ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΘ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
PIETER VERLOREN VAN THEMAAT
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤίΣ 18 ΜΑΡΤΊΟΥ 198218 ΜΑΡΤΙΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαοτές,
1. Εισαγωγή
Στίς 31 'Ιανουαρίου 1973 ἡ Ἐπιτροπή εξέδωσε τόν κανονισμό 349/73 (PB 1973, L 40, σ. 1). Ό κανονισμός αυτός ἀνεφέρετο στην διάθεση σέ μειωμένη τιμή βουτύρου παρεμβάσεως προοριζομένου γιά τήν άμεση κατανάλωση ὑπό μορφή συμπυκνωμένου βουτύρου. Ό κύριος στόχος τοῦ κανο-νισμοῦ ήταν ὁ περιορισμός τῶν ἀποθεμάτων βουτύρου, τά όποια είχαν συγκεντρωθεί κατόπιν παρεμβάσεως στην ἀγορά βουτύρου βάσει τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ 804/68 τοῦ Συμβουλίου περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορῶν στον τομέα τοῦ γάλακτος καί τῶν γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ εἰδ. έκδ 03/003, σ. 82). Μέ τόν κανονισμό τῆς Ἐπιτροπῆς παρεσχέθη ή δυνατότης πωλήσεως σέ μειωμένη τιμή βουτύρου ὑπό μορφή συμπυκνωμένου βουτύρου κατόπιν αιτήσεως «Κράτους μέλους ... πού εἶναι σέ θέση νά τήν φέρει σέ αἴσιο πέρας». Βάσει τοῦ προηγουμένου των αιτιολογικῶν σκέψεων τοῦ κανονισμού εδαφίου τούτο σημαίνει: μέ τέτοιο τρόπο, ώστε τό συμπυκνωμένο βούτυρο νά μήν εκτρέπεται τοῦ προβλεπομένου προορισμοῦ του, πού εἶναι ἡ άμεση κατανάλωση, καί ἀποφεύγοντας διαταραχές στην ἀγορά βουτύρου.
Τό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ 349/73 τῆς 'Επιτροπής εἶναι διατυπωμένο ὡς έξῆς:
«1.
Κάθε κάτοχος βουτύρου ἡ συμπυκνωμένου βουτύρου πρέπει γιά κάθε παράδοση νά τηρεί βιβλίο στό όποιο νά εμφαίνονται τό ὄνομα καί ἡ διεύθυνση τοῦ ἀγοραστοῦ τοῦ βουτύρου ἡ τοῦ συμπυκνωμένου βουτύρου καί οἱ ἀντίστοιχες ποσότητες.
2.
Σέ περίπτωση μεταπωλήσεως τοῦ βουτύρου πρέπει ἡ σύμβαση πωλήσεως νά περιέχει τίς υποχρεώσεις μεταποιήσεως, συσκευασίας, καθώς καί τῆς τελικής χρησιμοποιήσεως του.
Ή σύμβαση πωλήσεως πρέπει νά συναφθεί εγγράφως καί νά περιέχει βεβαίωση ὅτι ὁ ἀγοραστής γνωρίζει τίς κυρώσεις πού έχει θεσπίσει τό σχετικό Κράτος μέλος, τίς όποιες θά υποστεί σέ περίπτωση πού δέν εκπληρώσει τίς ἀνωτέρω υποχρεώσεις.
3.
Όσον άφορᾶ τό λιανικό εμπόριο, ἀρκεῖ ἡ καταγραφή τῶν ἀγορασθεισῶν ποσοτήτων.»
Μέ ἀπόφαση τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1972 ή 'Επιτροπή, σύμφωνα μέ ένα προηγούμενο κανονισμό (2561/72, PB 1972 L 274, σ. 12), ὁ όποιος ἀντικατεστάθη ἀπό τόν προαναφερθέντα κανονισμό 349/73, εξουσιοδότησε τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας νά πωλήσει 6000 τόννους συμπυκνωμένου βουτύρου σέ μειωμένη τιμή. Μέ ἀπόφαση τῆς 8ης Φεβρουαρίου 1973 ή ποσότης αυτή ἐμειώθη στους 4000 τόννους.
'Οπως συνάγεται ἀπό τήν έκθεση γιά τήν ἐπ' ἀκροατηρίου συζήτηση, ἡ Einfuhr- und Vorratsstelle für Fette (Υπηρεσία Εισαγωγής καί 'Αποθεματοποιήσεως Λιπῶν) — τῆς όποιας προκάτοχος ήταν τό BALM —, εἶχε ἀναλάβει ὡς ὑπηρεσία παρεμβάσεως τήν διάθεση τοῦ συμπυκνωμένου βουτύρου καί εκδώσει πρός τόν σκοπό αὐτό, στίς 23 Φεβρουαρίου 1973, κατευθυντήριες ὁδηγίες. Μέ τίς ὁδηγίες αυτές επέβαλε καί στους ἀγοραστές τῆς νά πωλοῦν συμπυκνωμένο βούτυρο μόνο βάσει έγγράφου συμβάσεως. Ή ἐν λόγω έγγραφη σύμβαση έπρεπε νά περιέχει ὅρο περί ποινικής ρήτρας γιά τήν περίπτωση μή εκπληρώσεως τῶν συμφωνη-θεισῶν υποχρεώσεων, σχετικά μέ την χρησιμοποίηση τοῦ συμπυκνωμένου βου-τύρου. ἙΕκτός αύτοῦ ὁ ἀγοραστής ὤφειλε, βάσει σχετικῆς ρήτρας νά φροντίσει, ώστε οἱ υποχρεώσεις του νά μετατίθενται στόν ἐπόμενο πωλητή. 'Ως πρός την ἀκριβή ἀπόδοση τῶν ὁδηγιών αυτών, παραπέμπω στό κείμενο, τό όποιο κατετέθη κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας.
Μέ τόν τρόπο πού ἀνεφέρθη στην ἔκθεση γιά τήν ἐπ᾿. ἀκροατηρίου συζήτηση — ὅσον άφορᾶ τήν υπόθεση 66/81 — ἀγόρασε ὁ Pommerehnke, τότε ιδιοκτήτης τῆς επιχειρήσεως Albrecht, Schütze & Co 71740 χλγ. βουτύρου μειωμένης τιμής ἀπό διαφόρους έμπόρους. Γιά τίς δώδεκα ἐπί συνόλου δέκα ἑπτά πωλήσεις οἱ αντιπρόσωποι τῆς ἐν λόγω επιχειρήσεως υπέγραψαν ἔγγραφα ἐπιγραφόμενα «σύμβαση πωλήσεως καί δήλωση ἀναλήψεως υποχρεώσεως». Σέ κάθε ένα ἀπό τά ἐν λόγω έγγραφα ἀνεφέ-ρετο ἡ ἀγορασθείσα ποσότης, άλλά ὄχι καί τό τίμημα. Σέ δύο άλλες περιπτώσεις δέν ἀνεφέρετο. στό έγγραφο ἡ ἀγορασθείσα ποσότης, καί στίς υπόλοιπες τρεις περιπτώσεις δέν εἶχε κάν γίνει έγγραφη δήλωση. Στίς έγγραφες δηλώσεις ἡ επιχείρηση ἀνελάμβανε τήν υποχρέωση νά τηρήσει τίς ὁδηγίες πού είχε εκδώσει ἡ υπηρεσία παρεμβάσεως. Ἑπί πλέον ἀνελάμβανε τήν υποχρέωση, σέ περίπτωση παραβάσεως των ἐν λόγω οδηγιῶν νά καταβάλει τό ποσόν τής διαφοράς μεταξύ τῆς τιμής παρεμβάσεως καί τῆς μειωμένης τιμής πωλήσεως πού καθόρισε ἡ 'Επιτροπή. Τό συμπυκνωμένο ὅμως βούτυρο πού ἠγοράσθη μέ τόν τρόπο αυτό μετεπωλήθη ἀπό τήν ἐπιχείρηση σέ ένα τρίτο χωρίς νά διατυπωθοῦν εγγράφως οἱ σχετικές υποχρεώσεις, ἐχρησιμοποιήθη δέ ἀπ᾿ αυτόν τόν τρίτο στην επιχείρηση του, δηλαδή γιά ένα άλλο σκοπό ἀπό εκείνον γιά τόν όποιο προορί-ζετο τό συμπυκνωμένο βούτυρο.
Όπως ἀνεφέρθη στην έκθεση γιά τήν ἐπ᾿ ἀκροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση 99/81, ἡ ἐπιχείρηση Franzen υπέγραψε μόνον κατά τήν πρώτη παραγγελία τό ἀνωτέρω ἀναφερθέν έγγραφο, στό όποιο δέν περιείχετο μνεία περί τῆς ποσότητος καί τοῦ τιμήματος, άλλά ἀνεφέρετο ὅτι οἱ ἀναληφθείσες υποχρεώσεις θά 'ίσχυαν καί γιά ὅλες τίς περαιτέρω παραγγελίες πού θά ἐδίδοντο τηλεφωνικῶς. Ἀπό τό συμπυκνωμένο βούτυρο πού ἠγοράσθη μέ τόν τρόπο αυτό, μετεπωλήθησαν χωρίς νά τηρηθεί ὁ έγγραφος τύπος 3900 χλγ. ούτε δέ ἐζητήθη ἀπό τόν ἀγοραστή μεταγενεστέρως γραπτή ἀναγνώριση τῶν σχετικών υποχρεώσεων. Καί στην περίπτωση αυτή τό βούτυρο ἐχρη-σιμοποιήθη ἀπό τόν τελικό ἀγοραστή γιά σκοπό διαφορετικό ἀπό τήν άμεση κατανάλωση.
Οἱ ενάγοντες στην κυρία δίκη ἤσκησαν Revision κατά τῆς ἀποφάσεως, πού τους ὑπεχρἐωνε στην καταβολή τῆς ποινικής ρήτρας τήν ὁποία κατά τήν άποψη του δέν εἶναι υποχρεωμένοι νά καταβάλουν, επειδή δέν είχαν συνάψει έγγραφη σύμβαση πωλήσεως μέ τους προμηθευτές τους. Κατόπιν αὐτοῦ τό Bundesgerichtshof κατέληξε στό συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἀπόφαση ἐπί τῶν δύο διαφορών εξαρτᾶται ἀπό τό ερώτημα, ἄν ἡ ἀνάληψη υποχρεώσεως περί καταβολής ποινικής ρήτρας διετυπώθη κατά τόν αναγκαίο έγγραφο τύπο. Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα αὐτό, τό Bundesgerichtshof θεωρεί ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἀναφερθέντος άρθρου 6 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 349/73. Ἀφοῦ κατ' ἀρχάς ἐξέθεσε τήν άποψη του ως πρός τήν ερμηνεία τοῦ άρθρου αὐτοῦ, τό Bundesgerichtshof υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ἀκόλουθα ερωτήματα:
«1.
Τό άρθρο 6 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) ΕΟΚ 349/73 τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 31ης 'Ιανουαρίου 1973 (PB L 40, τῆς 13ης Φεβρουαρίου 1973, σ. ,1, άφορᾶ τήν μεταπώληση μόνο τοῦ μή μεταποιημένου βουτύρου ἡ καί τοῦ συμπυκνωμένου βουτύρου;
2.
'Αν αυτή ἡ διάταξη ισχύει καί γιά τό συμπυκνωμένο βούτυρο:
α)
Ὑπό ποῖες προϋποθέσεις ἀπαιτείται ή τήρηση τοῦ έγγραφου τύπου κατά τό κοινοτικό δίκαιο; Ἀρκεῖ Ιδίως γιά τήν τήρηση τοῦ έγγράφου τύπου ὅτι διετυπώθη εγγράφως μόνο ή δήλωση τοῦ ἀγοραστοῦ, ὄχι ὅμως καί τοῦ πωλητοῦ ἡ τό ἄν ἀπαιτείται έγγραφος τύπος πρέπει νά κρίνεται σύμφωνα μέ τό δίκαιο τῶν Κρατών μελών;
β)
Στην περίπτωση πού σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο μία παραγγελία υπογεγραμμένη μόνο ἀπό τόν ἀγοραστή εἶναι ἀρκετή γιά τήν τήρηση τοῦ έγγραφου τύπου, ἀρκεῖ τό ὅτι μόνο ἡ πρώτη παραγγελία έγινε εγγράφως ἐνῶ οἱ επόμενες συμβάσεις πωλήσεως συνήφθησαν προφορικῶς μέ ἀναφορά στην πρώτη παραγγελία;
γ)
'Αν σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο ὁ έγγραφος τύπος δέν ἐτηρήθη, ή σύμβαση πωλήσεως μαζί μέ τήν υπόσχεση τοῦ ἀγοραστού περί καταβολῆς ποινικῆς ρήτρας, πού περιέχει, δέν παράγει ἀποτελέσματα σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο ἤ ή ρύθμιση τῶν νομικών συνεπειών παραμένει στην ἀρμοδιότητα τοῦ δικαίου τῶν Κρατών μελών;»
Τά ἀνωτέρω ερωτήματα θά εξετάσω τώρα διαδοχικώς.
2. Τό πρώτο ερώτημα
'Οσον ἀφορᾶ τό πρώτο ἐρώτημα, ευχερώς διαπιστώνεται ὅτι τό ερμηνευτικό πρόβλημα πού τίθεται πρός συζήτηση προέκυψε ἀποκλειστικώς ἀπό τό ὅτι ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμού 349/73 κατ' ἀντίθεση πρός τήν παράγραφο 1 τοῦ ιδίου άρθρου, ἀναφέρεται ἀποκλειστικώς στό βούτυρο καί ὄχι στό συμπυκνωμένο βούτυρο. 'Η ἀμέλεια περί τήν διατύπωση πού ἐμφανίζεται ἐδῶ εἶναι ἀκόμη περισσότερο λυπηρά καθ' ὅσον οἱ ἀναφερόμενες στην παράγραφο αυτή υποχρεώσεις εἶναι δυνατόν νά ενισχύσουν τήν εντύπωση ὅτι ἡ ἐν λόγω παράγραφος ἀφορᾶ μόνον τό βούτυρο καί ὄχι καί τό συμπυκνωμένο βούτυρο. Πράγματι, οἱ ἀναφερθείσες υποχρεώσεις περί μεταποιήσεως ἐκ τῆς φύσεως τους καί λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν προηγουμένων διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ αφορούν προφανώς τίς υποχρεώσεις πού περιέχονται στίς προηγούμενες διατάξεις περί μεταποιήσεως τοῦ διατηρουμένου διά ψύξεως βουτύρου σέ συμπυκνωμένο βούτυρο. Τό ἴδιο ἰσχύει, σέ μικρότερη έκταση, γιά τίς υποχρεώσεις πού περιέχονται στό άρθρο 7 τοῦ κανονισμού ὡς πρός τήν συσκευασία. Ἀπό τήν φύση τους, καί οἱ υποχρεώσεις αυτές έχουν Ιδιαίτερη σημασία γιά τήν μεταποίηση σέ συμπυκνωμένο βούτυρο τοῦ διατηρουμένου διά ψύξεως βουτύρου καί ὄχι γιά τους μεταπωλητές συμπυκνωμένου βουτύρου. Γιά τους ἐν λόγω μεταπωλητές φαίνεται ὅτι σημαντικές εἶναι κυρίως οἱ υποχρεώσεις πού ἀφοροῦν τήν εξασφάλιση τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ συμπυκνωμένου βουτύρου γιά τήν άμεση κατανάλωση. Θά ήταν βεβαίως ευκταίο, ἄν ἡ 'Επιτροπή εἶχε εκφράσει ὅλα αυτά κατόπιν επιμελέστερης διατυπώσεως τῆς ἀμφισβητούμενης παραγράφου.
Θεωρώ, ὅμως, ὅτι ἀπό τήν επικεφαλίδα, τίς αἰτιολογικές σκέψεις καί τό σύνολο τῶν διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ, εἶναι προφανές ὅτι οἱ ἐγγυήσεις γιά τήν ὁρθή χρησιμοποίηση τοῦ συμπυκνωμένου βουτύρου συνιστοῦν τελικώς καί τόν κύριο σκοπό τοῦ ἀναφερθέντος ἄρθρου 6, ώστε πρέπει νά γίνει δεκτή ἡ ἀπάντηση πού προτείνει ή 'Επιτροπή γιά τό πρώτο ερώτημα. Συμφωνώ πλήρως μέ τήν ἀναλυτική επιχειρηματολογία τῆς Επιτροπής στίς σελίδες 8 έως 12 τῶν γραπτών παρατητήσεών τῆς καί ὡς πρός αυτό τό σημείο καί προτείνω, ὅπως ἀκριβώς καί ἡ Ἐπιτροπή, στό πρώτο ερώτημα νά δοθεί ἡ ἀκόλουθη ἀπάντηση:
«Τό άρθρο 6 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 349/73 τῆς 'Επιτροπῆς, τῆς31ης 'Ιανουαρίου 1973 άφορα επίσης την μεταπώληση του συμπυκνωμένου βουτύρου.»
3. Τό δεύτερο ἐρώτημα
Ή ἀπάντηση στά τρία κέλη τοῦ δευτέρου προδικαστικοῦ ερωτήματος παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες. Οἱ δυσκολίες στην προκειμένη περίπτωση ἀνακύπτουν ὄχι μόνον ἀπό τήν καί ἐδῶ ελάχιστα ἀκριβή διατύπωση τῆς ἐν λόγω διατάξεως τοῦ κανονισμοῦ. Οἱ κόπτοντες τήν ἀνάσα διανοητικοί ἀκροβατισμοί, στους ὁποίους κατέφυγε ἡ 'Επιτροπή γιά νά εκθέσει κατά τήν προφορική διαδικασία, ὅτι ἡ διάταξη θά πρέπει, γιά νά επιτευχθεί ὁ προφανής σκοπός της, μέ τόν ὅρο «σύμβαση μεταπωλήσεως» νά εννοεί κάτι τελείως δια-φορετικό, ἀπ᾿ ὅ,τι συνήθως ἐννοοῦν μέ τόν ὅρο αυτό οἱ περισσότεροι νομικοί, υπογραμμίζουν ἀπλώς καί μόνον αὐτήν τήν ἀνακρίβεια τῆς διατυπώσεως. 'Εκτός αὐτοῦ, τό παραπέμπον δικαστήριο διευκρινίζει στό σκεπτικό τῆς διατάξεως του περί παραπομπής, ὅτι μιά τέτοια υποχρέωση περί συνάψεως εγγράφως μιᾶς συμβάσεως πού περιέχει ἀνάληψη υποχρεώσεως καταβολής ποινικής ρήτρας, σύμφωνα μέ τό γερμανικό ἀστικό δίκαιο, δέν δύναται νά σημαίνει παρά μόνον, ὅτι γιά νά εἶναι έγκυρη ἡ σύμβαση, πρέπει νά τήν υπογράψουν καί τά δύο συμβαλλόμενα μέρη. 'Ιδιαίτερες ἑρμηνευτικές δυσκολίες νομίζω ὅτι προκύπτουν τελικώς ἀπό τό γεγονός ὅτι, εἶναι δικαιολογημένες ὁρισμένες ἀμφιβολίες γιά τό ἄν ή εξαντλητική νομολογία τοῦ Δικαστηρίου περί τῆς κατανομής καθηκόντων μεταξύ των ὀργάνων τῆς Κοινότητος καί των εθνικῶν ἀρχῶν κατά τήν εκτέλεση τῆς κοινής ἀγροτικής πολιτικής δύναται νά εφαρμοσθεί άνευ έτερου στην προκειμένη περίπτωση. Ἄλλως ἀπό ὅτι στίς περισσότερες περιπτώσεις, περί τῶν ὁποίων ἡ προηγουμένη Νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἑδῶ δέν πρόκειται πράγματι γιά κοινή ὀργάνωση ἀγορών, πού πρέπει νά εφαρμοσθεί σέ ολα τά Κράτη μέλη. Πρόκειται, ἀντιθέτως, γιά μιά προσπάθεια διαθέσεως βουτύρου σέ μειωμένη τιμή γιά άμεση κατανάλωση, ἡ ὁποία κατά τίς αἱτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμού «πραγματοποιείται κατόπιν αἰτήσεως τοῦ Κράτους μέλους, πού είναι σέ θέση νά τήν φέρει σέ αἴσιο πέρας». Μολονότι κατά τό ἀνωτέρω εδάφιο αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ὅτι τό κάθε Κράτος μέλος πρέπει νά θεωρεί ὅτι εἶναι σέ θέση νά εμποδίσει τήν εκτροπή τοῦ ἑν λόγω εὐθηνοῦ βουτύρου ἀπό τόν ἀναφερθέντα προορισμό του, θά ἠδύνατο ἀπό τό παρατεθέν εδάφιο τῶν αἰτιολογικῶν σκέψεων καί τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου 1 τοῦ κανονισμοῦ νά συναχθεί ὅτι στην περίπτωση αὐτή τά ἐθνικά εκτελεστικά μέτρα ρυθμίζονται ἀποκλειστικῶς ἀπό τό εθνικό δίκαιο. 'Αφοῦ υποβληθεί στην 'Επιτροπή αίτηση, στην ὁποία ἀναφέρονται τά ληφθέντα εθνικά εκτελεστικά μέτρα, ἡ 'Επιτροπή θά έπρεπε, κατ' αυτήν τήν ἀντίληψη, νά χορηγήσει τήν εξουσιοδότηση πού ἀναφέρεται στό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ, ἑφ᾿ ὅσον θεωρεί ὅτι τά ἑκτελεστικά αυτά μέτρα προσφέρουν επαρκή εγγύηση κατά τῆς μή ὀρθής χρησιμοποιήσεως τοῦ εὐθυνοῦ βουτύρου. Ὅμως, ἀπό τό άρθρο 6 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού καί ἀπό τό σχετικό εδάφιο τῶν αἰτιολογικῶν σκέψεων, προκύπτει ὅτι ἡ 'Επιτροπή ἑθεώρησε παρ' ὅλα αυτά ὡς ἀναγκαίο νά θεσπίσει ἡ ἰδία ένα σύστημα έλεγχου, γιά νά εξασφαλίσει ὅτι τό βούτυρο δέν θά εκτραπεῖ ἀπό τόν προορισμό του. Τό σχετικό εδάφιο των αἰτιολογικῶν σκέψεων, σέ ἀντίθεση πρός τό εδάφιο πού παρετέθη προηγουμένως, είναι δυνατόν νά ὁδηγήσει ευθέως στό συμπέρασμα, ὅτι τό ὑπό κρίση θέμα ρυθμίζεται ἀποκλειστικώς ἀπό τό κοινοτικό δίκαιο. Στην προφορική διαδικασία ένας ἀπό τους ενάγοντες στήν κυρία δίκη, πρός υποστήριξη ενός ἰσχυρισμοῦ κατά τήν ἀμέσως ἀνωτέρω έννοια παρέπεμψε καί στίς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου ἑπί τῶν υποθέσεων 24/76, Colzani κατά Rüwa (Jurispr. 1976, σ. 1831) καί 25/76, Segoura κατά Bonakdarian (Jurispr. 1976, σ. 1851). Οἱ υποθέσεις αυτές ἀφοροῦσαν τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 17 τῆς συμβάσεως ΕΟΚ περί εκτελέσεως τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, τό όποιο ἀναφέρεται στίς συμφωνίες, περί παρεκτάσεως τῆς ἀρμοδιότητος. Ή διάταξη αὐτη θέτει ως τυπική προϋπόθεση, ὅτι ή σχετική ρήτρα πρέπει νά περιέχεται σέ έγγραφη συμφωνία ἡ σέ ἐγγράφως επιβεβαιωμένη προφορική συμφωνία. 'Επειδή, σύμφωνα μέ τό σκεπτικό των. ἀναφερ-θεισῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου, ή σχετική ρήτρα ἀποσκοπεί νά ἀποκλείσει τόσο τίς γενικές-ὅσο καί τίς ειδικές διατάξεις τῆς συμβάσεως περί αρμοδιότητος, σέ μία τέτοια περίπτωση τό δικαστήριο ὀφείλει, βάσει τῶν ἀποφάσεων αὐτών, κατά πρώτον νά εξετάσει, ἄν πράγματι ὑπάρχει συμφωνία, ἡ οποία τό ἀναγνωρίζει ὡς ἀρμόδιο.
Οἱ τυπικές προϋποθέσεις, πού θέτει ἡ σύμβαση περί εκτελέσεως, πρέπει συνεπώς νά εξασφαλίζουν τήν ύπαρξη αυτής τῆς συμπτώσεως βουλήσεων καί πρέπει νά ἑρμηνεύονται, ὑπ' αυτήν τήν έννοια. Ὡς πρός τήν ἀλληλοεξάρτηση πού τό Δικαστήριο ἔκρινε ὅτι υπάρχει μεταξύ τῆς ερμηνείας των ἀναφερθεισῶν τυπικών προϋποθέσεων καί τῆς ειδικής λειτουργίας τοῦ ἄρθρου 17 της συμβάσεως περί εκτελέσεως, νομίζω ἐν τούτοις ὅτι ἀπό τίς ἀποφάσεις αυτές τό μόνο πού εἶναι δυνατόν νά συναχθεῖ ἐν σχέσει πρός τίς ὑπό κρίση υποθέσεις εἶναι ὅτι τό άρθρο 6 τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ πρέπει παρομοίως νά ερμηνευθεί έχοντας ὑπ' ὄψη τήν θέση καί τόν σκοπό τοῦ άρθρου αὐτοῦ εντός τοῦ ὅλου συστήματος τοῦ κανονισμοῦ. 'Αντιθέτως, δέν πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη ὅτι καί στην προκειμένη περίπτωση καί τά δύο συμβαλλόμενα μέρη ὥφειλαν κατά τήν πώληση νά υπογράψουν σύμβαση περί πωλήσεως.
Σημαντικότερη γιά τίς ὑπό κρίση υποθέσεις θεωρώ τήν ἀναφορά ενός τῶν διαδίκων τῆς κυρίας δίκης στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τῆς υποθέσεως 1251/79 (Συλλογή 1981, σ. 205). Ή υπόθεση αὐτη ἀφο-ροῦσε τήν σύναψη μακροπροθέσμων συμβάσεων ἀποθηκεύσεως οἴνου στά πλαίσια μέτρων, μέ τά όποια ἀπεσκοπεῖτο ἡ εξουδετέρωση τῆς επιδράσεως τῆς υπάρξεως πλεονασμάτων ἐπί τῆς ἀγορᾶς οἴνου. Τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ 816/70 (PB 1970, L 99, σ. 1) προβλέπει τήν σύναψη έγγραφων συμβάσεων μεταξύ ιδιωτών καί υπηρεσιών παρεμβάσεως. Ή σύναψη τῶν συμβάσεων αυτών καί ἡ χορήγηση τῆς ενισχύσεως πού συνεδέ-ετο μέ αυτές ἠδύναντο νά γίνουν μόνον κατά τό χρονικό διάστημα ἀπό 16 Δεκεμβρίου έως 15 Φεβρουαρίου τῆς ἀντιστοίχου χρήσεως στον τομέα παραγωγής οἴνου. Ή 'Ιταλία ὅμως συνήψε συμβάσεις καί μετά τό ἀναφερθέν χρονικό σημείο καί ἰσχυρίσθη ὅτι οἱ συμφωνίες συνήφθησαν μέν πρό τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ σημείου άλλά διετυπώθησαν εγγράφως μεταγενεστέρως. Τό Δικαστήριο τότε έκρινε ὅτι ἡ τυπική προϋπόθεση συνεπήγετο ὅτι ἡ συμφωνία ὑφίστατο μόνον ἀπό τοῦ χρονικοῦ σημείου κατά τό όποιο ἐπληρώθη ἡ προϋπόθεση αυτή. Ἐν προκειμένω, ἡ πιθανή, ήδη πρό τοῦ σημείου αὐτοῦ, σύμπτωση βουλήσεων δέν ἐθεωρήθη ἀποφασιστική. Ή τυπική προϋπόθεση ἑρμηνεύθη ὅμως καί στην περίπτωση αυτή βάσει τῆς οικονομίας καί τοῦ σκοποῦ τῶν σχετικών διατάξεων τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, χωρίς καθόλου νά ληφθοῦν ὑπ' ὄψη ενδεχόμενες διαφορετικές διατάξεις τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου περί συμβάσεων.
Γιά τόν λόγο αυτό θεωρώ ὅτι καί ἀπό τίς τρεις ἀναφερθείσες ἀποφάσεις συνάγεται, ὅτι γιά τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 6 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ 349/73, έκτος ἀπό τό γράμμα τῆς διατάξεως αυτής πρέπει νά ληφθεί πρωτίστως ὑπ' ὄψη ἡ οικονομία καί ὁ σκοπός τοῦ κανονισμοῦ στό σύνολό του. Θεωρώ ἐν τούτοις ὅτι πρέπει νά ληφθεί ὑπ' ὄψη καί ἡ πρό ὀλίγου ἀναφερθείσα περιπλοκή, ὅτι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση δέν πρόκειται γιά μία γενικώς δεσμευτική ρύθμιση, άλλά γιά μία ρύθμιση πού εφαρμόζεται κατόπιν αιτήσεως τοῦ ενδιαφερομένου Κράτους μέλους.
Ή 'Επιτροπή αρχίζει τίς γραπτές παρατηρήσεις τῆς έπί τοῦ δευτέρου ερωτήματος μέ τήν διαπίστωση ὅτι τό άρθρο 6 παράγραφος 2 εδάφιο 2 προφανώς δέν περιέχει λεπτομερή ρύθμιση τῶν αναγκαίων τυπικών προϋποθέσεων. 'Από τό πνεομα καί τόν σκοπό τῆς διατάξεως συνάγεται ὅτι έδώ πρόκειται γιά μία ελαχίστη προϋπόθεση, κατά τήν οποία οἱ σχετικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν κυρώσεων σέ περίπτωση μή εκπληρώσεως τους, πρέπει νά διατυπώνονται εγγράφως στην πρώτη σύμβαση πού συνάπτει ó μεταπωλητής καί νά υπογράφονται άπ' αυτόν. 'Ακριβώς επειδή εξουσιοδοτούνται αποκλειστικώς μεμονωμένα Κράτη μέλη νά πραγματοποιούν τήν πώληση βουτύρου, καί είναι υπεύθυνα γιά τήν κανονική πραγματοποίηση της, τό κοινοτικό δίκαιο έχορήγησε στά ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη επίσης ευρύτερο πεδίο διακριτικής ευχέρειας ἐν σχέσει προς τόν καθορισμό της, ἀπό τεχνικής απόψεως, διοικητικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς ρυθμίσεως τοθ έλεγχου. Γιά τόν λόγο αυτό ó ακριβής καθορισμός τῶν τυπικών διατάξεων καί της ρυθμίσεως τῶν νομικών συνεπειών 'έχει αφεθεί στά εξουσιοδοτημένα Κράτη μέλη.
Οί ενάγοντες στην κυρία δίκη, κατά τήν διαδικασία ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ύπεστήριξαν διαφορετική άποψη ἐν σχέσει προς τό ερώτημα, ἄν στην προκειμένη περίπτωση εἶναι εφαρμοστέο τό εθνικό ή τό κοινοτικό δίκαιο. Καί οἱ δύο ενάγοντες απέκλεισαν τήν ταυτόχρονη εφαρμογή τοο κοινοτικοί) δικαίου, ὁπως προέτεινε ἡ 'Επιτροπή. 'Εκτός αύτοθ καί οἱ δύο ενάγοντες θεωρούν, ὅτι μία σύμβαση πωλήσεως πρέπει, ἐν πάση περιπτώσει νά υπογραφεί καί ἀπό τά δύο συμβαλλόμενα μέρη.Σύμβαση πωλήσεως πού δέν ' υπογραφεί άπό τά δύο συμβαλλόμενα μέρη είναι άκυρη. 'Ως πρός αυτό τό σημείο, παραπέμπω ιδίως στην προφορική διαδικασία. Μέ τίς γραπτές καί προφορικές παρατηρήσεις του τό BALM υπεστήριξε τήν άποψη οτι, σύμφωνα μέ τό πνεύμα καί τόν σκοπό της ρυθμίσεως, δέν πρέπει νά τίθενται υπερβολικές απαιτήσεις ὡς πρός τόν έγγραφο τύπο καί ὅτι πρέπει νά θεωρείται επαρκής ή έγγραφη δήλωση μόνον τοῦ αγοραστού καί μόνον κατά τήν πρώτη παραγγελία του, έφ' οσον αναφέρονται σ' αυτήν οἱ υπόλοιπες— ενδεχομένως προφορικώς συναφθείσες — συμβάσεις πωλήσεως.
Ή 'Επιτροπή κατά τήν προφορική διαδικασία συνεταχθη μέ τήν ανωτέρω αναφερθείσα άποψη τοῦ BALM. Στην προφορική αυτή διαδικασία, κυρίως, ó εκπρόσωπος της έξετέλεσε τά ριψοκίνδυνα διανοητικά του καλλιτεχνήματα, πού ανέφερα προηγουμένως, γιά νά καταδείξει ὅτι τό άρθρο 6 παράγραφος 2 τοῦ ἐν λόγω κανονισμού μέ τόν öpo σύμβαση πωλήσεως δέν εννοεί ο,τι συνήθως αντιλαμβάνεται ἡ πλειονότης τών νομικών μέ τόν öpo αυτόν καί ὅτι τήν 'Επιτροπή τήν ενδιαφέρει μόνο ἡ θέσπιση της προϋποθέσεως ὅτι ó πωλητής αναγνωρίζει εγγράφως ὅτι ήταν ἐν γνώσει τῶν υποχρεώσεων, πού ανέλαβε διά τῆς υπογραφής του, καθώς καί τῶν σχετικών μέ αυτές κυρώσεων. Ή μορφή τῶν εγγυήσεων πού πρέπει νά θεσπισθούν κατά τῆς μή ὀρθης χρήσεως τοῦ πωλουμένου σέ μειωμένη τιμή βουτύρου, 'έχει ἀφεθεί στά Κράτη μέλη.
Γιά τρεις λόγους, μολονότι μέ κάποιο δισταγμό, θεωρώ τελικώς ὅτι εἶναι δυνατόν νά γίνει δεκτή στά κύρια σημεία τῆς ή ερμηνεία τῆς 'Επιτροπῆς, ἄν καί μέ κάπως διαφορετική διατύπωση τῆς ἀπαντήσεως στό υποβληθέν ερώτημα.
Πρώτον, εἶναι γενικώς γνωστό, καί ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ BALM έκανε σχετική ἀναφορά κατά τήν προφορική διαδικασία, ὅτι, φαινομενικώς, τοῦ ἀστικού δικαίου ἔννοιες έχουν συχνά στό διοικητικό οικονομικό δίκαιο, στό φορολογικό δίκαιο καί στό ποινικό δίκαιο περιεχόμενο πού ἀποκλίνει ἀπό τό περιεχόμενο τῆς εννοίας αὐτης στό ἀστικό δίκαιο. 'Αλλά τό νόημα μιᾶς τέτοιας ἀποκλινούσης εννοιολογικής διαμορφώσεως πρέπει, κατά τήν γνώμη μου, νά συνάγεται σαφώς ἀπό την οικονομία καί τόν σκοπό τῶν σχετικῶν διατάξεων δημοσίου δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση ὁ σκοπός αυτός εἶναι δυνατόν νά συναχθεί ἀπό την οικονομία τοῦ συνόλου τοῦ κανονισμοί). Σημασία γιά την ερμηνεία του 'άρθρου 6 παράγραφος 2 έχει ἑπομένως ή γραπτή δήλωση τοῦ πωλητοῦ, ὅτι ήταν ἐν γνώσει τῶν κατά τήν έννοια τῆς παραγράφου αυτής υποχρεώσεων, πού οἱ εθνικές ἀρχές επιβάλλουν διά τῆς διοικητικής, ποινικής ἡ ἀστικής ὁδοῦ.
Δεύτερον, ἀπό τήν νομολογία ἤδη τοῦ Δικαστηρίου πού παρατίθεται στίς προτάσεις μου τῆς 21ης 'Ιανουαρίου τρέχοντος έτους ἐπί τῆς ὑποθέσεως Fromme, συνάγεται ὅτι τά Κράτη μέλη δικαιούνται, ἄν ὄχι, βάσει τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, υποχρεοῦνται, ἐφ᾿ ὅσον ὁ ἀρμόδιος κοινοτικός νομοθέτης δέν έχει σαφώς θεσπίσει άλλες διατάξεις, νά λάβουν τά γενικά καί ειδικά μέτρα, πού εἶναι πρόσφορα νά εξασφαλίσουν τήν τήρηση τῶν κανονισμών στόν τομέα τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής.
Καθ' ὅσον έχει σημασία γιά τήν ὑπό κρίση υπόθεση, ἡ προηγουμένη σχετική νομολογία τοῦ Δικαστηρίου έχει μόνο χαράξει τά ὅρια, εντός τῶν οποίων τά ἐν λόγω ἐθνικά εκτελεστικά μέτρα δέν πρέπει νά θίγουν, τροποποιοῦν ἡ διευρύνουν τήν έκταση ενός κανονισμοί). Κατά τήν διατύπωση τοῦ ἄρθρου 6 παράγραφος 2 εδάφιο 2 τοῦ ἀναφερθέντος κανονισμοῦ τό εἶδος ιδίως τῶν κυρώσεων πού επιβάλλονται σέ περίπτωση μή τηρήσεως τῶν υποχρεώσεων πού αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, ἀφἱεται σαφώς στην λεπτομερή ρύθμιση τῶν ἀρμοδίων εθνικών άρχων. Ὅπως ήδη ἀνεφέρθη, ἡ λεπτομερής αυτή ρύθμιση δύναται νά πραγματοποιηθεί βασικῶς διά τῆς διοικητικής, ποινικής ή ἀστικής ὁδού. Οἱ ειδικότερες εγγυήσεις γιά τήν τήρηση τοῦ προορισμού τοῦ εὐθηνοῦ βουτύρου στην προκειμένη περίπτωση ρυθμίζονται λεπτομερώς καί επακριβώς ἀπό τίς κατευθυντήριες ὁδηγίες τοῦ BALM τῆς 13ης Φεβρουαρίου 1973, οἱ όποιες προσεκο-μίσθησαν κατά τήν διάρκεια τῆς διαδικασίας κατόπιν αιτήσεως τοῦ Δικαστηρίου. Τό ἄν οἱ ὁδηγίες αυτές εξασφαλίζουν πράγματι ένα πλήρες σύστημα υποχρεώσεων, είναι ένα ἐρώτημα, στό όποιο πρέπει νά δοθεί ἀπάντηση κατά κύριο λόγο βάσει τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου μέ βάση τό ὅτι οἱ κατευθυντήριες ὁδηγίες δέν πρέπει νά ερμηνεύονται έτσι, ώστε νά θίγεται ἡ αναφερθείσα έκταση τῆς σχετικής διατάξεως τοῦ κανονισμού.
Τρίτον, δυνάμει τοῦ γενικότερου καθήκοντος εποπτείας τῆς Ἐπιτροπῆς καί βάσει τοῦ ἐδαφίου τῶν αιτιολογικών σκέψεων τοῦ ἐν λόγω κανονισμοῦ, σύμφωνα μέ τό όποιο «πραγματοποιείται κατόπιν αιτήσεως τοῦ Κράτους μέλους, τό όποιο εἶναι σέ θέση νά τήν φέρει σέ αἴσιο πέρας», δύναται νά ληφθεί ὡς βάση, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δέχεται πράγματι ὅτι οἱ ἀναφερθείσες ὁδηγίες τοῦ BALM προσφέρουν τήν δυνατότητα στά ενδιαφερόμενα Κράτη μέλη, νά φέρουν σέ αἴσιο πέρας τίς ἀναφερθείσες πωλήσεις σύμφωνα μέ τό ἐν λόγω άρθρο 6.
Βάσει τῶν σκέψεων αυτῶν προτείνω, στό δεύτερο ερώτημα νά δοθεί ἡ έξῆς ἀπάντηση :
α)
Βάσει τοῦ ἄρθρου 6 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) ΕΟΚ 349/73 τῆς 'Επιτροπής, ὅσον άφορᾶ τήν προϋπόθεση τοῦ έγγράφου τύπου, ἀρκεῖ τό γεγονός ὅτι ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀγοραστής δηλώνει εγγράφως ὅτι τελεί εν γνώσει τῶν κυρώσεων, τίς όποιες έχει καθορίσει τό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος καί τίς όποιες θά υποστεί ἄν δέν τηρήσει τίς υποχρεώσεις πού αναφέρονται στην ἐν λόγω διάταξη. 'Επειδή τό νόμιμο έρεισμα, πού δέν ἔγκειται ἀναγκαίως σέ υπάρχουσα σύμβαση, καθώς καί τό είδος καί ἡ έκταση τῶν κυρώσεων καθορίζονται ἀπό τό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος, τό ἐν λόγω Κράτος μέλος ὑποχρεοῦται επίσης νά θέσει τίς περαιτέρω ἀναγκαίες προϋποθέσεις γιά τίς πωλήσεις χάριν τῆς κανονικῆς εκτελέσεως τῆς ἀναφερθείσης διατάξεως του' κοινοτικοῦ δικαίου καί ἰδίως χάριν τῆς δεσμεύσεως τῶν ενδιαφερομένων ἀγοραστῶν. Οἱ περαιτέρω αυτές προϋποθέσεις πρέπει ἑπομένως νά κρίνονται βάσει τοῦ σχετικοῦ ἐθνικοῦ δικαίου, μέ κριτήριο τό ὅτι τό εθνικό αυτό δίκαιο δέν πρέπει νά ερμηνεύεται ὥστε νά θίγεται ἡ ἀναφερθείσα έκταση εφαρμογής τῆς ἐν λόγω διατάξεως τοῦ κανονισμοί).
β)
Κατά τό κοινοτικό δίκαιο ἀρκεί ὅτι ὁ έγγραφος τύπος ἐτηρήθη κατά τήν πρώτη παραγγελία μόνον οταν βάσει τῶν εθνικών εκτελεστικών διατάξεων καί τῶν διατυπώσεων πού καθορίζονται γιά τίς ἐν συνεχεία διαδοχικές παραγγελίες, εξασφαλίζεται ὅτι οἱ κυρώσεις πού έχουν καθορισθεί ἀπό τό εθνικό δίκαιο, δύνανται νά εφαρμόζονται καί σέ περίπτωση μή τηρήσεως τῶν σχετικώς υποχρεώσεων κατά τίς ἐν λόγω ἑπόμενες παραγγελίες.
γ)
Γιά τήν ἀπάντηση στό τρίτο μέρος τοῦ δευτέρου ερωτήματος γίνεται ἀναφορά στην ἀπάντηση ἐπί τοῦ πρώτου καί δευτέρου σκέλους τοῦ ιδίου ερωτήματος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ὀλλανδικά.
Full & Egal Universal Law Academy