ΠΡΌΤΑΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΌΥ ΕΊΣΑΓΓΕΛΕύΣ
SIR GORDON SLYNN
ΠΟΫ ΑΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ό κύριος καί ἡ κυρία Reina εἶναι 'Ιταλοί υπήκοοι πού διαμένουν καί εργάζονται ἐπί πολλά ἤδη έτη στην Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας. Τήν 1η 'Οκτωβρίου 1979, μετά τήν γέννηση τῶν διδύμων τέκνων τους, ὑπέβαλαν στην Landeskreditbank τῆς Βάδης-Βυρτεμβέργης (ὅπού καί διέμεναν) αίτηση νά τους χορηγηθεί δάνειο λόγω γεννήσεως τέκνου. Τά δάνεια αυτά προβλέπονται στίς «'Οδηγίες περί χορηγήσεως οικογενειακῶν δανείων» τοῦ 'Υπουργείου 'Εργασίας, Υγείας καί Κοινωνικών 'Υποθέσεων τοῦ Land τῆς Βάδης-Βυρτεμ-βέρης. Τά δανεια χορηγούνται ἀπό τήν τράπεζα, ἐνῶ τό Land ἀναλαμβάνει τό κόστος, ὑπό τίς προϋποθέσεις πού ὁρίζονται στίς «ὁδηγίες». Οἱ τελευταίες αυτές ὁρίζουν ὅτι τά δάνεια χορηγοῦνται, χωρίς τόκο, στους συζύγους πού ἀποκτούν τέκνο, οἱ όποιοι έχουν συνήθη διαμονή στην Βάδη-Βυρτεμ-βέργη καί τό μέσο μηνιαίο εισόδημα των ὁποίων δέν υπερβαίνει ὁρισμένο ποσό, άλλα καί ὅτι τό δάνειο χορηγείται μόνο ἐφ' ὅσον ὁ ἕνας τουλάχιστον ἀπό τους γονείς έχει τήν γερμανική ιθαγένεια. ἡ τράπεζα ἀπέρριψε τήν αἴτηση, ἁπλώς καί μόνο επειδή κανείς ἀπό τους γονείς δέν εἶχε τήν γερμανική ιθαγένεια.
'Ο κύριος καί ἡ κυρία Reina ἤσκησαν προσφυγή ενώπιον τοῦ Verwakungsgericht τῆς Στουτγάρδης, μέ τήν οποία ζητοῦσαν νά υποχρεωθεί ἡ τράπεζα νά τους χορηγήσει τό δάνειο. Ἐπεκαλέσθησαν κυρίως τό άρθρο 7 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 1612/68 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 15ης 'Οκτωβρίου 1968, «περί τῆς ελεύθερης κυκλοφορίας τῶν εργαζομένων στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος» (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. Ν 257, τόμ. 05/001, σ. 33), τό όποιο έχει ὡς έξῆς:
«1.
'Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός Κράτους μέλους δέν δύναται στην επικράτεια των άλλων Κρατών μελών νά έχει, λόγω τῆς ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση ἀπό τους ημεδαπούς εργαζομένους, ὡς πρός τους ὅρους ἀπασχολήσεως καί εργασίας, Ιδίως ὅσον άφορα τήν ἀμοιβή, τήν απόλυση, τήν επαγγελματική επανεξέταση ἡ τήν ἐπα-ναπασχόληση ἄν έχει καταστεί άνεργος.
2.
'Απολαύει τῶν ἰδιων κοινωνικών καί φορολογικών πλεονεκτημάτων μέ τους ημεδαπούς εργαζομένους.»
Τό ζεύγος Reina ἰσχυρίσθη ὅτι τό δάνειο λόγω γεννήσεως τέκνου ἀποτελεί «κοινωνικό πλενέκτημα» καί ὅτι, ἐφ' ὅσον τό δάνειο δέν τους ἐχορηγεῖτο λόγω τῆς ιθαγενείας τους, δέν ἀπέλαυαν τῶν ἰδίων κοινωνικών πλεονεκτημάτων μέ τους ημεδαπούς εργαζομένους. 'Η τράπεζα ἀντέταξε ὅτι τό δάνειο αυτό δεν ἀποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα καί ὅτι ἡ 'ίδια ήταν υποχρεωμένη νά τηρήσει τίς προϋποθέσεις πού ὁρίζουν οἱ οδηγίες, οἱ όποιες ἐν πάση περιπτώσει δέν παρέχουν ἀξίωση ἐπί τοῦ δανείου, ἡ χορήγηση τοῦ ὁποίου εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια τῆς ἁρμοδίας ἀρχής.
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω τό Vervaltungsgericht υπέβαλε δύο ερωτήματα στό Δικαστήριο, τό πρώτο ἀπό τά όποια έχει ώς έξης:
«Τό άρθρο 7 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι εξομοιώνει τους ἀλλοδαπούς πού προέρχονται ἀπό χώρες Ι της EO Κ μέ τους ημεδαπούς ἀκόμα καί στην περίπτωση πού ἕνα πιστωτικό 'ίδρυμα δημοσίου δικαίου χορηγεί, βάσει εσωτερικών διοικητικῶν ὁδηγιῶν, πού δέν θεμελιώνουν όμως καμμία ἀξίωση, άτοκα δάνεια σέ συζύγους, κατόπιν αιτήσεώς τους, ὅταν τό εισόδημα τους δέν ὑπερβαίνει ὁρισμένο ὕψος, σέ περίπτωση γεννήσεως τέκνου, γιά την ἀποφυγή, τόν μετριασμό ἤ τήν ἀντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων, γιά τήν εξυπηρέτηση δέ τῶν ἀτοκων δανείων αυτών τό Land τῆς Βάδης-Βυρτεμβέργης χορηγεί στο πιστωτικό 'ίδρυμα ενισχύσεις, ἀνάλογα μέ τά κονδύλια πού διατίθενται εκάστοτε ἀπό τόν προϋπολογισμό, μέ γνώμονα μεταξύ άλλων τήν ἀντιμετώπιση μέ μέτρα οικογενειακής ἀρωγής τῆς μειώσεως τῶν γεννήσεων στην Ὁμοσπον- διακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί τήν ελάττωση τοῦ ἀριθμοθ τῶν περιπτώσεων διακοπής τῆς κυήσεως;»
Ή τράπεζα προβάλλει προκαταρκτικῶς τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ ἀνωτέρω ερωτήματος, λόγω κακής συνθέσεως τοῦ δικαστηρίου πού ἐξέδωσε τήν διάταξη περί παραπομπής. Παρατηρεί δέ ὅτι ἡ διάταξη περί ἀναβολής τῆς δίκης καί παραπομπής τοῦ ζητήματος στό Δικαστήριο εξεδόθη μόνο ἀπό τρεῖς δικαστές, ἐνῶ τό άρθρο 5 παράγραφος 3 τῆς Verwaltungsgerichtsordnung (τῆς γερμανικής διοικητικής δικονομίας) ὁρίζει ὅτι τά πρωτοβάθμια διοικητικά δικαστήρια συντίθενται ἀπό τρεις δικαστές καί δύο λαϊκά μέλη.
Στό Δικαστήριο βεβαίως εναπόκειται νά ἀποφασίσει ἄν τό όργανο πού ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο τήν έκδοση προδικαστικής ἀποφάσεως, σύμφωνα μέ τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, είναι «δικαστήριο Κράτους μέλους». Δέν ἀμφισβητείται τό ὅτι τό Verwaltungsgericht εἶναι δικαστήριο Κράτους μέλους, ἑπομένως δέν ἀνακύπτει τέτοιο ζήτημα. Διαφορετικό είναι τό ζήτημα ἄν τό δικαστήριο έχει τήν προσήκουσα σύνθεση γιά νά εκδώσει διάταξη σύμφωνα μέ τους δικούς του δικονομικούς κανόνες. Στην υπόθεση 75/63, Hoekstra κατά Bedrijfsvereniging voor Betailhandel en Ambachten ECR 1964, σ. 177, προεβλήθη ή ένσταση ὅτι τά ερωτήματα εἶχαν διατυπωθεί καί διαβιβασθεί ἀπό τόν πρόεδρο τοῦ ἐθνικοθ δικαστηρίου ἀντί ἀπό ὅλο τό δικαστήριο μέ ἀπόφαση του. Τό Δικαστήριο ἐν τούτοις ἀπήντησε στά ερωτήματα. Δέν έχω πεισθεί βάσει τῶν ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου στοιχείων ὅτι ἐδῶ υπάρχει ελάττωμα τῆς αιτήσεως περί ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως (ὑπό τήν έννοια ὅτι ἡ αἴτηση δέν ἐπετρέπετο νά γίνει καί νά υπογραφει ἀπό τους τρεις δικαστές) καί κατά τήν γνώμη μου ἡ αίτηση πρέπει νά κριθεί παραδεκτή.
Σύμφωνα μέ τό προοίμιο τῶν ὁδηγιών περί χορηγήσεως οικογενειακών δανείων, τό σύστημα αυτό καθιερώθη «γιά τήν ἀποφυγή, τόν μετριασμό ἡ τήν ἀντιμετώπιση τῶν οικονομικών προβλημάτων τῶν οικογενειών, τῶν γονέων πού ζοῦν μόνοι καί τῶν εγκύων γυναικών». Σύμφωνα μέ τό άρθρο 6 τῶν ὁδηγιών αυτών, «τά οικογενειακά δάνεια έχουν ὡς σκοπό τήν προαγωγή τῆς οικογενείας». Στην διάταξη περί παραπομπής, τό Verwaltungsgericht παρέπεμψε τό Δικαστήριο αυτό σέ ἀποσπάσματα ἀπό τά πρακτικά τῶν συζητήσεων στό Landtag τοῦ Land τῆς Βάδης-Βυρτεμβέργης, ὑπογραμμίζοντας ὅτι οἱ υποστηρικτές τοῦ σχεδίου ἀνησυχοῦσαν γιά τόν χαμηλό ρυθμό γεννήσεων καί τόν μεγάλο ἀριθμό τῶν περιπτώσεων διακοπής τῆς κυήσεως στό Land καί ήλπιζαν νά σταματήσουν τήν τάση αυτή προσφέροντας ἀρωγή στίς εγκύους γυναίκες πού έχουν οικονομικές δυσκολίες. Τά δάνεια ἀποτελοῦσαν μέρος τῆς ἀρωγής αυτής. Οἱ σκέψεις αυτές, καθώς καί οἱ παράγοντες πού ἀναφέρει τό Verwaltungsgericht στό πρώτο ερώτημά του, δείχνουν ὅτι τά δάνεια πρέπει ἐκ πρώτης ὄψεως νά θεωρηθούν ὡς μία μορφή κοινωνικής αρωγής.
'Εν τούτοις, ἡ τράπεζα ἰσχυρίσθη ὅτι δέν ἀποτελοθν τελικῶς κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την ἕννοια τοῦ άρθρου 7 τοῦ κανονισμοῦ 1612/68, επειδή δέν υπάρχει κανείς σύνδεσμος μεταξύ τῆς χορηγήσεως τοῦ δανείου καί τῆς ιδιότητος τοῦ δανειζομένου ὡς «εργαζομένου», οὔτε άλλωστε τά δάνεια αυτά επιδρούν καθόλου ἐπί τῆς ευχέρειας διακινήσεως τῶν εργαζομένων εντός τῆς Κοινότητος. 'Ελέχθη ὅτι ή καθιέρωση τῶν δανείων εξυπηρετεί δημογραφικούς σκοπούς καί ὅτι ὁπωσδήποτε δέν δύνανται νά χαρακτηρισθούν ὡς «οροί εργασίας» κατά τήν ἔννοια τοῦ άρθρου 48 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Προφανῶς εἶναι δυνατόν νά ὑποστηριχθεί ὅτι τό άρθρο 7 παράγραφος 2 πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν έννοια ὅτι καλύπτει μόνο τά κοινωνικά πλεονεκτήματα πού παρέχονται στους ημεδαπούς εργαζομένους ὑπό τήν ιδιότητά τους ώς εργαζομένων. Τό Δικαστήριο ὅμως έχει ήδη ἀποφανθεί ὅτι ὁ ὅρος «κοινωνικά πλεονεκτήματα» τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 1612/68 δέν δύναται νά ἑρμηνευθεί στενά, καί δέν δύναται ιδίως νά περιορισθεί σέ ωφελήματα πού συνδέονται μέ τήν ἴδια τήν σύμ6αση εργασίας. 'Αναφέρομαι στην υπόθεση 32/75, Anita Christini κατά Société nationale des chemins de fer français, ECR 1975, σ. 1085, στην σελίδα 1094, καί στην υπόθεση 207/78, Ministère public κατά Even, ECR 1979, σ. 2019, στην σελίδα 2034. 'Εξ άλλου, τό άρθρο 49 επιβάλλει στό Συμβούλιο τό καθήκον νά λάβει μέ κανονισμούς τά ἀναγκαία μέτρα γιά νά πραγματοποιηθεί ἡ ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, «ιδίως» δέ τά μέτρα πού ἀναφέρονται μετά τήν λέξη αύτη. ἡ λέξη «ιδίως» δείχνει ὅτι ὁ κατάλογος πού ἀκολουθεί δέν εξαντλεί ὅλες τίς περιπτώσεις. ΟΙ κανόνες περί τῶν προϋποθέσεων ἀπολαύ-σεως ωφελημάτων κοινωνικού χαρακτῆρος οἱ όποιοι προβαίνουν σέ διακρίσεις μεταξύ των υπηκόων τῶν διαφόρων Κρατών μελών δύνανται κατά τήν γνώμη μου νά ἀποτελούν ἐμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία τῶν εργαζομένων, έστω καί ἄν δέν συνδέονται μέ τήν σύμβαση εργασίας. Οἱ κανόνες αυτοί δύνανται συνεπώς νά καταργηθούν μέ νέα νομοθεσία, ἡ ὁποία θεσπίζεται σύμφωνα μέ τό άρθρο 49 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.
Ή θεώρηση αυτή μοῦ φαίνεται συνεπής προς τήν συλλογιστική τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 9/74, Casagrande κατά Landeshauptstadt München, ECR 1974, σ. 773, στην ὁποία τό Δικαστήριο ἀπεφάνθη ὅτι ή ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων λόγω Ιθαγενείας τοῦ άρθρου 12 τοῦ κανονισμού 1612/68 καλύπτει ὄχι μόνο τους κανόνες πού ἀφορούν τους ὄρούς ὑπό τους ὁποίους τά παιδιά γίνονται δεκτά στά σχολεία, άλλα καί τά γενικά μέτρα μέ τά όποια επιδιώκεται ἡ διευκόλυνση τῆς παρακολουθήσεως τῶν μαθημάτων.
Τό γεγονός ὄτι ένα κοινωνικό πλεονέκτημα παρέχεται ενδεχομένως, μεταξύ άλλων, ἀπό λόγους δημογραφικής πολιτικής δέν μοῦ φαίνεται ὄτι ἀναιρεί τό ὄτι τό πλεονέκτημα αυτό εμπίπτει στό άρθρο 7 παράγραφος 2. Όπως παρετήρησε ὁ γενικός είσαγγελεύς Trabucchi στην υπόθεση Cristini (σ. 1098):
«Πρόκειται ἀναμφιβόλως περί ἑνός κοινωνικοῦ πλεονεκτήματος, ὁ ενδεχόμενος ή πραγματικός σύνδεσμος τοῦ ὁποίου μέ μία πολιτική δημογραφικής ἀναπτύξεως δέν δύναται νά τοῦ αφαιρέσει τόν κύριο χαρακτήρα του ὡς ἀντισταθμίσεως τῶν οικογενειακών βαρών.»
Δέν δέχομαι συνεπώς τό επιχείρημα τής τραπέζης ὄτι, επειδή μέ τό σύστημα τῶν δανείων λόγω γεννήσεως τέκνου δέν ἐπιδιώ-κετο νά τεθούν οἱ ἀλλοδαποί σέ μειονεκτική θέση, άλλά νά ἀντισταθμισθεί ὁ χαμηλός ρυθμός τῶν γεννήσεων τῶν γερμανῶν υπηκόων ἔνατι τοῦ ρυθμοϋ τῶν γεννήσεων τοῦ αλλοδαποί) πληθυσμοῦ, τό γεγονός αυτό 'έχει ώς ἀποτέλεσμα ή ἀπάντηση στό ερώτημα νά ἀποβαίνει κατά τοῦ ζεύγους Reina. 'Ακόμη καί ἄν ó ρυθμός των γεννήσεων ὅλων τῶν μεταναστών εργαζομένων εἶναι σχετικά υψηλός, ὅπως φαίνεται ἡ τράπεζα νά διατείνεται, παραμένει τό γεγονός ότι τά δάνεια αὐτα χορηγοῦνται σέ οικογένειες μέ χαμηλά εισοδήματα βάσει τῶν αναγκών τους. 'Από τῆς απόψεως αυτής, ὁ εργαζόμενος πού εἶναι υπήκοος άλλου Κράτους μέλους δικαιούται τά 'ίδια κοινωνικά πλεονεκτήματα ὅπως οἱ ημεδαποί εργαζόμενοι.
Οὔτε δύναμαι νά δεχθώ τό ἐπιχείρημα της τραπέζης ὅτι τά ἐν λόγω δάνεια δέν περιλαμβάνονται στά «κοινωνικά πλεονεκτήματα», επειδή κάθε Κράτος μέλος διατηρεί τήν εξουσία νά μεταχειρίζεται διαφορετικά τους υπηκόους του καί τους ἀλλοδαπούς, ὅσον άφορα τά ἀστικά δικαιώματα καί υποχρεώσεις. Ὑπάρχουν φυσικά θέματα πού ἀνήκουν στην σφαίρα τῶν ἀστικών δικαιωμάτων καί δέν εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τῶν άρθρων 48-51 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί τῆς νομοθεσίας πού ἐθεσπίσθη βάσει αυτών. Δέν θεωρώ ὅτι τά δάνεια λόγω γεννήσεως τέκνου, ὅπως τά δάνεια πού αποτελοῦν τό ἀντικείμενο της παρούσης υποθέσεως, πρέπει νά χαρακτηρισθούν ώς ἀστικά δικαιώματα έκτος τοῦ πεδίου εφαρμογής τῶν άρθρων 48-51 της συνθήκης ΕΟΚ. Κατά τήν γνώμη μου, τό επιχείρημα τῆς τραπέζης δέν ενισχύεται καθόλου ἀπό τήν υπόθεση Gilbert Even, τήν ὁποία ἡ τράπεζα επικαλείται.
Ή υπόθεση αυτή ἀφοροῦσε ἕνα σύστημα εὐεργετημάτων γιά τά θύματα πολέμου, ó κύριος σκοπός τοῦ ὁποίου ήταν «νά προσφέρει στους Βέλγους εργαζομένους πού πολέμησαν μέ τίς συμμαχικές δυνάμεις μεταξύ τῆς 10ης Μαΐου 1940 καί τῆς 8ης Μαΐου 1945 καί κατέστησαν ἀνίκανοι πρός εργασία λόγω πολεμικού συμβάντος ... μία ἀπόδειξη εθνικής ἀναγνωρίσεως ... καί νά τους παράσχει ... ἕνα ευεργέτημα γιά τίς ὑπηρεσίες πού προσέφεραν στην χώρα τους κατ' αυτό τόν τρόπο». Ἕνα τέτοιο ευεργέτημα, πού παρέχεται στό πλαίσιο τῆς εθνικής ἀναγνωρίσεως, δέν ήταν δυνατόν νά θεωρηθεί ὡς «κοινωνικό πλεινέκτημα» κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 7. Πράγματι, πρέπει νά σημειωθεί ὅτι στην υπόθεση εκείνη τό Δικαστήριο ἀποφάνθη ὅτι εμπίπτουν στον κανονισμό 1612/68 τά πλεονεκτήματα εκείνα «τά όποια — ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄν συνδέονται πρός ὁρισμένη σύμβαση εργασίας ἡ ὄχι — χορηγοῦνται ἐν γένει στους ημεδαπούς εργαζομένους κυρίως λόγω τῆς ἀντικειμενικής ιδιότητος τους ώς εργαζομένων ἡ ἁπλώς καί μόνο λόγω τῆς διαμονής τους εντός της εθνικής επικρατείας καί ἡ επέκταση επομένως τῶν ὁποίων στους εργαζομένους πού εἶναι ὑπήκοοι άλλων Κρατών μελών φαίνεται ικανή νά διευκολύνει τήν διακίνηση τους εντός τῆς Κοινότητος» (σκέψη 22). Τό ειδικό αυτό ευεργέτημα δέν ἀποτελοῦσε εὐεργέτημα πού παρέχεται «στους ημεδαπούς εργαζομένους λόγω κυρίως τῆς ιδιότητός τους ὡς εργαζομένων ἡ λόγω τῆς διαμονής τους εντός τῆς εθνικής επικρατείας καί συνεπώς δέν συγκεντρώνει τά ἀπαραίτητα χαρακτηριστικά τῶν «κοινωνικών» πλεονεκτημάτων» τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 2».
Ἡ τράπεζα ἰσχυρίσθη ἐπί πλέον ὅτι ἡ πολιτική τῆς διακρίσεως μεταξύ γερμανών υπηκόων καί ἀλλοδαπών δικαιολογείται ἀντικειμενικώς, επειδή πολλοί διακινούμενοι εργαζόμενοι επιστρέφουν στην πατρίδα τους κατά τήν διάρκεια τῆς προθεσμίας εξοφλήσεως τοῦ δανείου, ἡ ὁποία ἀνέρχεται σέ επτά ἕτη. 'Ελέχθη ὅτι συχνά είναι δύσκολο νά ἀνευρεθοῦν οἱ νέες διευθύνσεις τών εργαζομένων αυτών καί ὅτι ἡ ἀπόδοση τοῦ δανείου στίς περιπτώσεις αὐτές συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα νομικής καί διοικητικῆς φύσεως. Οἱ σκέψεις αυτές θά δικαιο-λογοῦσαν ἴσως τήν επιβολή ὁρισμένων προϋποθέσεων, μέ σκοπό την προστασία τῆς τραπέζης σέ περίπτωση ἀναχωρήσεως τῶν δανεισθέντων ἀπό τήν επικράτεια. Δέν δύνανται ὅμως νά δικαιολογήσουν τήν εξαίρεση τῶν υπηκόων τῶν άλλων Κρατών μελών ἀπό τό ὅλο σύστημα ἀκόμη καί ὅταν οἱ ὑπήκοοι αυτοί ἔχουν εγκατασταθεί μονίμως στό Land τῆς Βάδης-Βυρτεμβέργης, ἰδίως δέ ὅταν οἱ Γερμανοί υπήκοοι δικαιοῦνται τά δάνεια ἀνεξαρτήτως τῆς προθέσεως τους νά ἀλλάξουν κατοικία.
Τέλος, ἡ τράπεζα ἰσχυρίσθη ὅτι τά ἐν λόγω δάνεια δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτελούν κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 7 τοῦ κανονισμού 1612/68, ἐπειδή, αντιθέτως πρός τήν χορηγούμενη έκπτωση ἐπί τῶν εισιτηρίων πού ἀποτε-λοῦσε τό ἀντικείμενο τῆς υποθέσεως Christini, δέν χορηγοῦνται βάσει νομικής υποχρεώσεως, άλλα βάσει διακριτικής ευχέρειας. Τό επιχείρημα αυτό δέν σημαίνει ὅτι τό κοινοτικό δίκαιο δέν δύναται νά παράσχει δικαίωμα ἐπί ευεργετήματος τό ὁποῖο άλλως θά ἐναπέκειτο στην διακριτική ευχέρεια τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, ἀλλά ὅτι τό ευεργέτημα πού εναπόκειται σέ διακριτική ευχέρεια δέν ἀποτελεί «κοινωνικό πλεονέκτημα» κατά τήν έννοια τοῦ άρθρου 7 παράγραφος 2. Ἄν ἡ πρόταση αυτή ἐγί-νετο δεκτή, οἱ συνέπειες θά ήταν εξαιρετικά ευρείες, ἀφοῦ δέν είναι ἀσυνήθιστη ἡ βάσει διακριτικής ευχέρειας παροχή ἀπό τίς εθνικές ἀρχές κοινωνικῶν ευεργετημάτων σέ ὅσους έχουν ἀνάγκη. Ἄν ἐσκο-πεῖτο ἡ ἐξαίρεση ὅλων αὐτών τῶν ευεργετημάτων ἀπό τήν ἔννοια τῶν «κοινωνικών πλεονεκτημάτων», αυτό θά έπρεπε λογικά νά ἀναφέρεται ρητώς στό άρθρο. Τίποτε ὅμως τέτοιο δέν ἀναφέρεται: ἀντιθέτως μάλιστα, γίνεται λόγος περί «κοινωνικών πλεονεκτημάτων» καί ὄχι «κοινωνικών δικαιωμάτων». Ὁ ἀποκλεισμός τῶν υπηκόων τῶν άλλων Κρατών μελών ἀπό τήν δυνατότητα νά τύχουν τῶν ευεργετημάτων αυτών θά ἀπετέλει σημαντικό εμπόδιο στην ελεύθερη διακίνηση τῶν εργαζομένων. Γιά τους λόγους αυτούς καταλήγω στό συμπέρασμα ὅτι ὁ ορός «κοινωνικά πλεονεκτήματα» τοῦ άρθρου 7 περιλαμβάνει τά εὐεργετήματα πού ἐναπό-κεινται σέ διακριτική ευχέρεια.
Κατά συνέπεια, είμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νά δοθεί καταφατική ἀπάντηση στό πρώτο ερώτημα. 'Αν ἡ άποψη αυτή γίνει δεκτή, τότε παρέλκει ἡ ἀπάντηση στό δεύτερο ερώτημα τοῦ Verwaltungsgericht, στό ὁποῖο τό Δικαστήριο καλείται νά δώσει ἀπάντηση μόνο σέ περίπτωση ἀρνητικῆς ἀπαντήσεως στό πρώτο ἐρώτημα. Μέ τό δεύτερο ερώτημα τό Δικαστήριο ἐρωτάται ἄν τό άρθρο 7 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπαγορεύει τήν διάκριση μεταξύ γερμανών υπηκόων καί υπηκόων άλλων Κρατών μελών, ὅσον άφορα τήν χορήγηση δανείων λόγω γεννήσεως τέκνου. Τό άρθρο αὐτό ορίζει ἐν μέρει ὅτι:
«Ἐντός τοῦ πεδίου εφαρμογής τῆς παρούσης συνθήκης, καί μέ τήν επιφύλαξη τῶν ειδικών διατάξεων της, ἀπαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ἰθαγενείας».
Γιά τους λόγους πού έχω ήδη ἀναφέρει, οἱ ὅροι καί οἱ προϋποθέσεις τῆς χορηγήσεως τών δανείων λόγω γεννήσεως τέκνου είναι δυνατόν τελικώς νά ἀποτελοῦν εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση τῶν εργαζομένων, τά όποια πρέπει νά καταργηθοῦν σύμφωνα μέ τό άρθρο 49. Ἀπό τῆς ἀπόψεως αὐτής, οἱ ὅροι καί οἱ προϋποθέσεις αὐτές εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογής τῆς συνθήκης καί θά ἐκαλύπτοντο ἀπό τόν γενικό κανόνα τοῦ άρθρου 7, ἄν δέν ἐκαλύπτοντο ἀπό τήν ειδική εφαρμογή τοῦ κανόνος 7, ἡ ὁποία περιέχεται στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμοῦ 1612/68 τοῦ Συμβουλίου.
Γιά τους λόγους αὐτους προτείνω στό Δικαστήριο νά δώσει την έξῆς ἀπάντηση στο πρώτο ερώτημα τοῦ Verwaltungsgericht:
'Αν σέ ἕνα Κράτος μέλος προβλέπεται (βάσει εσωτερικῶν διοικητικῶν ὁδηγιών πού δέν θεμελιώνουν ὅμως καμμία ἀξίωση) ἡ χορήγηση ἀπό ἕνα πιστωτικό 'ίδρυμα δημοσίου δικαίου ἀτόκων δανείων σέ συζύγους λόγω τῆς γεννήσεως τέκνου, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι τό εισόδημα τοῦ ζεύγους δέν υπερβαίνει ὁρισμένο ποσό, μέ τήν ὁποία χορήγηση ἐπιδιώκεται ἡ ἀποφυγή, ó μετριασμός ἤ ή ἀντιμετώπιση οικονομικών δυσκολιών, καί ἐφ' ὅσον ἡ υπεύθυνη κυβέρνηση χορηγεί στό 'ίδρυμα ενισχύσεις ἀπό τό δημόσιο ταμείο γιά τήν εξυπηρέτηση τῶν δανείων αυτών, ἀνάλογα μέ τά κονδύλια πού διατίθενται ἑκάστοτε ἀπό τόν προϋπολογισμό (ἀκόμη δέ καί ἄν αυτό γίνεται μέ σκοπό, μεταξύ άλλων, τήν ἀντιμετώπιση μέ μέτρα οικογενειακής ἀρωγής τῆς μειώσεως τῶν γεννήσεων στό Κράτος μέλος καί τήν ελάττωση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν περιπτώσεων διακοπής τῆς κυήσεως), τά δάνεια αυτά ἀποτελοῦν «κοινωνικά πλεονεκτήματα» κατά τήν ἔννοια τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ κανονισμοῦ 1612/68 καί συνεπώς ὅλοι οἱ εργαζόμενοι πού εἶναι υπήκοοι Κράτους μέλους δικαιοῦνται τά δάνεια αυτά ὑπό τίς 'ίδιες προϋποθέσεις, ὅπως οἱ υπήκοοι τοῦ κράτους στό όποιο χορηγοῦνται τά δάνεια αυτά.
( 1 ) Μετάφραση άπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy