ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΤΉΝ 28Η 'ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Στην παροῦσα υπόθεση υπαλλήλου, πρόκειται νά κριθεί ἡ νομιμότης τῆς ἀποφάσεως τῆς εξεταστικῆς επιτροπῆς τοῦ διαγωνισμοί) COM/B/4/80, περί αποκλεισμοί) τῆς Ruske, υπαλλήλου τῆς Ἐπιτροπῆς μέ βαθμό C 1, στον ἀνωτέρω διαγωνισμό. Ό διαγωνισμός αυτός, τόν όποιο διενήργησε ή Ἐπιτροπή «βάσει εξετάσεων», εἶχε ως σκοπό τήν κατάρτιση εφεδρικοί) πίνακος γιά μελλοντικές προσλήψεις ἀναπληρωτῶν βοηθῶν διοικήσεως στον τομέα «τεκμηρίωση καί βιβλιοθήκη» τῆς σταδιοδρομίας Β 5/Β 4.
'Οπως προκύπτει ἀπό τίς προϋποθέσεις συμμετοχής πού ἀναφέρονται στό σημείο ΙΙ.1 τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμού, οἱ υποψήφιοι έπρεπε νά πληρούν διάφορες προϋποθέσεις ἀναλόγως τοῦ ἄν ἠδύναντο νά ἀποδείξουν ὅτι:
Α.
ἐπραγματοποίησαν σπουδές μέσης εκπαιδεύσεως καί ἔλαβαν τό ἀπολυτήριο ή
Β.
έχουν δίπλωμα μέσης τεχνικής σχολής ή
Γ.
δέν συνεκέντρωναν καμμία ἀπό τίς δύο αυτές προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως.
Ὡς κοινή προϋπόθεση καί γιά τίς τρεις αυτές κατηγορίες στά σημεία Α.3, Β.4 καί Γ.3 προεβλέπετο ὅτι οἱ υποψήφιοι έπρεπε στίς 30 'Ιουνίου 1980 νά έχουν συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία στίς Κοινότητες ὡς μόνιμοι ἡ μή μόνιμοι υπάλληλοι. Οἱ υποψήφιοι πού έχουν ἀπολυτήριο μέσης εκπαιδεύσεως έπρεπε ἐπί πλέον να προσκομίσουν δίπλωμα «τεκμηριωτοῦ» καί/ἤ «βιβλιοθηκαριου», ὅπως προκύπτει ἀπό τό σημείο Α.2. Οἱ υποψήφιοι πού έχουν δίπλωμα μέσης τεχνικής σχολής, καθώς καί ὅσοι δέν ἐφοίτησαν σέ καμμία άλλη σχολή, ὤφειλαν, σύμφωνα μέ τά σημεία Β.2 καί Γ.1, νά προσκομίσουν «Πιστοποιητικό ἡ άλλη βεβαίωση ικανότητος στον τομέα “τεκμηρίωση” καί/ἤ “βιβλιοθήκη”. Οἱ τελευταίοι ὤφειλαν, ἐξ άλλου, σύμφωνα μέ τά σημεία Β.3 καί Γ.2, νά έχουν στίς 30 'Ιουνίου 1980 επαγγελματική πείρα τουλάχιστον τριών καί εννέα ετών ἀντιστοίχως, «ή ὁποία νά έχει ἀποκτηθεί εντός ἡ έκτος τῶν Κοινοτήτων, διά τῆς ἀσκήσεως καθηκόντων τῆς κατηγορίας Γ (ὡς κύριοι υπάλληλοι γραφείου ή βοηθοί γραφείου) ἡ παρομοίων καθηκόντων πού νά σχετίζονται μέ τόν τομέα πού ἀναφέρεται ὑπό στοιχείο Ι. Φύση τῶν καθηκόντων».
Ή προσφεύγουσα, ἡ ὁποία έχει δίπλωμα μέσης τεχνικής σχολής, ὑπηρετεί στην 'Επιτροπή ἀπό τό 1960 καί εἶχε επιφορτισθεί ἀπό τό 1971 ὡς κύριος υπάλληλος γραφείου, μέ καθήκοντα τεκμηριώσεως καί βιβλιοθήκης, υπέβαλε στίς 18 Σεπτεμβρίου 1980 τήν υποψηφιότητά τῆς γιά συμμετοχή στόν ἐν λόγω διαγωνισμό. Στην αίτηση ὑποψηφιότητός τῆς ἀναφέρει ἐν συντομία τά καθήκοντα πού εἶχε ἀσκήσει μέχρι τότε, τονίζοντας ἰδίως ὅτι ἀπό τόν 'Οκτώβριο τοῦ 1977 εἶχε ἀναλάβει τήν διοίκηση καί ὀργάνωση τῆς νέας βιβλιοθήκης τῆς Γενικής Διευθύνσεως III.
Μέ επιστολή τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1980, ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος «Προσλήψεις» καί πρόεδρος τῆς εξεταστικής επιτροπής Desbois τῆς ἐγνώρισε ὅτι ἡ εξεταστική επιτροπή, κατόπιν έλεγχου τοῦ φακέλου της, δέν ἠδυνήθη νά τήν δεχθεί στίς εξετάσεις, διότι δέν συνεκέντρωνε τίς προϋποθέσεις πού ἀνεφέροντο στά σημεία ΙΙ.1.Α.1 καί II. 1.Β.2 τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ.
Ή προσφεύγουσα, μέ σημείωμα πού ἀπηύθυνε πρός τόν Desbois, υπεστήριξε, μεταξύ άλλων, τήν γνώμη ὅτι οἱ ἑκάστοτε κρίσεις πού περιέχονται στόν προσωπικό της φάκελο, ἡ επταετής επαγγελματική της πείρα στόν τομέα τῆς τεκμηριώσεως καί ή τριετής υπηρεσία τῆς ὡς προϊσταμένης τῆς βιβλιοθήκης τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως III ἔπρεπε νά θεωρηθούν ὡς επαρκής ἀπόδειξη των προσόντων τῆς κατά τήν ἔννοια των ἀπαιτουμένων, σύμφωνα μέ τό σημείο ΙΙ.1.Β.2 τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ, προϋποθέσεων γιά τήν συμμετοχή στον διαγωνισμό. Μαζί μέ τό σημείωμα ἡ προσφεύγουσα εσώκλεισε επιστολή τῆς ἰδίας ἡμερομηνίας τοῦ διευθυντοῦ τῆς Γενικής Διευθύνσεως III, Layton, διά τῆς ὁποίας ἐβεβαιοῦντο οἱ άριστες γνώσεις τῆς στον τομέα τῆς τεκμηριώσεως.
'Εν τω μεταξύ, στίς 29 Σεπτεμβρίου 1980, μέ εμπιστευτικό σημείωμα, ὁ βοηθός τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῆς Γενικής Διευθύνσεως III, Mulfinger, ἐζήτησε ἀπό τόν Desbois νά επανεξετάσει τήν ἀπόφαση καί νά λάβει ὑπ᾽ ὄψη του ὅτι ἡ προσφεύγουσα εκτελεί ἀπό δεκαετίας τουλάχιστον τά καθήκοντα τῆς τεκμηριωτρίας καί ἀρχειοθε-τρίας, ἰκανοποιήσασα πλήρως ὅλους τους ἱεραρχικῶς προϊσταμένους της. Ὅπως ἀναφέρεται στό ἐν λόγω σημείωμα, ἡ προσφεύγουσα, μετά τήν συγχώνευση τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως III μέ τήν Γενική Διεύθυνση ΧΙ, ὡρίσθη βιβλιοθηκάριος τῆς Γενικής Διευθύνσεως III καί ἐπετέλει καθήκοντα υπαλλήλου τῆς σταδιοδρομίας Β.
Στην ἀπάντηση του τῆς 2ας Ὀκτωβρίου 1980, ὁ Desbois ἀνέφερε ὅτι, σύμφωνα μέ τήν άποψη τῆς ενδιαφερόμενης υπηρεσίας, γιά τήν άσκηση καθηκόντων τῆς σταδιοδρομίας Β στόν τομέα τῆς τεκμηριώσεως ή τῆς βιβλιοθήκης ἀπαιτεῖται εἰδική θεωρητική εκπαίδευση. 'Υπέρ τῆς ἀπαιτήσεως αυτής έχει ταχθεί τόσο ἡ ἁρμοδία επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως ὅσο καί ἡ ἁρμοδία γιά τίς προσλήψεις ἀρχή. Επομένως, ἡ εξεταστική επιτροπή ὀρθῶς ἀπέρριψε τήν υποψηφιότητα τῆς Ruske, ἀσχέτως τοῦ ἄν αυτή εἶχε πολλά προσόντα. Ό Desbois προσέθεσε ἀκόμη ὅτι δέν εἶχε ἀντίρρηση νά γνωστοποιηθεί τό περιεχόμενο τοῦ σημειώματός του αὐτοῦ στην Ruske ὡς ἀπάντηση στό ἀπό 1ης 'Οκτωβρίου 1980 σημείωμά της.
'Επειδή ἡ Ruske δέν ἱκανοποιήθη μέ τήν ἀπάντηση αυτή, μέ νέο τῆς σημείωμα τῆς 14ης 'Οκτωβρίου 1980 ἐζήτησε νά επιληφθεί ή εξεταστική επιτροπή τῶν αιτιάσεων της.
Στίς 29 'Οκτωβρίου 1980, ἡ Ruske ὑπέβαλε διοικητική ένσταση, κατά τήν ἔννοια τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, κατά τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς ἀπό τόν διαγωνισμό. 'Επειδή δέν έλαβε ἀπάντηση εντός τῆς προβλεπομένης ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμίας, στίς 2 Ἀπριλίου 1981 ἤσκησε προσφυγή μέ κύριο μέν αίτημα νά ακυρώσει τό Δικαστήριο τήν ἀπόφαση τῆς εξεταστικής επιτροπής καί νά διατάξει τήν επανάληψη τοῦ διαγωνισμοῦ ὡς πρός τήν προσφεύγουσα, επικουρικό δέ αίτημα τήν ἀκύρωση τῆς σιωπηρής ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως τῆς προσφευγούσης ἀπό τήν 'Επιτροπή. Ζητεί τέλος τήν καταδίκη τῆς Ἐπιτροπῆς στά δικαστικά έξοδα.
Ή άποψη μου ἐπί τῶν αιτημάτων αυτών εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
Ή προσφεύγουσα ισχυρίζεται προεχόντως ὅτι ἡ ἀπορριπτική ἀπόφαση εἶναι ἀνεπαρκῶς αιτιολογημένη, ὅτι ἐστηρίχθη ἐπί εσφαλμένων εκτιμήσεων, ὅτι ἀντιβαίνει στό περιεχόμενο τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ καί ὅτι συνιστά κατάχρηση εξουσίας. 'Επικουρικώς, ἰσχυρίζεται ὅτι ή ἀπόφαση παραβιάζει επίσης τήν ἀρχή τῆς ἰσότητος καί τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων, καθ' ὅσον οἱ προϋποθέσεις συμμετοχής στον εσωτερικό διαγωνισμό εἶναι περισσότερο αυστηρές ἀπό εκείνες τοῦ ταυτόχρονα προκηρυχθέντος ἐξωτερικοῦ διαγωνισμοῦ COM/B/185 (ABl. C 134 τῆς 5ης 'Ιουνίου 1980, σ. 7), μέ τόν σκοπό ἐπίσης τῆς καταρτίσεως ἐφεδρικοῦ πίνακος γιά μελλοντικές προσλήψεις ἀναπληρωτῶν βοηθών διοικήσεως στόν τομέα «τεκμηρίωση» καί «βιβλιοθήκη» τῆς σταδιοδρομίας Β 5 καί Β 4.
1.
Σέ ὅ,τι άφορα κατ' ἀρχάς τήν αἰτίαση περί τῆς άνεπαρκοθς αιτιολογίας, ἡ προσφεύγουσα υποστηρίζει ὅτι ἡ γνωστοποίηση διά τοῦ συνήθους έντυπου, ὅτι δέν πληροί τίς προϋποθέσεις συμμετοχής πού ἀναφέρονται στά σημεία II. Ι.Α. 1 καί II. 1. Β. 2, δέν ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις πού σύμφωνα μέ τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου πρέπει νά ικανοποιεί ἡ προσήκουσα αιτιολογία. Κατά τήν άποψη της, δεδομένου ὅτι οἱ προϋποθέσεις συμμετοχής δέν ὡρίζοντο σαφώς στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ καί ὅτι υπήρχαν λίγοι σχετικῶς υποψήφιοι (43), ἀπητεῖτο εκτενέστερη αιτιολογία.
Ό ισχυρισμός αὐτός δέν δύναται κατά τήν γνώμη μου νά γίνει δεκτός, λαμβανομένου ἰδίως ὑπ' ὄψη τοῦ πνεύματος καί τοῦ σκοποῦ τῆς υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Σύμφωνα μέ παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, τήν ὁποία δέν χρειάζεται νά ἀναφέρω ἐδῶ λεπτομερώς, οἱ ἀποφάσεις εξεταστικών επιτροπών πρέπει νά εἶναι δεόντως καί επαρκώς αιτιολογημένες, ὥστε νά επιτρέπουν ὄχι μόνο στόν ενδιαφερόμενο, ἀλλα καί στό Δικαστήριο, νά κρίνει ἄν ή ἀπόφαση εἶναι σύννομη ἡ εσφαλμένη. Γιά τόν λόγο αυτόν, τό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, στίς συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις Salerno καί λοιποί ( 2 ), ἀποφάσεις πού ἐπεκαλέσθη ἡ προσφεύγουσα γιά νά στηρίξει τήν άποψη της, καί στην υπόθεση Sonne ( 3 ), ὅτι ἡ αιτιολογία εἶναι ἀνεπαρκής ὅταν ἡ μή πλήρωση μιας τῶν προϋποθέσεων συμμετοχής στόν διαγωνισμό ἀναφέρεται διά συνήθους έντυπου, ἡ δέ προϋπόθεση αύτη δέν εἶναι σαφής. Όλες οἱ υποθέσεις αυτές, ὅμως, έχουν κοινό στοιχείο ὅτι ή ἀναφορά στίς ελλείπουσες προϋποθέσεις, στην γενικότητά της, δέν προσδιώριζε σαφώς τήν συγκεκριμένη προϋπόθεση πού εθεωρείτο ὅτι έλειπε.Ἐν ἀντιθέσει πρός τίς υποθέσεις αυτές, στην προκειμένη υπόθεση προκύπτει σαφώς ἀπό τήν περί ἀπορρίψεως επιστολή, ή ὁποία συνωδεύετο ἀπό ένα έντυπο τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ COM/B/4/80, ὅτι ἡ εξεταστική ἐπιτροπή, ἀφοῦ έκρινε ὅτι δέν ἐπληροῦντο οἱ ἀπαιτούμενες προϋποθέσεις ὑπό στοιχείο Α — ἀπολυτήριο μέσης εκπαιδεύσεως — ἡ εξεταστική επιτροπή ἠρνήθη νά ἀναγνωρίσει τά δικαιολογητικά πού προσεκόμισε ἡ προσφεύγουσα εἶτε ὡς πιστοποιητικά εἶτε ὡς βεβαιώσεις λοιπών προσόντων στον τομέα «τεκμηρίωση» καί/ἤ «βιβλιοθήκη» κατά τήν έννοια τοῦ σημείου II. 1. Β. 2.
Δεδομένου ὅτι ἡ προϋπόθεση πού ὡρίζετο στό σημείο II. Ι.Β. 2 ήταν ταυτόσημη μέ τήν οριζομενη στό σημείο II. 1. Γ. 1, ή προσφεύγουσα έπρεπε νά ἀντιληφθεί ὅτι, κατά τήν άποψη τῆς εξεταστικής επιτροπῆς, δέν συνεκέντρωνε επίσης τίς προϋποθέσεις ὑπό στοιχείο Γ, έστω καί ἄν ή έλλειψη τῶν προϋποθέσεων αυτών δέν ἀνεφέρετο ρητώς στην περί ἀπορρίψεως ἀπόφαση.
Προφανώς, ἡ προσφεύγουσα ἀντελήφθη ὑπό τήν έννοια αυτή τήν ἀπόφαση τῆς εξεταστικής επιτροπής, ὁπως προκύπτει ἀπό τό σημείωμα πού ἀπηύθυνε τήν 1η 'Οκτωβρίου 1980 πρός τόν Desbois. 'Επίσης, ἀπό τά ἀπαντητικά σημειώματα πού ἀπηύθυνε ὁ Desbois στόν Mulfinger, τῶν ὁποίων τό περιεχόμενο ἠδύνατο νά γνωρίζει ἡ προσφεύγουσα, προκύπτει σαφώς ὅτι ἡ ἐξεταστική επιτροπή δέν ηθέλησε νά δεχθεί, μετά τήν ἀπορριπτική τῆς ἀπόφαση, τό «πιστοποιητικό» τοῦ Layton ούτε τήν βεβαίωση περί τῶν ικανοτήτων τῆς προ-σφευγούσης τοῦ Mulfinger, ως πιστοποιητικό ἤ άλλη ἀπόδειξη ικανοτήτων, κατά τήν έννοια τῶν προϋποθέσεων συμμετοχής στόν διαγωνισμό.
2.
Δεδομένου ὅτι ἡ προσβαλλομένη ἀπόφαση δέν δύναται νά θιγεί έκ τυπικών λόγων, ἀπομένει νά ερευνηθεί ἄν ἡ ἀπορριπτική ἀπόφαση πάσχει ἀπό σφάλματα ουσιαστικοῦ δικαίου. Σχετικῶς, ἡ προσφεύγουσα παρατηρεί κυρίως ὅτι ἀπό τίς προϋποθέσεις συμμετοχής δέν προέκυπτε οτι, οπως έκ τῶν υστέρων ὑποστηρίζει ἡ καθ' ἧς, στόν διαγωνισμό ἠδύναντο νά μετάσχουν μόνο οἱ υποψήφιοι ἐκεῖνοι πού ἠδύναντο νά ἀποδείξουν ὅτι έτυχαν θεωρητικῆς εκπαιδεύσεως στον τομέα τεκμηρίωση καί/ἤ βιβλιοθήκη. Οἱ ὑπό τά σημεία ΙΙ. 1. Β. 2 καί ΙΙ. 1. Γ. 1 προϋποθέσεις συμμετοχής εἶναι μᾶλλον τόσο γενικά διατυπωμένες, ὥστε, συντρεχουσῶν καί τῶν λοιπῶν προϋποθέσεων συμμετοχής, θά ἔπρεπε νά γίνει δεκτός στόν διαγωνισμό κάθε υποψήφιος ὁ όποιος ἠδύνατο νά ἀποδείξει ὅτι έχει τήν ἀπαιτουμένη πείρα στον τομέα τῆς τεκμηριώσεως καί/ἤ βιβλιοθήκης. 'Ως τοιούτου εἴδους ἀποδείξεις δύνανται πάντως νά θεωρηθοῦν, κατά τήν γνώμη της, οἱ κρίσεις τῶν προϊσταμένων της, ἀπό τίς όποιες προκύπτει ἡ Ικανότης τῆς νά ἀνταποκριθεί στά καθήκοντα πού περιγράφονται στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ.
Στά επιχειρήματα αυτά ἡ καθ' ἧς ἀντιτάσσει τήν ευρεία διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως πού διαθέτει ἡ εξεταστική επιτροπή γιά τόν καθορισμό τῶν προϋποθέσεων συμμετοχής στόν διαγωνισμό. Στην πράξη ὅμως έχει ἀποδειχθεί ὅτι τίς προϋποθέσεις αυτές πληροῦν μόνο οἱ ὑποψήφιοι εκείνοι πού έχουν στόν τομέα γιά τόν όποιο πρόκειται καί θεωρητικές γνώσεις. Γιά τόν λόγο αυτόν, απεφασίσθη νά ζητηθεί ἀπό τους υποψηφίους τοῦ διαγωνισμοῦ νά προσκομίσουν ἀποδείξεις ὅτι έχουν λάβει μία ὁποιαδήποτε θεωρητική εκπαίδευση. Τήν ἀπαίτηση αυτή δύναται εύκολα νά τήν συναγάγει ένας προσεκτικός ἀναγνώστης ἀπό τήν διατύπωση τῆς ἀνακοινώσεως πρός πλήρωση κενής θέσεως καί τής προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ, ἰδίως δέ άπό τήν σειρά μέ τήν ὁποία εξετέθησαν οἱ προϋποθέσεις συμμετοχης στόν διαγωνισμό.
Σχετικά μέ τήν επιχειρηματολογία αυτή, πρέπει νά γίνει δεκτή κατ' ἀρχήν ἡ άποψη τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι, ὅπως καί τό Δικαστήριο ἐτόνισε στην υπόθεση Deboek ( 4 ), ἡ ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως ὡς πρός τόν καθορισμό τῶν προσόντων πού ἀπαι-τοῦνται γιά τίς νέες θέσεις καί, κατά συνέπεια, ὡς πρός τόν καθορισμό, σύμφωνα μέ τά προσόντα αυτά καί σύμφωνα μέ τό συμφέρον τῆς υπηρεσίας, τῶν προϋποθέσεων συμμέτοχης στόν διαγωνισμό.
Κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο δέν δύναται νά υποκαταστήσει τήν ἀρμοδία γιά τους διορισμούς ἀρχή ἐφ' ὅσον ἡ τελευταία δέν έχει υπερβεί τά όρια τῆς διακριτικής αυτής ευχέρειας.
Πρέπει, ἐξ άλλου, νά γίνει δεκτό, ὅπως διευκρίνισε τό Δικαστήριο στην υπόθεση Szemerey ( 5 ), ὅτι, κατ' ἀρχήν, δέν υπάρχει κανένα εμπόδιο ώστε οἱ προϋποθέσεις πού καθορίζονται στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ, γιά ὁρισμένες θέσεις ἡ γιά ὁρισμένες ὁμάδες θέσεων, νά υπερβαίνουν τόν ἐλάχιστο ἀριθμό προϋποθέσεων πού προβλέπει τό άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ἀσχέτως τοῦ ἄν πρόκειται γιά τήν κάλυψη συγκεκριμένης κενής θέσεως ἡ γιά τήν κατάρτιση ἐφεδρικοῦ πίνακος γιά μελλοντικές προσλήψεις σέ θέσεις ὁρισμένης κατηγορίας. 'Επομένως, δέν εἶναι δυνατόν κατ' ἀρχήν νά υπάρξει ἀντίρρηση στό νά ἀπαιτοῦνται θεωρητικές γνώσεις γιά καθήκοντα τῆς κατηγορίας Β.
Οι υποψήφιοι ὅμως πρέπει νά δύνανται εύκολα νά διακρίνουν την ύπαρξη μιας τέτοιας προϋποθέσεως. Αυτό προκύπτει ήδη ἀπό τήν σκέψη ὅτι, ὅπως τό Δικαστήριο έχει επανειλημμένως ἀποφανθεί, ἡ εργασία τῆς εξεταστικής επιτροπής συνίσταται κατ' ἀρχάς σέ μία σύγκριση τῶν τίτλων των ὑποψηφίων μέ τίς προϋποθέσεις πού έχουν ὁρισθεί στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμού. Ή σύγκριση αυτή πρέπει νά γίνεται βάσει ἀντικειμενικῶν δεδομένων, γνωστών σέ ὅλους τους υποψηφίους ( 6 ).
Κατά συνέπεια, τό Δικαστήριο, στην υπόθεση του ἐπί τῆς υποθέσεως Heirwegh ( 7 ), έθεσε αυστηρές ἀπαιτήσεις σχετικά μέ τίς προϋποθέσεις πού τίθενται στίς προκηρύξεις διαγωνισμών. Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση αὐτή, ὁ οὐσιώδης ρόλος μιᾶς προκηρύξεως διαγωνισμοῦ, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, «συνίσταται στην ενημέρωση τῶν ενδιαφερομένων, κατά τόν ἀκριβέστερο δυνατό τρόπο, ἐπί τῆς φύσεως τῶν προϋποθέσεων πού ἀπαιτοῦνται γιά τήν κατάληψη της θέσεως γιά τήν ὁποία πρόκειται, ώστε νά είναι σέ θέση νά κρίνουν ἄν θά υποβάλουν τήν υποψηφιότητα τους». Ἀπό τῆς ἀπόψεως αυτής, ἀρκεῖ νά έχει τήν δυνατότητα ὁ υποψήφιος νά διακρίνει τίς προϋποθέσεις αυτές κατόπιν προσεκτικής ἀναγνώσεως τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ.
Κατά συνέπεια, τό ἀποφασιστικό σημείο εἶναι ἡ ἐρμηνεία τῶν σημείων ΙΙ.1.Β.2 καί ΙΙ.1.Γ.1 ἀντιστοίχως — Πιστοποιητικό ή άλλη βεβαίωση στόν τομέα «τεκμηρίωση» καί/ἤ «βιβλιοθήκη». Πρέπει λοιπόν νά εξετασθεί ἄν ένας υποψήφιος ἠδύνατο, κατόπιν προσεκτικής αναγνώσεως τῆς ἐν λόγω προκηρύξεως διαγωνισμοῦ, νά διακρίνει ὅτι ἀπητεῖτο θεωρητική εκπαίδευση στον ἐν λόγω τομέα.
Ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ, δέν δύναμαι νά ἀκολουθήσω τήν άποψη τῆς καθ' ἧς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ἀπό τήν ἴδια τήν διατύπωση τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ συνάγεται ὅτι ἀπαιτείται θεωρητική εκπαίδευση. Ή ἀπόκλιση πού υπάρχει στην διατύπωση τοῦ σημείου II.1.Α.2 τῆς προκηρύξεως, ὅπού γίνεται λόγος γιά «δίπλωμα», σημαίνει ἀπλώς, κατά τήν άποψη τῆς Ἐπιτροπής, ὅτι γιά τίς περιπτώσεις ὑπό Β καί Γ δέν ἀπαιτείται εκπαίδευση πού νά έχει ὁλοκληρωθεί μέ τήν λήψη διπλώματος, ἀλλά, στην προκειμένη περίπτωση, ἀρκεῖ πιστοποιητικό παρακολουθήσεως ενός κύκλου θεωρητικών μαθημάτων. 'Αν ομως ἠδύνατο νά δοθεί μία τέτοια ερμηνεία στην έννοια «πιστοποιητικό» (Zeugnis) — «certificat» στό γαλλικό κείμενο καί «certificate» στό ἀγγλικό κείμενο — εἶναι ἀντιθέτως βέβαιο ὅτι ἡ άποψη αύτη δέν δύναται νά ὑποστηριχθεί γιά τήν δεύτερη ἐναλλακτική σκέψη, πού σκοπό έχει νά καταστήσει σχετική τήν πρώτη έννοια. Στό γαλλικό κείμενο ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ σημείου γίνεται λόγος γιά «attestation», ἐνῶ στό ἀγγλικό κείμενο γιά «other acceptable statement of qualification», ἐνῶ σύμφωνα μέ τό ὀλλανδικό κείμενο ἀπαιτοῦνται ἁπλώς «bewijs of getuigschrift». Ἄν στηριχθοῦμε στην γερμανική καί ἀγγλική διατύπωση τῆς ἐν λόγω προϋποθέσεως, ἡ ὁποία, κατά τήν γνώμη μου, παρουσιάζει μία πιό ἀκριβή έννοια, δέν μένει παρά νά συναχθεί ὅτι ἀπαιτείται ή ἀπόδειξη ειδικών προσόντων στόν τομέα τεκμηρίωση ἡ βιβλιοθήκη. Ἑπομένως, ή προσφεύγουσα πληροί τήν κατ' αυτόν τόν τρόπο διατυπωμένη προϋπόθεση, προσκομί-σασα τίς κρίσεις τῶν ἱεραρχικῶς υπηρεσιακών της. Ἔστω καί ἄν υποτεθεί ὅτι
ἀπαιτείται επίσης ἡ ἀπόδειξη ειδικών θεωρητικών γνώσεων, αυτό δέν σημαίνει ὅτι οἱ γνώσεις αυτές πρέπει ὁπωσδήποτε νά έχουν ἀποκτηθεί ἀπό την παρακολούθηση μαθημάτων εἰδικῶν εκπαιδευτικών ιδρυμάτων καί ὄχι ἀπό ἀτομικές προσπάθειες τοῦ υποψηφίου.
Παρά τους Ισχυρισμούς τῆς καθ' ἧς, μία συστηματική ἑρμηνεία τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ δέν δύναται νά οδηγήσει σέ διαφορετικό συμπέρασμα. Ειδικότερα, ἀπό τό γεγονός ὅτι ὑπό στοιχείο Α ἀπαιτείται, μετά τήν γενική σχολική εκπαίδευση, μία πλήρης ειδική θεωρητική εκπαίδευση, δέν συνάγεται ὁπωσδήποτε ὅτι ἀπαιτείται τό ίδιο καί ὅσον άφορᾶ τά στοιχεία Β καί Γ. Ή περίπτωση τοῦ στοιχείου Α διαφέρει θεμελιωδώς ἀπό τίς υπόλοιπες περιπτώσεις, γιά τόν λόγο ὅτι πέραν τοῦ ἀπολυτηρίου μέσης εκπαιδεύσεως δέν ἀπαιτεῖται ειδική επαγγελματική πείρα. Στην περίπτωση αυτή, ἡ ἀπαίτηση μιᾶς προσθέτου ειδικής θεωρητικής εκπαιδεύσεως εἶναι εύλογος. Ή κατάσταση θά ήταν βέβαια διαφορετική ἄν ἀπητεῖτο, ὅπως έχει τό πράγμα στίς περιπτώσεις τῶν σημείων Β καί Γ, ἀνάλογη επαγγελματική πείρα. Λαμβανομένης κυρίως ὑπ' ὄψη τῆς διαφορᾶς ὡς πρός τήν διατύπωση, ἡ ἀπόδειξη τῶν ικανοτήτων στον τομέα «τεκμηρίωση» καί/ἤ «βιβλιοθήκη» θά ἠδύνατο νά γίνει καί διά τῆς προσκομίσεως πιστοποιητικών περί τῶν προσόντων τῶν μέχρι τοῦδε ἱεραρχικῶς προϊσταμένων τοῦ υποψηφίου.
'Ενα τέτοιο πιστοποιητικό, τό όποιο παρέχει στοιχεία περί τῶν εἰδικῶν ικανοτήτων τοῦ υποψηφίου, δέν πρέπει ἐξ άλλου νά συγχέεται μέ τήν ἀπόδειξη της εἰδικῆς επαγγελματικής πείρας πού ἀπαιτείται βάσει τῶν σημείων ΙΙ.1.Β.3 καί ΙΙ.1.Γ.2 τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμού. Πρός τοῦτο, ἀρκεῖ νά ἀποδείξει ὁ υποψήφιος ὅτι έχει ἀσκήσει καθήκοντα στόν τομέα αυτόν κατά τήν διάρκεια μιᾶς ἀρκετά μακράς περιόδου, χωρίς ὡς ἐκ τούτου νά παρέχεται ἀπόδειξη περί τῶν προσόντων τοῦ ενδιαφερομένου.
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω σκέψεων συνάγεται ήδη ὅτι ἡ προϋπόθεση πού τίθεται στά σημεία ΙΙ.1.Β.2 καί ΙΙ.1.Γ.1 τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ — ὅπού δέν γίνεται λόγος γιά ειδική θεωρητική εκπαίδευση — δέν πρέπει νά ερμηνευθεί ὑπό τήν ἔννοια πού τῆς δίδει ή καθ' ἧς. Ή άποψη αυτή ενισχύεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι 39 ἀκόμη υποψήφιοι, οἱ όποιοι ἀπεκλείσθησαν ἀπό τόν διαγωνισμό, προφανώς δέν κατενόησαν τήν προϋπόθεση αυτή ὑπό τήν ἔννοια πού τῆς δίδει ή καθ' ἧς. 'Αν ἐδίδετο διαφορετική ἑρμηνεία στην προϋπόθεση αὐτη, αυτό θά ἐσήμαινε ὅτι ὑπάρχει πρόθεση νά συναχθοῦν ἀπό τίς προαναφερθείσες προϋποθέσεις ὁρισμένες ἀπαιτήσεις οἱ όποιες δέν περιλαμβάνονται ρητώς στην προκήρυξη, γεγονός πού θά παρείχε στην εξεταστική επιτροπή ἀπεριόριστη πράγματι διακριτική ευχέρεια.
Τέλος, λαμβανομένων ιδίως ὑπ' ὄψη τῶν περιστατικών τῆς παρούσης υποθέσεως, δέν συνάδει πρός τό πνεῦμα καί τόν σκοπό τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ, διά τοῦ ὁποίου επιδιώκεται ἡ κατάρτιση ἐφεδρικοῦ πίνακος γιά μελλοντικές προσλήψεις ειδικευμένου προσωπικού, ὁ ἀποκλεισμός τῆς προσφευγούσης ἀπό τόν εσωτερικό διαγωνισμό βάσει εξετάσεων. 'Επί τοῦ σημείου αὐτοῦ, συμφωνώ μέ τήν γνώμη πού διετύπωσε ὁ Mulfinger στην επιστολή του τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1980, σύμφωνα μέ τήν ὁποία θά ήταν ἀδιανόητο νά ἀποκλεισθεί ή προσφεύγουσα ἀπό τίς εξετάσεις ἑνός διαγωνισμοῦ γιά πρόσληψη στην κατηγορία Β, ἐνῶ έχει αποδειχθεί ὅτι ἐπί ἔτη ἀσκεῖ εὐδοκίμως, στους σχετικούς τομείς, καθήκοντα ὑπαλλήλου Β κατηγορίας καί ἐνῶ ἀντίθετα ἡ ἁπλή προσκόμιση πιστοποιητικού βεβαιοῦντος τήν παρακολούθηση θεωρητικών μαθημάτων παρέχει τό δικαίωμα — όταν συντρέχουν καί οἱ άλλες προϋποθέσεις — συμμέτοχης στίς εξετάσεις τοῦ διαγωνισμοῦ.
Στην ἀλληλουχία αυτή, πρέπει ιδίως νά ληφθεί ὑπ' ὄψη τό γεγονός ὅτι μέ τόν διαγωνισμό βάσει εξετάσεων — ὅπως ἀποκαλείται στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ — επιδιώκεται ἡ εξακρίβωση τῶν γνώσεων τῶν υποψηφίων στόν τομέα «τεκμηρίωση, βιβλιοθήκη». Οἱ θεωρητικές δέ γνώσεις τῆς προσφευγούσης πρέπει νά εξετασθοῦν επίσης στό πλαίσιο αυτής τῆς διαδικασίας.
Δεδομένου ὅτι εἶναι ἀπό κάθε άποψη λογικά ἀδύνατο νά ερμηνευθεί τό σημείο ΙΙ.1.Β.2 τοῦ εσωτερικοῦ διαγωνισμοῦ COM/B/4/80 ὑπό τήν έννοια ὅτι θέτει τήν προϋπόθεση τῆς ἀποδείξεως θεωρητικής εκπαιδεύσεως στόν τομέα «τεκμηρίωση» καί/ἤ «βιβλιοθήκη», ἡ εξεταστική επιτροπή, ἀρνηθεῖσα νά δεχθεί τήν προσφεύγουσα στίς εξετάσεις τοῦ διαγωνισμού γιά τόν λόγο ὅτι δέν πληρούσε τήν προϋπόθεση αυτή, ἐστήριξε τήν ἀπόφαση τῆς ἐπί κριτηρίων διαφορετικών ἀπό εκείνα πού εκτίθενται στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ καί παρεβίασε έτσι τό ἄρθρο 5 εδάφιο 1 τοῦ παραρτήματος III τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, σύμφωνα μέ τό όποιο ὅλοι οἱ υποψήφιοι πού συγκεντρώνουν τίς καθοριζόμενες στην προκήρυξη τοῦ διαγωνισμοῦ προϋποθέσεις πρέπει νά περιλαμβάνονται στόν πίνακα τῶν υποψηφίων πού γίνονται δεκτοί στίς εξετάσεις.
Κατόπιν αὐτοῦ, περιττεύει ἡ εξέταση τῶν υπολοίπων λόγων πού προβάλλει ἡ προσφεύγουσα.
3.
Πέραν τῆς ἀκυρώσεως τῆς περί ἀπορρίψεως ἀποφάσεως τῆς εξεταστικής επιτροπής, καί γιά τήν διασφάλιση τῶν συμφερόντων τῆς προσφευγούσης, ἀρκεῖ, σύμφωνα μέ τό αἴτημά της, νά επαναληφθεί ὁ διαγωνισμός ὡς πρός αυτήν.
4.
Κατ' ἀκολουθία τῶν ὅσων εξετέθησαν, προτείνω τήν ἀκύρωση τῆς ἀποφάσεως μέ τήν ὁποία ἡ εξεταστική επιτροπή τοῦ διαγωνισμοῦ COM/B/4/80 δέν ἀπέκλεισε την προσφεύγουσα ἀπό τίς εξετάσεις καί εισηγούμαι νά διαταχθεί ή καθ' ἧς νά επαναλάβει τόν διαγωνισμό ὡς πρός τήν προσφεύγουσα. Δεδομένου ὅτι ἡ καθ' ἧς ἡττήθη καθ' ὁλοκληρίαν, πρέπει, σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
( 2 ) Ἀπόφαση τῆς 30ης Νοεμβρίου 1978 ἐπί τῶν συνεκδι-κασθεισῶν ὑποθέσεων 4, 19 καί 28/78 — Salerno καί λοιποί κατά Ἐπιτροπῆς — Slg. 1978, σ. 2403.
( 3 ) 'Απόφαση τῆς 5ης 'Απριλίου 1979 έπί τῆς ὑποθέσεως 112/78 — Dorothea Sonne, σύζυγος Kοbor, κατά 'Επιτροπής, Slg. 1979, σ. 1573.
( 4 ) 'Απόφαση τῆς 16ης 'Οκτωβρίου 1975 στήν ὑπόδεση 90/74 — Francine Deboeck κατά 'Επιτροπῆς, Slg. 1975, σ. 1123.
( 5 ) 'Απόφαση τῆς 2ας 'Οκτωβρίου 1979 ἐπί τῆς υποθέσεως 178/78 — John Szemerey κατά Ἐπιτροπῆς — Slg. 1979, σ. 2855.
( 6 ) 'Απόφαση τῆς 14ης 'Ιουνίου 1972, ἐπί τῆς ὑποθέσεως 44/71 — Antonio Marcato κατά Ἐπιτροπῆς — Slg. 1972, α 427. 'Απόφαση τῆς 15ης Μαΐου 1973, ἐπί τῆς υποθέσεως 37/72 — Antonio Marcato κατά Ἐπιτροπῆς — Slg. 1973, σ. 361. 'Απόφαση τῆς 4ης Δεκεμβρίου 1975, ἐπί τῆς ὑποθέσεως 31/75 — Mario Costacurta κατά Ἐπιτροπῆς — Slg. 1975, σ. 1563. 'Απόφαση τῆς 28ης Φεβρουαρίου 1980 ἐπί τῆς ὑποθέσεως 89/79 — Francesco Bonu κατά Συμβουλίου — Slg. 1980, σ. 553.
( 7 ) 'Απόφαση τῆς 28ης 'Ιουνίου 1979, ἐπί τῆς υποθέσεως 255/78 — Andrée Heirwegh, σύζυγος Anselme, καί Roger Constant κατά Ἐπιτροπῆς — Slg. 1979, α 2323.
Full & Egal Universal Law Academy