ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 25 ΜΑΪΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Τό ἀντικείμενο τῆς διαφορᾶς
Ή 'Επιτροπή ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο νά ἀναγνωρίσει ὅτι τό Ἠνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας νά θεσπίσει τίς ἀναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ἡ διοικητικές διατάξεις γιά τήν συμμόρφωση του μέ τήν ὁδηγία τοῦ Συμβουλίου 75/117/ΕΟΚ, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως τῶν νομοθεσιῶν τῶν Κρατών μελῶν πού ἀφοροῦν τήν ἐφαρμογή τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών, παρέβη τίς υποχρεώσεις του ἐκ τῆς ὁδηγίας αὐτής ἐν σχέσει πρός τήν κατάργηση τῶν διακρίσεων γιά «εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία».
Ή παρούσα εἶναι ἡ δεύτερη υπόθεση τήν ὁποία έφερε ἡ Ἐπιτροπή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 λόγω παραλείψεως ἑνός Κράτους μέλους νά εφαρμόσει ὀρθώς τήν ὁδηγία 75/117. Ή πρώτη υπόθεση ἀφοροῦσε τό Λουξεμβούργο, ἡ δέ έγγραφη τῆς στό πρωτόκολλο τοῦ Δικαστηρίου έφερε τόν ἀριθμό 58/81. Ή προσφυγή κατά τοῦ Λουξεμβούργου διέφερε ἀπό την παρούσα κατά τό ὅτι ἐστηρίζετο ἐν μέρει σέ παράβαση τοῦ ἄρθρου 119 της συνθήκης ΕΟΚ.
Κεντρικό ζήτημα τῆς παρούσης υποθέσεως εἶναι οἱ υποχρεώσεις τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ὅσον ἀφορᾶ τήν φράση «ἐργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία» της πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας 75/117. Ή ἔννοια αύτη δέν έχει ποτέ τεθεί ρητῶς ὑπό τήν κρίση τοῦ Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Defrenne 2, ἡ ὁποία ἀφοροῦσε τήν ερμηνεία τῶν σκοπῶν καί τοῦ πεδίου ἐφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119, μερικές ἀπό τίς σκέψεις τῆς ἀποφάσεως είχαν ἀφιερωθεί στην έννοια τῆς «εργασίας ἴσης ἀξίας». Ἐν τούτοις, οἱ περισσότερες ἀπό τίς άλλες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου ἀφοροῦσαν ειδικότερα τήν έννοια τῆς «ἰσότητος τῶν ἀμοιβών» καί δέν συνέτρεχε ἀνάγκη νά εξετασθεί κατά πόσο ὐπήρχε ζήτημα «ἴδιας ἐργασίας ἡ εργασίας στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία». Στην υπόθεση 127/79, Macarthys Limited κατά Smith (Jurispr. 1980, σ. 1275), ἡ έννοια τῆς «ὅμοιας εργασίας» ἐξητάσθη διεξοδικότερα κατά τό ὅτι ἰδίως εδόθη ἀρνητική ἀπάντηση στό ερώτημα τοῦ ἐθνικοῦ δικαστηρίου ὡς πρός τό ἄν ἡ έννοια αυτή εφαρμόζεται μόνο ὅταν άνδρες καί γυναίκες παρέχουν τήν ἴδια ἐργασία κατά τόν ἴδιο χρόνο.
2. Ή επίδικη εθνική νομοθεσία
Κατά τήν Ἐπιτροπή, ἡ νομοθεσία τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου πού άφορῦ τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών δέν ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ κοινοτικού δικαίου ὅσον άφορᾶ τήν «εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία». 'Η σχετική νομοθεσία εἶναι τό Equal Pay Act (νόμος
περί ἰσότητος τῶν ἀμοιβών) τοῦ 1970, ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπό τό Sex Discrimination Act (νόμο περί τῶν διακρίσεων λόγω φύλου) τοῦ 1975. Δυνάμει τοῦ Equal Pay Act, σέ κάθε σύμβαση εργασίας λογίζεται περιεχομενη μία ρήτρα ἰσότητος, ἐφ' ὅσον πρόκειται γιά ὅμοια εργασία («like work») ή γιά ἐργασία πού θεωρείται Ισοδύναμη («work rated as equivalent»). Οἱ δύο αυτές έννοιες ὁρίζονται στό άρθρο 1, παράγραφος 4, καί στό άρθρο 1, παράγραφος 5. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 1, παράγραφος 4, μία γυναίκα ἀπασχολείται σέ ὅμοια ἐργασία μέ ἐκείνη πού παρέχεται ἀπό άνδρες «ἄν ἡ εργασία τῆς καί ἡ εργασία τῶν ἀνδρών εἶναι 'ίδια ἡ παρόμοια σέ γενικές γραμμές».
Σύμφωνα μέ τό άρθρο 1, παράγραφος 5, μία γυναίκα ἀπασχολείται σέ εργασία πού θεωρείται ισοδύναμη, ἄν στίς θέσεις ἐργασίας έχει ἀποδοθεί ἴση ἀξία σύμφωνα μέ ορισμένα κριτήρια (ὅπως εἶναι ἡ προσπάθεια, ἡ ικανότης, ἡ εξουσία λήψεως ἀποφάσεων) ἐπί τή βάσει ενός συστήματος ἀξιολογήσεως τῆς ἐργασίας σέ μία επιχείρηση. Κατά τόν τρόπο αυτό καλύπτονται πλήρως οἱ έννοιες τῆς «ἴδιας εργασίας ἡ εργασίας στην ὁποία ἀποδίδεται ίση ἀξία». 'Η παρούσα διαδικασία άφορᾶ, ἐν σχέσει πρός τήν νομοθεσία τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, θέσεις εργασίας πού δέν εἶναι τῆς ἴδιας ή σχεδόν ίδιας φύσεως, οἱ όποιες ὅμως δύνανται νά θεωρηθοῦν 'ίσης ἀξίας παρά τίς διαφορές τους.
Ή νομοθεσία τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου έχει ὡς συνέπεια ὅτι στην περίπτωση εργασίας ἡ ὁποία δέν εἶναι τῆς ίδιας ἡ σχεδόν τής 'ίδιας φύσεως, λογίζεται ενσωματωμένη στην σύμβαση μιά ρήτρα ἰσότητος μόνο ἄν ή ἐργασία έχει κριθεί 'ίσης ἀξίας ἐπί τή βάσει ενός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως. Όπως προκύπτει ἀπό τή δικογραφία, ένα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως δύναται νά εφαρμοσθεί σέ μία επιχείρηση μόνο μέ τήν συναίνεση εκείνων τους ὁποίους άφορᾶ, δηλαδή ἐπί εθελουσίας βάσεως. Κατά τήν γνώμη μου, τό γεγονός ὅτι ἡ εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος ἀξιολογήσεως ἐξαρτάται ἀπό τήν συμφωνία τοῦ εργοδότου έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα ὑπόθεση.
3. Τά κύρια επιχειρήματα τῶν διαδίκων
Ή Ἐπιτροπή έχει τήν γνώμη ὅτι τό άρθρο 1 της ὁδηγίας, ιδίως δέ ἡ φράση «ἐργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία», ενισχύει τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης. Κατά συνέπεια, ἐν ὄψει τῆς ἑρμηνείας τοῦ άρθρου 119 πού εδόθη στην υπόθεση Defrenne 2, τά Κράτη μέλη έχουν καθήκον νά λαμβάνουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν πλήρη εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν. Κατά τήν νομοθεσία τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, ἡ ἐφαρμογή τῆς ἀρχής αυτής ἐπί ἐργασίας ἴσης ἀξίας ἐξαρτάται ἀπό τό ἄν οἱ συγκρινόμενες θέσεις εργασίας έχουν προηγουμένως κριθεί ὥς ἴσης ἀξίας βάσει ἑνός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως. Κατά τήν Ἐπιτροπή, τοῦτο δέν ἀνταποκρίνεται πρός τίς ἀπαιτήσεις τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου. Διότι ἄν οἱ θέσεις εργασίας πού πρέπει νά συγκριθοῦν δέν έχουν ήδη κριθεί ὡς 'ίσης ἀξίας ἐπί τή βάσει ἑνός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως, ὁ μισθωτός δέν δύναται νά κινήσει καμμία διαδικασία προκειμένου νά διαπιστωθεί ἄν δικαιούται νά διεκδικήσει ἴση ἀμοιβή. Ἄν ὁ εργοδότης δέν εἶναι διατεθειμένος νά εφαρμόσει αυτό τό σύστημα, ὁ εργαζόμενος δέν δύναται νά επικαλεσθεί καμμία ρήτρα ἰσότητος.
Τό Ἡνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ὅτι τό Equal Pay Act ἀποτελεί ὀρθή εφαρμογή τῆς ὁδηγίας. Κατά συνέπεια ζητεί νά ἀπορριφθεί ἡ προσφυγή τῆς 'Επιτροπῆς. Τό 'Ηνωμένο Βασίλειο έχει τήν γνώμη ὅτι οἱ επιταγές τῆς ὁδηγίας έχουν εφαρμογή μόνο ὅταν οἱ θέσεις εργασίας έχουν ήδη κριθεί ὡς ἴσης ἀξίας. Ούτε τό άρθρο 119 ούτε ή ὁδηγία ἀπονέμουν στους κατ' ἰδίαν μισθωτούς τό δικαίωμα νά προβαίνουν σέ ενέργειες προκειμένου νά προσδιορισθεί ἡ ἀξία τόν θέσεων ἐργασίας πού πρέπει νά συγκριθούν. Στό σημείο αυτό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ἀναφέρεται στην φράση «στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία» τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας, δίνοντας έμφαση στην λέξη «ἀποδίδεται». Τό κείμενο, ἑπομένως, δέν κάνει γενικώς λόγο γιά «ἐργασία ἴσης ἀξίας». 'Επί πλέον, ἡ πρώτη αυτή παράγραφος πρέπει νά ἀναγνωσθεῖ σέ συνδυασμό μέ τήν δεύτερη παράγραφο, ή ὁποία ἀναφέρεται στην χρήση ενός συστήματος ἐπαγγελματικής κατατάξεως. "Επεται ὅτι σύμφωνα καί μέ τήν οδηγία ἡ ἴση ἀξία πρέπει νά προσδιορίζεται ἐπί τῆ βάσει ἑνός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως. Πράγματι, δέν υπάρχει άλλη μέθοδος συγκρίσεως διαφορετικών θέσεων εργασίας.
4. Σκοπός τοῦ ἄρθρου 119
Γιά τήν επίλυση τῆς παρούσης διαφοράς εἶναι ἀναγκαίο ἀκόμη μιά φορά νά προσδιορισθεί ὁ σκοπός καί τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119 καί, κατά τό ἀναγκαίο μέτρο, νά ἐξετασθεί ἄν ἡ ὁδηγία 75/117 προχωρεί ἀκόμη περισσότερο.
Τό Δικαστήριο ἀνέπτυξε τόν σκοπό καί τό πεδίο εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 119 ἰδίως στην ἀπόφαση του Defrenne 2, υπόθεση 43/75 (Jurispr. 1976, σ. 455). Στην ἀπόφαση εκείνη ἐδέχθη ὅτι δυνάμει τοῦ ψηφίσματος των Κρατῶν μελῶν, τοῦ 1961, κάθε διάκριση, άμεση ἡ έμμεση, έπρεπε νά εξαλειφθεί ἐντελώς μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1964 (σκέψη 48). Κατά τήν άποψη τοῦ Δικαστηρίου, τό ψήφισμα εκείνο ἀπεσαφή-νισε τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών, ὅπως διατυπώνεται στό άρθρο 119. Γιά νά επισπευσθεί ἡ πλήρης εφαρμογή τοῦ άρθρου 119, ἐθεσπίσθη ἡ ὁδηγία 75/117. Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση, ἡ ὁδηγία αυτή εἶχε σκοπό «νά ενθαρρύνει τήν ὀρθή εφαρμογή τοῦ άρθρου 119 μέσω μιᾶς σειράς μέτρων λαμβανομένων ἐπί ἐθνικού επιπέδου, μέ σκοπό ιδίως νά ἐξαλειφθοῦν ἔμμεσες μορφές διακρίσεων» (σκέψη 60).
Ἀπό αυτό, κατά τήν γνώμη μου, συνάγεται ὅτι τό άρθρο 119, ὅπως συμπληρώνεται ἀπό τίς λεπτομερέστερες διατάξεις τῆς ὁδηγίας 75/117, 'έχει σκοπό την εξάλειψη κάθε διακρίσεως, ἀμεσου ἤ έμμεσου, ὅσον άφορᾶ την ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών. Μόνο ὁ ὅρος «ὅμοια ἐργασία» ἐμφανίζεται στό άρθρο 119. Ἐν τούτοις, στην πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας, χρησιμοποιείται τό κριτήριο τῆς ἴδιας εργασίας ή ἐργασίας στήν ὁποία ἀποδίδεται 'ίση ἀξία. Στην σκέψη 20 τῆς ἀποφάσεως Defrenne 2 τό Δικαστήριο παρετήρησε ὅτι αυτή ἡ ἐπέκταση τοῦ στενοῦ κριτηρίου τῆς «όμοιας ἐργασίας» εἶναι σύμφωνη ἰδίως μέ τήν σύμβαση 100, περί ἰσότητος τῶν ἀμοιβών, ή ὁποία κατηρτίσθη ἀπό τήν Διεθνή 'Οργάνωση 'Εργασίας τό 1951 καί τό άρθρο 2 τῆς ὁποίας καθιερώνει τήν ἀρχή τῆς «ἴσης ἀμοιβής γιά εργασία 'ίσης ἀξίας». Μολονότι ἡ ἐν λόγω σκέψη ἀναφέρεται σέ μιά ἐπέκταση τοῦ στενοῦ κριτηρίου τῆς «όμοιας εργασίας», κατά τήν γνώμη μου ή επέκταση αύτη πρέπει, ὑπό τό φως τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου, νά ληφθεί ὡς διευκρίνηση αὐτοῦ τοῦ όρου τοῦ άρθρου 119. Αὐτό τουλάχιστον προκύπτει κατά τήν γνώμη μου καί ἀπό τήν σκέψη 54 τῆς ἀποφάσεως αυτής, ἰδίως όμως ἀπό τήν σκέψη 21 τῆς ἀποφάσεως στην υπόθεση 69/80, Worringham (Συλλογή 1981, σ. 767, στην σ. 791), σύμφωνα μέ τήν δεύτερη πρόταση τῆς ὁποίας «... τό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας ἐπεξηγεί ὅτι ἡ έννοια “όμοια ἐργασία”, πού περιέχεται στό άρθρο 119, παράγραφος 1 τῆς συνθήκης, περιλαμβάνει περιπτώσεις “εργασίας στην ὁποία ἀποδίδεται ίση ἀξία” ...». Έχω ἐπίσης τήν γνώμη ότι ἀπό τήν σκέψη 20 τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως Defrenne 2 συνάγεται ότι τό Δικαστήριο δέχεται ότι ἡ φράση «εργασία ίσης ἀξίας», πού εμφανίζεται στην σύμβαση τῆς Διεθνούς 'Οργανώσεως 'Εργασίας, ἀντιστοιχεί πρός τόν όρο «εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία», ἡ ὁποία χρησιμοποιείται στην ὁδηγία. Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση Defrenne 2, ἑπομένως, ἡ ὁδηγία ἀφ' ενός μέν ἀποβλέπει στην πλήρη πραγμάτωση τοῦ σκοποῦ τοῦ ἄρθρου 119, ἰδίως στό πεδίο τῶν έμμέσων διακρίσεων (σκέψεις 53 καί 60), ἀφ' έτερου δέ προσδιορίζει τό καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής τοῦ άρθρου 119 καί θεσπίζει διάφορες διατάξεις «κύριος σκοπός τῶν ὁποίων εἶναι ἡ βελτίωση τῆς έννόμου προστασίας τῶν εργαζομένων πού ενδέχεται νά ἀδικοῦνται λόγω μή εφαρμογής τῆς ἀρχής τῆς ἰσότητος των ἀμοιβών, τήν ὁποία θεσπίζει τό άρθρο 119» (σκέψη 54). Σχετική διάταξη περιέχεται στό άρθρο 2 τῆς ὁδηγίας. 'Από τό άρθρο αυτό συνάγεται επίσης ὅτι ἡ ἀρχή αυτή πρέπει νά ἀποτελεί δικαίωμα γιά τό όποιο παρέχεται έννομη προστασία. Τοῦτο προέκυπτε ήδη σαφώς ἀπό τό άμεσο αποτέλεσμα τοῦ άρθρου 119. Ἐν τούτοις, σύμφωνα μέ τήν ἀνωτέρω διάταξη τῆς ὁδηγίας, τέτοιο δικαίωμα θά πρέπει επίσης νά δημιουργηθεί όσον άφορᾶ τίς έμμεσες διακρίσεις, δεδομένου ὅτι, ὁπως εδέχθη τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση του, ἀντικείμενο τῆς ὁδηγίας εἶναι ἰδίως αὐτές οἱ διακρίσεις.
Θά ήθελα σχετικώς νά τονίσω ὅτι τό άρθρο 119, ἐν συνδυασμώ ενδεχομένως πρός τήν ὁδηγία 75/117, έχει σημασία ἐν προκειμένω, όχι μόνο λόγω τοῦ ἀμεσου ἀποτελέσματός του, πού ἀποτελοῦσε κατά τήν ἑρμηνεία του καί τήν σπουδαιότερη λειτουργία του, άλλά καί επειδή επιπροσθέτως επιβάλλει στά Κράτη μέλη τήν θέσπιση τῶν ἀναγκαίων μέτρων για τήν ἐφαρμογή τῆς ἀρχής καί στό πεδίο των έμμεσων διακρίσεων. Ὑπό ποία έννοια λαμβάνει τόν όρο αὐτό τό Δικαστήριο διευκρινίσθη στίς σκέψεις 18 καί 19 τῆς ἀποφάσεωςDefrenne 2 καί ἐπανελήφθη ἀργότερα στην σκέψη 15 τῆς ἀποφάσεως Macartbys. Κατά τήν γνώμη μου, ὁ ὅρος καλύπτει εκείνες τίς καταστάσεις, κατά τίς όποιες τά δικαστήρια δέν δύνανται ἀπ' ευθείας νά διαγνώσουν διακρίσεις βασιζόμενες στό φύλο. Στίς περιπτώσεις αυτές, εἶναι ἀναγκαίο νά έχουν προηγουμένως θεσπισθεί κριτήρια ἀξιολογήσεως ἀπό τά νομοθετικά σώματα. Ἡ σκέψη 19 τῆς ἀποφάσεως Defrenne 2 δέχεται ὅτι:
«Δέν εἶναι δυνατό νά μή ἀναγνωρισθεί ὅτι ή πλήρης πραγμάτωση τοῦ επιδιωκομένου από τό άρθρο 119 σκοποῦ, μέσω τῆς ἐξαλείψεως, κάθε διακρίσεως, άμεσου ἡ έμμέσου, μεταξύ εργαζομένων ἀνδρών καί γυναικών, ὄχι μόνο ὅσον άφορᾶ ἀτομικές επιχειρήσεις ἀλλά καί ὁλοκληρους τομείς τῆς βιομηχανίας, ἀκόμη δέ καί τό οικονομικό σύστημα ὡς σύνολο, ενδέχεται σέ ὁρισμένες περιπτώσεις νά προϋποθέτει τήν επεξεργασία κριτηρίων γιά τήν ἐφαρμογή των ὁποίων καθίσταται ἀναγκαία ἡ λήψη καταλλήλων μέτρων σέ κοινοτικό καί εθνικό επίπεδο.»
Ἀπό τήν ἑπόμενη σκέψη (20) συνάγω ὅτι τό Δικαστήριο ἀναφερόταν ἐδῶ στόν ὅρο ἀκριβῶς «ἐργασία ίσης ἀξίας». Ἄν τοῦτο είναι ἀληθές, θά ήταν ἴσως χρήσιμο νά καθορισθοῦν προηγουμένως τά κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων ἀξιολογούνται (διαφορετικές) θέσεις ἐργασίας. Αυτό δύναται νά έχει ἀξία ιδίως ἄν χρησιμοποιείται ένα σύστημα ἐπαγγελματικής κατατάξεως. Ἐν τούτοις, ὁπως εμφαίνεται ἀπό τήν έκθεση της 'Επιτροπής, πού συνετάγη κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 9 τῆς ὁδηγίας, δέν πρέπει νά λησμονείται ὅτι δέν υπάρχουν γενικώς ἀποδεκτά συστήματα στά Κράτη μέλη καί ὅτι ἀκόμη καί στά κατ' ἰδίαν Κράτη μέλη χρησιμοποιοῦνται διαφορετικές μέθοδοι (έκθεση τῆς 'Επιτροπής, σελίδες 65-83). 'Επί παραδείγματι, μόνο στην 'Ολλανδία χρησιμοποιοῦνται τουλάχιστον 40 διαφορετικά συστήματα ἀξιολογήσεως τῆς εργασίας σέ διαφόρους τομείς τῆς βιομηχανίας καί στίς επιχειρήσεις, ὁπως εμφαίνεται ἀπό τήν έκθεση τοῦ Α. W. Govers «Gelijkheid van vrouw en man in het Europees sociaal recht», 1981, σ. 29, στην ὁποία έχω ήδη ἀναφερθεί σέ προηγούμενες προτάσεις μου στην υπόθεση Burton, 19/81, (Συλλογή 1982, σ. 579).
Είναι άξια προσοχής ἡ ἀναφορά τῆς Ἐπιτροπής στην γερμανική νομοθεσία στην σελίδα 9 τῶν ἀπαντήσεων τῆς στά πρόσθετα ερωτήματα τοῦ Δικαστηρίου ὡς πρός άλλες μεθόδους ἀξιολογήσεως τῶν θέσεων εργασίας πλην τῆς ἀξιολογήσεως βάσει ενός συστήματος ἐπαγγελματικής κατατάξεως. Στην επεξήγηση τοῦ ὅρου «ἐργασία ἴσης ἀξίας», πού συνοδεύει τόν γερμανικό νόμο, ἀναφέρεται ὅτι ὁ ὅρος αυτός πρέπει νά καθορίζεται ἀντικειμενικώς καί ὅτι σχετικές ενδείξεις δύνανται ἐπίσης νά παρέχονται ἀπό τίς συλλογικές συμβάσεις ἡ ἀπό τήν γενική «Verkehrsanschauung» (τά κρατούντα συναλλακτικά ήθη), ἀκριβώς επειδή δέν υπάρχει ένα γενικώς ἀποδεκτό σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως. Ἀπό τήν έκθεση τῆς Ἐπιτροπῆς εμφαίνεται ὅτι καί τά γαλλικά δικαστήρια προσδιορίζουν «τήν 'ίση ἀξία» διαφορετικών θέσεων ἐργασίας χωρίς ένα σύστημα ἐπαγγελματικής κατατάξεως. Τήν συνάγουν ἀπό «τίς περιστάσεις τῆς ὑποθέσεως», μεταξύ τῶν ὁποίων δύναται νά ἀποτελεί σημαντικό παράγοντα τό γεγονός ὅτι μία συλλογική σύμβαση εργασίας κατατάσσει μία θέση εργασίας σέ ὁρισμένη επαγγελματική κατηγορία (ἀποφάσεις τοῦ Cour de Cassation τῆς 24ης Νοεμβρίου 1976 καί τῆς 22ας 'Ιουνίου 1977, πού μνημονεύονται στην έκθεση τῆς 'Επιτροπής, σ. 43).
5. 'Εφαρμογή στά Κράτη μέλη τῆς ἀρχής τῆς «εργασίας ἴσης άξιας»
Γιά λόγους τάξεως νομίζω ὅτι είναι χρήσιμο νά ἀναφερθεί ὅτι, ὁπως προκύπτει ἀπό τήν έκθεση τῆς Ἐπιτροπῆς καί ὅπως ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τίς ἀπαντήσεις στά πρόσθετα ἐρωτήματα, ὅσον άφορᾶ τήν εφαρμογή τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβών, ὁ ὅρος «ἐργασία ἴσης ἀξίας» περιελήφθη στην νομοθεσία τῶν περισσοτέρων Κρατών μελών αυτούσιος καί ὅπως εἶχε. Κατά κανόνα, ὁ ὅρός αυτός ενσωματώνεται στην φράση « ἴδια εργασία ἡ ἐργασία ίσης ἀξίας». Ὅσον άφορᾶ την δανική νομοθεσία, ευρίσκεται τώρα ὑπό εξέταση τό θέμα κατά πόσο ὁ ὅρός «samme arbejde» ἀντιστοιχεί πρός τόν ὅρο «εργασία ίσης ἀξίας». Ή ιρλανδική νομοθεσία ἀναφέρεται σέ «like work», ἀλλα ὁ ὅρος αυτός περιλαμβάνει ὄχι μόνο τήν ὅμοια ἡ σχεδόν ὅμοια ἐργασία, ἀλλά καλύπτει επίσης ρητώς καί τήν εργασία 'ίσης ἀξίας. 'Η ὀλλανδική νομοθεσία μνημονεύει μόνο τήν εργασία ίσης ἀξίας καί συνεπώς δέν ἀναφέρεται στόν ὅρο «ὅμοια εργασία».
6. 'Επίλυση
τῆς διαφοράς
Όπως ήδη ἀνέφερα, έχω τήν γνώμη ότι ἀναγκαία ἀφετηρία γιά τήν επίλυση τῆς διαφορᾶς εἶναι οἱ σκοποί τοῦ ἄρθρου 119, ὅπως ἑρμηνεύθησαν στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου Defrenne 2 καί ὅπως συνεπληρώθησαν μέ τήν ὁδηγία 75/117. Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση εκείνη, κάθε διάκριση, άμεση ἡ έμμεση, πρέπει νά καταργηθεί. Κάθε μισθωτός έχει δικαίωμα πρός τοῦτο, τό όποιο ὄχι μόνο επιτρέπει τήν άμεση επίκληση τοῦ ἄρθρου 119, άλλά εφαρμόζεται επίσης καί στίς καταστάσεις οἱ ὁποιες ἀποδεικνύεται ὅτι συνιστούν έμμεση διάκριση. Όσον άφορα τήν κατηγορία αύτη τῶν διακρίσεων, τό άρθρο 119 καί ἡ ὁδηγία, Ιδίως τά άρθρα 2 καί 6 τῆς ὁδηγίας αυτής, επιβάλλουν στά Κράτη μέλη νά λύβουν τα ἀναγκαία μέτρα προκειμένου νά ἐξασφαλισθεί ἡ εφαρμογή τῆς ἀρχής τῆς Ισότητος τῶν ἀμοιβών.
Ή εικόνα πού προκύπτει ἀπό τήν εξέταση τῆς νομοθεσίας τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ὅσον ἀφορᾶ τόν ὅρο « ἐργασία 'ίσης ἀξίας » ἐν σχέσει πρός τόν σκοπό αυτό έχει ὡς ἑξῆς. Τό γεγονός ὅτι δυνάμει τῆς νομοθεσίας τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου ἡ ἀξιολόγηση τῶν διαφόρων θέσεων ἐργασίας πρέπει νά γίνεται βάσει ἑνός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως εἶναι ἀναμφιβόλως ἐπιδοκιμαστέα. Καί τούτο διότι, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν δικογραφία, μέ τίς υπάρχουσες σήμερα γνώσεις αύτη ἡ μέθοδος ἀξιολογήσεως τῆς εργασίας εἶναι ή πλέον ἀντικειμενική, συνήθως δέ βασίζεται σέ επιστημονικώς καθορισμένα κριτήρια. Όπως προανέφερα, δέν υφίσταται ἀκόμη ένα γενικώς ἀποδεκτό σύστημα ἀξιολογήσεως, μέ ἀποτέλεσμα νά χρησιμοποιοῦνται διαφορετικές μέθοδοι σέ καθένα ἀπό τά διάφορα Κράτη μέλη.
Λόγω τοῦ ὅτι ἡ μέθοδος αυτή εἶναι ὑποχρεωτική, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἡ εφαρμογή της σέ μία ἐπιχείρηση εἶναι προαιρετική ή εξαρτᾶται ἀπό τήν συναίνεση τοῦ εργοδότου, δέν πραγματώνεται ὁ σκοπός τοῦ άρθρου 119, δηλαδή ἡ πλήρης κατάργηση τῶν μισθολογικών διακρίσεων καί γιά τήν εργασία ίσης ἀξίας. 'Υπό τίς συνθήκες αυτές, εἶναι νοητό, ἰδίως λόγω τοῦ ὅτι ἀπαιτείται ἡ συναίνεση τοῦ εργοδότου, νά συνεχίζεται ἡ καταβολή διαφορετικών ἀμοιβών γιά εργασία (ὑποθετικῶς)ίσης ἀξίας.
Χωρίς τήν συναίνεση τοῦ εργοδότου του ὁ μισθωτός δέν δύναται νά προβεί ὁ 'ίδιος στίς ἀπαιτούμενες ενέργειες γιά τόν προσδιορισμό τῆς ἀξίας διαφορετικών θέσεων εργασίας, πράγμα πού ἐπεβεβαιώθη κατά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση ἀπό τόν πληρεξούσιο τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου.
'Η προηγουμένη χρήση, γιά τήν ἀξιολόγηση τῆς εργασίας, ἑνός συστήματος ἀξιολογήσεως τῶν θέσεων εργασίας ἀπαιτείται επίσης, ἐπί παραδείγματι, καί ἀπό την νομοθεσία τῶν Κάτω Χωρών. 'Η νομοθεσία τῶν Κάτω Χωρών ὁρίζει ὅμως ὅτι ελλείψει τέτοιου συστήματος ἡ εργασία πρέπει νά ἀξιολογείται «κατά δικαία κρίση». Δέν νομίζω ὅτι θά ήταν χρήσιμο νά εξετασθεί τί εἶναι «δικαία κρίση». Είναι ὅμως ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ νομοθεσία τῶν Κάτω Χωρῶν προνοεί καί γιά τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία δέν υφίσταται σύστημα ἀξιολογήσεως τῆς εργασίας, πρόνοια τήν ὁποία δέν λαμβάνει ἡ νομοθεσία τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου.
Δέν ἀπόκειται στό Δικαστήριο νά υποδείξει τόν τρόπο μέ τόν όποιο τό 'Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει νά προσαρμόσει τήν νομοθεσία του προκειμένου νά εξασφαλισθεί ὅτι ή ἀρχή τῆς ἰσότητος τῶν ἀμοιβῶν γιά εργασία ἴσης ἀξίας πράγματι εφαρμόζεται σέ κάθε περίπτωση. Εἶναι σημαντικό νά σημειωθεί ὅτι τά Κράτη μέλη πρέπει ἐν προκειμένω νά λαμβάνουν ἐπί πλέον ὑπ' ὄψη τίς «εθνικές συνθήκες καί τό νομικό τους σύστημα», ὅπως ὁρίζεται στό άρθρο 6 τῆς ὁδηγίας. Σ' αυτό ἀκριβώς τό πεδίο ἡ πρακτική τῶν Κρατών μελών ποικίλλει σημαντικά λόγω τοῦ διαφορετικοί) βαθμοῦ ελευθερίας πού διαθέτουν οἱ εργοδότες καί οἱ εργαζόμενοι. Ἐν πάση ὅμως περιπτώσει, τό ἀποτέλεσμα, τήν επίτευξη τοῦ ὁποίου πρέπει νά εξασφαλίσουν τά Κράτη μέλη δυνάμει τοῦ ἄρθρου 119 καί τῆς οδηγίας καί τό όποιο συνοψίζω καί πάλι κατωτέρω, εἶναι κατά τήν γνώμη μου σαφές. Τά Κράτη μέλη υποχρεοῦνται νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν επίτευξη τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ.
Δέν νομίζω ὅτι ὅσα ἀνέπτυξα ἀνωτέρω ἀναιροῦνται ἀπό τήν ἑρμηνεία τήν ὁποία ἀποδίδει τό 'Ηνωμένο Βασίλειο στην έκφραση «εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία», πού χρησιμοποιείται στό άρθρο 1 τῆς ὁδηγίας ἡ ἀπό τήν σύγκριση τῆς εκφράσεως μέ τήν δεύτερη παράγραφο τοῦ άρθρου αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἀναφέρεται σέ ένα «σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως». Κατά πρώτο, τό άρθρο δέν διευκρινίζει ἀπό ποιόν καί πότε ἀποδίδεται ἡ ἴση ἀξία. Συνεπώς, δέν ἀποκλείει τήν πιθανότητα αυτό νά γίνει ἐπί παραδείγματι ἀπό τό δικαστήριο, ὅταν ἡ υπόθεση ἀχθεῖ ενώπιον του. Ἐν ὄψει τῶν σκοπών τοῦ ἄρθρου 119 καί τῆς ὁδηγίας, ὅπως προσδιορίσθησαν στίς προαναφερθείσες ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου, πρέπει νά εἶναι δυνατό σέ κάθε περίπτωση νά διαγνωσθεί ἡ 'ίση ἀξία, ἀκόμα καί ὅταν σέ μία συγκεκριμένη περίπτωση δέν Ισχύει σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως ἡ άλλη ειδική διαδικασία. Υπέρ αυτής τῆς ἀπόψεως συνηγορεί σαφώς καί τό άρθρο 2 τῆς ὁδηγίας. Ἐπομένως, δεδομένου ὅτι ἀπαιτείται νά επιτευχθεί τό ἀποτέλεσμα πού συνοψίσθη ἀμέσως ἀνωτέρω καί ἐν ὄψει τῆς σαφούς διατυπώσεως τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τῆς ὁδηγίας, ἡ παράγραφος αυτή πρέπει κατά τήν γνώμη μου νά εξετασθεί χωριστά ἀπό τήν πρώτη. Κατά τήν δεύτερη παράγραφο, «ιδιαίτερα, ὅταν» χρησιμοποιείται ένα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως, τό σύστημα αυτό πρέπει νά βασίζεται σέ κριτήρια πού δέν δημιουργούν διακρίσεις. Οἱ εναρκτήριες ἰδίως λέξεις τῆς παραγράφου αυτής ἀποτελοῦν κατά τήν γνώμη μου ένδειξη ὅτι σκοπός τῆς παραγράφου εἶναι ἁπλώς ἡ διατύπωση τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων ὅταν ή αξιολόγηση τῶν θέσεων εργασίας γίνεται ἐπί τῆ βάσει ενός τέτοιου συστήματος. Σύμφωνα μέ τήν έκθεση τῆς Ἐπιτροπής (μεταξύ άλλων σ. 141), ὅπου εξετάζονται τά συστήματα αυτά, τά κριτήρια ἀξιολογήσεως δέν εἶναι πάντοτε οὐδέτερα ὅσον άφορᾶ τά δύο φύλα. Ἐπί παραδείγματι, ὁρισμένες Ιδιότητες κατά τήν εργασία ενδέχεται νά περιγράφονται ὡς τυπικώς γυναικείες (ὅπως εἶναι ἡ ἐπιδεξιότης, ἡ προσοχή στίς λεπτομέρειες, ἡ ταχύτης, ἡ διάθεση ἀναλήψεως εργασίας συνεπαγόμένης μονότονη επανάληψη καί ούτω καθ' έξῆς) καί νά τους ἀποδίδεται κατώτερη ἀξία σέ σύγκριση μέ τήν ἀποδιδομένη σέ «ἀνδρικές» Ιδιότητες (ὅπως εἶναι ἡ ἱκανότης χειρισμού υλικών καί μηχανημάτων, ἡ σωματική δύναμη καί ούτω καθ' ἑξῆς — βλ. επίσης τήν έκθεση τοῦ Α. W. Govers, σ. 30). Ἀπό της ἀπόψεως αυτής ἡ δεύτερη παράγραφος επιτελεί μία σπουδαία λειτουργία, τήν ὁποία ἐξ άλλου καθιέρωσε τό προαναφερθέν ψήφισμα τῶν Κρατών μελών τοῦ 1961.
Τέλος, θά εξετάσω ἐν συντομία ένα επιχείρημα πού προέβαλε τό Ἡνωμένο Βασίλειο πρός υπεράσπιση του, σύμφωνα μέ τό όποιο ἡ νομοθεσία του ὅσον άφορᾶ την «ἐργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ἴση ἀξία» διεσαφηνίσθη σέ μία δήλωση του καταγραφείσα στά πρακτικά τοῦ Συμβουλίου. Ή δήλωση αύτη έχει περιληφθεί στην ἔκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, στην ὁποία καί παραπέμπω. Τό Ἡνωμένο Βασίλειο φρονεῖ ὅτι, δεδομένου ὅτι οὔτε τό Συμβούλιο ούτε ἡ Ἐπιτροπή προέβαλαν οἱαδή-ποτε ἀντίρρηση στην δήλωση, ἡ 'Επιτροπή δέν δύναται πλέον νά ἀσκήσει προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὡς πρός τό ζήτημα αυτό. Όσον άφορᾶ τήν ίδια τήν δήλωση, συμμερίζομαι τήν άποψη τῆς 'Επιτροπῆς σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ δήλωση αύτη ἐξηγεί ἁπλώς ὅτι, προκειμένου νά προσδιορισθεί ἡ ίση ἀξία διαφορετικῶν θέσεων ἐργασίας στό Ἡνωμένο Βασίλειο, πρέπει να χρησιμοποιείται ἕνα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως. Όπως ἀνέφερα ήδη, σ' αυτό δέν δύναται νά ἀντιταχθεί καμμία ἀντίρρηση. Στην πράξη ὅμως, ή δήλωση δέν καθορίζει κατά πόσο ένα τέτοιο σύστημα εξαρτάται ἀπό τήν συναίνεση τοῦ ἐργοδότου. Αυτό Ιδίως τό σημείο εἶναι κατά τήν γνώμη μου ἀποφασιστικής σημασίας στην παρούσα υπόθεση.
Τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἀπώλεσε τό δικαίωμά τῆς νά ἀσκήσει προσφυγή δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169, επειδή παρέλειψε νά προβάλει ἀντίρρηση κατά τῆς δηλώσεως τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, δέν δύναται νά γίνει δεκτό κατά τήν άποψη μου. Κατά τήν γνώμη μου, ἡ παράλειψη αυτή τῆς 'Επιτροπής δέν δύναται νά μειώσει τήν ευθύνη της ἐκ τοῦ ἄρθρου 155 τῆς συνθήκης. Ούτε δύναμαι νά δεχθώ τό επιχείρημα ὅτι τό 'Ηνωμένο Βασίλειο δύναται νά επικαλεσθεί τήν δήλωση κατά τήν ερμηνεία τῆς ἐν λόγω διατάξεως.
Όπως εδέχθη επανειλημμένως τό Δικαστήριο (ἐπί παραδείγματι στην υπόθεση 39/72, Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, Jurispr. 1973, σ. 115, σκέψη 22), μία τέτοια δήλωση, στην ὁποία προβαίνει ένα Κράτος μέλος προκειμένου νά καταγραφεί στά πρακτικά τοῦ Συμβουλίου κατά τήν λήψη μιας ἀποφάσεως, δέν δύναται νά μεταβάλει τόν ἀντικειμενικό σκοπό τῶν κοινοτικών κανόνων πού θεσπίζονται μέ τήν κοινοτική ἀπόφαση.
7. Συμπέρασμα
Κατά συνέπεια, φρονώ ὅτι ἡ προσφυγή τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι βάσιμη καί ὅτι επομένως τό Δικαστήριο δύναται νά ἀναγνωρίσει ὅτι παραλείποντας νά θεσπίσει τίς νομοθετικές, κανονιστικές ἤ διοικητικές διατάξεις, ἡ λήψη τῶν ὁποίων, ἐν ὄψει τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου ὡς πρός τό άρθρο 119 τῆς συνθήκης, ἐπιβάλλεται ἀπό τήν ὁδηγία 75/117/ΕΟΚ, τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1975, καί οἱ όποιες ἀπαιτούνται προκειμένου νά εξασφαλισθεί ὅτι σέ κάθε περίπτωση παρέχεται ἴση ἀμοιβή γιά εργασία στην ὁποία ἀποδίδεται ίση ἀξία σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο, τό Ἡνωμένο Βασίλειο παρέβη τίς υποχρεώσεις πού υπέχει ἐκ της ὁδηγίας αὐτῆς. Τό Ἡνωμένο Βασίλειο πρέπει επίσης νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy