσεις του, ὅπως ἐπί παραδείγματι στην υπόθεση 96/80, Jenkins, Συλλογή 1981, σ. 927, ὅτι σκοπός της ὁδηγίας εἶναι ἡ εξασφάλιση τῆς ὀρθῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119, χωρίς νά δύναται πάντως νά μειώσει τήν ἀποτελεσματικότητα τοῦ ἐν λόγω ἄρθρου ἡ νά τροποποιήσει τίς ἔννομες συνέπειες του ratione temporis. Σύμφωνα μέ τήν σκέψη 54 τῆς ἀποφάσεως στην υπόθεση Defrenne II, ή ὁδηγία διευκρινίζει ἐξ ὁρισμένων ἀπόψεων τό πεδίον εφαρμογής καθ' ὕλη τοῦ άρθρου 119 καί περιλαμβάνει διάφορες διατάξεις «πού κατ' οὐσίαν ἀποσκοποῦν στην βελτίωση τῆς ἐννόμου προστασίας τῶν εργαζομένων ...
Κατ' ἐμέ, ἡ παρούσα διαφορά δέν ἀναφέρεται στά ἀνωτέρω, ἀλλά στην διάταξη τοῦ άρθρου 3 τῆς ὁδηγίας, τό όποιο ὁρίζει: «τά Κράτη μέλη καταργούν τίς διακρίσεις μεταξύ τῶν ἀνδρῶν καί γυναικών πού ἀπορρέουν ἀπό νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις καί εἶναι ἀντίθετες στην ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν». Ή διάταξη ὅμως αύτη, σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 119, δέν ἐξυπηρετεῖ πλέον κανένα σκοπό κατόπιν τῆς ερμηνείας πού εδέχθη τό Δικαστήριο ἐπί τοῦ θέματος.
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, φρονώ ὅτι εσφαλμένως ἐζήτήθη ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι τό Μέγα Δουκάτο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 119 καί ἐκ τῆς ὁδηγίας. Κατ' ἐμέ, πρέπει νά περιορισθούμε στην διαπίστωση ἄν τό Μέγα Δουκάτο τοῦ Λουξεμβούργου παρέβη τό άρθρο 119.
Μέ βάση τά προεκτεθέντα, προτείνω νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση: τό Μέγα Δουκάτο τοῦ Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας τά ἀναγκαῖα μέτρα πρός κατάρτιση τῶν δυσμενῶν διακρίσεων πού εισήχθησαν κατά παράβαση τοῦ ἄρθρου 119 σχετικά μέ την χορήγηση επιδόματος ἀρχηγοῦ οικογενείας στους δημοσίους υπαλλήλους, παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 119 τῆς συνθήκης.
Ή κυβέρνηση τοῦ Λουξεμβούργου πρέπει νά καταδικασθεί επίσης στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy