ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΟ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΩΣ
FRANCESCO CAPOTORTI
ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 2 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1981 ( 1 )
Κύριε πρόεορε,
κύριοι οικαστές
1.
Οἱ έξη υποθέσεις στίς όποιες ἀναφέρονται οἱ παροῦσες προτάσεις ἔχουν τήν πηγή τους στίς προσφυγές, τίς όποιες ἤσκησε ἡ 'Επιτροπή κατά τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Κατά τήν προσφεύγουσα, τό καθ' οὗ κράτος, μή λαμβάνοντας ἐντός τῆς έννομου τάξεως του τά ἀναγκαία μέτρα γιά νά συμμορφωθεῖ σέ σύνολο ὁδηγιών πού ἐξεδόθησαν ἀπό τό Συμβούλιο των υπουργών μεταξύ 1975 καί 1978 βάσει των άρθρων 100 καί 235 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί οἱ όποιες ὅλες ἀποβλέπουν στην προσέγγιση τῶν νομοθεσιῶν στον τομέα τῆς προστασίας τοῦ περιβάλλοντος καί τῆς ἀνθρώπινης ὑγείας, παρέβη θεμελιώδη κοινοτική υποχρέωση. Πρόκειται συγκεκριμένως περί τῶν ὁδηγιών 75/439 καί 75/440 τῆς 16ης Ἰουνίου 1975, οἱ ὁποῖες ἀφορούν ἀντιστοίχως τήν διάθεση τῶν χρησιμοποιημένων ὀρυκτελαίων καί τήν ἀπαιτουμένη ποιότητα τῶν υδάτων επιφανείας πού προορίζονται γιά τήν παραγωγή ποσίμου ύδατος στά Κράτη μέλη, 75/442 τῆς 15ης 'Ιουλίου 1975 περί τῶν στερεών ἀποβλήτων, 76/160 τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1975 περί τῆς ποιότητος τῶν υδάτων κολυμβήσεως, 76/403 τῆς 6ης 'Απριλίου 1976 περί τῆς εξαλείψεως τῶν πολυχλωροδιφαινυλίων καί τῶν πολυχλωροτριφαινυλίων καί 78/176 τῆς 20ῆς Φεβρουαρίου 1978 περί τῶν ἀποβλήτων πού προέρχονται ἀπό τήν βιομηχανία διοξειδίου τοῦ τιτανίου.
2.
Ή βελγική κυβέρνηση ἀναγνωρίζει ὅτι δέν ἔλαβε ἀκόμα ὅλα τά ἀναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά ἡ διοικητικά μέτρα γιά τήν πλήρη εφαρμογή τῶν έξη ὁδηγιών, μέ τίς όποιες ἀσχολούμεθα. Πάντως, Ισχυρίζεται επίσης — ἀρχικώς κατά γενικό τρόπο στά υπομνήματα ἀντικρούσεως καί περαιτέρω μέ μεγαλύτερη ἀκρίβεια στίς ἀπαντήσεις — ὅτι ὅσον άφορᾶ ὁρισμένες ἀπό τίς ὁδηγίες αὐτές «ἐπί μέρους εκτελεστικά μέτρα» ισχύουν ήδη. ᾩς πρός τό θέμα αυτό, ἡ υπεράσπιση τῆς καθ᾽ἧς κυβερνήσεως ἀναφέρεται στον νόμο τῆς 26ης Μαρτίου 1971 καί στό βασιλικό διάταγμα τῆς 3ης 'Οκτωβρίου 1975, τά όποια περιλαμβάνουν διατάξεις σύμφωνες πρός ὁρισμένες υποχρεώσεις τῆς ὁδηγίας 75/439, στόν γενικό κανονισμό περί προστασίας τῆς εργασίας (τίτλος πρώτος, υπότιτλοι «στερεά ἀπόβλητα», πίνακας Α, καί «ἀπορρίμματα», πίνακας Β), ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει διατάξεις πού επιτρέπουν νά τεθεί σέ εφαρμογή ἡ ὁδηγία 75/442 καί τέλος στόν νόμο τῆς 22ας 'Ιουλίου 1974 καί στό βασιλικό διάταγμα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976 πού περιέχουν κανόνες ἀντίστοιχους πρός τους κανόνες τῆς ὁδηγίας 76/403.
Κατ' ἀρχήν δέν ἀμφισβητείται βεβαίως ὅτι, ὅταν ἡ έννομη τάξη Κράτους μέλους περιλαμβάνει ήδη κανόνες ἱκανούς γιά τήν επίτευξη ὅλων τῶν ηθελημένων ἀπό μία συγκεκριμένη ὁδηγία ἀποτελεσμάτων, τό κράτος αυτό δέν ὀφείλει νά θεσπίσει νέους κανόνες πού νά έχουν ὡς εἰδικό σκοπό τήν εκτέλεση τῆς ἰδίας ὁδηγίας. 'Ομοίως, ὅταν οἱ σύμφωνοι πρός μία ὁδηγία εθνικοί κανόνες, ἀντί νά περιέχονται σέ ἑνιαίο κείμενο νόμου ευρίσκονται διεσπαρμένοι σέ διάφορους νόμους, ἡ υποχρέωση τοῦ Κράτους μέλους δύναται επίσης νά θεωρηθεί ὅτι ἐξεπληρώθη. 'Αλλά τόσο στην μία ὅσο καί στην άλλη περίπτωση εἶναι ἀπαραίτητο νά πραγματοποιηθεί ἡ πλήρης συμφωνία της ἐσωτερικῆς έννόμου τάξεως πρός τίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας. Ή ὁδηγία πρέπει νά τηρηθεί στό σύνολό της: μόνο μέ τόν τρόπο αυτό οι εθνικές έννομες τάξεις ὅλων των Κρατῶν μελών θά εἶναι στην ουσία ὁμοιόμορφες, ἀνεξαρτήτως τῆς υπάρξεως διαφόρων τύπων καί μέσων.
Ἐν προκειμένω ἡ 'ίδια ἡ βελγική κυβέρνηση ἀναγνωρίζει ὅτι δέν δύναται νά γίνει λόγος παρά γιά μερική εκτέλεση τριών ὁδηγιών ἐπί έξη. Πράγματι, ἀρκεῖ μία σύντομη σύγκριση μεταξύ τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς κοινοτικές αυτές πράξεις τῶν νομοθετικών καί κανονιστικών κειμένων, τά όποια ἐπικαλείται τό καθ' οὗ γιά νά ἀποδειχθεί ὅτι:
α)
ἡ ὁδηγία 75/439 ἀπαγορεύει τήν ἀπόρριψη χρησιμοποιημένων ὀρυκτελαίων στά εσωτερικά επιφανειακά ύδατα, υπόγεια ύδατα, παράκτια ύδατα καί ύδατα ἀποχετευτικῶν συστημάτων, ἐνῶ ἡ πρώτη ἀπαγόρευση δέν συναντᾶται ούτε στον νόμο τῆς 26ης Μαρτίου 1971, πού άφορᾶ ἀποκλειστικώς τήν προστασία τῶν υδάτων ἐπιφανείας κατά τῆς μολύνσεως, ούτε στό βασιλικό διάταγμα τῆς 3ης 'Οκτωβρίου 1975. Ὁμοίως, ἡ υποχρέωση, τήν ὁποία ή ὁδηγία επιβάλλει στά κράτη νά ἀπαγορεύσουν κάθε εναπόθεση ἡ καί ἀπόρριψη χρησιμοποιημένων ὀρυκτελαίων πού έχουν επιβλαβή ἀποτελέσματα ἐπί τοῦ εδάφους καί κάθε επεξεργασία χρησιμοποιημένων ὀρυκτελαίων, πού προκαλεί ρύπανση τῆς ἀτμοσφαίρας καί υπερβαίνει τό ὅριο πού καθορίζεται ἀπό τίς ἰσχύουσες διατάξεις (άρθρο 4), δέν δύναται νά θεωρηθεί ὅτι ἐκπλη-ροῦται δυνάμει τῶν προαναφερθέντων δύο βελγικών μέτρων·
β)
οἱ κανόνες τῆς ὁδηγίας 75/442 δέν ευρίσκουν κἄν ούτε μερική ἀνταπόκριση στους κανόνες τοῦ γενικού κανονισμοῦ περί προστασίας τῆς εργασίας (ὁ όποιος ἐθεσπίσθη μέ δύο διατάγματα τοῦ ἀντιβασιλέως ἀντιστοίχως τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1946 καί 27ης Σεπτεμβρίου 1947 καί ἐτροποποιήθη περαιτέρω πλει-στάκις). Στην πραγματικότητα, ὁ ἐν λόγω κανονισμός περιορίζεται στόν καθορισμό τῶν βιομηχανικών εγκαταστάσεων, πού δύνανται νά ἀποτελέσουν τήν αίτια «κινδύνου, ἀνθυγιεινότητος καί ἐνοχλήσεως», ὁρίζοντας ὅτι γιά τήν ίδρυση καί λειτουργία τους εἶναι ἀναγκαία προηγουμένη διοικητική άδεια καί ὅτι, επιπροσθέτως, πρέπει νά υπόκεινται σέ ειδικούς έλεγχους. Ό ἐκπρόσωπος τῆς βελγικής κυβερνήσεως περιωρίσθη στην υπόμνηση δύο κλάσεων τῆς ὀνοματολογίας καί τῆς κατατάξεως τῶν εγκαταστάσεων αυτών. Κατά τήν γνώμη μου ὅλα αυτά εἶναι τελείως άσχετα πρός τίς διατάξεις τῆς ὁδηγίας, οἱ ὁποίες ἀφοροῦν ειδικώς τό πρόβλημα τῆς διαθέσεως τῶν στερεών ἀποβλήτων (στίς διάφορες φάσεις τῆς συγκεντρώσεως, διαλογής, μεταφορᾶς, εναποθηκεύσεως καί επεξεργασίας) καί οἱ ὁποῖες έχουν ὡς σκοπό τήν προστασία ὄχι μόνο τῆς ἀνθρώπινης ὑγείας άλλά ἐπίσης καί τοῦ περιβάλλοντος·
γ)
ὁ βελγικός νόμος τῆς 22ας 'Ιουλίου 1974 περί τοξικών στερεών ἀποβλήτων, ὁ ὁποῖος συνεπληρώθη ἀπό τόν κανονισμό τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1976 επιβάλλει πράγματι ορισμένα μέτρα πού ή ὁδηγία 76/403 κατέστησε ἐν συνεχεία υποχρεωτικά άλλά δέν περιλαμβάνει άλλα μέτρα, τά όποια εἶναι μεγάλης σημασίας. Εἰδικότερα ἡ ἀναγέννηση τοξικών ἀποβλήτων, ἡ εγκατάλειψη ἀντικειμένων καί μηχανημάτων έκτος χρήσεως πού περιέχουν πολυχλωροφαι-νύλια καί ἡ διάθεση τῶν τελευταίων δέν προβλέπονται ἀπό τήν ἰσχύουσα βελγική κανονιστική ρύθμιση.
3.
Γιά νά δικαιολογήσει τήν έλλειψη εφαρμογῆς ἡ την ἐλλιπή εφαρμογή τῶν έξη ὁδηγιών, ἡ βελγική κυβέρνηση προέβαλε κυρίως επιχείρημα συνταγματικής φύσεως, πού εἶναι τό ἀκόλουθο: κατά τήν διάρκεια τῶν τελευταίων ετῶν ἡ δομή τοῦ βελγικού κράτους ἐτροποποιήθη ὑπό τήν έννοια τῆς κατανομής του σέ περιφέρειες καί μόλις στίς 8 Αυγούστου 1980 εξεδόθη ὁ νόμος, ὁ όποιος καθορίζει τήν κατανομή τῶν αρμοδιοτήτων κατά τομέα μεταξύ τοῦ κράτους καί τῶν περιφερειών. Οἱ αβεβαιότητες καί οἱ δυσχέρειες πού χαρακτηρίζουν τόν τρόπο αυτόν βαθειᾶς ἀναθεωρήσεως τῶν δημοσίων ὀργάνων προεκάλεσε τήν καθυστέρηση στην εκπλήρωση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς ὁδηγίες. Πράγματι, μεγάλος ἀριθμός τῶν θεμάτων, τά όποια ἀποτελούν τό ἀντικείμενο τῶν ὁδηγιών αυτών ἀνήκουν στην ἁρμοδιότητα τῶν περιφερειακών ὀργάνων μέ συνέπεια ή εφαρμογή τῶν εκτελεστικών μέτρων νά ἀπαιτήσει περισσότερο χρόνο ἀπό τόν ὁρισθέντα ἀπό τό Συμβούλιο.
Δέν θεωρώ ὅτι παρόμοιες δικαιολογίες είναι βάσιμες. Τό Δικαστήριο εδέχθη επανειλημμένως ὅτι «ένα κράτος δέν δύναται νά ἐπικαλεσθεί διατάξεις, πρακτική ή καταστάσεις τῆς εσωτερικῆς έννομου τάξεως του γιά νά δικαιολογήσει τήν μή τήρηση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό τίς κοινοτικές ὁδηγίες». Μεταξύ τῶν πλέον προσφάτων ἀποφάσεων υπενθυμίζω τίς ἀποφάσεις τῆς 10ης Νοεμβρίου 1981 στίς υποθέσεις 28 καί 29/81, Επιτροπή κατά Ἰταλικῆς Δημοκρατίας, τῆς 13ης 'Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 252/80, Ἐπιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, τῆς 17ης Φεβρουαρίου 1981 στίς υποθέσεις 133 καί 171/80, Ἐπιτροπή κατά 'Ιταλικῆς Δημοκρατίας.
Τό καθ' οὗ επέμεινε ἐπί εξαιρετικού χαρα-κτῆρος τῶν συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, πού ἐπραγματοποιήθησαν κατά τήν διάρκεια τῶν τελευταίων αυτών ετών, υποστηρίζοντας ὅτι έπρεπε στίς υποθέσεις αυτές νά υἱοθετηθεῖ λύση διάφορη τῆς λύσεως πού εδόθη μέ τήν προαναφερθείσα νομολογία. 'Αλλά ὁ ἰσχυρισμός αὐτός δέν δύναται νά γίνει δεκτός. Παρά τίς Ιδιαίτερες δυσχέρειες τῆς ὀργανικής ἡ πολιτικής καταστάσεως ενός Κράτους μέλους, οἱ τασσόμενες ἀπό τίς ὁδηγίες προθεσμίες εκτελέσεως δέν επιδέχονται παράταση καί, ἀκόμα ὀλιγώτερο, παρέκκλιση. 'Οπως εδέχθη τό Δικαστήριο υφίσταται ανάγκη νά θεωρηθεί ὅτι «ή υποχρεωτική φύση τῶν ὁδηγιών συνεπάγεται τήν υποχρέωση γιά ὅλα τά Κράτη μέλη νά τηρήσουν τίς τασσόμενες ἀπό αυτές προθεσμίες ώστε ἡ εκτέλεση τους νά διασφαλίζεται κατά ὁμοιόμορφο τρόπο εντός τοῦ συνόλου τῆς Κοινότητος» (ἀπόφαση τῆς 22ας Σεπτεμβρίου 1976 στην υπόθεση 10/76, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλικής Δημοκρατίας, Rec. 1976, σ. 1359, σκέψη 12).
Τέλος, δέν δύναται νά παραληφθεί μία τελευταία παρατήρηση. Οἱ προθεσμίες εντός τῶν ὁποίων οἱ ὁδηγίες έπρεπε νά εκτελεσθούν περιλαμβάνονται στην περίοδο μεταξύ 'Ιουνίου 1977 καί Φεβρουαρίου 1979 (ἀκριβέστερα γιά τίς ὁδηγίες 75/439 καί 75/440 ἡ προθεσμία εξέπνευσε στίς 18 'Ιουνίου 1977, γιά τήν ὁδηγία 76/160 στίς 10 Δεκεμβρίου 1977, γιά τήν ὁδηγία 76/403 στίς 9 'Απριλίου 1978 καί γιά τήν ὁδηγία 78/176 στίς 22 Φεβρουαρίου 1979). Διεπιστώθη ὅτι ἡ νέα κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικής κυβερνήσεως καί περιφερειακών ὀργανώσεων ὡρίσθη τόν Αύγουστο 1980. Κατά συνέπεια, πρέπει νά υποτεθεί ὅτι πρίν ἀπό τήν ημερομηνία αυτή ἐναπόκειτο στίς ἀρχές τοῦ κέντρου νά λάβουν τά ἀναγκαία εκτελεστικά μέτρα, διότι εἶναι ἀπαράδεκτη ή υπόθεση ελλείψεως ἡ παραλείψεως τῆς νομοθετικής εξουσίας, παρατεινομένης ἐπί πολλά έτη !
4.
Κατά την διάρκεια τῆς προφορικῆς διαδικασίας, ἡ υπεράσπιση τῆς προσφευ-γούσης κατέστησε γνωστό ὅτι τόν 'Οκτώβριο τοῦ τρέχοντος έτους ἡ φλαμανδική περιφέρεια έλαβε τά εκτελεστικά μέτρα τῶν ὁδηγιῶν 439 καί 442 τοῦ 1975, 403 τοῦ 1976 καί 176 τοῦ 1978, οἱ όποιες ὅλες ἀφορούν την συγκέντρωση καί την διάθεση τῶν ἀποβλήτων, ὅτι ἡ βαλλονική περιφέρεια συνέταξε ήδη σχέδιο εκτελεστικῶν μέτρων τῶν προαναφερθεισῶν τεσσάρων ὁδηγιών καί, τέλος, ὅσον άφορα την περιφέρεια τῶν Βρυξελλών, ἡ ὁποία εξαρτᾶται ἀπό τήν κεντρική κυβέρνηση, ἔχει ετοιμασθεί σχέδιο νόμου.
Θά περιορισθώ στην παρατήρηση ὅτι τά μέτρα αυτά εἶναι εκπρόθεσμα καί ἀνεπαρκή. Ἐκτος τοῦ γεγονότος ὅτι διαθέ-τομε ὀλίγες πληροφορίες ἐπί τοῦ θέματος τῆς εκτελέσεως τῶν άλλων δύο ὁδηγιών είναι πρόδηλον ὅτι οἱ νομοθετικές πρωτοβουλίες in itinere ὅπως οἱ ἀφορῶσες τήν περιφέρεια τῶν Βρυξελλών καί τήν βαλλο-νική περιφέρεια στερούνται σημασίας ὡς πρός τήν παροῦσα υπόθεση. Ὅσον άφορᾶ τά μέτρα πού ἐθεσπίσθησαν γιά τήν φλαμανδική περιφέρεια κατά τήν διάρκεια πολύ προσφάτων εποχών, ἀντιπροσωπεύουν ἐν πάση περιπτώσει μορφή μερικής εκτελέσεως, δεδομένου ὅτι ἡ εδαφική εφαρμογή τῶν θεσπισθέντων κανόνων περιορίζεται σέ μία μόνο ἀπό τίς τρεις περιφέρειες. Γενικά, πρέπει νά λεχθεί ὅτι ἡ εκτέλεση τῶν ὁδηγιών μέ κανονιστικές πράξεις περιφερειακοῦ χαρακτῆρος εἶναι ἀσφαλώς ἀποδεκτή ἀπό κοινοτικής ἀπόψεως, ἐφ᾿ ὅσον τό κάθε Κράτος μέλος εἶναι ελεύθερο νά κατανείμει, ὅπως κρίνει σκόπιμο, τίς κανονιστικές ἀρμοδιότητες ἐπί τοῦ ἐσωτερικοί) πεδίου, παραμένει ὅμως τό γεγονός ὅτι τό Κράτος μέλος, ὅποια καί ἄν εἶναι ή δομή του, εἶναι υπεύθυνο έναντι τῆς Κοινότητος ὅταν ἡ ἐκτέλεση δέν πραγματοποιείται παρά εντός τμήματος τῆς επικρατείας του.
5.
Ἐν συμπεράσματι, προτείνω τό Δικαστήριο, ἀποφαινόμενο ἐπί τῶν έξη προσφυγῶν, τίς όποιες ἤσκησε ἡ 'Επιτροπή κατά τοῦ Βασιλείου τοῦ Βελγίου με δικόγραφα πού κατετέθησαν στην γραμματεία στίς 3 'Απριλίου 1981 ὅσον άφορᾶ τίς υποθέσεις 68/81, 69/81 καί 70/81, καί στίς 6 'Απριλίου 1981 ὅσον άφορᾶ τίς υποθέσεις 71/81, 72/81 καί 73/81, νά κρίνει ὅτι τό καθ᾿ οὗ κράτος δέν ἐθέσπισε εντός τῶν ταχθεισῶν προθεσμιών τίς ἀναγκαίες διατάξεις γιά νά συμμορφωθεί πρός τίς ὁδηγίες τοῦ Συμβουλίου 75/439 καί 75/440 τῆς 16ης 'Ιουνίου 1975, 75/442 τῆς 15ης 'Ιουλίου 1975, 76/160 τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1975, 76/403 της 6ης 'Απριλίου 1976 καί 78/176 τῆς 20ης Φεβρουαρίου 1978 καί ὅτι, ἑπομένως, παρέβη υποχρέωση τῆς ἐκ τῆς συνθήκης.
Όσον άφορᾶ τά δικαστικά έξοδα πρέπει, συμφώνως πρός τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, να καταδικασθεί σέ αυτά ὁ ἡττώμενος διάδικος.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά Ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy